Σάββατο, 31 Μαΐου 2008

ρωγμές

video
Όταν πρωτάκουσα το Theme from Subway Sue απέκτησα, αναπόφευκτα, μια μυστήρια εσωτερική ρωγμή, κάπου κοντά στο διάφραγμα. Επρόκειτο, εννοείται, για μιαν εποχή που επέτρεπε την άνευ όρων πίστη στα θαύματα παντός είδους.

Η αφελής όσο και θαυμάσια εκείνη πίστη, ικανή να κόβει και να ράβει τον κόσμο στα μέτρα μου, εξανεμίστηκε με τα χρόνια. Η ρωγμή, ευτυχώς, παρέμεινε άθικτη.

Ότι θα άκουγα, βέβαια, το συγκεκριμένο κομμάτι ζωντανά, μισό μέτρο απόσταση από τη σκηνή εν έτει 2008, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να το φανταστώ. Ακόμη δηλαδή δεν το καλοπιστεύω -κι αν δεν ήταν η φρικτή ψύξη που άρπαξα εξαιτίας του φουλ κλιματισμού στο Gagarin να μου θυμίζει πέραν αμφιβολίας πως ήμουν χθες βράδυ εκεί, θα ήμουν σίγουρη πως τη χειραψία στο David Surkamp την ονειρεύτηκα, και πως η φωτογραφία μου αγκαλίτσα με τον Michael Safron είναι προϊόν φωτομοντάζ.

Χαλάλι η ψύξη, φυσικά, χαλάλι και η τεράστια μελανιά στο ένα μου μπράτσο (αυτήν υποψιάζομαι ότι την απέκτησα είτε πάνω στο έξαλλο κοπάνημα στο Natchez Trace, είτε την ώρα που κρεμάστηκα σαν πορωμένο δεκαεξάχρονο στα κάγκελα, αλλά τέλος πάντων). Η συναυλία ήταν κάτι παραπάνω από ό,τι περίμενα: σκέτη μαγεία. Παραδόξως, οι δεκαετίες που πέρασαν μοιάζουν να σεβάστηκαν την υπερκόσμια φωνή των pavlov's dog, που παραμένει εντυπωσιακά αναλλοίωτη στην εκπληκτική χροιά και την έντασή της, ικανή να σε καθηλώνει με τρόπο ηδονικό κι επώδυνο.

Ωστόσο, η φυσιολογική φθορά, αν και στον ελάχιστο δυνατό βαθμό, ήταν εύκολα ανιχνεύσιμη: οι πολύ ψηλές νότες, οι τρομακτικές εκείνες τρίλιες που μου στοιχειώνουν από τα 13 μου τον ύπνο, ήταν απούσες. Κι όσο κι αν, προσωπικά, έχοντας λιώσει ξανά και ξανά τα βινύλια, τις άκουγα μέσα στο κεφάλι μου στα σχετικά σημεία, η διακριτική υποχώρηση του Surkamp από το μικρόφωνο τις επίμαχες στιγμές τραυμάτιζε ανεπαισθήτως τα τραγούδια -που παρέμεναν, παρ' όλα αυτά, παραμυθένια.

Η ρωγμή μου, πάντως, διευρύνθηκε.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Συγχρονισμός



Με τον καιρό, βεβαιώθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας πως το πραγματικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη συγχρονισμού. Όχι η έλλειψη του χρόνου καθεαυτού, όπως αυτή αποτυπωνόταν στις επαναλαμβανόμενες αγχώδεις ματιές στους δείκτες των ρολογιών, ή στο βιαστικό κλείσιμο της βρύσης που εξακολουθούσε να στάζει μετά την αποχώρηση του προσώπου. Ούτε καν ο αιματηρός τεμαχισμός της ημέρας βάσει ενός αυστηρού χρονοδιαγράμματος που απαγόρευε, προς το παρόν τουλάχιστον, τις όποιες παρεκτροπές απόλαυσης. Η νόσος –αν βέβαια μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι μια καθόλα αμφίβολη κατάσταση, μη αναγνωρίσιμη σχεδόν και άνευ συγκεκριμένων συμπτωμάτων– οφειλόταν στο χρονικά ασύμπτωτο.

