Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

in vitro

Ανέκαθεν σκεφτόμουν πολύ. Ενίοτε παραπάνω απ’ όσο ίσως θα έπρεπε, και με αποτελέσματα όχι απαραιτήτως επιθυμητά –αν και στις ναρκισσιστικές στιγμές μου αρέσκομαι να υποθέτω πως η σκέψη αποβαίνει πάντοτε προς όφελός μας. Σκεφτόμουν και σκέφτομαι. Όχι από επιλογή, ούτε από περισσευούμενη ευφυΐα. Υποθέτω πως πρόκειται για φυσική τάση. Μπορεί και για κουσούρι. Κάτι σαν την υπόταση ή το να είναι κανείς επιρρεπής στην αλλαγή του καιρού.
Μην φανταστείτε πως σκέφτομαι τίποτα φοβερά πράγματα. Πως είμαι καμιά διάνοια που τάχα φιλοσοφεί περί νοήματος ζωής και συμπαντικής τάξεως, ή πως δουλεύω καμιά καινοφανή πολιτική θεωρία. Καμία σχέση. Ούτε τις γνώσεις, ούτε το ταλέντο, ούτε καν τη συγκρότηση διαθέτω για να καταπιαστώ με κάτι τέτοιο. Τα συμπεράσματά μου –αδιάφορα, σκόρπια, σκύλοι αδέσποτοι στην αλάνα του πνεύματος– δεν θα γέμιζαν ούτε δέκα σελίδες. Διότι σπανίως καταλήγω σε συμπεράσματα –τουναντίον, θα μπορούσα να φτιάξω λεξικό με τις συσσωρευμένες απορίες μου. Άλλωστε, σας το ξαναείπα. Σκέφτομαι αυθορμήτως και ακατέργαστα. Από ανάγκη, αν θέλετε. Από βίτσιο. Στην καλύτερη περίπτωση, ως αυτοκαταστροφικό χόμπι. Επαρκώς χρονοβόρο και οικονομικότατο κατά τα άλλα.
Ομολογώ πως είμαι απελπιστικά μονομερής στους στοχασμούς μου. Με ενδιαφέρουν αποκλειστικά οι άνθρωποι. Όλα τα άλλα νομίζω μου διαφεύγουν –για την ακρίβεια, ασυνείδητα ή συνειδητά τα διαγράφω. Ίσως θα καταλάβετε τι εννοώ αν σας εξομολογηθώ πως στη ζωγραφική, όσο άξιος κι αν είναι ο καλλιτέχνης, η νεκρή φύση μού προξενεί τόση συγκίνηση όση κι ένα μπρίκι του καφέ, αν όχι λιγότερη. Αντιθέτως, και η υπόνοια ακόμη μιας ανθρώπινης φιγούρας, ενός προσώπου κατά προτίμηση, μια μουντζούρα που θυμίζει στόμα ή οφθαλμό πρόχειρα σχεδιασμένη από το στυλό ενός νευρικού υπαλλήλου κατά τη διάρκεια μιας επαγγελματικής σύσκεψης, θα τραβήξει οπωσδήποτε την προσοχή μου.
Δεν αποκλείεται να είναι για τον ίδιο λόγο που αδυνατώ να συγκρατήσω τις λεπτομέρειες ενός χώρου. Δοκιμάστε να αλλάξετε, ας πούμε, κάτι στο δωμάτιό μου, όχι κάτι κραυγαλέο βέβαια, αλλά κάτι αδιαμφισβήτητα εμφανές: να αντικαταστήσετε ας πούμε ένα ογκώδες διακοσμητικό με κάποιο άλλο. Στην καλύτερη περίπτωση, θα εντοπίσω πως κάτι άλλαξε, δεν αποκλείεται να ανιχνεύσω και το καινούριο αντικείμενο, το πιο πιθανό όμως είναι πως δεν θα έχω την παραμικρή ιδέα για το τι βρισκόταν προηγουμένως εκεί. Δοκιμάστε, από την άλλη πλευρά (στην θεωρητική πάντα περίπτωση που γνωριζόμαστε προσωπικά) ν’ αλλάξετε ελάχιστα τον τόνο της φωνής σας, να σκληρύνετε ή να μαλακώσετε λίγο το βλέμμα σας, να κουρέψετε ελάχιστα τα μαλλιά σας ή να χαμογελάσετε ανεπαίσθητα πίσω από την παλάμη σας, και μπορείτε να είστε βέβαιοι πως το μυαλό μου κατέγραψε την αλλαγή με κάθε λεπτομέρεια.
Στο σχολείο, αν και καλή μαθήτρια γενικά, είχα βγάλει τη φήμη του πιο αδιάφορου παιδιού για τις φυσικές επιστήμες. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά κυριολεκτικά με εξόργιζε να αναλώνω το χρόνο μου για να μάθω, επί παραδείγματι, γιατί ο ήλιος λάμπει. Προτιμούσα (και προτιμώ) να τον φλερτάρω κλεφτά μέσα από τα μαύρα γυαλιά μου, με το δέος σχεδόν ενός αδαούς πρωτόγονου, σκεπτόμενη επί ώρες γιατί οι άνθρωποι χαμογελούν στις λιακάδες.
Αυτό το είδος σκέψης, βέβαια, είναι το σχετικά ανώδυνο. Ο κίνδυνος ξεκινάει όταν αρχίζεις να παίζεις με συλλογισμούς του τύπου γιατί ο Α νιώθει όπως νιώθει, και γιατί εγώ νιώθω όπως νιώθω για τον Α, και γιατί ο Α νιώθει όπως νιώθει που εγώ νιώθω έτσι και δεν συμμαζεύεται. Για να καταλήξεις συνήθως σε διαπιστώσεις εντελώς προσωπικές και αυθαίρετες πιθανόν, που ο Α ουδέποτε θα μάθει ώστε να επικυρώσει ή να απορρίψει ως συμπεράσματα για τη μεταξύ σας σχέση. Ωστόσο η ανωτέρω τεχνική αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη για να εξέλθεις, μέσα στο κεφάλι σου πάντα, αδιεξόδων που προκύπτουν από ερωτικές απογοητεύσεις, διαλυμένες φιλίες, συναισθηματικές χυλόπιτες κάθε είδους και τα λοιπά. Ένας διανοητικός ψυχαναγκασμός, ας πούμε: αναλύω - τακτοποιώ - κατηγοριοποιώ το αίσθημα, προκειμένου να κατανοήσω το τι ένιωσα, και άρα να το ξεπεράσω.
Κάτι τέτοιες αλχημείες τις σπούδασα ως έφηβη. Ένστικτο αυτοσυντήρησης, βλέπετε, έστω και διεστραμμένο. Σήμερα βέβαια ακούω πότε-πότε τη φωνίτσα μέσα μου: ηλίθια, τα αισθήματα είναι εξ ορισμού ακατανόητα. Ωστόσο μεγαλώνοντας υποτροπίασα. Εθίστηκα κανονικότατα, και φοβάμαι συνειδητά, στο νοσηρό σπορ της ανάλυσης χαρακτήρων, συμπεριφορών και σχέσεων. Του εαυτού μου αλλά και των άλλων. Τελείωσα τη Νομική απορώντας γιατί δεν βρέθηκα στα αμφιθέατρα της Παντείου, ώστε να μπορώ τουλάχιστον να πουλάω τρέλα με το πρόσχημα μιας τεκμηριωμένης γνώσης της επιστήμης της ψυχολογίας...
Όπως ίσως θα υποψιάζεστε, εξαιτίας των παραπάνω συνηθειών μου, ουσιαστική επαφή κρατάω με ελάχιστους ανθρώπους. Βάζοντας κάτι στο μικροσκόπιο, συνήθως ανακαλύπτεις διάφορα μικρά πραγματάκια που πριν ούτε καν φανταζόσουν την ύπαρξή τους... Δεν εννοώ απαραίτητα ότι ανακαλύπτω πράγματα που δεν μου αρέσουν στους άλλους –σπανίως άλλωστε γνωρίζω άνθρωπο με περισσότερα ελαττώματα από μένα. Αλλά είναι σχεδόν αναπόφευκτο, όταν ψάχνεσαι διαρκώς, η ισορροπία μιας δυνάμει σχέσης ν’ αποδεικνύεται (στα μάτια σου πάντα) προβληματική ή έστω επίφοβη. Και οφείλω να παραδεχτώ πως δεν σηκώνω και πολύ τα ρίσκα αυτού του είδους. Όχι πλέον, τουλάχιστον. Φαντάζομαι πως είναι φυσικό η πάροδος του χρόνου να στενεύει τα περιθώρια.
Απέχω, λοιπόν. Προτιμώ να λέω πως εφαρμόζω τη λεγόμενη πρόληψη, αν και μάλλον πρόκειται για σκέτη δειλία. Κάπου εδώ ο Charles μού ψιθυρίζει ότι μια πρόωρη εμπειρία θανάτου δεν είναι απαραίτητα κακή –για να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί μου, δεν έχω ιδέα...
Κι έτσι τα καταφέρνω αισίως, εγώ που τόσο απεχθανόμουν πάντα τη χημεία, να κρατώ την ψευδαίσθηση ακεραιότητάς μου μέσα στο βάζο με τη φορμόλη, πρόσφορη για πειράματα in vitro αλλά ανέγγιχτη κατ’ ουσίαν, ως κατάκοιτος που αποστηθίζει χάρτες ή όψιμη παρθένα με σαδομαζοχιστικές φαντασιώσεις. Και να συντηρώ με τρυφερότητα σχεδόν στις γύρω γυάλες του μικρού εργαστηρίου μου, ανάμεσα σε αποστειρωμένα εγχειρίδια και αναλγητικά πάσης φύσεως, τα απομεινάρια των σχέσεων που εξέπνευσαν πάνω στο ερασιτεχνικό χειρουργικό τραπέζι μου.
Επειδή όμως ακόμη και κάτι τέρατα σαν και του λόγου μου έχουμε λιγάκι μερίδιο στο θαύμα, συμβαίνει κάποτε (σπανίως, βέβαια, αλλά συμβαίνει) να τρυπώσει στο εργαστήριο ο διάβολος. Και δεν αναφέρομαι βέβαια στην καρικατούρα με τα κόκκινα κέρατα, αλλά σ’ αυτό το μικρό πραγματάκι, το ελάχιστο στην αρχή, που λέγεται αίσθημα για έναν άνθρωπο, ερωτικό ή φιλικό δε έχει σημασία - αρκεί να έχει τα χαρακτηριστικά του γνήσιου αισθήματος, δηλαδή να είναι, πρωτίστως, άτρωτο... Το πραγματάκι που, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές σου να το κρατήσεις σε μέγεθος μπονσάι, παρά τις επιφυλάξεις και την περίφημη πρόληψή σου, θεριεύει απρόσμενα, τινάζει το καπάκι του βάζου και σου τα κάνει όλα λαμπόγυαλο εν ριπή οφθαλμού. Και διαπιστώνεις, εμβρόντητος αλλά μ’ ένα αμήχανο χαμόγελο ευχαρίστησης, την ολοκληρωτική σου ήττα, και στέλνεις για μια φορά τις θεωρίες σου στον αγύριστο.
Κάποιος πέρασε το τεστ.

