Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

(προ)ανοιξιάτικες κακομοιριές


Ημερολογιακώς, ο χειμώνας πνέει τα λοίσθια. Μεγαλώνουν σιγά-σιγά οι μέρες, γλύκανε ο καιρός. Αφού κι εγώ ακόμη αντικατέστησα προημερών το παλτό μου μ' ένα κοντό μπουφανάκι χωρίς να γίνω μωβ από το κρύο (όσοι διαβάσατε την προηγούμενη ανάρτησή μου, καταλαβαίνετε). Έρχεται η άνοιξη, και για τους δύσπιστους έχω την αδιαφιλονίκητη απόδειξη: ξύπνησε η χελώνα μου. Αφήστε που συναπαντήθηκα με μια κάμπια (ναι, αυτές τις σιχαμένες των πεύκων λέω) προτού ακόμη λιώσουν τα πρόσφατα χιόνια.
Θα αναρωτιέστε ίσως τι μύγα με τσίμπησε και σας τα λέω όλα αυτά. Όχι, δεν μου τη βάρεσε να αλλάξω καριέρα και να γίνω μετεωρολόγος -δεδομένου του ύψους μου, αλλωστε, δεν θα είχα την παραμικρή ελπίδα να πω ποτέ τον καιρό στην τηλεόραση, όσο low budget και να ήταν το δελτίο... Ούτε και πρόκειται να σας πρήξω ζωτικά σημεία του σώματός σας (προκειμένου για αναγνώστριες, αναφέρομαι στο ήπαρ) με γλυκαναλατιές του τύπου ήρθε άνοιξη-τα πουλάκια κελαηδάνε-οι αμυγδαλιές ανθίζουν κι άλλα τέτοια φρικαλέα. Αν θέλετε τίποτα τέτοιο, δηλαδή, μετά χαράς να σας παραπέμψω στη βουκολική ποίηση του Κρυστάλλη, να έχω και τη συνείδησή μου ήσυχη.
Ο λόγος που ανέφερα τις καιρικές συνθήκες είναι πολύ πιο εγωκεντρικός. Παραξενεύτηκα τις τελευταίες ημέρες διαπιστώνοντας ότι, ενώ κανονικά ως γνήσιο σαυροειδές θα έπρεπε να πετάω στα σύννεφα με την αλλαγή της εποχής, είμαι μάλλον στα down μου. Μπορεί να φταίει ο διαρκής πανικός στο σπίτι λόγω επικείμενης αποχώρησης αδελφής, μπορεί να φταίει η σκατοπροκήρυξη που περιμένω και δε βγαίνει να μπω κι εγώ σ' ένα πρόγραμμα, μπορεί να φταίνε οι Dresden Dolls που μου καίνε ασυστόλως τον εγκέφαλο τελευταία. Να φανταστείτε ότι είπα ν' ακούσω λίγο punk να ξελαμπικάρω χθες και πάλι δεν έπιασε. Δεν ξέρω.
Στις μιζέριες μου είμαι παντως και όλα μου φταίνε. Σκεφτείτε ότι μου είπαν προημερών για τη Eurovision και μου ήρθε να αρχίσω να δέρνω. Διότι, καθώς οι σχέσεις μου με την τηλεόραση είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτες (οι γονείς μου επιμένουν αδίκως ότι τους δουλεύω όταν ισχυρίζομαι ότι δεν ξέρω σε ποιο κανάλι αντιστοιχεί κάθε κουμπάκι του τηλεκοντρόλ), τα μαθαίνω απότομα δια στόματος άλλων όλα τα συνταρακτικά και δεν προλαβαίνω φαίνεται να τα χωνέψω. Άκουσα λοιπόν για την Καλομοίρα και, από υποτασική έως λιποθυμίας που είμαι συνήθως, παραλίγο να πάθω υπερτασικό επεισόδιο. Γιατί τους άλλους δύο διαγωνιζόμενους μπορεί να τους αγνοούσα (με τέτοια καλλιτεχνική υπερπαραγωγή στη χώρα μας, πού να προλάβεις να εμπεδώσεις κάθε καινούριο μπούτι -συγγνώμη, χέρι εννοούσα- που πιάνει το μικρόφωνο), αλλά την εν λόγω κυρία την είχε πάρει δυστυχώς το μάτι μου παλαιότερα. Και μου έμεινε αξέχαστη, ιδίως όταν με έπεισαν οι γνωστοί μου ότι δεν επρόκειτο περί παρωδίας αλλά περί τραγουδίστριας κανονικής, όπως τέλος πάντων νοείται αυτός ο όρος στην Ελλάδα.
Με έχει πιάσει λοιπόν ένα άκρως ψυχοφθόρο άγχος να προλάβω να αλλάξω υπηκοότητα πριν την ημέρα του τελικού. Και επειδή από όσο γνωρίζω κάτι τέτοιο είναι αδύνατο στην πράξη, με βλέπω την συγκεκριμένη ημέρα να δηλώνω αυθαιρέτως Πολωνέζα, Κινέζα, μετανάστρια εκ Τιμπουκτού ή Αλβανίδα υπήκοος. Γιατί παρ' ό,τι είμαι αρκετά μαθημένη στις γιουροβιζιονικές κατάντιες μας (από τότε με τα μπιτζαμο-τσιφτετέλια του Σαρμπέλ μου έχει μείνει ένα μικρό τικ στο αριστερό μάτι), τη συγκερικένη κακομοιρ-ιά το νευρικό μου σύστημα αδυνατεί να την αντέξει. Δεν λέω ότι πρέπει να αναστήσουμε το Χατζιδάκι να τον στείλουμε στη διοργάνωση, αλλά όχι κι έτσι, ρε παιδάκια! Λίγο έλεος, δηλαδή...
Ξέρω ότι πετάγομαι άνευ ειρμού από το ένα θέμα στο άλλο (σας προειδοποίησα εξ αρχής άλλωστε, είμαι στις μαύρες μου τις γκρίνιες) αλλά λέγοντας προηγουμένως "Αλβανίδα υπήκοος" θυμήθηκα το άλλο το χθεσινό που με καταρράκωσε. Μπαίνοντας στο ψιλικατζίδικο, έπεσα πάνω σε ένα ζευγάρι γνωστών μου, γείτονες, νεαρά παιδιά και τα δύο, η κοπελιά μάλιστα πρώην συμμαθήτριά μου στο Λύκειο. Για κακή μου τύχη λοιπόν (όταν δεν αντέχεις είναι που σου την πέφτουν όλα τα τρελά, έτσι για να σε αποτελειώσουν) έπεσα πάνω σε σοβαρή συζήτηση εθνικού ενδιαφέροντος με έναν τρίτο γνωστό τους. Και μου έπεσε το σαγόνι...
