Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

τέλος εποχής

Παράξενα που υπήρξαμε

στο φευγαλέο βλέμμα των περαστικών

μια ελάχιστη αναγνώριση αξιώνοντας.

Νύχτες πολλές ν’ αποδεχτούμε

μπρος στον καθρέφτη το είδωλό μας

επίμονα πασκίσαμε - λοιπόν;

Μοιραία, η αντανάκλασή μας κάποτε

ταιριάζει στου τοπίου την προοπτική.

Μονάχα το περίγραμμα ελάχιστα

το δράμα παραλλάσσει ως εφιάλτης

απ’ την κορνίζα περισσεύει πολυγωνικός.

Αλλά το πλέον αλγεινό

στο μέλλον όταν το χέρι με μια κίνηση

κοφτή επιδέξια τη χάρτινη βεντάλια

θα κλείσει την εικόνα τσαλακώνοντας

και θ’ απομείνει θρόισμα της ζωγραφιάς

σφήκα σφιγμένη στην παλάμη η φράση.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Απιστίας συμπτώματα

Μια κοινωνική προσφορά του Νάρκισσου στο γυναικείο αναγνωστικό κοινό

Πίστευα ότι τα είχα δει πλέον όλα όσον αφορά στις μαλακίες που δημοσιεύουν τα λεγόμενα «γυναικεία» περιοδικά, έντυπα ή ηλεκτρονικά. Ε, λοιπόν, λάθος! Φαίνεται πως πάντα υπάρχει περιθώριο για ένα βήμα παραπέρα στο ένδοξο μονοπάτι της γκομενίστικης ηλιθιότητας. Απόδειξη, τα «συμπτώματα της απιστίας» που πέτυχα κατά τύχη στο womenonly (όπου women διάβαζε και: κρετίνοι).

Έχετε υπόνοιες ότι ο καλός σας σάς τα φοράει; Δώστε τέρμα στην αμφιβολία με σύμμαχο την έγκριτη επιστημονική μελέτη της εν λόγω ιστοσελίδας, που επισημαίνει 32 ατράνταχτες αποδείξεις ότι ο σύντροφός σας «ποτίζει» παραλλήλως δεύτερη πορτοκαλιά. Πιστός στην αποστολή του της κοινωνικής προσφοράς, ο Νάρκισσος αναδημοσιεύει τα κυριότερα σημεία του ανυπέρβλητου κερατο-καταλόγου κάνοντας τις απαραίτητες προσθήκες, για να μάθετε επιτέλους αν υπάρχει κάποιος λόγος που τελευταία κουτουλάτε περνώντας την εξώπορτα.

Ξεκινάμε με μια ομαδοποίηση μερικών παρεμφερών σημείων: Δεν μιλάτε πια. Ζείτε μαζί σαν ξένοι. / Έχει γίνει ψυχρός και αδιάφορος για τα συναισθήματα σου./ Αδιαφορεί για σένα, για τα παιδιά σας και την καθημερινή σας ζωή./ Δεν τον ενδιαφέρει καθόλου το μέλλον της σχέσης σας./ Δεν σου δείχνει τρυφερότητα πια./ Δεν σου λέει πια "σ' αγαπώ"./Το ενδιαφέρει περισσότερο να δει τηλεόραση ή να διαβάσει εφημερίδα απ' το να κουβεντιάσετε ή να κάνετε έρωτα.

Εμείς συμπληρώνουμε:

· Όποτε περνάει από μπροστά σας, σας ρίχνει ροχάλα.

· Σας δέρνει.

· Δέρνει τα παιδιά.

· Κλωτσάει το σκύλο.

· Ενώ εσείς του κάνετε αισθησιακό striptease, εκείνος βλέπει champions league.

· Του λέτε «σ’ αγαπώ» και απαντά μέσα από τα δόντια του «τράβα ψόφα μωρή καριόλα».

· Το μωρό βήχει κι αυτός του βουλώνει το στόμα με σελοτέιπ.

Λοιπόν: Αν κάποια από αυτές τις ενδείξεις ταλανίζει την καθημερινότητά σας, είναι καιρός να περάσει από το μυαλό σας ότι ίσως δεν είσαστε πλέον ο μοναδικός πόλος της ερωτικής του έλξης.