(Ασφαλώς, οι ασθενείς υποτροπίαζαν σταθερά εξαιτίας της χρονικής ανεπάρκειας. Το αντιλαμβανόταν αυτό σε στιγμές καθημερινές και παντελώς αδιάφορες κατά τα άλλα, όταν για παράδειγμα η εξώπορτα βροντούσε την ώρα ακριβώς που εκείνη εξολόθρευε την τελευταία ζάρα στο μανίκι του καινούριου πουκαμίσου. Έντρομη, τότε, κοιτούσε το μεγάλο ρολόι της σάλας και διαπίστωνε, με μιαν απελπισία παιδιάστικη στην αχανή της έκταση πως, πράγματι, είχε καθυστερήσει κατά δύο ή τρία λεπτά –εκατόν είκοσι ή εκατόν ογδόντα ανεπανόρθωτα δευτερόλεπτα, αναλόγως.

Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσε, ίσως, να τρέξει στην πόρτα, εντόνως διαμαρτυρόμενη για το άδικο της απροειδοποίητης αντιδράσεως ή, έστω –κι εφόσον είχε πλέον αποφασίσει πως η αξιοπρέπεια ήταν μια έννοια ασυμβίβαστη με τον γνήσιο έρωτα– να εκλιπαρήσει σιωπηλά για την παραγραφή του σφάλματος. Στην πραγματικότητα, το μόνο που έκανε ήταν ν’ αποσυνδέει, νωχελικά σχεδόν, το σίδερο από την πρίζα, και να μεταφέρει την δυσβάστακτη ματαιότητα του ατσαλάκωτου ρούχου στο άδειο πλέον δωμάτιο.)

Έτσι, τόσο η συντελούμενη διττή διάβρωση, όσο και οι όποιες απέλπιδες απόπειρες θεραπείας ήταν, κι εκείνες, αναπόφευκτα ασύμπτωτες, ασυγχρόνιστες και αποσπασματικές. Για την ακρίβεια, τα εκατέρωθεν στιγμιαία αισθήματα εκδηλώνονταν με πλήρη αναντιστοιχία –επί παραδείγματι, η εξοντωτική λατρεία του ενός προέκυπτε ταυτοχρόνως με την πλήρη απόρριψη του άλλου και αντιστρόφως, σε μια σαδομαζοχιστική πιθανώς αποθέωση της ειρωνείας στις τραγικότερες εκδοχές της.

Παρ’ όλα αυτά, προσπαθούσε να παρηγορηθεί στην ιδέα πως η απόκλιση δεν ήταν ολοκληρωτική. Διότι, συχνά, και παρά την αδιαφιλονίκητη φυσική απουσία του εραστή, μιαν έκταση του χεριού προς τα αριστερά αρκούσε για να επιβεβαιώσει, μέσα στον ύπνο της, το σχήμα του κορμιού του στο κρεβάτι, στην ίδια ακριβώς στάση που το όνειρο εικόνιζε.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

the man who sold the world β'

Η διάγνωση ήταν προφανέστατη: η εξαρχής επισφαλής απομάγευση (εκατέρωθεν σκοπούμενη ή όχι, αδιάφορο) κατεπνίγη εν τη γενέσει. Κάτι περισσότερο –απεδείχθη τραγικώς ανέφικτη.
Έτσι, οι ακριβείς διαστάσεις του προσωπείου παρέμεναν αινιγματικώς αδιευκρίνιστες. η εφαπτομένη της πραγματικότητας εκδοχή μη δεκτική σκιαγραφήσεως. Επιπλέον (και τούτο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από απλώς επίφοβο ως άκρως επικίνδυνο, αναλόγως της εκάστοτε αυθαιρέτως υιοθετούμενης οπτικής γωνίας), ασαφές παρέμενε το βεληνεκές του προσωπείου, καθώς και το τρομακτικό ομολογουμένως ενδεχόμενο διεύρυνσης αυτού.
Η κατάσταση, βέβαια, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως είχε –δεδομένης, μάλιστα, μιας προ πολλού διαπιστωμένης ανθεκτικότητας στις καταστροφές κάθε είδους. Εξάλλου, μια νοσηρή το δίχως άλλο προδιάθεσή της καθιστούσε την προοπτική ενδυνάμωσης της ήδη υπάρχουσας μονομερούς εξαρτήσεως σχεδόν θελκτική.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το μόνο που πραγματικά την ανησυχούσε ήταν η πιθανότητα (ασθενής βέβαια αλλά καθ’ όλα υπαρκτή) η συγκίνηση να δραπετεύσει της γραφής και, ανεξέλεγκτη πλέον, να εγκατασταθεί με τρόπο ανεπανόρθωτο στο δωμάτιο.