Η όλη κουβέντα έφερνε κάπως σε αναβίωση του ένδοξου έπους του σαράντα. Μόνο η Βέμπω να τραγουδάει παιδιά, της Ελλάδος παιδιά έλειπε, δηλαδή. Αφορμή, όπως ίσως υποψιάζεστε, ήταν το πολύκροτο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων. Δεν προτίθεμαι να εκφράσω άποψη αυτή τη στιγμή για το όντως προβληματικότατο αυτό ζήτημα, και μην βιαστείτε να με χαρακτηρίσετε ως μη έχουσα εθνική συνείδηση, πατριωτισμό και όλα τα συναφή. Αλλά να ακούσω, βράδυ Τσικνοπέμπτης και από το στοματάκι νεαρών ανθρώπων εθνικιστικές κορώνες και ασυναρτησίες του τύπου (σας μεταφέρω αυτούσιες τις ατάκες) "πόλεμος, πόλεμος πρέπει να γίνει", "πρέπει να πάρουμε άντρες γυναίκες τα όπλα και να πάμε να τους σφάξουμε όλους", "όλα είναι σχέδιο για να γίνει η Μεγάλη Αλβανία και να μείνει Ελλάδα μόνο η Πελοπόννησος", "γι' αυτό γεννάνε από τέσσερα παιδιά οι Αλβανοί" και άλλα τέτοια απείρου κάλλους, ομολογώ δεν το περίμενα. Δηλαδή έπαθα τέτοιο σοκ που δεν μπόρεσα καν να απαντήσω. Πήγα απλώς να ψελλίσω "καλά πλάκα κάνετε" όταν άκουσα τα περί πολέμου, όπλων και σφαξίματος, αλλά η φιλενάδα μου με αποστόμωσε, τινάζοντας τις ξανθιές φράντζες της ότι "φυσικά και δεν κάνω πλάκα, εγώ θα πήγαινα ευχαρίστως να πολεμήσω για την πατρίδα μου και να τους σφάξω τους μπάσταρδους". Τι να κάνω κ εγώ, κατάπια το σάλιο μου, μάζεψα το σαγονάκι μου με το δεξί χέρι, πήρα με το αριστερό και μια μπύρα παραπάνω να πιούμε με το μωρό που είχε ρεπό να πάνε κάτω τα πολεμοχαρή φαρμάκια, καληνύχτισα και πήρα μαύρο δρόμο.
Έχοντας πλέον πέσει για τα καλά στη λούμπα των σχετικο-άσχετων συνειρμών, άρχισα να θυμάμαι διάφορα από αυτά που μου τη δίνουν, ας πούμε μια έρευνα που είχα διαβάσει πριν λίγα χρόνια και έλεγε ότι, το έτος εκείνο, στην ερώτηση ποια θεωρούσαν τα πιο σημαντικά πρόσφατα επιτεύγματα του κράτους μας ή κάπως έτσι, η συντριπτική (μα πραγματικά συντριπτική, αν με εννοείτε) πλειοψηφία των Ελλήνων είχε απαντήσει "το ότι κερδίσαμε στη Eurovision και πήραμε το ευρωπαϊκό".
Το ξανασκέφτομαι δηλαδή και φουσκώνει το στήθος μου από εθνική υπερηφάνεια (ευτυχώς, γιατί το ενισχυμένο σουτιέν μου δεν επαρκεί για να σώσει την κατάσταση). Πατριώτες, φιλόμουσοι και φίλαθλοι τρία σε ένα. Τάλε κουάλε με τα ιδανικά της αρχαιότητας, στο λίγο πιο μοντέρνο - κάτι σαν την Ακρόπολη φωταγωγημένη. Ιδίως ως προς το "φίλαθλοι", θυμήθηκα και το άλλο σχετικό περιστατικό, το βράδυ του περίφημου εκείνου τελικού που έτυχε να είμαι κάπου με το μωρό (που με το ποδόσφαιρο ασχολείται όσο και με τον πειραματικό γιαπωνέζικο κινηματογράφο, αν όχι λιγότερο) και έκανε το λάθος να ρωτήσει το αλλόφρονο πλήθος γύρω από τη τηλεόραση, με γνήσια απορία, τι παρακολουθούν με τόση ένταση. Δυστυχώς δεν πρόλαβα να τον σκουντήξω όταν ο καταστηματάρχης τον ρώτησε με στυλάκι μισό νταβατζή, μισό καουμπόη "τι μας λες τώρα, ρε φίλε, ότι δεν ξέρεις τι είναι σήμερα;", και ο καλός μου του απάντησε με αφοπλιστική αθωότητα "όχι"... Όπως ίσως φαντάζεστε, από σύμπτωση και μόνο το γλιτώσαμε το λυντσάρισμα (ήταν μάλλον πολύ απασχόλημενοι με το ματς για να βρουν το χρόνο). Μας απάντησαν ωστόσο (για την ακρίβεια στον άντρα μου απάντησαν, εγώ προφανώς ως γυναίκα για τη συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων ήμουν μάλλον αόρατη) , με ένα πολύ απειλητικό τρόπο που θέλω μέχρι σήμερα να πιστεύω ότι επρόκειτο περί αστεϊσμού, "άμα δεν ξέρεις, να φύγεις". Σε κάθε περίπτωση δεν καθίσαμε φυσικά να διαπιστώσουμε αν ο φιλέλλην-φίλαθλος-macho έσπαγε πλάκα ή όχι, και φύγαμε διερωτώμενοι σε ποιον πλανήτη ακριβώς κατοικούμε.
Φαντάζομαι, στον ίδιο εκείνο πλανήτη όπου το πνεύμα το άγιο επιλέγει θρησκευτικούς ταγούς και οι πολίτες διαδηλώνουν με ζήλο ταλιμπάν για τις ταυτότητες (σας συνιστώ να ρίξετε μια ματιά σχετικά στο απολαυστικό πνεύμα από το υπερπέραν του φίλτατου και πάντα εύστοχου Αλέκου). Πού κολλάει τώρα αυτό; Μην το ψάχνετε. Είπα: στις κακές μου είμαι σήμερα, ό,τι θέλω λέω. Πείτε πως, λόγω της ημέρας, πρόκειται για δίσεκτη ανάρτηση. Η ανάγνωσις, εξάλλου, είναι αμιγώς προαιρετική.
Λοιπόν, επειδή πραγματικά τα κατάφερα να κακομοιριαστώ ψυχολογικά ακόμη περισσότερο γράφοντάς τα όλα αυτά, λέω να σταματήσω. Κι επειδή δεν θέλω να αποχαιρετήσω ιστολογικώς το Φλεβάρη με τόση μιζέρια, λέω να ξεθάψω από μέσα μου λίγη καλοσύνη, και να πρωτοτυπήσω αφιερώνοντας το παρόν κείμενο στον τελευταίο άγνωστο που με έκανε, για ασήμαντο λόγο, να χαμογελάσω. Πρόκειται για τον ψήστη στο σουβλατζίδικο που καταφύγαμε χθες προκειμένου να προμηθευτούμε τα απαραίτητα "τσικνίσιμα" (ναι, σωστά το σκέφτεστε, τίποτα δεν ετοίμασα η ανεπρόκοπη, ούτε καν σαλάτα γιατί μου δήλωσαν ότι θα τους "έτρωγε πολύτιμο χώρο από το στομάχι"). Λοιπόν, ο τύπος αυτός, ενώ πνιγόταν κυριολεκτικά στη δουλειά και θα έπρεπε κανονικά να βλαστημάει την ώρα που γεννήθηκε και το πεινασμένο πλήθος των πελατών μαζί, βρήκε παραδόξως τη διάθεση να μας κεράσει ένα μπουκάλι κοκα-κόλα, επειδή ο άντρας μου αυθορμήτως, βλέποντας τον άνθρωπο πελαγωμένο να μην ξέρει πού να σημειώσει τις παραγγελίες, έβγαλε και του έδωσε ένα μπλοκάκι τσέπης, μισοχρησιμοποιημένο μάλιστα. Και παρ' όλο που το σιχαίνομαι το μαυροζούμι (κάνει και κυταρίττιδα, εκτός των άλλων), ήπια κατ' εξαίρεσιν λιγάκι στη υγειά του.




Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Χιόνια στο καμπαναριό


Να ξεκαθαρίσω ένα πράγμα: τα χιόνια τα μισώ. Ο χειμώνας ολόκληρος ως εποχή μου τη δίνει αφόρητα –τόσο που, ως παιδί, η αγαπημένη μου φράση ήταν «όταν μεγαλώσω, θα γίνω αποδημητικό πτηνό» (ας όψεται το Νational Geographic). Διότι χειμώνας σημαίνει συνήθως κακοκαιρία. Κι εγώ τις χαμηλές θερμοκρασίες δεν τις αντέχω, πάει και τελείωσε!
Για να συννενοούμαστε, προσωπικά χαμηλή θερμοκρασία εννοώ ο,τιδήποτε κάτω των είκοσι βαθμών. Όσο πέφτει ο υδράργυρος από κει και κάτω, αρχίζω σταδιακά να δυσφορώ, μετά να τουρτουρίζω, μετά να τρέμω και τέλος να χτυπάνε τα δόντια μου, ακόμη και σε εσωτερικό χώρο ενίοτε. Σκεφτείτε ότι το καλοκαίρι στη θάλασσα, έτσι και είναι λιγάκι κρύο το νερό, μελανιάζουν αμέσως τα χείλια μου. Δεν ξέρω, μπορεί να έκανε καμιά κουτσουκέλα η μαμά μου και να φέρω τίποτα αφρικανικά γονίδια· αν και κρίνοντας από τη φωσφοριζέ σχεδόν ασπρίλα μου, δεν το θεωρώ και πολύ πιθανό. Μπορεί να φταίνε τα 45 κιλά μου, μπορεί να είμαι ψυχρόαιμο πλάσμα σαν τα ερπετά (το θερμόμετρο πάντως ουδέποτε δείχνει πάνω από 36, εκτός κι αν έχω πυρετό, και τα άκρα μου έχουν μόνιμα σχεδόν θερμοκρασία τουλάχιστον πτώματος). Τέλος πάντων δεν ξέρω τι φταίει, αλλά κρυώνω. Περισσότερο από το μέσο άνθρωπο, προφανώς. Και στο μυαλό μου, το χιόνι είναι η προσωποποίηση του κρύου –εν ολίγοις, ο διάβολος αυτοπροσώπως...
Ξέρω, ξέρω, θα μου πείτε όλα αυτά τα όμορφα για τα ειδυλλιακά χιονισμένα τοπία, το σκι, τα σαλέ, το χιονοπόλεμο, τη χαρά του παιδιού γενικώς...Αλλά για μένα δεν υπάρχει καμία απολύτως χαρά σε όλα αυτά. Μάλλον απόλυτη φρίκη θα έλεγα. Ακόμη και ως μικρό παιδί, με τον ίδιο τρόπο το βίωνα, μη σας πω και χειρότερο. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη μου επαφή με χιόνι, σε νηπιακή νομίζω ηλικία. Δεν είχα δει ποτέ από κοντά, και είχα στο μυαλό μου αυτές τις υπέροχες εικόνες (από ταινίες και τα λοιπά), με τα παιδάκια να παίζουν ξετρελαμένα σε ένα υπέροχο μαλακό άσπρο πράγμα, να πετάνε μπαλίτσες το ένα στο άλλο και να στήνουν χιονάνθρωπους...Και βγήκα κι εγώ μέσα στη χαρά να παίξω, ενθουσιασμένο και ανυποψίαστο για το κακό που θα με έβρισκε. Γιατί μόλις άπλωσα το χεράκι μου (με γάντι, ασφαλώς) να πιάσω αυτό το άσπρο πράγμα και να το ζουλήξω, το χεράκι ξύλιασε αμέσως. Καθόλου δεν θύμιζε αυτό το παγωμένο πράγμα βαμβάκι, συννεφάκι, σαντιγύ ή ο,τιδήποτε άλλο είχα σκεφτεί βλέποντας εικόνες χιονισμένων τοπίων. Αυτή ήταν η πρώτη απογοήτευση. Λίγο μετά διαπίστωσα ότι πονούσαν επίσης τα πόδια μου, ότι η μύτη μου είχε κρυσταλλιάσει, και γενικώς ότι κόντευαν να παγώσουν ακόμη και τα πνευμόνια μου από τον αέρα που ανέπνεα. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μου ρίχνει και κάποιο μαλακισμένο μια χιονόμπαλα που με βρίσκει στα μούτρα, γίνεται το μαγουλάκι γρανίτα κι εγώ αρχίζω προφανώς να βγάζω κάτι αξιοθρήνητους ήχους, που σε ελεύθερη μετάφραση σήμαιναν «θέλω τη μαμά μου, το σπίτι μου και το πάπλωμά μου ΤΩΡΑ!». Πείστηκα έκτοτε ότι όλη αυτή η ιστορία με τις χαρούλες στα χιόνια αποτελεί κάποια φοβερή σκευωρία ή ομαδική ανθρώπινη διαστροφή, ή πως τέλος πάντων έχω εγώ κάποιο πρόβλημα και υποφέρω εκεί που τα άλλα παιδάκια διασκεδάζουν.
Γιατί διασκεδάζουν, τα σκασμένα! Δεν πέρασε λίγη ώρα που άκουσα κάτι φοβερά ουρλιαχτά στο δρόμο, και άνοιξα λιγάκι την κουρτίνα να δω γιατί πίστεψα ότι βγήκε παγανιά ο σχιζοφρενής με το ηλεκτρικό πριόνι. Αμ δε! Σχιζοφρενής, ξε-σχιζοφρενής, μαλάκας μια φορά να πάρει τους δρόμους με τέτοιο ψωλόκρυο δεν θα ήταν! Άσε που και να έβγαινε, δηλαδή, θα του κολλούσε το αλυσοπρίονο λόγω παγωνιάς... Κάτι πιτσιρίκια ήταν, που πετούσαν χιονόμπαλες το ένα στο άλλο. Και όσο κι αν οι κραυγές τους παρέπεμπαν σε μεσαιωνικά βασανιστήρια, γελούσαν τα βλαμμένα οπότε υπέθεσα ότι έσπαγαν πλάκα. Τα άφησα λοιπόν να βγάλουν χιονίστρες με την ησυχία τους και ξαναέκλεισα γρήγορα-γρήγορα την κουρτίνα, να μη βλέπω και κρυώνω περισσότερο!
Το χειρότερο βέβαια είναι ότι δεν χαίρονται μόνο τα μούλικα, αλλά και οι μαντραχαλέοι! Ξεχνιέται που με σύρανε χριστουγεννιάτικα στον Παρνασσό πριν από κάποια χρόνια ο καλός μου με την αδερφή του και το ταίρι της; Να παίζουν εκείνοι έξω χιονοπόλεμο (το έτερόν μου ήμισυ, μάλιστα, που δικαίως είχε στο Λύκειο τα παρατσούκλια Ράμπο και ψυχάκι, χωρίς καν γάντια!), κι εγώ να περιμένω κλεισμένη στο αυτοκίνητο να τελειώσει το μαρτύριό μου, κάνοντας πρόχειρους υπολογισμούς για τις πιθανότητες που είχα να μείνω στον τόπο, να επιβιώσω, να επιβιώσω ακρωτηριασμένη λόγω εκτεταμένων κρυοπαγημάτων, να αποκλειστούμε όλοι στο χιονισμένο κωλοβούνι και να τρεφόμαστε με πτώματα όπως σε εκείνο το έργο με το αεροπορικό δυστύχημα, να πέσει χιονοστιβάδα να μας πλακώσει, να μας φάει καμιά πολική αρκούδα και τα λοιπά. Ως προς την αρκούδα με διαβεβαίωσαν ότι πολικές στην Ελλάδα δεν έχουμε και οι υπόλοιπες πέφτουν σε χειμερία νάρκη (εγώ: «Τα βλέπετε;;; Κοτζάμ κτήνη κάτι θα ξέρουν!»), αλλά για όλους τους υπόλοιπους φόβους μου δεν είχαν κανένα μα κανένα πειστικό επιχείρημα να μου αντιτείνουν. Και ούτε που μπήκαν στον κόπο να σκεφτούν κάποιο, οι αναίσθητοι! Απλώς γελούσαν και με είπανε κι από πάνω μίζερη, γκρινιάρα, υπερβολική, μαυρόψυχη και ξενέρωτη, ναι, μάλιστα! Κοίτα να δεις που το θυμήθηκα και τσαντίστηκα εκ νέου!
Από χτες το βράδυ έχω κλείσει όλα τα παράθυρα και αρνούμαι να κοιτάξω έξω. Είναι ένα κακό όνειρο και ως τέτοιο σκοπεύω να το αντιμετωπίσω! Και μην πάτε να με παρηγορήσετε με το γνωστό "κρύο, καιρός για δύο" διότι αυτές τις μέρες το μωρό δουλεύει και μόνη μου τη βγάζω, τη νύχτα τουλάχιστον. Σκυλόβρισα και τη μάνα μου που έτρεξε όλο χαρά φωνάζοντας «καλέ βγες να δεις που το στρώνει!», έκλεισα και την τηλεόραση να μην ακούω για το Νευροκόπι και πανικοβάλλομαι περισσότερο.
«Πώς κάνεις έτσι, στη Ρωσία έχουνε μείον είκοσι για πλάκα», απεφάνθη το πρωί ο πατέρας μου όταν είδε τα μούτρα μου. Ευχαριστώ πολύ για την πληροφορία! Και στη Λαπωνία, πιθανότατα, να έχουν μείον εκατόν τριάντα. Πάσο! Αλλά εγώ ούτε Ρωσίδα είμαι, ούτε ο Αη-Βασίλης! Τι να καταλάβει δηλαδή αυτός ο παχύσαρκος από κρύο; Ας κάνει πρώτα μια βόλτα από τα Σιλουέτ και μετά να μου πει αν θα χαζογελάει μαζί με τους ταράνδους του! Άι σιχτίρ πια!..
Τελικά νομίζω ότι το κρύο με πειράζει πραγματικά στα νεύρα. Γιατί, όσο κι αν προσπαθώ να το βγάλω από το κεφάλι μου, και παρ’ όλο που τα Χριστούγεννα έχουν προ πολλού περάσει, ένα τραγουδάκι τριγυρίζει αδιάκοπα στο κεφάλι μου...Ας αφήσουμε λοιπόν όλοι κατά μέρος τη γκρίνια κι ας τραγουδήσουμε μαζί με τη Σωσώ:
Χιόνια στο καμπαναριό...ψόφησε όλο το χωριό....
Υ.Γ.:Εάν κανείς από εσάς διαθέτει θερμαινόμενη γυάλα για ιγκουάνα ή φίδια και προτίθεται να μου τη δανείσει, παρακαλείται να αφήσει μήνυμα με τα στοιχεία του...