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2008

jet lag


φεγγαράκι μου λαμπρό-φέγγε μου να οδηγώ-να πηγαίνω στη δουλειά-για να βγάλω βάρδια-βάρδια νυχτερινή-ώσπου να 'ρθει το πρωί...


Βάζω στοίχημα πως στους περισσότερους ανθρώπους έχει τύχει, τουλάχιστον άπαξ στη ζωή τους, να μισήσουν ένα τραγούδι το οποίο λάτρευαν στο παρελθόν. Αν όχι να το μισήσουν, τουλάχιστον να σημειώσουν μια δραματική αλλαγή στο είδος των συναισθημάτων που βιώνουν ακούγοντας το συγκεκριμένο άσμα. Εννιά στις δέκα, μια παρόμοια μεταστροφή πηγάζει από κάποιο ψυχολογικό στραπάτσο, ερωτικής συνήθως φύσεως. Γιατί όσο λογικό είναι να ν' ανατριχιάζεις από αγαλλίαση στις νότες του Lovesong στην αγκαλιά του Γιώργου που σου σιγοτραγουδάει (υποθέτοντας πάντα ότι δεν είναι παράφωνος), άλλο τόσο λογικό κι επόμενο είναι ν' ανατριχιάζεις, από φρίκη αυτή τη φορά, στο άκουσμα του ίδιου τραγουδιού ένα χρόνο μετά, όταν πλέον ο Γιωργάκης σού στέλνει φιλικές καρτποστάλ από τη μακρινή Σουηδία, στην οποία μετανάστευσε αλά μπρατσέτα με την ξανθιά μπαργούμαν που γνώρισε στη Μύκονο...

Απολύτως ανθρώπινο, θα μου πείτε, και θα συμφωνήσω. Λοιπόν κι εμένα μου συνέβη τους τελευταίους μήνες κάτι ανάλογο. Μη βιαστείτε όμως να με παρηγορήσετε, διότι δεν επλήγην από καμια ερωτική απογοήτευση. Τουναντίον, εξακολουθώ να έχω θαυμάσιες σχέσεις με το έτερόν μου ήμισυ (φτού να μη μας ματιάξω!). Παρ' όλα αυτά, ένα από τα πλέον αγαπητά μου τραγούδια τείνει να μου γίνει σχεδόν ανυπόφορο, κι αυτό γιατί, όσο περισσότερο το ακούω τους τελευταίους μήνες (καθ' ότι ως μαζόχα του κερατά επιμένω να το ακούω πιο συχνά από ποτέ άλλοτε), τόσο περισσότερο κυριεύομαι από την παράλογη ιδέα ότι οι στίχοι του γράφτηκαν για να ειρωνευτούν εμένα προσωπικά!