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

the man who sold the world



Ήλπιζε πως, κατόπιν, όλα θα φάνταζαν πολύ απλά –ίσως ακόμη και δεκτικά επανορθώσεως. Ως αν το δράμα δεν είχε ποτέ συντελεστεί ή, τουλάχιστον, ως αν επρόκειτο για έναν εκτός προγράμματος αυτοσχεδιασμό απόντων των θεατών.
Δεν είχε υπολογίσει, ωστόσο, τον ατελείωτο δρόμο της επιστροφής, διαμέσου ενός μη αναγνωρίσιμου πλέον τοπίου, αιφνιδιαστικού στην απροσδόκητη μεταμόρφωσή του και, κατά κάποιον τρόπο βέβαια, γοητευτικότερου του προηγουμένου –αν και, αν ήθελε να είναι απολύτως ειλικρινής, θα έπρεπε να ομολογήσει ότι το ακριβές περίγραμμα του πρότερου περιβάλλοντος διέφευγε πλέον της μνήμης της.
Τα όσα τυχόν διαδραματίστηκαν, άλλωστε, αποτελούσαν κιόλας μέρος μιας συγκεχυμένης καθότι πολυδιάστατης αναμνήσεως την οποία ένιωθε, όχι χωρίς κάποιο τρόμο, να εξαπλώνεται εντός του θώρακά της ως αναρριχητικό φυτό–αθόρυβα θα έλεγε κανείς, αν και στην πραγματικότητα θα πρέπει βέβαια να υπήρξε κάποιος, ελάχιστος έστω, τριγμός.
Παρά τις όποιες παρενέργειες, η επιστροφή συνεχιζόταν, περισσότερο από νομοτέλεια και λιγότερο λόγω κάποιας συνειδητής προσπάθειας συντήρησης του εναπομείναντος εαυτού της. Ο ελαφρύς πονοκέφαλος που είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του, άλλωστε, αποτελούσε μια σαφή –καίτοι θλιβερή μάλλον– ένδειξη πως, αν μη τι άλλο, η επιβίωσή της μπορούσε να θεωρείται δεδομένη.

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Φρίκες



Σας προειδοποιώ: είμαι στις φρίκες μου.

Η παρούσα ανάρτηση περιλαμβάνει αμιγώς γκρίνια –συνεπώς, αν δεν γουστάρετε, μην προχωρήσετε στην ανάγνωσή της. Το λέω δηλαδή για να μην με κατηγορήσετε εκ των υστέρων…

Περνάω την φρικτή φάση του προ-εξεταστικού σοκ. Η φάση αυτή περιγράφει την κατάσταση που βιώνεις δύο ημέρες πριν τις εξετάσεις, στην επιτυχή έκβαση των οποίων έχεις επενδύσει την επαγγελματική σου αποκατάσταση, ενάμισι έτος από τη ζωή σου και περί τις τρεις χιλιάδες ευρώ φροντιστηριακά δίδακτρα. Περιλαμβάνει, δε, μιαν εξοντωτική απαισιοδοξία ως προς τα αναμενόμενα αποτελέσματα της προσπάθειας, δεδομένου του ότι νιώθεις τον εγκέφαλό σου έτοιμο να κλωτσήσει σαν σκληρός δίσκος λόγω υπερφόρτωσης. Κοινώς, είσαι βέβαιος ότι δεν θυμάσαι απολύτως τίποτα από ό,τι διάβαζες τόσον καιρό, και ότι ακόμη και το πλέον απλό θέμα θα σε βρει παντελώς ανέτοιμο ή πάντως σε κατάσταση διανοητικού black-out.