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Γονέων υστερία

Αν δεν με απατά η μνήμη μου, η ατάκα "δύσκολη εποχή να αναθρέψεις τους γονείς σου" ή κάπως έτσι προέρχεται από κάποια ελληνική κωμωδία. Δεν θυμάμαι να σας πω για ποια ταινία πρόκειται ή ποιος ηθοποιός την έλεγε αλλά, δυστυχώς, καθώς μεγαλώνω, συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο το προφητικό νόημα της μεγαλειώδους φράσης...
Διότι έρχεται κάποια μέρα που, μοιραία, οι κλασικοί ρόλοι γονέα-παιδιού μοιάζουν να αντιστρέφονται πλήρως. Και συνειδητοποιείς, έντρομος θα έλεγα, ότι η βολική εκείνη εποχή, που μπορούσες να τρέξεις κλαίγοντας στη μαμά σου να σε παρηγορήσει για το χρυσόψαρό σου που απεβίωσε, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Τώρα εσύ πρέπει να παρηγορείς υπομονετικά τη μαμά, που σπαράζει για την απώλεια του ιχθύος επικαλούμενη τις ορμονικές διαταραχές της εμμηνόπαυσης. Και καλά να ήταν μόνο η μαμά. Αλλά έχεις να νταντέψεις και τον μπαμπάκα που, δίχως καμία αισχύνη για τα (ψαρά, πλέον) μουστάκια του, μυξοκλαίει και αυτός για το οικογενειακό πένθος...Και καταλήγεις, μπροστά σε τέτοιο γονεϊκό σπαραγμό, να ωρύεσαι με απόλυτο κυνισμό "έλεος πια με το κωλόψαρο", μόνο και μόνο για να εισπράξεις αντί ευχαριστώ πληγωμένα υποτιμητικά βλέμματα και δραματικά σχολιάκια για το πόσο σκληρή είναι η νεότης... Μη σας πω ότι, κατά πάσα πιθανότητα, θα τους πιάσει τελικά επ' αφορμής του αποδημήσαντος χρυσόψαρου και ένα αλλά Σοπενάουερ υπαρξιακό, και θ' αρχίσουν να διογκώνουν τα συκώτια σου με μακάβριες προβλέψεις για τη δική τους μελλοντική αποδημία...
Φυσικά η περίπτωση του χρυσόψαρου δεν είναι παρά ένα παράδειγμα. Ο ψυχολογικός παλιμπαιδισμός των γονέων εκδηλώνεται σε μια πληθώρα καταστάσεων και με ποικίλους τρόπους. Είναι δε διαπιστωμένο πως, όσο τρέφεις αυτόν τον παλιμπαιδισμό, υιοθετώντας το ρόλο του ψύχραιμου και δυνατού ενήλικα με την άπειρη κατανόηση για τις συναισθηματικές υπερβολές, τους παρορμητισμούς, τους παραλογισμούς ενίοτε του μπαμπά ή της μαμάς, τα συμπτώματα υποτροπιάζουν -πιο απλά, βρίσκουν και κάνουν. Εννοείται πως σε αυτό το στάδιο του δράματος οι γονείς, εκτός των άλλων, μοιάζουν εγκλωβισμένοι στην πιο κραυγαλέα αντίφαση: απο τη μια σε θεωρούν επαρκώς ενήλικα και ώριμο ώστε να ανέχεσαι στωικά τα όποια δικά τους ξεσπάσματα (που τα δικαιολογεί η κούραση της ηλικίας τους κλπ κλπ), να καταπνίγεις επιμελώς τα δικά σου, να παίρνεις απαραιτήτως τις πλέον ορθολογικές αποφάσεις σε όλα ανεξαιρέτως τα ζητήματα, και φυσικά να φροντίζεις μόνος σου τον εαυτό σου ("ολόκληρη γαϊδούρα, εμένα ρωτάς για τη φορολογική σου δήλωση;!") - και απ' την άλλη, σε βλέπουν τόσο παιδί που επιμένουν να σε κυνηγούν με μανία ψυχοπαθή να πιεις το φρουτοχυμό με τα επτά διαφορετικά φρούτα πριν φύγεις το Σαββατόβραδο μην τυχόν και λιποθυμήσεις στο κλαμπ, να ουρλιάζουν αν σε δουν να πατάς κάτω ξυπόλητος γιατί θα πάθουν οι αμυγδαλές σου (τις οποίες πιθανότατα έχεις αφαιρέσει εδώ και μια δεκαπενταετία ή και περισσότερο) και, φυσικά, για να έρθουμε και στο κύριο θέμα μας, να αντιδρούν περίπου όπως ο αμίμητος Στιβ Μάρτιν στον πατέρα της νύφης την ημέρα που τους ανακοινώνεις ότι θα φύγεις από το σπίτι...
Το εν λόγω δράμα (διότι περί δράματος πρόκειται, αν και δεν θα ήταν άστοχος και ο χαρακτηρισμός ιλαροτραγωδία) το βιώνω επί του παρόντος στην πατρική μου οικία, στην οποία έχω την τύχη να κατοικοεδρεύω ακόμη τρομάρα μου (ας όψεται η γαμημένη η επαγγελματική αποκατάσταση), και δυστυχώς τα προγνωστικά λένε ότι ο χορός θα κρατήσει μπόλικους μήνες ακόμη. Γιατί η αδερφούλα μου, στην τρυφερή ηλικά των 31 (!) χρόνων, πρόκειται να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία και να ανοίξει δικό της σπίτι. (Σημείωση: το διαμέρισμα στο οποίο θα μετακομίσει απέχει πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο από το σπίτι μας).
Ενόψει του "ευχάριστου" γεγονότος, λοιπόν, μαμά και μπαμπάς (ο δεύτερος κυρίως) τα φέρνουν λιγάκι ζόρικα -για την ακρίβεια, εμφανίζουν σοβαρά συμπτώματα της αδιευκρίνιστης εκείνης ασθένειας που εγώ, ως ερασιτέχνης ψυχολόγος, ονομάζω ψυχοτραλαλά. Βεβαίως αυτό που όντως θα μας χρειαζόταν θα ήταν η συνδρομή ενός πραγματικού ψυχολόγου, που θα εμπνεόταν υποθέτω από την περίπτωσή μας για διδακτορική διατριβή πάνω στο σύμπλεγμα της Ηλέκτρας . Δεν θέλω να φανώ εγωίστρια αλλά, όπως ίσως φαντάζεστε, βασικός αποδέκτης των διαφόρων εκδηλώσεων της ένδοξης γονεϊκής υστερίας δεν είναι παρά η αφεντιά μου. Διότι η αδερφή μου, όσο να 'ναι, έχει τη χαρά και την έγνοια μαζί του καινούριου σπιτιού οπότε, ό,τι και να συμβαίνει, δεν την αγγίζει και πάρα πολύ. Αφήστε που λείπει πολύ περισσότερες ώρες άπό το σπίτι σε σχέση με μένα. Και στην τελική, αν την πολυφορτώσουν, έχει κάθε δικαίωμα να πει "σταματήστε να μου το βγάζετε από τη μύτη" και να τους κάνει να συμμαζευτούν. Μ' εμένα, όμως, που δεν με αφορά άμεσα η αλλαγή ώστε να πω ότι μου το βγάζουν από τη μύτη, ποια δικαιολογία θα με σώσει;
Καμία απολύτως, φοβάμαι. Όπως φαίνεται μέχρις στιγμής, εγώ είμαι αυτή που πρέπει να υπομένω ως άλλος Ιώβ όλες τις συναφείς υπαρξιακές τους κρίσεις, και να τους στηρίζω μάλιστα για να μην το εκδηλώνουν λέει μπροστά στην αδερφή μου και την στεναχωρούν. Επίσης, απαγορεύεται δια ροπάλου να κάνω οιανδήποτε νύξη για το μελλοντικό δικό μου σπίτι (το οποίο παρεμπιπτόντως είναι υπόθεση ας πούμε ενάμιση χρόνου), για να μην τους φαρμακώνω επιπλέον, λέει. Ωστόσο, ο ίδιος άνθρωπος που με εξορκίζει να μη μιλώ για την δική μου αναχώρηση, μου απευθύνει το λόγο σε άσχετη παντελώς στιγμή, ωρυόμενος: "να φύγεις, να φύγεις κι εσύ, να φύγεις μια ώρα αρχύτερα να το πάρω απόφαση!"(Δρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ, δηλαδή). Από τώρα γελάτε; Α, σας έχω και καλύτερα: εκτενείς συζητήσεις με τη γάτα του σπιτιού. Ναι, καλά ακούσατε. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα "διαλόγου" για να πάρετε μιαν ιδέα:

Πατέρας: Αααχ, κουκλίτσα μου, φεύγει η Μαρία μας και ποιος θα σε παίρνει αγκαλιά;
(Η γάτα κοιμάται απερίσπαστη)
Πατέρας:Αααααααχ, καρδιά μου, θα φύγει και η άλλη όπου να 'ναι (ΣτΣ.:Η "άλλη" είμαι εγώ) και θα μείνουμε μονάχοι μας...

(Στο σημείο αυτό η γάτα πιθανόν ψιλονιαουρίζει ενοχλημένη γιατί έχει αρχίσει να την πασπατεύει υπέρ του δέοντως)

Πατέρας:Ααααααααααααχ, κουκλίτσα μου, και τότε θα σου παίρνω μπον φιλέ, γιατί δεν θα έχω ποιον άλλο να φροντίζω....
(Έχει πάρει τη γάτα αγκαλιά και τη σφίγγει)

Πατέρας:Ακούς, βρε; Μόνο εσένα θα έχω....

(Η γάτα γρυλίζει απηυδισμένη, καταφέρνει να αποδράσει και εξαφανίζεται)

Εννοείται, φυσικά, ότι καθώς εκφωνεί το μονόλογο, μου ρίχνει διαρκώς πλάγιες ματιές για να βεβαιωθεί ότι τον ακούω και ότι θα με πιάσουν τόσες τύψεις (που μεγάλωσα, υποθέτω) που θα βλέπω εφιάλτες το λιγότερο για τρεις μέρες.
Η δε μαμά (η οποία παρεμπιπτόντως το παίζει cool και τη λέει διαρκώς στο μπαμπά ότι είναι παθολογικός στην αγάπη του προς εμάς και ότι αντιδρά υπερβολικά σε μια φυσιολογική και αναμενόμενη κατάσταση) δεν χάνει ευκαιρία να πετάξει, όταν υποτίθεται ότι δεν την ακούμε, μελοδραματικές κορώνες περί επικείμενου ρημάγματος, περί άδειων κι έρημων δωματίων, περί αναπόφευκτης κατάθλιψης και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο κουφό. Λίγος ακόμη θρήνος και θα αρχίσω πραγματικά να τα μπεδεύω, να πιστέψω πως μας έχει βρει καμιά συμφορά και δεν το ξέρω...
Ασφαλώς, επωδός όλων των προαναφερόμενων παραληρημάτων, καθώς και απάντηση όποτε δεν αντέχω άλλο να τους ακούω και πατάω κανένα ουρλιαχτό, είναι το (χαιρέκακο, σχεδόν) σχόλιο: "θα γίνετε κι εσείς γονεις και θα το νιώσετε..." Σύμφωνοι, ρε παιδιά - επίσης θα πεθάνουμε μια μέρα, είναι ανάγκη να το εμπεδώσουμε από τώρα;!
Σας φύλαξα για το τέλος το πιο πρόσφατο επεισόδιο, που διαδραματίστηκε σήμερα το πρωί:
Είναι γύρω στις δέκα το πρωί κι εγώ έχω μόλις γυρίσει από το σπίτι του αρραβωνιαστικού μου όπου είχα διανυκτερεύσει, και ετοιμάζομαι να φύγω για μάθημα. Η αδερφή μου, που επίσης είχε διανυκτερεύσει στου άντρα της, έχει επιστρέψει και αυτή. Μπαίνει στο σπίτι ο μπαμπάς, ο οποίος είχε βγει για ψώνια νωρίτερα, προτού ακόμη έρθουμε εμείς στο σπίτι. Μας βρίσκει λοιπόν και τις δύο εκεί και του έρχεται μια χαρά άλλο πράμα, και αναφωνεί γελώντας: "Αχ, τα κοριτσάκια μου στο σπίτι, τι ωραία". Τότε λέω "ναι, αλλά το ένα φεύγει όπου να 'ναι". Φυσικά εγώ τον εαυτό μου εννοούσα, γιατί είχα φροντιστήριο στις έντεκα και ήδη φορούσα το παλτό μου για έξω.
Ακούγεται όμως μια τρομερή φωνή από την κουζίνα: "Και είναι ανάγκη να μου το θυμίζεις συνέχεια;;;"