Συνεχίζουμε: Σου φαίνεται αδιάφορος και αφηρημένος την ώρα του σεξ.

Αναλύουμε λίγο περισσότερο:

· Όταν κάνετε σεξ, σας βάζει μια χαρτοσακούλα στο κεφάλι.

· Σας βάζει από πάνω και όση ώρα εσείς κάνετε rodeo, εκείνος λύνει Sudoku.

· Είναι τόσο αφηρημένος, που προσπαθείτε μονίμως να βγάλετε το πουλί του από τον αφαλό ή από το μάτι σας.

· Είναι τόσο αδιάφορος για τις σεξουαλικές σας περιπτύξεις, που πρέπει να του επισημάνετε εσείς ότι τελείωσε.

· Σας φωνάζει «Σύλβια» κατά τη διάρκεια του σεξ.

· Τον φωνάζετε «Ντέιβιντ» κατά τη διάρκεια του σεξ και δεν αντιδρά.

· Διακόπτετε το σεξ για να σηκώσετε το τηλέφωνο που χτύπησε και εκείνος δεν το αντιλαμβάνεται, αλλά συνεχίζει ανοίγοντας τρύπα στο στρώμα.

Ακονίστε τις αισθήσεις σας! Αν διαισθάνεστε ο,τιδήποτε από τα προαναφερθέντα, θορυβηθείτε.

Παρακάτω: Όταν μιλάει στον ύπνο του αναφέρει συχνά ένα συγκεκριμένο γυναικείο όνομα.

Πιο συγκεκριμένα:

· Παραμιλάει λέγοντας «Σύλβια».

· Παραμιλάει λέγοντας «Σύλβια, τι μου κάνεις.»

· Παραμιλάει λέγοντας «Σύλβια, τι σου κάνω.»

· Παραμιλάει λέγοντας «Σύλβια, θα χωρίσω το συντομότερο την κάργια την ……… (συμπληρώνετε με το μικρό σας όνομα) και θα φύγουμε μαζί στις Μπαχάμες.»

Αν ακούσετε κάτι τέτοιο κατά τη διάρκεια της νύχτας, έχετε λιγάκι το νου σας. Μην υπερβάλλετε, βέβαια: στο κάτω-κάτω, για ένα παραμιλητό πρόκειται. Δεν αποκλείεται να έβλεπε ο άνθρωπος ένα αθώο όνειρο με τη γάτα των παιδικών του χρόνων που ονομαζόταν Σύλβια. Για να βεβαιωθείτε, ρωτήστε τον ήρεμα το επόμενο πρωί μήπως είχε στο παρελθόν κάποιο κατοικίδιο με το όνομα Σύλβια. Αν απαντήσει καταφατικά, δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας.

(ΠΡΟΣΟΧΗ -Απαραίτητη διευκρίνιση: τα 2 προηγούμενα points δεν ισχύουν αν τυχαίνει να ονομάζεστε εσείς Σύλβια.)

Φαίνεται ξαφνιασμένος όταν ξυπνάει το πρωί. Πιθανόν να μην είναι σίγουρος σε ποια κρεβατοκάμαρα βρίσκεται. Κατά τη γνώμη του Νάρκισσου, το απλό σάστισμα στο ξύπνημα δεν συνιστά επαρκή ένδειξη. Δεν αποκλείεται όμως να συμβαίνει πράγματι κάτι το ύποπτο, αν:

· με το που ανοίγει τα μάτια του και σας βλέπει δίπλα του στο κρεβάτι αρχίζει να κλαίει με σπαρακτικούς λυγμούς.

· αρχίζει να σας ταρακουνάει ουρλιάζοντας μέσα από τους λυγμούς «τι έκανες στη Σύλβια, φέρ’ την πίσω αμέσως.»

· πηδάει έξω από το παράθυρο μόλις του πείτε γλυκά «καλημέρα, αγάπη μου».

· σηκώνεται και κατουράει μέσα στη ντουλάπα αντί για την τουαλέτα: προφανώς μπερδεύει την κρεβατοκάμαρά σας με κάποιον άλλο χώρο.