Ασφαλώς και δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Δουλειά δεν είχαν τα ιερά τέρατα της ροκ και δολοπλοκούσαν εναντίον της αφεντιάς μου, μια πενταετία μάλιστα και βάλε πριν από τη γέννησή μου! Ένα πάντως είναι το σίγουρο: όταν o Bruce Springsteen και η Patti Smith έγραψαν στα τέλη της δεκαετίας του '70 το θρυλικό Because the night στο οποίο και αναφέρομαι, κανένας εκ των δύο δεν έλαβε υπόψη του την τρομερή παράμετρο νυχτερινή βάρδια....

Και δεν τους συγχωρώ με τίποτα την παράλειψη! Γιατί; Επειδή το μωρό κοντεύει να κλείσει χρόνο νυχτερινός σε ξενοδοχείο...

Όταν λέμε νυχτερινός, νυχτερινός. Πιο νύχτα δεν γίνεται, ωράριο 11μμ-7πμ. Τύφλα να 'χει το κρυφό σχολειό, δηλαδή!

Από τον περασμένο Μάιο λοιπόν, όταν παίζει το συγκεκριμένο τραγούδι, τα τζάμια μου τρίζουν μια ιδέα περισσότερο από συνήθως. Γιατί στο σημείο που η Patti φωνάζει με πάθος "belongs to lovers", εγώ φωνάζω, αυθορμήτως και με περισσότερο ακόμη πάθος, "belongs to receptionists"! Το τι γίνεται τώρα άμα ο ρεσεψιονίστ-κουκουβάγια τυχαίνει να είναι και lover ταυτοχρόνως, είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Και το τι γίνεται αν τυχαίνει να είναι ο δικός σου lover συγκεκριμένα; Ε, τότε, όπως καταλάβατε, προσπαθείς να το διασκεδάσεις με αυτοσχέδιες διασκευές...

Όσοι από σας την έχετε ζήσει αυτή τη φάση, είτε ως νυχτερινοί είτε ως σύντροφοι νυχτερινών, θα ξέρετε καλά πώς είναι. Όχι πως δεν υπάρχουν άλλες ώρες της ημέρας -ή όσο τέλος πάντων μένει από την ημέρα, αν αφαιρέσεις τις ώρες του ύπνου και προσθέσεις το γεγονός ότι η νυχτερινή ανάπαυση δεν αναπληρώνεται στην ουσία. Κάπως θα τη βρεις την άκρη. Αναπόφευκτα, όμως, η όλη κατάσταση είναι κάπως ανώμαλη: Όταν το δικό σου το μάτι δεν έχει ανοίξει ακόμη, το βιολογικό ρολόι του καλού σου δείχνει απόγευμα. Και όταν εκείνος φτιάχνει τον πρώτο καφέ της ημέρας του, εσύ είσαι έτοιμη για το βραδινό σου ουισκάκι. Χαμουριέσαι γιατί μόλις ξύπνησες, ενώ χασμουριέται γιατί ήρθε ή ώρα του να την πέσει. Δένει τη γραβάτα του όταν φοράς τις πιτζάμες σου....Αναγκάζεστε, εν ολίγοις, αμφότεροι να ζείτε σε μια μόνιμη σχεδόν κατάσταση jet lag, σεξουαλικού και όχι μόνον .

Δεν θα αναφερθώ καν στις παράπλευρες απώλειες του τύπου αντίο-κοινωνική-ζωή, που προκύπτουν από την ανάλγητη επιμονή φίλων και γνωστών να κανονίζουν εξόδους, συγκεντρώσεις και τα τοιαύτα στις 10 το βράδυ και όχι το πρωί. Άλλο είναι που πονάει. Το χρονικά ασύμπτωτο των καθημερινών συνηθειών και επιθυμιών, των καθημερινών ενσταντανέ που αποτελούν αυτό που λέμε ζωή. Γιατί τι είναι η ζωή, αν όχι μια αλληλουχία στιγμών; Φευγαλέων, ελάχιστων, όπως κάθε τι πολύτιμο.

Κι ένα ακόμη που πονά: ο χώρια ύπνος. Η αγκαλιά που σου λείπει όταν ονειρεύεσαι. Αν και τα όνειρα, με τις εκπληκτικές δυνάμεις τους, βρίσκουν πάντα τρόπο να συναντιούνται...

Εδώ κι εννιά μήνες έχω γίνει, μεταξύ άλλων, το βραδινό του ξυπνητήρι. Είμαι η καλημέρα των εννέα και μισή. Αν τύχει και τηλεφωνώ μέσα από κάποιο λεωφορείο, βρίσκονται πάντα κάποιοι που με κοιτάζουν περίεργα. Τους αφήνω να υποθέτουν ότι συνομιλώ με κάποιον σε άλλο ημισφαίριο.

Ζόρικα πράματα. Άλλα όχι αρκετά ζόρικα για να μας πτοήσουν. Οι έρωτες, εξάλλου, έχουν το δικό τους ιδιαίτερο χρόνο. Ή τόπο. Μακριά από αντικειμενικές συνθήκες κι άλλα τέτοια κουραφέξαλα.

Ξεχάστηκα όμως. Κι αν αργήσει απόψε στη δουλειά, θα είναι δικό μου το φταίξιμο. Σας αφήνω και πάω να τον ξυπνήσω. Ελπίζω πως αργότερα, μέσα στη νύχτα, θα διαβάσει το κείμενό μου και θα χαμογελάσει.









Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

το εξαίσιο δευτερόλεπτο



Όλοι δηλώνετε ιδιότητα, τραγουδούσε ο αξέχαστος Νικόλας. Και προσπαθούσα τις προάλλες να θυμηθώ, πότε ήταν η τελευταία φορά που έπεσε στην αντίληψή μου ανθρώπινο όνομα χωρίς ένα κάτι δίπλα, πριν ή μετά.
Δεν ξέρω αν συνέβαινε πάντα ή αν εγώ άρχισα τώρα να το παρατηρώ, μα έχω την αίσθηση πως όλο και συχνότερα οι άνθρωποι που γνωρίζω επιθυμούν να προσδιορίζονται εξ ολοκλήρου από κάποια ιδιότητά τους. Σεφ, ποιητής, κνίτης, δημοσιογράφος, ερασιτέχνης ζωγράφος, αγνωστικιστής, ολυμπιακός, υπάλληλος τράπεζας, χεβιμεταλάς, φοιτητής Ιατρικής, σου το πετάνε κατευθείαν στα μούτρα κολλητά με το Γιάννης, Πέτρος, Ελένη ή ό,τι άλλο, όπως περίπου στα τηλεοπτικά παράθυρα. Κι αν δεν σου το πούνε δηλαδή μαζί με το όνομά τους, θα σου το έχουν πει δίχως άλλο στη δεύτερη πρόταση. Τόσο που καμιά φορά διαπιστώνω πως πραγματικά δεν θυμάμαι πώς λεγόταν ή πώς έμοιαζε ο κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρων κάτι που μου συστήθηκε την προηγουμένη.
Θα μου πείτε τώρα, εγώ που σχολιάζω το φαινόμενο είμαι απ’ έξω; Κάθε άλλο. Από τα μικράτα μου μάλιστα βούτηξα, δίχως να το καταλάβω, στη λούμπα της «δήλωσης ιδιότητας»: Στο χωριό τα καλοκαίρια, για να με κεράσει παγωτό ο ψιλικατζής, ήμουν η κόρη του τάδε. Στο σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς, η κορούλα της κυρίας τάδε για να μ’ εξυπηρετήσουν πιο εύκολα. Στο σχολείο, η απουσιολόγος, εκ των πραγμάτων. Όταν μας σταματούσε αστυνομία για εξακρίβωση στοιχείων, ενώ επιστρέφαμε από το Άλσος στις τέσσερις τα ξημερώματα Αυγούστου, με την κιθάρα στην πλάτη και μια τσάντα άδειες μπύρες, τελειόφοιτη Νομικής βιαζόμουν να δηλώσω γιατί, συνήθως, βοηθούσε στο να τελειώνουμε γρηγορότερα. Κι άλλα πολλά προσδιοριστικά που υιοθέτησα κατά καιρούς και για διάφορους λόγους, και που βαριέμαι ν' αναλύσω τώρα. Ένα είναι πάντως το σίγουρο: πως πλέον, έχοντας σιχαθεί για τα καλά τα σόγια, τα πτυχία, τους διαφόρων ειδών φιλάθλους (φυσικά δεν αναφέρομαι μόνο στα αθλήματα), τα σινάφια ειδημόνων κάθε λογής και, πρωτίστως, τους επαγγελματίες ψαγμένους, η μόνη ιδιότητα που ασμένως θα συμπλήρωνα σε σχετικό ερωτηματολόγιο θα ήταν “μελλοντική τραγουδίστρια του επί του παρόντος ανύπαρκτου πλην φιλόδοξου γκρουπ sexomaniacs bullshitters” (το άκουσα το χάχανο, Πέρι!) .
Σοβαρά τώρα. Κρεμάμε στο λαιμό μας επεξηγηματικές ταμπέλες, μην τυχόν και παραγνωριστεί η σεβαστή μας θέση στον κόσμο. Αναρωτιέμαι μονάχα: χωράει άραγε αυτή η θέση σ’ έναν ή δύο τίτλους; Μας περιγράφει επαρκώς σαν άτομα τούτη η ιδιότητα, που διαλέγουμε να γνωστοποιούμε στους άλλους με το καλημέρα; Είναι, στο κάτω-κάτω, απαραίτητο να προϊδεάσουμε εξαρχής τον απέναντι πως μιλά με κάποιον που υπηρετεί-εκπροσωπεί-κ.ο.κ. το άλφα ή βήτα επάγγελμα, κόμμα, επιστήμη, τέχνη και τα λοιπά; Και βοηθά, τέλος, μια τέτοια πρόωρη δήλωση τη γνωριμία και την επικοινωνία, ή αντίθετα προκαταλαμβάνει τους συνομιλητές, επιζήμια ενδεχομένως;
Εγώ ονειρεύομαι έναν ρομαντικό κόσμο, στον οποίο οι άνθρωποι θα σου λένε μονάχα το μικρό τους όνομα. Και θα σε αφήνουν να τους ανακαλύψεις σιγά-σιγά, προτού απομυθοποιήσουν εαυτούς φορτώνοντάς σε με τις όποιες τους ιδιότητες. Ένα χαριτωμένο μυστήριο. Στο ουτοπικό αυτό σύμπαν, θα έχω το χρόνο να παρατηρώ τις μικρές λεπτομέρειες που συνθέτουν τους ανθρώπους –τον τόνο της φωνής και του γέλιου τους, τα χρώματα που διαλέγουν για να ντυθούν, την έκφραση των ματιών τους, τις κινήσεις των χεριών– προτού αναγκαστώ να τους φανταστώ στο περιορισμένο πλαίσιο της καθημερινότητάς τους. Θα είμαι ελεύθερη να κάνω υποθέσεις, θα έχω -προσωρινά έστω- όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά.
Και θα βιώνω, πότε-πότε, ένα εξαίσιο δευτερόλεπτο, κατά τη διάρκεια του οποίου ο συνομιλητής μου δεν θα αποκλείεται να είναι μάγος ή αστροναύτης, απλώς και μόνο επειδή έτσι τον έπλασα στο νου μου. Οι επιλογές θα χάσουν κάτι από το τρομερό του τελεσίδικου, αφού θα μπορούν, στη φαντασία του καθένα, ν’ αναιρεθούν για λίγο.
Όμορφα που θα είναι. Και ποιος ξέρει. Μπορεί κι εγώ μια μέρα, στα μάτια κάποιου άλλου, να έχω το δικό μου εξαίσιο δευτερόλεπτο. Και να γίνω, στιγμιαία, κάτι που ποτέ δεν θα γίνω στ' αλήθεια, κι ίσως πάντα ήθελα χωρίς καν να το γνωρίζω.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

περίοδος αναπαραγωγής

Οδηγός ΚΑΜΑΚΙ – μια κοινωνική προσφορά του Νάρκισσου στο ανδρικό αναγνωστικό κοινό