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

Σεξ σε κονσέρβα

Ώρες και φορές έχω την αλλόκοτη αίσθηση πως ζούμε σε μια εποχή στην οποία όλα μας υπαγορεύονται. Από ποιον ακριβώς, δεν το έχω αντιληφθεί ακόμη. Πρόκειται μάλλον για κάποιον αόρατο πολυπρόσωπο υποβολέα-παντογνώστη, που ομιλεί μέσω των μίντια κατά κανόνα, και μάλιστα τόσο συχνά και τόσο πειστικά που φθάνουμε στο σημείο ν’ ακούμε την ψιθυριστή φωνούλα του ακόμη και στον ύπνο μας. Σκεφτείτε το λίγο. Όλο και κάποιος μας λέει, σε καθημερινή βάση, τι να φορέσουμε, τι να μαγειρέψουμε το μεσημέρι, πώς να μειώσουμε το άγχος μας, πώς να αποκτήσουμε περισσότερη κοινωνικότητα, πώς να χάσουμε κιλά, ποια προϊόντα να αγοράσουμε και πάει λέγοντας. Υποθέτω πως, ως ένα βαθμό, το έχουμε όλοι μας λίγο-πολύ συνηθίσει, και ελάχιστα αισθανόμαστε να καταπιέζει αυτή η κατάσταση την προσωπικότητά μας. Όλα όμως έχουν κι ένα όριο, πέραν του οποίου το πράγμα αρχίζει να γίνεται εμετικό – αν όχι τρομακτικό.
Πού μου ήρθε και τα λέω αυτά; Πήρε πάλι το μάτι μου εξώφυλλο εγκρίτου τινός περιοδικού, που διατείνεται πως η ανάγνωση συγκεκριμένου άρθρου του θα μας κάνει εξπέρ στο κρεβάτι. Το πήρε το μάτι μου, τα πήρα κι εγώ με τη σειρά μου. Θα μου πείτε, σιγά τα ωά, πρώτη φορά είδα ανάλογο δημοσίευμα; Ασφαλώς και όχι. Αλλά για κάποιο άγνωστο λόγο, τη στιγμή εκείνη έπεσε φαίνεται η τελευταία σταγονίτσα ξεχειλίζοντας το ποτήρι που, δίχως να το έχω καταλάβει, γέμιζε μέσα μου σιγά-σιγά. Και μου ήρθε να ουρλιάξω στη μέση του δρόμου.
Απατάσθε αν τυχόν φαντάζεστε πως το ουρλιαχτό μου (το οποίο φυσικά εκτονώθηκε εσωτερικά μονάχα, γλιτώνοντας τους περαστικούς από το μπελά να καλέσουν επειγόντως τη ρεσεψιόν του Δαφνί για πληροφορίες) οφείλεται σε πουριτανικές τάσεις. Καμία σχέση. Τυχαίνει ευτυχώς να είμαι πλήρως απελευθερωμένη σε κάτι τέτοια θέματα και ουδόλως με σοκάρουν οι σεξουαλικές αναφορές. Ούτε και πρόκειται να γουρλώσω τα μάτια μου ακούγοντας καμιά kinky λεπτομέρεια, διότι μεγάλο παιδάκι είμαι και, όπως λέει και το άσμα, τα κάνω όλα (πριν και μετά τις δύο), και όσα τέλος πάντων μπορεί να μην κάνω η ίδια κανένα πρόβλημα δεν έχω με όσους τα κάνουν, αρκεί βέβαια να συναινεί ο παρτενέρ και να μην πρόκειται για βιασμούς προβάτων ή κάτι τέτοιο.
Αλλού είναι το πρόβλημά μου: Όλη αυτή η φτηνή φιλολογία γύρω από το θέμα κρεβάτι νομίζω πως καταλήγει να εξευτελίζει το ίδιο της το αντικείμενο. Δεν εννοώ πως το σεξ είναι ένα μεταφυσικών προεκτάσεων, μεστό ενοχών και απαγορευμένο προς συζήτησιν θέμα, που θα έπρεπε να μένει κλειδαμπαρωμένο μέσα στις κρεβατοκάμαρες και μάλιστα με τα φώτα σβηστά. Σε αστικό κέντρο του 21ου αιώνα ενηλικιώθηκα και θα ήταν μάλλον περίεργο να έχω τόσο συντηρητικές αντιλήψεις. Από την καλώς εννοούμενη απελευθέρωση όμως και ό,τι αυτή συνεπάγεται (απενοχοποίηση, δυνατότητα πληροφόρησης, επιστημονική προσέγγιση κλπ) μέχρι την μετατροπή μιας, όπως και να το κάνουμε, πολύ προσωπικής και πολύ ιδιαίτερης πτυχής της ανθρώπινης προσωπικότητας σε καθημερινό θέμα για κους-κους μεταξύ αστρολογικών προβλέψεων και συνταγών μαγειρικής, υπάρχει μια πολύ μεγάλη απόσταση την οποία νομίζω κακώς την διανύσαμε...
Εμένα τουλάχιστον η όλη κατάσταση με ξενερώνει, για να το πω απλά. Εντάξει μπορεί το kama sutra να είναι cult, αλλά κατά τα άλλα βαρέθηκα να μου λέει η κάθε φυλλάδα σε τι στάση να το κάνω, τι να φοράω στο κρεβάτι, πώς να απογειώσω το σύντροφό μου κ.ο.κ. Και ο επιστήμων-σεξολόγος δηλαδή να μου τα λέει, άπαξ και δεν προσέφυγα οικειοθελώς στα φώτα του, πάλι ξενερώνω. Δεν τις γουστάρω τις συμβουλές των γκουρού, πώς να το κάνουμε. Τι διάολο, υποτίθεται ότι μερικά πραγματάκια τα μαθαίνουμε μόνοι μας και στην πράξη! Επίσης υποτίθεται ότι μερικά πραγματάκια είναι ζήτημα προσωπικού γούστου. Αλλά προφανώς κάποιοι ειδήμονες διαφωνούν. Ειδήμονες που, αυτόκλητοι, αξιολογούν εμμέσως τις επιδόσεις τις δικές μου και του εραστή μου, αποφαινόμενοι για τις καλύτερες τεχνικές στο κάθε σεξουαλικό παιχνίδι, για το πόσες φορές και με τι συχνότητα πρέπει να το κάνουμε, ακόμη και για το πώς θα πρέπει να αισθανόμαστε κατά τη διάρκεια. Ειδήμονες που με εντάσσουν με το ζόρι σε στατιστικές (τι είδους οργασμό έχει το 30% των γυναικών, τι ποσοστό το κάνει ή δεν το κάνει έτσι, αν μία στις δύο φαντασιώνεται το Μπέκαμ και δεν ξέρω τι άλλη αηδία). Ειδήμονες που έχουν άποψη ακόμη και για το αν θα ξυρίζουμε ή όχι, και πώς ακριβώς, τα επίμαχα σημεία.
Δεν λέω, σχεδόν όλοι μας κάνουμε πού και πού τις πονηρές συζητησούλες μας και τα αστειάκια μας για το σεξ, κι εγώ πρώτη και καλύτερη. Άλλο όμως αυτό και άλλο το να κατακρεουργούμε το θέμα δημοσίως, απομυθοποιώντας το μέχρι να φτάσει να θυμίζει προεκλογική δημοσκόπηση.
Αρκετά μαθήματα πήρα στο σχολείο και το πανεπιστήμιο, αρκετές σημειώσεις κράτησα, αρκετές σελίδες υπογράμμισα με φωσφορικά μαρκαδοράκια για τις εξετάσεις. Οδηγίες για το κρεβάτι μου δεν προτίθεμαι να αποστηθίσω. Οι αυθεντικές ηδονές δεν χρειάζονται σκονάκια. Δεν κατηγοριοποιούνται, δεν αναλύονται και, πρωτίστως, δεν διδάσκονται. Δεν διαφημίζονται σε περιοδικά και δεν πωλούνται μαζικά σε βιτρίνες. Αν βέβαια θέλουμε να παραμείνουν αυθεντικές, ή έστω ηδονές. Κι αν έχουμε ακόμη την ικανότητα να τις αντέξουμε ως τέτοιες...
Ζόρικα πράγματα, δηλαδή, στους καιρούς της κονσέρβας.