Τώρα που γνωρίζετε όλα τα ύποπτα σημάδια, μπορείτε να προετοιμάσετε καταλλήλως την άμυνά σας ενάντια στον κίνδυνο να μετατραπείτε σε τάρανδο. Η στήλη μας συνιστά, για καλύτερα αποτελέσματα, να τυπώσετε τον κατάλογο και να τον κουβαλάτε μαζί σας ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορείτε να ελέγχετε ευκολότερα τις εκάστοτε ενδείξεις. Κυκλώστε με κόκκινο στυλό τον αριθμό κάθε συμπτώματος που εντοπίζετε, και αν εντός μίας εβδομάδας οι κόκκινοι κύκλοι υπερβαίνουν τους δέκα στον αριθμό, πάρτε το απόφαση ότι είναι καιρός να συζητήσετε ανοιχτά με τον αγαπημένο σας.

HAVE A NICE WEEKEND

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Ο μαλακομαγνήτης

Η παρελθούσα εποχή της εφηβείας μου στιγματίστηκε από μια περίεργη κατάρα: όπου τρελός, στραβός κι ανώμαλος γκόμενος στον κόσμο, πάνω μου θα έβρισκε να πέσει. Αναλυτικότερα: ένας ψυχάκιας να υπήρχε σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων, θα με εντόπιζε χάρη σε κάποιο ειδικό ψυχο-σόναρ, θα του γυάλιζε το μάτι και θα μ’ ερωτευόταν παράφορα. Διαπιστωμένα πράγματα, δεν υπήρχε σωτηρία. Και στη μέση ενός σταδίου γεμάτου με ημίγυμνες Σουηδέζες καλλονές να έτρεχα να κρυφτώ, ο ψυχάκιας εκεί, γκαβωμένος από κάποια ακατανίκητη εσωτερική παρόρμηση, θα τις παραμέριζε όλες μέχρι που, τσουπ, να ξετρυπώσει εμένα και να με βουτήξει.

Ουδέποτε διαπίστωσα τι ακριβώς ήταν αυτό που εξασκούσε αυτή τη σατανική έλξη στον εκάστοτε προβληματικό κρετίνο. Να πεις πως ήμουν και η μοιραία του σχολείου, δεν ήμουν. Τη φήμη του μαλακομαγνήτη, μια φορά, την έβγαλα επάξια. Η μικρή μου συλλογή τέως γκόμενων περιλαμβάνει λίγο απ’ όλα. Σαν το καταρρέω ένα πράγμα. Ξέρετε, εκεί που λέει για τον κνίτη, το χριστιανό, τον ξαναμμένο μωαμεθανό και τον πρεζάκια; Ε, από τη συγκεκριμένη γκάμα, ας πούμε, μονάχα ο πρεζάκιας μου ξέφυγε, κι αυτός από σπόντα υποθέτω.

Κι αν τα βαθύτερα ελατήρια του ερωτικού παραληρήματος των ψυχανώμαλων προς το άτομό μου παρέμεναν (και παραμένουν) αδιευκρίνιστα, τα συμπτώματα της κατάστασής τους ήταν κάτι παραπάνω από ευδιάκριτα και, λίγο-πολύ, κοινότοπα: τρελός έρωτας από το πουθενά, αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά στη συνέχεια, εξαρτήσεις, ιδιομορφίες και λόξες πέραν κάθε φαντασίας. Το δε background ήταν επίσης παρόμοιο: οικογενειακά προβλήματα, καλλιτεχνικά δαιμόνια, καταπιεσμένες επαναστατικότητες και ούτω καθεξής.

Σας προειδοποιώ, μην επιχειρήσετε να μου πείτε τώρα με κανένα υφάκι «το παίζεις ψυχολόγος», γιατί θα εξαγριωθώ. Τι θα πει το παίζω, ρε; Επειδή δεν έχω δηλαδή σχετικό πτυχίο; Ολόκληρη κοινωνιολογική μελέτη έχω κάνει η γυναίκα με θέμα τον καυλωμένο μαλάκα. Τόσο που, αν είχα προνοήσει να κρατήσω μερικές φωτογραφίες από το κάθε μου υποκείμενο, θα κυκλοφορούσα σήμερα ένα μίνι συλλεκτικό τεύχος national geographic με τίτλο “Freaks of nature: η περίοδος αναπαραγωγής τους, ή Amazing beasts: το ζευγάρωμα του ψυχανώμαλου.