Προσπαθείς να παρηγορηθείς στην ιδέα ότι περί εξετάσεων πρόκειται και όχι περί της συντέλειας του κόσμου, και ότι τέλος πάντων είσαι άνθρωπος και σε κάθε περίπτωση δικαιούσαι να αποτύχεις χωρίς να σου πάρουν το κεφάλι. Αλλά δεν πιάνει. Διότι, ως γνήσιος αυτοκαταστροφικός και ανηλεής σκορπιός, αδυνατείς να συγχωρέσεις στον εαυτό σου και την πιθανότητα ακόμη μιας αποτυχίας, που θα ρίξει την αυτοπεποίθησή σου στο μείον είκοσι. Την κατάσταση επιδεινώνει το γεγονός ότι οι πάντες (οικογενειακό περιβάλλον, φίλοι κλπ) σου λένε μεν ότι δεν τρέχει τίποτα αν τα θαλασσώσεις, κατά βάθος όμως είναι απολύτως σίγουροι για το θρίαμβό σου, μιας και (ως φυτούκλα πρώτης τάξεως από κούνια που ήσουν) τους έχεις συνηθίσει στις επιτυχίες σε ό,τι σχετίζεται με μαθήματα. Και ξέρεις πολύ καλά ότι, αν όντως την πατήσεις, θα πάθουν όλοι τους το σοκ της αρκούδας.

Για να μην καταρρεύσεις εντελώς και πας μεθαύριο στο εξεταστικό κέντρο κλαίγοντας, παραμερίζεις κι αυτήν την παράμετρο και σκέφτεσαι τα θετικά της ζωής σου. Φαίνεται όμως ότι οι δυνάμεις του σύμπαντος συνωμοτούν πεισματικά ενάντια στην ψυχολογική σου ισορροπία, διότι το μόνο που σου έρχεται στο μυαλό είναι ότι ο άντρας σου δουλεύει νύχτα ένα χρόνο τώρα και κοντεύεις να ξεχάσεις τη φάτσα του, για να μην πούμε για τα υπόλοιπα. Οι νυχτοβάρδιες προβλέπεται να συνεχιστούν το λιγότερο για έξι μήνες ακόμη. Μετά, ασφαλώς, θα αναχωρήσει προς επιτέλεση του καθήκοντος στη μαμά πατρίδα, πράγμα που σημαίνει ότι στα τέλη περίπου του 2009 θα έχετε αμφότεροι μια θαυμάσια ευκαιρία να γνωριστείτε εκ νέου. Αν βάλεις, δε, και το αναγκαστικό κούρεμα, είναι βέβαιο ότι θα πιστέψεις ότι απέκτησες στα καλά καθούμενα καινούριο γκόμενο.

Μ’ ένα πρόχειρο υπολογισμό, αν όλα πάνε καλά, το όνειρο του να ανοίξεις επιτέλους ένα δικό σου σπίτι μετατίθεται για το 2010. Αν υπάρχεις, δηλαδή, μέχρι τότε για να το ανοίξεις, δεδομένου του ότι το μισό κιλό που πήρες τα Χριστούγεννα εξαφανίστηκε παίρνοντας άλλο μισό μαζί του (λόγω στρες, αϋπνίας και ατελείωτων κύκλων στο σαλόνι με ένα βιβλίο ανά χείρας), ενώ αναμένεται περαιτέρω πτώση. Και μπορεί να διέπρεπες ως μπαλαρίνα αν η μανούλα σου σε είχε πάει μικρή να ξεκινήσεις μπαλέτο, αλλά μιας και δεν το έκανε κατατάσσεσαι απλώς στις περιφερόμενες ακτινογραφίες. Και ξέρεις πολύ καλά ότι όταν σου λένε «καλέ είσαι σαν μπιμπελό» εννοούν απλώς ότι δεν έχεις βυζιά.