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Το τραίνο της εξέλιξης



Τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια της ζωής μου μού συμβαίνει συχνά ένα περίεργο πράγμα: Διασταυρώνομαι με νεαρές κοπέλες, στην ηλικία μου ας πούμε ή και κατά πολύ μικρότερες, και έχω το δυσάρεστο συναίσθημα ότι κατέβηκα από κάποιον άλλο πλανήτη, πολύ λιγότερο πολιτισμένο, προφανώς, από τον κόσμο στον οποίο εκείνες περιφέρονται με τόση χάρη. Αιτία; Η εμφάνισή τους. Όχι αυτή με την οποία τις προίκισε περισσότερο ή λιγότερο η μαμά Φύση –στην «επίκτητη» εμφάνιση αναφέρομαι, κοινώς στο γνωστό και προσφιλές (στα θηλυκά τουλάχιστον όντα) κεφάλαιο ντύσιμο-φτιάξιμο.
Πριν σας εξηγήσω όμως τι ακριβώς εννοώ, θα ήθελα να διευκρινίσω μερικά πράγματα, για να μην μου καταλογίσετε πως υπερβάλλω όντας ακραία η ίδια:
Καταρχάς, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είμαι φρικιό. Το προσπάθησα λιγάκι να γίνω κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου και λίγο μετά, ενδίδοντας ασυστόλως σε οποιοδήποτε μαύρο, μωβ και γενικά πεθαμενατζί ένδυμα μπορούσε να χωρέσει στη ντουλάπα μου, αποκτώντας ένα κεφάλι αλά Robert Smith και μάστερ στο γκόθικ μακιγιάζ ανεξαρτήτως ώρας, φορώντας στρατιωτικά άρβυλα που ζύγιζαν περίπου το μισό μου βάρος και τα λοιπά και τα λοιπά. Αλλά η ψωνάρα μέσα μου (αυτό που πιο κόσμια καλείται «γυναικεία κοκεταρία») ουδέποτε μου επέτρεψε να σηκώσω καμιά μοϊκάνα, ας πούμε, ή να αγοράσω ρουχαλάκια (έστω συνολάκια κηδείας) που να μην τονίζουν επαρκώς τη σιλουέτα. Όπως συνήθως συμβαίνει όμως, η ψωνάρα (για αυτήν μέσα μου λέω πάντα) μεγάλωσε με τα χρόνια. Επιπλέον, μετά από έτη ενδοσκόπησης, κατέληξα στο συμπέρασμα πως δεν είναι ανάγκη να «φωνάζω» στους γύρω μου μέσω της εμφάνισης πως δήθεν ανήκω κάπου για να περιφρουρήσω αυτό που λέω πολιτισμική μου ταυτότητα. Άσε που, όσο μπουμπουνοκέφαλη και να είσαι, μεγαλώνοντας εμπεδώνεις κάποιες παγκόσμιες αλήθειες, του τύπου οι-άντρες-γουστάρουν-γόβα-στιλέτο ή τα-σκισμένα-τζιν-το-χειμώνα-μπάζουν....Οπότε, όπως υποψιάζεστε, στοιχειωδώς κυρίλεψα. Δεν εννοώ πως περιφέρομαι με ταγιέρ ή πως αποχωρίστηκα ποτέ αυτό που ο πεθερός μου με φρίκη αποκαλεί «χαλκά στη μύτη μου», αλλά τέλος πάντων και χρωματάκια φοράω, και φουστανάκια, και τσιμπιδάκια χαριτωμένα και όλα τα εις –άκια που ξεχωρίζουν συνήθως τη γκαρνταρόμπα μιας γυναίκας από αυτήν ενός λοκατζή. Ομολογώ μάλιστα πως δεν αγοράζω ποτέ αθλητικά παπούτσια, θεωρώντας τα πλέον υπερβολικά χοντροκομμένα για το φύλο μου, και πως έχω και μεγάλη αδυναμία στο βάψιμο. Δεύτερον. Δεν είμαι ούτε καθολική, ούτε σκληροπυρηνική σουφραζέτα. Κοινώς προβαίνω σε αποτρίχωση τακτική και ολική, φοράω σουτιέν (με ενίσχυση πάντα) και αποδέχομαι τη φρικτή ανισότητα ότι ο άντρας μου μπορεί να μεν να ρευτεί χωρίς να γίνει αποκρουστικός αλλά εγώ όχι.
Και τρίτον, έχω την τύχη να μην έχω τρία μάτια. Δεν εννοώ πως είμαι καμιά κούκλα αλλά τέλος πάντων δεν είμαι και τέρας της φύσης ώστε να με πιάνει αμόκ στη θέα οποιασδήποτε καλοβαλμένης ύπαρξης.
Αυτά. Και τώρα, αφού σας έπεισα ελπίζω ότι είμαι στοιχειωδώς «φυσιολογική» εμφανισιακά, συνεχίζω...
Βλέπω στο δρόμο τις κοπελίτσες και τρομάζω. Το ότι οι μισές τουλάχιστον μοιάζουν από ενδυματολογικής απόψεως να έχουν ξεπηδήσει από editorial περιοδικού μόδας, ακόμη κι αν κουβαλάνε ακόμη σχολική τσάντα, το παραβλέπω. Με κάτι μικρές λεπτομέρειες είναι που φρίττω. Μαλλί κομμωτηρίου επτά η ώρα το πρωί στο αμφιθέατρο της σχολής, γαλλικό και σχεδιάκια στα νύχια χειμώνα-καλοκαίρι. Σας το ορκίζομαι πως έχω αρχίσει να πιστεύω πως ανήκω σε κάποιο υπό εξαφάνιση είδος που δεν κάνει επαγγελματικό μανικιούρ-πεντικιούρ απαραιτήτως δύο φορές το μήνα και χρησιμοποιεί το πιστολάκι απλώς για να στεγνώσει τα μαλλιά. Και διερωτώμαι: πού πάω με τέτοια χάλια η άμοιρη;
Η φρίκη μου μεγαλώνει τις σπάνιες εκείνες φορές που τυχαίνει να παραβρεθώ σε συζήτηση γυναικοπαρέας. Λοιπόν, απ’ ό,τι μαθαίνω, η μέση γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να χαλά μηνιαίως το λιγότερο μισό μισθό για την απολύτως αναγκαία προσωπική της περιποίηση, η οποία περιλαμβάνει ειδική αισθητικό για τα μούτρα, άλλη αισθητικό για την αποτρίχωση, έγχρωμους φακούς επαφής, λεύκανση δοντιών, ανανέωση των τεσσάρων διαφορετικών αποχρώσεων ανταύγειας, ειδικά θεραπευτικά διαλύματα για τις παρωνυχίδες, εφτά διαφορετικές κρέμες κατά της κυτταρίτιδας και ούτω καθεξής. Και διερωτώμαι εκ νέου: πού πάω εγώ, ρε παιδιά;
Και καλά στην πόλη. Εκεί που κυριολεκτικά μου γυαλίζει το μάτι, είναι στις καλοκαιρινές διακοπές στα νησιά. Τη στιγμή που μπαίνω εγώ με το μαλλί τζίβα στο ντους του κάμπινγκ ίσα-ίσα να ξεβγάλω τα αλάτια, και πετυχαίνω την νεαρά στον καθρέφτη με επαγγελματικό σεσουάρ και μπουκάλι λακ σε μέγεθος υπερφυσικού δονητή να ισιώνει τις φράντζες...
Πάνω όμως που πάω να τις χλευάσω όλες αυτές τις δεσποινίδες για τις (κατά τη γνώμη μου) υπερβολές τους, να σου και πέφτει στα χέρια μου κάποιο απ’ αυτά τα τρισκατάρατα γυναικεία περιοδικά. Το ξεφυλλίζω και διαπιστώνω, έντρομη, πως κάτι ξέρουν προφανώς εκείνες που τα κάνουν όλα αυτά γιατί, σύμφωνα πάντα με την επιστημονική άποψη των σεβαστών αρθρογράφων των εν λόγω εντύπων, άμα σε δει το μανάρι απέναντι με σκασμένη φτέρνα το καλοκαίρι, θα ξεράσει στο πεζοδρόμιο. Δεν πα’ να’σαι μια κούκλα η υπόλοιπη, αυτός εκεί, τη φτέρνα θα κοιτάξει. Επίσης, λέει, ένας από τους βασικούς λόγους που χάνεται το ερωτικό ενδιαφέρον σε περίπτωση συγκατοίκησης είναι εκείνο το αρχαίο μακό μπλουζάκι που φοράς μέσα στο σπίτι -ακόμη κι αν έχει συναισθηματική αξία γιατί σου το αγόρασε ο καλός σου στην πενταήμερη... Α, και πως αν ξυπνήσεις με σπυράκι και δεν διαθέτεις το ειδικό κονσίλερ με την επιπρόσθετη θεραπευτική δράση, καλύτερα να βγεις στο μπαλκόνι σου και να πηδήξεις προτού εμφανιστείς σε τέτοια κατάσταση στην κοινωνία.
Μαθαίνω, επίσης (από τα περιοδικά αυτά πάντα ή τις ελάχιστες φορές που μπαίνω σε κανένα πολυκατάστημα καλλυντικών) πως υπάρχουν ένα εκατομμύριο λίαν απαραίτητα όπλα ομορφιάς τα οποία κυριολεκτικά αγνοώ, του τύπου ενισχυτικά βλεφαρίδων, κρέμες που μειώνουν λέει την τριχοφυία, αντηλιακά μαλλιών, αδυνατιστικά σαπούνια και πλείστα άλλα.
Και παρακολουθώ κάθε δεύτερο Σάββατο, αποσβολωμένη πλέον, συμπαθή γνωστή μου να απλώνει με χάρη τις ομολογουμένως υπέροχες γάμπες της στην πεντικιουρίστα, που την περιμένει γονυπετής στο σαλόνι ως άλλη σκλάβα της Κλεοπάτρας, και να ρωτά με ανησυχία ανάλογη με αυτήν που αρμόζει στο θέμα του φαινομένου του θερμοκηπίου τι ακριβώς θα κάνουν με τη μικρή σκλήρυνση που την ταλαιπωρεί στην αριστερή της πατούσα...
Πώς με προσπέρασαν έτσι όλα αυτά τα θηλυκά; Προφανώς επιβαίνουν στο λεγόμενο τραίνο της εξέλιξης, που ταχύτατα διασχίζει τις λεωφόρους του δυτικού μας κόσμου, εκπνέοντας αρωματικές αναθυμιάσεις σαλονιού ομορφιάς. Κι εγώ έχω ξεμείνει στην αποβάθρα.