Διότι δεν είναι μόνον που με εντόπιζαν τα ψυχάκια και τρώγανε για άγνωστο λόγο φρίκη με την πάρτη μου, είναι που κι εγώ σαν καλό μαλακισμένο έβρισκα μιαν αιτία να κολλήσω. Η συνηθέστερη ήταν εκείνο το καταστροφικό σύνδρομο θέλω-να-γίνω-μητέρα-Τερέζα-στη-θέση-της-μητέρας-Τερέζας , ή αλλιώς εγώ-θα-σώσω-τον-κόσμο. Καταλάβατε, μου την έπεφτε το χαμένο που φώναζε «πρόβλημα» από τα δέκα μέτρα, έλεγα κι εγώ «ωραία, εγώ θα τον βοηθήσω». Δεν ’πα να είχαν αποτύχει η μαμά του, ο μπαμπάς του, οι καθηγητές, ο παπάς της ενορίας, ο ψυχοθεραπευτής του και η κοινωνία ολόκληρη να τον κάνουν άνθρωπο, εγώ εκεί, να κάνω τη διαφορά, και μάλιστα με πλήρη αυταπάρνηση.

Γιατί, το τι ανέχθηκα κατά την τραγική αυτή περίοδο της μαλακογκομενίασης είναι απλά παροιμιώδες. Φασιστοειδή του κερατά, μετενσαρκώσεις του Μάο Τσε Τουνγκ, ανορεξικούς, εκκολαπτόμενους αλκοολικούς και μερικές ακόμη περιπτωσάρες μη δεκτικές κατηγoριοποιήσεως. Του ενός δεν του σηκωνόταν ποτέ γιατί είχε λέει προβλήματα με τους γονείς του. Ο άλλος μου έλεγε ότι με αγαπάει εφτακόσιες χιλιάδες φορές την ημέρα κι αν παρέλειπα να πω «κι εγώ» σε κάποια από αυτές βάραγε κρίση ψυχοσωματικού τύπου. Ένας τρίτος, πολιτικοποιημένος αυτός, δεν γαμούσε όσο γινόταν ο πόλεμος στο Κόσσοβο σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς την αμερικανική κυβέρνηση. Έχω υποστεί από χιτλερική προπαγάνδα ως προκαταρκτικό, μέχρι ρομάντζο υπό τους βρυχηθμούς των gravedigger. Είναι θαύμα, υποθέτω, που δεν κατέληξα λεσβία ή να σκοτώνω άντρες με τον παγοκόφτη σαν τη Σάρον Στόουν στο Βασικό Ένστικτο.

Το σύνδρομο του μαλακομαγνήτη μπορεί μεν να παρέρχεται με την ενηλικίωση αλλά, όσο να ’ναι, μια ρετσινιά σου την αφήνει. Διότι ναι μεν εσύ μεγαλώνεις, πήζει το μυαλό σου και ξεπερνάς το ασυνείδητο κόλλημα με τους προβληματικούς, αλλά μαζί σου, δυστυχώς, μεγαλώνουν κι εκείνοι. Και σου ξεπετάγεται, ας πούμε, εφτά-οχτώ χρόνια μετά ο ό,τι-θυμάμαι-καύλωσα γκόμενος των 15 σου να σε ρεζιλεύει στη γειτονιά σου με μεταμεσονύκτιες καντάδες, ή να σου τηλεφωνεί τύφλα στο μεθύσι και να σου κάνει σχεδόν πρόταση γάμου γιατί κατάλαβε, λέει, μια δεκαετία μετά πως ήσουνα η μόνη γυναίκα που του έκανε. Κι άντε μετά να βρεις το τηλέφωνο της μανούλας του, να της τα ψάλλεις ένα χεράκι που δεν τον έπνιξε όσο ήταν ακόμα στην κούνια και τον άφησε ελεύθερο να ταλαιπωρεί τον κοσμάκη.