Ασφαλώς, το ότι αιφνιδίως έχεις φρικάρει με την εξωτερική σου εμφάνιση αποτελεί παρενέργεια του προ-εξεταστικού σοκ που λέγαμε στην αρχή, το οποίο χειροτερεύει μάλιστα τα πράγματα μιας και γεμίζεις σπυράκια από το άγχος και ο μαύρος κύκλος κοντεύει να σου φτάσει στο σαγόνι. Κοιτάς στον καθρέφτη, και, αιφνιδίως, νομίζεις ότι μεγάλωσες κατά δέκα χρόνια το λιγότερο. Οπότε σε χτυπάει και το υπαρξιακό του τύπου πόσων χρονών είμαι, τι έχω κάνει στη ζωή μου, τι θα προλάβω να κάνω και τι όχι, πότε θα γίνω μάνα, τι σκατά δουλειά θα βρω αν δεν περάσω στις εξετάσεις και τα λοιπά και τα λοιπά. Ιδίως ως προς το τελευταίο, όσο κι αν σε εξοργίζει το γεγονός, πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται τις πιθανές εναλλακτικές επαγγελματικές σταδιοδρομίες με την απαισιοδοξία τουλάχιστον ενός αναλφάβητου. Διότι μπορεί να έχεις ένα πτυχίο πανεπιστημίου και να μιλάς δύο ξένες γλώσσες, αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι, όπως και όλος ο υπόλοιπος κόσμος, με τα προσόντα αυτά είναι ζήτημα αν βρεις δουλειά να παίρνεις 700 ευρώ.

Στο σημείο αυτό βλαστημάς την τύχη σου που δεν μυήθηκες στα ελαφρά ναρκωτικά όταν ήταν καιρός, να έπαιρνες τώρα τίποτα μπας και στρώσεις. Αλλά η εποχή που θα επέτρεπε, ίσως, τέτοιες πολυτέλειες, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Κι εσύ είσαι απλώς twenty-five years older now, που τραγουδούσε και η Janis.

(Oύτε κι ο Νάρκισσος δεν με άντεξε σήμερα και με παράτησε να γκρινιάζω μόνη μου, πραγματοποιώντας μιαν ομολογουμένως θεαματική βουτιά που μ’ έκανε λούτσα.)

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Ιδιογράφως

Ο Νάρκισσος ταράχτηκε κάπως που τον κάλεσαν σε παιχνίδι, διότι ως προ χιλιετιών πνιγμένος έχει μάθει να παίζει μονάχα με νούφαρα και γυρίνους.

Με παρακάλεσε, ωστόσο, να τιμήσω την πρό(σ)κληση της σπιτόγατας και ν
α συμμετάσχω αντ' αυτού, παραθέτοντας δείγμα ιδιόχειρης γραφής.


(από τη συλλογή "η φυσαρμόνικα" - παρακαλώ μην ζητήσετε το όνομα του αυτουργού, γιατί θα πάει περίπατο η περίφημη διαδικτυακή ανωνυμία μας.)

Σημειωτέον ότι, κατ' εντολήν του Νάρκισσου πάντα, παραβιάζω λιγάκι τους κανόνες του παιχνιδιού, αδυνατώντας στην πράξη να προσκαλέσω με τη σειρά μου πέντε άλλους στο παιχνίδι: με εξαίρεση τη γατούλα και την ήδη προσκεκλημένη συμμορία της, ο Νάρκισσος δεν γνωρίζει τον απαιτούμενο αριθμό ιστολόγων. Τους ελάχιστους που διαδικτυακώς γνωρίζει και αγαπά, δε, δεν θα τολμούσε λόγω συστολής να τους προσκαλέσει ευθέως για παιχνίδι και μάλιστα τόσο προσωπικού χαρακτήρα (αν και θα το επιθυμούσε).
Ως εκ τούτου, η πρόσκληση παραμένει ανοικτή στους επισκέπτες της λίμνης.

[υ.γ.: οι όροι του παιχνιδιού περιλαμβάνουν, όπως βλέπω, την ενημέρωση του http://autographcollectors.blogspot.com/ για την συμμετοχή, στα πλαίσια της δημιουργίας ενός διαδικτυακού λευκώματος.]

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

Όποιος πήρε την εφηβεία μου, παρακαλείται να την φερει πίσω



Είναι περίεργο με τι μικρά και χαζά πραγματάκια αντιλαμβανόμαστε, μια ωραία πρωία, το χρόνο που βολτάρει πάνω μας με τις αρβύλες του σφυρίζοντας.