Ο ψιψίνος μου ο Τσε περνάει οίστρο. Αναμενόμενο, φυσικά, εξαιτίας της εποχής. Όσοι εξ υμών έχετε παρτίδες με τα συμπαθή μικρά αιλουροειδή, ξέρετε πολύ καλά τι λέω. Αλλά και οι υπόλοιποι (ναι, για εσάς τους ξενέρωτους τύπους μιλάω, που δεν χωνεύετε τα γατιά) δε μπορεί, κάπου θα έχει πάρει το αυτάκι σας το λεκτικό σύνολο «γάτος το Γενάρη». Για να μην τα πολυλογούμε, φαντάζομαι ότι καταλάβατε όλοι για τι πράγμα μιλάμε. Περίοδος αναπαραγωγής! Καύλα στο maximum, ζάχαρη στο μηδέν....
Ο Τσε λοιπόν, όπως κάθε ψιψίνος που έχει γλιτώσει τη στείρωση και διατηρεί ακμαία τα χνουδωτά αναπαραγωγικά του όργανα, έχει λυσσάξει. «Εγώ πότε θα γίνω πατέρας;;;» Σκοτεινά ένστικτα βγαίνουν στην επιφάνεια προστάζοντάς τον να διαιωνίσει πάση θυσία τις συμμετρικές κόκκινες ρίγες του (ή τουλάχιστον να προσπαθήσει, αφού ως γνωστόν τα κεραμιδογατάκια συνήθως γεννιούνται με χρώματα απροσδιορίστου προελεύσεως). Ευτυχώς για τον ίδιο, έχει την ελευθερία να την κοπανάει όποτε και όσο θέλει....Και, πιστέψτε με, την χρησιμοποιεί στο έπακρο! Θηλυκιά γάτα δεν αφήνει! Ανά τριήμερο εμφανίζεται κι αυτό αν, για να φάει καμιά χούφτα κροκέτες, να «ψεκάσει» προς μεγάλη μας δυστυχία όποιο καναπέ βρεθεί στο διάβα του, και μετά πάλι βουρ στα στενά!
Μια χαρά την έχει, ο μπαγάσας. Εγώ δεν την έχω μια χαρά, που ξαγρυπνάω τη νύχτα με τα ατελείωτα ουρλιαχτά του ίδιου και των φίλων του έξω από το παράθυρό μου! Και χώνω το κεφάλι μου κάτω από το μαξιλάρι, μπας και βρω λίγη ησυχία και συνεχίσω τον ύπνο μου. Ενίοτε, ωστόσο, τον χάνω για τα καλά –τον ύπνο εννοώ. Τότε μένω με το μάτι γαρίδα στο ταβάνι, επιδιδόμενη στο προσφιλές σπορ της καταμέτρησης αμνών –επί το λαϊκότερον, μετράω προβατάκια...
Ωστόσο τα ξενύχτια αποδεικνύονται ενίοτε ευεργετικά. Διότι μέσα στην ησυχία, χωρίς να το επιδιώκουμε, κάνουμε συχνά ένα σωρό σκέψεις. Να λοιπόν που έπιασα τον αυτό μου τις προάλλες να σκέφτεται τι τυχερός που είναι ο Τσε, που μπορεί με τόσο ξεκάθαρο τρόπο να εκφράζει τα αισθήματα και τις ανάγκες του. Αρχίζει τα ουρλιαχτά στη στέγη, αφήνει εδώ κι εκεί τις μυρωδιές του, και μπορεί να είναι βέβαιος ότι η εκλεκτή της καρδιάς του θα το πάρει το μήνυμα. Και, κατά πάσα πιθανότητα, θα ανταποκριθεί. Ενώ με μας τι γίνεται, ε;
Δεν είναι κρίμα κι άδικο, σκεφτόμουν, να δυσκολεύεται τόσο ο άνθρωπος, το μόνο έλλογο (λέμε τώρα) από τα όντα του πλανήτη μας, να εξωτερικεύσει τις ρομαντικές του διαθέσεις; Και μιας και ο προβληματισμός μου ξεκίνησε από τον Τσε (τον ψιψίνο μου, πάντα), ας αναφερθώ στους αρσενικούς εκπροσώπους του είδους οι οποίοι, παραδοσιακά τουλάχιστον, είναι επιφορτισμένοι με το βαρύτατο έργο του φλέρτ (αν και σε τέτοιους καιρούς αδυσώπητης ισοπέδωσης –προσοχή, όχι ισότητας– των φύλων, το κατά πόσο κάτι τέτοιο ισχύει σηκώνει πολλή αμφισβήτηση˙ ιδίως μετά την εμφάνιση της νέας συνομοταξίας γυναίκας-νταλικέρη, που κατεβάζει το τζάμι του αυτοκινήτου για να φωνάξει στο διερχόμενο πιτσιρικά «έλα μανάρι μου και χωρίζω σήμερα»!)...Οι δύσμοιροι λοιπόν οι άντρες, εγκλωβισμένοι στις συμβάσεις της πολιτισμένης πλέον κοινωνίας μας, που το δίχως άλλο θα αποδοκίμαζε εντονότατα την πρωτόγονη πλην αποτελεσματική μέθοδο κόρτε-δια-του-ροπάλου, το ψάχνουν από δω, το ψάχνουν από κει, προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρουν μία οδό προσέγγισης ούτως ώστε να πιάσει μεν το νόημα το εκάστοτε αντικείμενο του πόθου τους, χωρίς ωστόσο να τους κατηγορήσει και για σεξουαλική παρενόχληση. Αντικρίζοντας το πλάσμα των ονείρων τους, αγωνιωδώς αναζητούν την κατάλληλη «ατάκα» που θα του δώσει ελπίδες για περαιτέρω γνωριμία. Κι αλίμονο σ’ εκείνους που τους λείπει η ευφράδεια…
Ο Nάρκισσος λοιπόν πήρε τη γενναία απόφαση να συμβάλει στο πρόβλημα. Όχι, δεν θα σας προτείνω ν’ ακολουθήσετε το παράδειγμα του τετράποδου προστατευόμενού μου, ήτοι να πάρετε σβάρνα τα κεραμίδια ουρλιάζοντας περιπαθώς. Όχι τίποτα άλλο, δηλαδή, αλλά δεν θα βρείτε και κεραμίδια εις τας Αθήνας. Ούτε νομίζω πως η καλή σας θα το εκτιμούσε αν αρχίζατε να «σημαδεύετε την περιοχή σας» τριγύρω της αλά Τζακ Νίκολσον στο Wolf.
Σε μια πρωτοφανή κρίση καλοσύνης μου, ωστόσο, και επειδή ισχύει ότι "κρύο, καιρός για δύο" (και για τρίο ακόμη καλύτερα, δηλαδή, αλλά τέλος πάντων), μάζεψα φίλους και φίλες και κατέγραψα τις πιο πετυχημένες «καμακο-ατάκες» που είπαν ή άκουσαν τα τελευταία χρόνια. Με υπερηφάνεια λοιπόν σας παρουσιάζω τον ακόλουθο οδηγό, για να μην χάσετε ποτέ ξανά την ευκαιρία να σας προσέξει η αιθέρια ύπαρξη που σας ενδιαφέρει. Η λίστα περιλαμβάνει φράσεις και συμπεριφορές που ενδείκνυνται για μια ποικιλία διαφορετικών περιστάσεων, ενώ η έρευνα πεδίου που πραγματοποίησα περιλαμβάνει και στατιστική πιθανών θετικών αποτελεσμάτων. Την προσοχή σας, παρακαλώ!

1. για εντελώς άγνωστη κοπέλα που κάθεται σε παγκάκι: την πλησιάζετε και τη ρωτάτε εάν τον καφέ που κρατά, και ο οποίος γράφει με τεράστια γράμματα «Γρηγόρης», τον αγόρασε από το Γρηγόρη.
Πιθανή θετική έκβαση: Ουκ ολίγες γυναίκες χαρακτηρίζονται από μητρικό προστατευτικό πνεύμα, το οποίο πιθανόν να της ξυπνήσει η υπόνοια διανοητικής σας καθυστέρησης.

2. για συνάδελφο ή συμφοιτήτρια με την οποία διασταυρώνεστε στο διάδρομο του κτιρίου: τη βουτάτε αιφνίδια από τον καρπό, πλησιάζετε το πρόσωπό της με βλέμμα φρενοβλαβή, αποτραβιέστε μετά και δηλώνετε με ύφος διανοούμενου ότι έχει «πολύ σουρεαλιστικά μάτια».
Πιθανή θετική έκβαση: α) Δεν θα καταλάβει τι της είπατε και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο θα σας θεωρήσει «ψαγμένο». β)Θα καταλάβει τι της είπατε, θα σας θεωρήσει ψυχάκια και θα γουστάρει επειδή της αρέσουν οι wild εμπειρίες. γ)Θα καταλάβει τι της είπατε, και θα είναι τόσο ηλίθια που θα το θεωρήσει ρομαντικό.