Κι επειδή οι παρελθόντες ψυχωτικοί δεν είναι ποτέ αρκετοί για έναν γνήσιο μαλακομαγνήτη, υπάρχει πάντα χώρος για νέους. Δεν ’πα να σοβαρευτείς, δεν ’πα να νοικοκυρευτείς, δεν ’πα να κλειστείς στο σπίτι σου και να μη βγαίνεις, αργά ή γρήγορα ο ανώμαλος θα βρει τρόπο να σε εντοπίσει. Οι πλέον διεστραμμένες δυνάμεις του σύμπαντος θα μπουν σε κίνηση προκειμένου να σε βρει, διαδικτυακώς για παράδειγμα, η χι αυτοκτονική προβληματάρα που σου στέλνει απεγνωσμένα ερωτικά ποιήματα ζητώντας σου, μεταξύ άλλων, να του στείλεις τα σκουλαρίκια σου για να σταυρωθεί, τους στίχους σου για να πυροβοληθεί και τις τούφες των μαλλιών σου για να κρεμαστεί ή κάτι τέτοιο.

Και θέλεις όσο τίποτα να του απαντήσεις πως, αν σου εγγυάται την επιτυχία της αυτοκτονίας του, μετά χαράς να του στείλεις και το στρινγκ σου να φτιάξει θηλιά.

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2008

Εσύ είσαι στο facebook ;;;

Εγώ είμαι.

Μέχρι πριν λίγους μήνες, βέβαια, δεν γνώριζα καν την ύπαρξη της δημοφιλέστατης αυτής διαδικτυακής υπηρεσίας. Ο άντρας μου την ανακάλυψε, κατόπιν προτροπής ενός γνωστού, κι ενθουσιάστηκε που βρήκε ένα σωρό παλιούς φίλους του από τη Νάπολη. Εν συνεχεία, μύησε κι εμένα, που ενθουσιάστηκα με τη σειρά μου γιατί ανέκτησα επαφή με μια φιλενάδα από τα παλιά που σπουδάζει πλέον στο εξωτερικό και είχαμε χαθεί κάτι χρόνια. Εκπληκτικό!

Αποκτήσαμε, λοιπόν, ο καθένας μας, από ένα ωραιότατο προφίλ. Αναρτήσαμε φωτογραφίες με χαμόγελα crest, δηλώσαμε τον τόπο κατοικίας μας, την ακριβή ημερομηνία γεννήσεώς μας, το e-mail μας βεβαίως και διάφορα προσωπικά στοιχεία, κι αφεθήκαμε μακάριοι στη μαγεία της εικονικής παγκόσμιας παρέας.

Τρελή διασκέδαση! Μπήκαμε σε διάφορα groups που εξυμνούν από τον Iggy Pop μέχρι το σπιτικό μουσακά, απαντήσαμε σε χιλιάδες ερωτηματολόγια για να ανακαλύψουμε ποιος διάσημος δολοφόνος θα ήμαστε κι αν τη βρίσκουμε καλύτερα με doggy ή ιεραποστολικό. Στείλαμε χαριτωμένα μηνυματάκια σε κοινή θέα, προσφέραμε αφειδώς ανθοδέσμες, τούρτες, αρκουδάκια, ταρανδάκια και σφηνάκια από κάθε είδους ποτό. Αν μη τι άλλο, είναι και τζάμπα.

Και, φυσικά, κάναμε add ένα κάρο φίλους. Όχι μονάχα τους δυο-τρεις πραγματικούς που διαθέτουν κι εκείνοι προφίλ στο facebook, αλλά κι ένα σωρό άλλους, που υπό φυσιολογικές συνθήκες ούτε το όνομά τους δεν θα καλοθυμόμαστε αλλά λόγω της ευγενούς υπηρεσίας επικοινωνούμε πλέον τακτικότατα: δέκα φορές τη μέρα, ας πούμε, που μας στέλνουν κι από ένα request να υιοθετήσουμε ένα εικονικό βατράχι για να σώσουμε τα δάση του Αμαζονίου. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Γελάτε; Δεν αστειεύομαι καθόλου. Ο άντρας μου, ας πούμε, που κανονικά συναναστρέφεται πέντε άτομα μάξιμουμ, αίφνης απέκτησε 59 φίλους , πρώην συμμαθητές ως επί το πλείστον από τα διάφορα σχολεία που έχει γυρίσει. Εγώ, πάλι, που συναναστρέφομαι στην πραγματικότητα ακόμη λιγότερους, απέκτησα μόλις μια δεκαπενταριά. Με τους δέκα από αυτούς έχω να πιω (κανονικό) καφέ πάνω από πενταετία, και ούτε προβλέπεται να ξαναπιώ –αλλά αυτό είναι μια ποταπή λεπτομέρεια.