Συνειδητοποίησα, με απόλυτο και γνήσιο τρόμο, ότι μεγάλωσα, την πρώτη φορά που ξεστόμισα το λεκτικό σύνολο «δέκα χρόνια πριν» αναφερόμενη σε γκόμενο.

Συνειδητοποίησα, με λιγότερο τρόμο και περισσότερη πικρία, πως αναπόφευκτα αλλοτριώνομαι μεγαλώνοντας, τη μέρα που κούρεψα φράντζες στα μαλλιά μου για να δείχνω, λέει, σοβαρή γυναίκα και όχι ξεχτένιστο δεκαεξάχρονο.

Βγήκα χτες βράδυ από το σπίτι για μια μικρή βόλτα, μετά από κανένα μήνα που είχα να ξεμυτίσω (εν όψει εξετάσεων για το Δημόσιο, η ζωή μου έχει μεταβληθεί τελευταία σε διάβασμα, διάβασμα, διάβασμα, διάλειμμα από το διάβασμα και άγχος για το διάβασμα.). Έχουμε, βλέπετε, χαρές και πανηγύρια εδώ πέρα λόγω Πρωτομαγιάς, και με ξεσήκωσε ένα προσφιλέστατό μου τέρας που ανέβηκε από Κρήτη λόγω Πάσχα να πάμε παρέα σε μια συναυλία. Και ενέδωσα, παρά τον όγκο του διοικητικού δικαίου που περιμένει να τον κάνω επανάληψη.

Είχα τόσον καιρό να εξέλθω, να φανταστείτε, που δεν είχα πάρει καν χαμπάρι τι καιρό κάνει –με αποτέλεσμα να στήσω το φίλο μου ελαφρώς, διότι αρχικά έβαλα χειμωνιάτικα, μετά βγήκα και είδα πως έκανε ζέστη και γύρισα ν’ αλλάξω και να βάλω καλοκαιρινά, μετά συνειδητοποίησα πως ήταν πολύ καλοκαιρινά και γύρισα για να πάρω ζακέτα κ.ο.κ. Αφήστε που μου βγήκε η πίστη να αποφασίσω αν χρειαζόταν να βάλω καλσόν ή όχι, κι αφού καταστάλαξα για το απαραίτητο του πράγματος ξεκίνησε η αγωνιώδης αναζήτηση του μη σκισμένου καλσόν, μέσα στο χάος των βιβλίων και των συνταγμάτων στο οποίο έχει μετατραπεί εσχάτως το δωμάτιό μου. Τελικά έφυγα τρέχοντας, με σκέτο κραγιόν και το μαλλί κοτσίδα, κατακρεουργώντας οποιαδήποτε φιλοδοξία μου να εμφανιστώ τουλάχιστον σαν άνθρωπος στην κοινωνία μετά από τόσο παρατεταμένο εγκλεισμό.

Τέλος πάντων, αυτά ήταν το λιγότερο. Το περισσότερο ήταν το υπαρξιακό σοκ που έπαθα πηγαίνοντας στην πρωτομαγιάτικη συναυλία, και συνειδητοποιώντας ότι εγώ μεν μπορεί να νιώθω «παιδί» που βγήκε βόλτα με το συμμαθητή του από το σχολείο, αλλά στην πραγματικότητα η φουρνιά μας ξεκουμπίστηκε από το Λύκειο προ δεκαετίας σχεδόν και το «νιάτο», πλέον, δεν είμαι εγώ, που περιμένω οσονούπω να γίνω δημόσιος υπάλληλος και να σπείρω κανένα κουτσούβελο, αλλά το κοριτσάκι απέναντι, ναι, αυτό εκεί με το κεφάλι της Amy Winehouse στο λίγο πιο υπερβολικό.

Οπότε ξεκινάει το δεύτερο υπαρξιακό κύμα, του τύπου πότε προλάβανε να γίνουν έτσι τα παιδάκια, με ρούχα που εγώ ακόμη δεν φοράω, piercing στη γλώσσα και χτενίσματα για φωτογράφηση, στην εποχή μου (στην ποια;;; δεν το γλιτώνω σήμερα το εγκεφαλικό) ήμουνα extreme που τρύπησα τη μύτη μου και φορούσα μολύβι στα μάτια. Και κυκλοφορούσα χωρίς δύο κινητά, i-pod και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλες τεχνολογικές αηδίες κολλημένες απάνω μου.