3. για άγνωστη πεζή την οποία εντοπίζετε από κάποια απόσταση ενώ οδηγείτε δίτροχο: αφήνετε το τιμόνι, ανοίγετε διάπλατα τα χέρια σας και της χαμογελάτε φωνάζοντας κάποια κολακευτική φράση, ενώ το μηχανάκι του οποίου μόλις χάσατε τον έλεγχο κοντεύει να την κάνει λιώμα.
Πιθανή θετική έκβαση: Θα τη χτυπήσετε με το μηχανάκι τραυματίζοντάς την ελαφρά έως βαριά. Υποθέτοντας τέλος πάντων ότι δεν θα αποβεί μοιραίο, θα έχετε την ευκαιρία να την μεταφέρετε στο νοσοκομείο για τις πρώτες βοήθειες, ξεδιπλώνοντας συνάμα όλες τις χάρες της προσωπικότητάς σας.

4. για συμπαθητική απλώς νεαρή ύπαρξη ύψους πολύ κάτω του 1,60: τη ρωτάτε με πάσα σοβαρότητα αν εργάζεται ως μοντέλο.
Πιθανή θετική έκβαση: Θα διαθέτει τόσο λίγη αυτογνωσία που δεν θα θεωρήσει ότι την δουλεύετε και θα κολακευτεί.

5. για κοπέλα με πλούσιο μπούστο την οποία ζαχαρώνετε όλο το βράδυ στο μπαρ: τη ρωτάτε ευγενικά πόσο κόστισε ο στηθόδεσμός της, κατόπιν σπεύδετε να δηλώσετε ότι προσφέρεστε να της τα κρατάτε δωρεάν για την υπόλοιπη ζωή σας.
Πιθανή θετική έκβαση: Θα βρίσκεται σε τόσο οικτρή οικονομική κατάσταση, που θα δεχτεί προκειμένου να εξοικονομήσει τα χρήματα για τα σουτιέν.

Λίγη ακόμη προσοχή! Ο Νάρκισσος δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αρνητικές συνέπειες (εξύβριση, τσαντιές, μώλωπες, κακώσεις, κατάγματα κ.ο.κ.) από την εφαρμογή των παραπάνω προτεινόμενων ιδεών.
Εύχομαι καλή επιτυχία σε όλους και καλή...αναπαραγωγή, μπας και κάνουμε και κανένα βήμα στην αντιμετώπιση της ελληνικής υπογεννητικότητας!

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

σαμπουάν (ή ο ύπνος του δικαίου)

Κάνοντας προχθές τα ψώνια της εβδομάδας (στο πλησιέστερό μου μεγαθήριο σούπερ-μάρκετ, μιας και κάθε περιοχή έχει πλέον αποκτήσει το δικό της), κι ακολουθώντας τις επιταγές της τσαλακωμένης λίστας μου, βρέθηκα μπροστά στο ράφι με τα σαμπουάν. Συγγνώμη, στα ράφια. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, ένας ολόκληρος διάδρομος σαμπουάν. Μια τρομαχτική συγκέντρωση μπουκαλιών κάθε χρώματος και σχήματος. Πρόχειρα υπολόγισα το περιεχόμενο σε μερικούς τόνους σαπουνιού για μαλλιά, ποσότητα ικανή να ξεβρωμίζει τους όπου γης άλουστους για τα επόμενα εκατό χρόνια…
Θα μου πείτε τώρα, πρώτη φορά μπαίνω σε σούπερ-μάρκετ; Όχι βέβαια. Αλλά να, αυτά τα σαμπουάν, πώς να σας το πω, ξαφνικά με σόκαραν. Εξηγούμαι: μέχρι πριν κάποια χρόνια, κάθε μάρκα έβγαζε τρεις-τέσσερις τύπους. Για λιπαρά, για κανονικά, για ξηρά μαλλιά. Άντε και κανένα ειδικό για τα βαμμένα. Όμορφα κι απλά, έπαιρνες ένα μπουκαλάκι κι έφευγες, χωρίς πολλή σκέψη. Τώρα, χρειάζεσαι τουλάχιστον έναν δεκάλεπτο διαλογισμό για ν’ αποφασίσεις: σαμπουάν για μπούκλες, για θαμπά μαλλιά, για άτονα, για μαλλιά με ψαλίδα, για μαλλιά χωρίς όγκο, για ξανθά, για κόκκινα, για λιπαρές ρίζες και ξηρές άκρες, σαμπουάν ειδικά για το καλοκαίρι ή το χειμώνα, για μακριά μαλλιά, για, για…
Προφανώς, το σωστό σαμπουάν έχει αναχθεί από καιρό σε παράγοντα ύψιστης σημασίας για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Τόση έρευνα αποκλείεται να γίνεται για το τίποτα, δεδομένου πως χαρακτηριζόμαστε όντα λογικά. Απλώς, εγώ μόλις τώρα το πήρα χαμπάρι. Και στέκομαι, η δυστυχισμένη, ενεά μπροστά στις αναρίθμητες διαφορετικές ταμπελίτσες, τρέμοντας μήπως κάνω λάθος επιλογή: άμα δηλαδή έχεις λιπαρά μακριά μαλλιά άτονα χωρίς όγκο και με μια δόση ψαλίδας, τι παίρνεις;…Δεσποινίς, λίγη βοήθεια!
Αν το καλοσκεφτώ όμως, είναι καταπληκτικό το τι μας προσφέρει η ανεπτυγμένη δυτική κοινωνία μας. Πόσο εξαίρει την αξία του ατόμου, πόσο σέβεται την όποια του ιδιαιτερότητα. Να, για παράδειγμα, τόσος κόπος για να έχει κάθε πολίτης τη δυνατότητα να επιλέξει το κατάλληλο γι’ αυτόν σαπούνι. Κι όχι μόνο αυτό. Σε όλα τα προϊόντα, από τα απολύτως απαραίτητα μέχρι τα πλέον άχρηστα, μια τεράστια ποικιλία είναι εκεί και μας περιμένει. Μπείτε σ’ ένα πολυκατάστημα και θα το διαπιστώσετε. Είστε απολύτως ελεύθεροι να διαλέξετε τη συσκευασία τυριού που σας βολεύει περισσότερο, τη μάρκα αποσμητικό που ταιριάζει με την προσωπικότητά σας, την απόχρωση κραγιόν που αναδεικνύει το χρώμα της επιδερμίδας σας. Οι διαφημίσεις φροντίζουν άλλωστε να μας το υπενθυμίζουν διαρκώς: όλα τούτα υπάρχουν ειδικά για μας, φτιάχτηκαν για να καλύπτουν τις απολύτως προσωπικές μας ανάγκες. Αν αυτό δεν είναι ποιότητα ζωής στην εποχή του καταναλώνω ίσον υπάρχω, τότε τι; Φανταστείτε δηλαδή να βρίσκαμε ένα ωραίο πρωί στη θέση του κοντινού μας διώροφου σούπερ-μάρκετ ένα μπακαλικάκι! Σκέτος εφιάλτης, το δίχως άλλο. Μεμιάς το πολιτισμένο εγώ μας, συμπυκνωμένο στο τρίπτυχο διαλέγω-αγοράζω-ευτυχώ, θα πήγαινε περίπατο…Όχι δηλαδή να λουστούμε και με πράσινο σαπούνι!
Αφήστε με λοιπόν εμένα τη μίζερη να γκρινιάζω που τα βρίσκω σκούρα με την επιλογή σαμπουάν. Κατά βάθος, η όλη διαδικασία είναι σωτήρια. Επειδή, γυρίζοντας αργότερα στο σπίτι, χορτάτη (μέχρι σκασμού) από το θαύμα τούτο της ποικιλίας, παραζαλισμένη από την προσπάθεια να διαλέξω, γαλήνια που στο εξής θα προσφέρω στο μαλλί μου την απαραίτητη φροντίδα, σ’ αυτήν την ιδανική (κι ακίνδυνη) με άλλα λόγια κατάσταση, ελάχιστα θα ενοχληθώ από τα πανομοιότυπα τηλεοπτικά παράθυρα με τους πανομοιότυπους γελοίους που εμπαίζουν συστηματικά την (εναπομείνασα) νοημοσύνη μου. Ακόμη λιγότερο θα προβληματιστώ στη σκέψη πως η ελευθερία μου περιορίζεται στην εξουσία που ασκώ στο τηλε-κοντρόλ μου, κάνοντας ζάπινγκ από το ένα κανάλι στο άλλο (ίδιο κι απαράλλαχτο) κανάλι, αφού την τηλεόραση ούτως ή άλλως θα την ανοίξω - το επιβάλλει το ένστικτο του Homo sapiens, ή κάποιος φοβερός νόμος εγγεγραμμένος στο ασυνείδητό μου. Και βέβαια δεν πρόκειται να χολοσκάσω, που καθημερινά κάποιοι άλλοι καθορίζουν τις συνθήκες ζωής μου, την πορεία της οικονομίας, την πολιτική ζωή της χώρας μου, το μέλλον του ίδιου του πλανήτη.
Τι είναι, άλλωστε, όλα τούτα τα βαρυσήμαντα κι αφηρημένα, μπροστά στην απτή ελευθερία μου να επιλέγω σαμπουάν. Με χαλαρωτικά εκχυλίσματα φυτών κατά προτίμηση, για όνειρα γλυκά.