Γιατί, όπως και να το κάνεις, είναι ευχάριστο. Ανοίγεις το προφίλ σου, τρως στη μάπα αυτό το “15 friends και το θλιβερό αίσθημα μοναξιάς πάει περίπατο. Παίρνεις κι όλα αυτά τα virtual δωράκια που με τόση αγάπη σου στέλνουν όλοι και χαίρεσαι. Ή σκας στα γέλια με το απίστευτο χιούμορ του πράγματος. Να, προημερών για παράδειγμα ένας φίλος μού έστειλε μια virtual καπότα, στα πλαίσια πάντα κάποιου ευφυέστατου χιουμοριστικού application. Μπορείτε να σκεφτείτε τίποτα καλύτερο;

Μέχρι και το όποιο ίχνος ανασφάλειας εξαφανίζεται μέσω του facebook. Διότι η θαυμαστή υπηρεσία δεν δημιουργεί μονάχα νέες κοινωνικές σχέσεις, αλλά επικυρώνει περίτρανα και τις ήδη υφιστάμενες. “Τάδε is now friends with δείνα”, το γράφει ολοκάθαρα και το γνωρίζουν όλοι. Άρα ισχύει πέραν πάσης αμφιβολίας. Κι εγώ είμαι επισήμως engaged με το μέλλοντα σύζυγο, το γράφει το προφίλ μου και το προφίλ του. Έτσι, οι βέρες μας απέκτησαν επιτέλους διαδικτυακή διάσταση, να το βλέπουν οι επίδοξες αντίζηλοι και να ξέρουν ότι δεν τις παίρνει. Τι ανακούφιση!

Αλλά τα οφέλη της θαυμαστής υπηρεσίας δεν σταματούν εδώ. Το facebook μας προσφέρει τη μοναδική δυνατότητα να κάνουμε κοινωνικό αγώνα από την ασφάλεια του σαλονιού μας. Μήπως γελάτε πάλι; Λίγη σοβαρότης, παρακαλώ. Εγώ προσωπικά, από τότε που γράφτηκα στο facebook, έχω ξεσκιστεί στον κοινωνικό αγώνα, και με τον πλέον άνετο τρόπο μάλιστα. Πού να τρέχω τώρα σε πορείες σα μαλάκας, να τρώω τα δακρυγόνα στη μούρη, να με κυνηγάνε λυσσασμένοι ματάδες και χρυσαυγίτες κορίτσι πράμα, απαπαπαπά! Να, προχτές επί παραδείγματι, αραχτή σταυροπόδι με τη φραπεδιά μου ανά χείρας, έκανα join σε ένα σωρό causes: fight racism, support the separation of church and state, legalize gay marriage και άλλα πολλά. Μέχρι για την κλειτοριδεκτομή διαμαρτυρήθηκα. Αφήστε που έκανα και κάμποσους φίλους recruit για κάθε ένα από τα ευγενή διαδικτυακά ιδανικά μου. Α, παραλίγο να το ξεχάσω, υιοθέτησα κι εκείνο το βατράχι που σας έλεγα πριν (ή μήπως ήταν φάλαινα;) βοηθώντας με κάποιο τρόπο (τον οποίο δεν κατάλαβα ακριβώς αλλά δεν πειράζει) στη προστασία του Αμαζονίου. Και φυσικά όλοι οι φίλοι ξέρουν πόσο προοδευτικό άτομο είμαι, αφού το ιστορικό μου τους πληροφορεί λεπτομερέστατα για την ιντερνετική αγωνιστική μου δράση.