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

Καθρέφτης


Και μεγαλώνω. Εκ των έσω, αλλά σταθερά. Iδίως κατά τη διάρκεια της νύχτας, όπως οι φόβοι και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες - σκότος φιλεύσπλαχνο που κάνει τα κόκαλα να τρίζουν και το αύριο να φαντάζει απλώς μια εξωφρενική πιθανότητα. Παρήγορο σκότος που εξισώνει τις απουσίες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, το βλέπω στον καθρέφτη μου τα πρωινά: αυτή η μικρή ρυτίδα, προάγγελος τρομερός μιας μελλοντικής προσωπογραφίας μου (διατηρητέας, καθώς μ' αρέσει να την φαντάζομαι, σε μια οβάλ ασημένια κορνίζα παλιομοδίτικης αισθητικής), δεν ήταν εκεί. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ το πρόσωπό μου χωρίς αυτήν, κι ας έχει αρχίσει πλέον η ανάμνηση να θολώνει, αβέβαιη ως μη επικυρωμένο ενσταντανέ μιας εξαιρετικού κάλλους παρελθούσας εμμονής.
Αγνοώ την εκάστοτε θέση της - για τη ρυτίδα μιλώ πάντοτε. Αν και την παρακολουθώ. Μετατοπίζεται, νομίζω, ακολουθώντας μια νοερή τροχιά γύρω από το στόμα συνήθως, κι άλλοτε ως δάκρυ φλερτάροντας με τον αριστερό οφθαλμό ή χωρίζοντας το μέτωπο στα δύο με τρομακτική ακρίβεια. Αλλά ποιος μπορεί να είναι ποτέ βέβαιος για τις ακριβείς συντεταγμένες της οδύνης.

Γνωρίζω μόνο πως καμιά κρέμα δεν δύναται να την αντιμετωπίσει, καμία αισθητική επέμβαση από τις μέχρι σήμερα γνωστές. Μόνη προοπτική θεραπείας, η θραύση. Ένας εφάπαξ κατακερματισμός του αντανακλούμενου περιγράμματός μου, βίαιος μεν αλλά σοφά υπολογισμένος, που θα εξαφάνιζε την αβάστακτη μοναδικότητα της λεπτής γραμμής εντός ενός ακίνδυνου πλήθους ρωγμώσεων.

Ωστόσο, δειλιάζω, σαν πάντοτε, να αναμετρηθώ με τις αντανακλάσεις. Τολμώ να πω πως αδυνατώ. Δεν αποκλείεται γι' αυτήν μου την ανικανότητα να ευθύνεται η συνείδηση των σακατεμένων ενδεχομένων μου. Σε κάθε περίπτωση αρκούμαι, αθλίως ή έστω με μεγάλη δόση ερασιτεχνισμού, στην πλέον προσιτή εκδοχή συνθηκολόγησης:

Απλώνω το χέρι και σβήνω τα φώτα.