πρωτοχρονιάτικο πλυντήριο

Με μια μικρή καθυστέρηση, παραθέτω ένα κειμενάκι για την έλευση του νέου έτους.

Με το 2008 ante portas είπα κι εγώ –σαν όλους τους αθεράπευτα οραματιστές– ν’ αρχίσω να καταγράφω τις αποφάσεις μου για τον καινούριο χρόνο. Για μια φορά, στα σοβαρά. Όχι δηλαδή πως σημαίνει τίποτα το γύρισμα του ημερολογίου –ανθρώπινη σύμβαση ανάμεσα στις τόσες– αλλά να, για όλα χρειάζεται μια αφορμή. Πιστή λοιπόν στην οικολογική μου συνείδηση, αγόρασα καινούριο μπλοκάκι ανακυκλωμένου χάρτου (να δώσω στη σύνταξη την απαιτούμενη επισημότητα), έξυσα καλά το μολύβι μου (να γλιτώσω την τελεσιδικία του στυλό) και ρίχτηκα με τα μούτρα στη δουλειά. Σύμμαχοι στην επίπονη εργασία, παγωμένη μπυρίτσα σε πείσμα του καταχείμωνου (τη μάρκα δεν σας τη λέω μη μου καταλογίσετε διαφήμιση) και στο πικάπ η Patti να τσιρίζει “free money”, ροκ επίκληση στο πνεύμα του πρωτοχρονιάτικου λαχείου: ένας λαχνός αναπαύεται τσαλακωμένος κάπου στο πορτοφόλι μου.
Έχουμε και λέμε. Πρώτον, θ’ αποκτήσω υγιεινότερες συνήθειες. Ο έστι μεθερμηνευόμενον, κομμένο το αλκοόλ, κομμένα τα σουβλάκια και οι ονειρεμένες ομολογουμένως τηγανιτές πατάτες της γιαγιάς. Για τσιγάρο, ούτε λόγος. (Αυτό το τελευταίο το υπογράμμισα δυο φορές, από το ζόρι μου έσπασα τη μύτη του μολυβιού που πήγε και πετάχτηκε γραμμή στα μουστάκια του Φούσκα. Ευτυχώς, τη γλίτωσα μ’ ένα επιθετικό νιαούρισμα μόνο.) Και περισσότερη άθληση, προπάντων περισσότερη άθληση. Μη βγάλω πάλι φλύκταινες την άνοιξη που θα γεμίσουν (εν όψει θέρους) τα περιοδικά γκρο πλαν υπερφυσικών οπισθίων σφριγηλών ως μάγουλο νεογέννητου βρέφους. Δεύτερον. Θα παρακολουθώ περισσότερη τηλεόραση. Μόνο εποικοδομητικά προγράμματα εννοείται, ήτοι δελτία ειδήσεων κι ενημερωτικές εκπομπές. Να πάψουν, επιτέλους, να μ’ ανεβοκατεβάζουν οι άλλοι ανενημέρωτη, αιωνίως τελευταία τα μαθαίνω όλα τα συνταρακτικά (να φανταστείτε, μέχρι προχτές πίστευα πως η πολύκροτη υπόθεση του παρολίγον θανατηφόρου άλματος αφορούσε ατύχημα νεαρού επιδιδόμενου στο ευγενές άθλημα του bungee jumping). Τρίτον. Θα εμπεδώσω την έννοια της αποταμίευσης. Διότι θέλω ν’ αποκτήσω οικογένεια μια μέρα, κι ως γνωστόν οι οικογένειες έχουν ανάγκη στέγης - με την τρέχουσα άνοδο στις αντικειμενικές αξίες, ακόμα και τα ψιλά που κάποτε κρατούσα (φευ!) για τους συμπαθείς πλανόδιους οργανοπαίκτες, θα πρέπει να μπαίνουν στο πήλινο ροζ γουρουνάκι μου, αν βέβαια επιθυμώ ν’ αποκτήσω ιδιόκτητο, μέχρι το τέλος έστω της χιλιετίας… Τέταρτον…Θα γίνω ένας καλύτερος άνθρωπος εν γένει, εφαρμόζοντας το χριστιανικό «αγάπα τον πλησίον σου». Ακόμη και στην περίπτωση που ο «πλησίον» είναι η κυρία του απέναντι τετραγώνου (που βγάζει το κιάλι μέσα από τις μισάνοιχτες γρίλιες να μετρήσει τους πόντους της φούστας μου το σαββατόβραδο, φοράω-δε φοράω φούστα), ή ο τύπος που επιμένει να παρκάρει διαγώνια στο πεζοδρόμιο βάζοντάς με στον πειρασμό να περάσω π ά ν ω από το αυτοκινητάκι του με δεκάποντη γόβα στιλέτο, όσο τουλάχιστον δύναμαι λόγω ηλικίας να κάνω κάτι τέτοιο. Υποσημείωση: λέγοντας για οδηγούς, δεν θα ξαναφωνάξω έξαλλη «φλας, ρε» στον επίδοξο serial killer που απειλεί να με στείλει, εμένα την αφελή πεζή, έτσι άδοξα στον αγύριστο. Πέμπτον…
Σαν να μου στέρεψαν οι ιδέες, κι ο Φούσκας που απηύδησε λόγω της αδιαφορίας μου έχει κρεμαστεί και κουνιέται (με όλα του τα 6 κιλά) στην ήδη μισοπεθαμένη κουρτίνα του σαλονιού. Ζόρικο αναμένεται το 2008, δοθέντος ενός τέτοιου φοβερού συμβολαίου με τον εαυτό μου. Αλλά είπαμε, κάθε αρχή και δύσκολη. Έχω εξάλλου και τα θάρρη μου στο πρωτοχρονιάτικο που κληρώνει. Πού ξέρεις, μπορεί να σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και να κερδίσουμε καμιά δραχμή –συγγνώμη, ευρώ. Τούτο βεβαίως θα διευκόλυνε πολύ την κατάσταση, θα είχα και μια δικαιολογία ν’ αναβάλω, λόγω αιφνίδιας αλλαγής συνθηκών, την υλοποίηση των αποφάσεών μου για το 2009, με το καλό. Και θα πάω κι εκείνο το ταξίδι στα βάθη της Ασίας που πάντα ονειρευόμουνα, και θα…και θα…
Με αναπτερωμένη διάθεση πετάω κατά μέρος το μπλοκάκι ανακυκλωμένου χάρτου, απαγκιστρώνω το γατί από την κουρτίνα (ένα κομμάτι της κρέμεται λάφυρο στα νυχάκια του) και ανοίγω την τηλεόραση. Στο τσακ πρόλαβα, ο πρώτος αριθμός έχει ήδη κληρωθεί. Βρε λες, βρε λες…
Βουτάω την τσάντα, βγάζω το πορτοφόλι, χαρτάκια και παραχαρτάκια, η φωτογραφία του Φούσκα, εισιτήρια λεωφορείου και μετρό, αποξηραμένο το λουλουδάκι που μου χάρισε το μωρό στο πρώτο ραντεβού - στη φούρια μου παραλίγο να το διαλύσω. Πού το ’βαλα, το άτιμο…
Ξαφνικά, θυμάμαι. Δεν ήταν πορτοφόλι, κωλότσεπη ήτανε, γιατί φορούσα γάντια και
δε βόλευε ν’ ανοίξω την τσάντα. Και το μπλουτζήν μου στεγνώνει στην απλώστρα…
Δε βαριέσαι. Κάθε εμπόδιο για καλό. Ανάβω τσιγαράκι (της παρηγοριάς), σκίζω το πρώτο φύλλο από το μπλοκάκι, αυτό με τις αποφάσεις μου για το νέο έτος, και ξαναξύνω το μολύβι μου. Μόλις συνέλαβα την κεντρική ιδέα του φιλόδοξου μυθιστορήματός μου «πώς το πλυντήριο κατάπιε την τύχη μου». Σύντομα κοντά σας στα βιβλιοπωλεία.
Καλή χρονιά!