Και, στην τελική, πού στο διάβολο είναι όλοι οι γνωστοί και συμμαθητές που τρακάρει κανείς πάντα τέτοιες μέρες; Πρωτομαγιά παίρνουν τους δρόμους όλοι οι Φιλαδελφειώτες, αποκλείεται να μην δεις τουλάχιστον δέκα γνώριμες φάτσες και να χαιρετηθείς με άλλους τόσους. Από τούτα τα μούτρα, όμως, δεν ξέρω ούτε έναν. Εξαφανιστήκαμε σαν τους δεινοσαύρους εμείς οι «παλιοί»; Ε, βέβαια, λες, σκορπίσαμε λόγω Πανεπιστημίων και λοιπά σε άλλες πόλεις, μερικοί στο εξωτερικό, να σου επιτέλους ένας γνωστός που μας λέει για το επικείμενο μεταπτυχιακό του, τα βάσανα των φοιτητών, κι εκεί που πάω να χαρώ λιγάκι και να ταυτιστώ, συνειδητοποιώ έντρομη ότι εγώ έχω προ πολλού τελειώσει και ως φοιτήτρια, κι ας επιμένω να κρατάω το πάσο για συναισθηματικούς λόγους.

Σε αυτό το σημείο περίπου, τα έχω παίξει εντελώς και θέλω να ουρλιάξω. Κρατάω τη μπύρα και ψιλοκουνιέμαι με τους Locomondo (που δεν μ’ αρέσουν κιόλας, αλλά πάει στο διάολο) μπας και ξεχαστώ, αλλά να σου δεύτερος γνωστός, αγαπητός, και φίλος επίσης του ετέρου ημίσεως. Αγκαλιές, φιλιά, «πού είναι ο άντρας σου», «δουλεύει νύχτα», «α, ναι», και πάνω εκεί του έρχεται του καλού σου να με ρωτήσει «καλά πόσα χρόνια είσαστε εσείς μαζί», του απαντάω «εφτά και με τη γνωριμία εννιά» και με κοιτάει με φρίκη ξαφνικά σαν να βλέπει μπροστά του τα μάρμαρα του Παρθενώνα, «έλα ρε, μιλάμε για το σωτήριον έτος 1999;» και σκάει στα γέλια. Ε, σκέφτομαι, μετά από αυτό δεν έχω πλέον περιθώρια για περαιτέρω υπαρξιακό κατήφορο.

Μπα, ψέματα, τελικά έχω. Γιατί οι άτιμοι οι Locomondo τραγουδάνε τώρα «σεξ στο διαδίκτυο», αφιερώνοντάς το «στην τελευταία γενιά που απολαμβάνει το συμβατικό σεξ». Κοίτα που καλά τα έλεγα προηγουμένως, εμείς και οι δεινόσαυροι! Διότι υποθέτω ότι λέγοντας "τελευταία γενιά" αναφέρονται μετά βίας σε μένα, και σίγουρα όχι σ’ αυτό το πλήθος των hi-tech πιτσιρικάδων που φλερτάρουν από κούνια ιντερνετικώς στα διάφορα chat, κι αν παρ’ ελπίδα πέσει καμιά παραδοσιακή πίπα σε σχολική κατάληψη την τραβάνε βίντεο με το κινητό, στα πλαίσια της κουλτούρας του ριαλιτάδικου.

Να μην σας τα πολυλογώ, τελικώς γύριζω σπίτι ισοπεδωμένη σαν να έχει περάσει από πάνω μου ολόκληρη η χιλιετία. Νιώθοντας πρόωρα γερασμένη, κι επιπλέον ξέμπαρκη εντός ενός κόσμου που τρέχει ανεξέλεγκτα και μ’ αφήνει πίσω. Και βάζω να ακούσω λίγη μουσική να ξελαμπικάρω.

Όχι ’70s και μελαγχολήσω χειρότερα, Placebo θα βάλω που είναι καινούριοι μπας και εγκλιματιστώ.

Καινούριοι; Μόλις συνειδητοποίησα ότι το κομμάτι που ακούω πάει δώδεκα χρόνια πίσω.