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008

Αντί εισαγωγής


Γεννήθηκα από σπόντα. Από γονείς που δεν με περίμεναν, σ' έναν κόσμο που με περίμενε ακόμα λιγότερο. Για τους γονείς μου, βέβαια, γνωρίζω πως χάρηκαν με την έλευσή μου. Όσο για τον κόσμο, δεν έχω την παραμικρή ιδέα.
Φαντάζομαι πως είναι αρκετά αλαζονικό ακόμη και το ν' αναρωτιέμαι σχετικά.

Μου έδωσαν ένα όνομα που για χρόνια δεν μπορούσα να προφέρω, εξαιτίας μιας επίκτητης ατέλειας της πρώτης οδοντοστοιχίας μου. Έτσι, είχα την τύχη να μπουσουλήσω την παιδική μου ηλικία υπό την προστασία μιας κατάδικής μου εκδοχής ανωνυμίας. Κατόπιν το πρόβλημα διορθώθηκε κι εγώ φορτώθηκα την ταυτότητά μου. Στα 14 έβγαλα μία και επισήμως. 'Εκτοτε την κουβαλάω πάντα μαζί μου, σαν σκονάκι σε διαγώνισμα, για την περίπτωση που ξεχάσω.


Γιατί πρέπει να σας πω ότι είμαι εξαιρετικά επιρρεπής στη λήθη. Ιδίως στην επιλεκτική. Ξεχνώ κατά συρροήν και με εξαιρετικές επιδόσεις. Προπονήθηκα αρκετά σ' αυτό το άθλημα κατά τη διάρκεια της υπερδιογκωμένης εφηβείας μου. Επί έναν αιώνα ή κάτι τέτοιο μ' έπαιρνε ο ύπνος με αυτοσχέδιες αντιμνημονικές ασκήσεις.


Παρ' όλα αυτά, θυμάμαι κάποια πράγματα απ' αυτήν την περίοδο. Παράτησα το ωδείο γιατί μισούσα το σολφέζ. Έκοψα τα μαλλιά μου δυο-τρεις φορές, τα ξαναμάκρυνα άλλες τόσες. Αγάπησα κάποιον και πηδήχτηκα με κάποιον άλλον. Σταμάτησα να βάζω ζάχαρη στο καφέ. Διαπίστωσα το αναπόφευκτο της αποτυχίας. Αυτά και κάτι άλλα ψιλά.


Ομολογώ πως νοσταλγώ κάπου-κάπου αυτό το νοικοκυρεμένο παρελθόν, όταν μπορούσα να αντιληφθώ με ασφάλεια το χρόνο βάσει της διαδοχής των σχολικών τάξεων, λόγου χάρη, ή των ετών που απέμεναν μέχρι την ενηλικίωση μου, ή της προσδοκώμενης αύξησης της καμπυλότητας του κορμιού μου. Ανασφαλή κριτήρια, θα μου πείτε, ιδίως το τελευταίο. 'Ομως ήταν κάτι. Σήμερα, χωρίς την βεβαιότητα που παρέχουν τα σημάδια μιας απτής εξέλιξης, ο χρόνος ξεγλιστρά ύπουλα. Ακόμη και τα καλοκαίρια μοιάζουν μεταξύ τους. Τα μολύβια μου σώνονται πριν το καταλάβω. Οι νύχτες μου μικραίνουν.


Παρέμεινα ηθελημένα μικρόσωμη, για να βολεύομαι πιο εύκολα στα ενδιάμεσα. Στα ενδιάμεσα του χρόνου εννοώ, των άλλων ή και του δικού μου κάποτε. Ένα ακόμη πλεονέκτημα των διαστάσεών μου, ασφαλώς, είναι το ότι μπορώ, με λίγη καλή θέληση, να κοιμηθώ κουλουριασμένη σε μια απλή καρέκλα. Ιδιότητα εξαιρετικά χρήσιμη όταν ταξιδεύεις κατάστρωμα, όπως καλά θα γνωρίζουν οι εραστές των αποστάσεων.