Έχω λοιπόν τη συνείδησή μου κάτι παραπάνω από ήσυχη: με βάση τις επιδόσεις μου στο facebook, η επαναστατική μου δραστηριότητα κάνει τον Τσε Γκεβάρα να φαίνεται φλώρος κονφορμιστής. Επιπλέον, η κοινωνικότητά μου βρίσκεται στα ύψη, στο σεξ είμαι βόμβα, και ταιριάζω απολύτως με τον άντρα μου σύμφωνα με το σχετικό quiz. Για να μην αναφέρω το γεγονός ότι οι περισσότεροι φίλοι μου πιστεύουν (στα σχετικά applications, πάντα) ότι είμαι beautiful, hot, sexy κι ένα σωρό άλλα υπέροχα πράγματα. Πείτε μου τώρα εσείς, αν τολμάτε, ότι δεν είμαι γαμώ τα άτομα ή ότι η μελλοντική μου ευτυχία δεν είναι μια βέβαιη υπόθεση.

Τα υπόλοιπα, τώρα, δεν είναι παρά ψιλά γράμματα. Το μόνο κακό είναι πως πρόκειται στην κυριολεξία για ψιλά γράμματα. Για το terms of use λέω. Ξέρετε, όλα αυτά που δηλώνουμε πάντα ότι συμφωνούμε χωρίς να τα πολυδιαβάσουμε, προκειμένου να απαντήσουμε στο πολυπόθητο ερωτηματολόγιο που θα μας αποκαλύψει σε ποιο κινηματογραφικό ήρωα αντιστοιχούμε και άλλα τέτοια. Για να μη σας κουράζω, σας παραθέτω copy-paste μερικά ενδιαφέροντα σημεία από ένα φετινό αρθράκι (του Ελεύθερου Τύπου , αν δεν κάνω λάθος):

Το facebook είναι η μεγαλύτερη φωτογραφική βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε ποτέ.

Στους υπολογιστές του είναι αποθηκευμένες 2 δισεκατομμύρια φωτογραφίες, ούτε το σύστημα συνοριακών ελέγχων των ΗΠΑ δεν έχει τόσες. Μέχρι να διαβάσετε αυτήν την πρόταση στη βάση θα έχουν προστεθεί εκατοντάδες χιλιάδες φωτογραφίες. Κάθε μέρα 14 εκατομμύρια φωτογραφίες εμπλουτίζουν το φωτογραφικό άλμπουμ της υπηρεσίας. Η συντριπτική πλειονότητα των χρηστών έχει τοποθετήσει προσωπική φωτογραφία. Μπορεί να είναι και η δική σας κάπου εκεί, εν αγνοία σας και μάλιστα ταυτοποιημένη στο πρόσωπό σας. Πώς; Κάποιος φίλος σας «ανέβασε» φωτογραφία σας στο προσωπικό του άλμπουμ, χρησιμοποίησε τη δυνατότητα λεζάντας και έτσι όταν ο δείκτης του mouse περάσει πάνω από το πρόσωπό σας, αποκαλύπτεται και το όνομά σας.

«Όταν χρησιμοποιείτε το facebook ίσως δημιουργήσετε το προσωπικό σας προφίλ, σχέσεις, ανταλλάξετε μηνύματα και κάνετε χρήση των εφαρμογών του διοχετεύοντας προσωπικές πληροφορίες σε διάφορα κανάλια. Εμείς συλλέγουμε αυτές τις πληροφορίες για να σας προσφέρουμε εξατομικευμένες εφαρμογές». Τι μας λέει; Πως επεξεργάζονται προσωπικά στοιχεία. Το κάνουν όλοι, αλλά στο facebook οι χρήστες κάνουν μια καθημερινή online ψυχανάλυση καταθέτοντας τις προτιμήσεις τους ακόμα και για τα πλέον προσωπικά θέματα.

Παρακάτω: «Όταν τροποποιείτε τις προσωπικές πληροφορίες που έχετε διαθέσει, το facebook κρατάει αντίγραφο των προηγούμενων πληροφοριών για ένα εύλογο χρονικό διάστημα». Ευτυχώς, όμως, μας λέει πως πρέπει να έχουμε κατά νου ότι τα προσωπικά μας δεδομένα μπορεί να εκτεθούν σε κακόβουλα μάτια: «Δεν μπορούμε να σας εγγυηθούμε ότι τα προσωπικά σας δεδομένα δεν θα εκτεθούν σε μη εξουσιοδοτημένα άτομα. Αντιλαμβάνεστε και αποδέχεστε ότι ακόμα και αν διαγράψετε τις προσωπικές σας πληροφορίες, αυτές μπορεί να έχουν μείνει αποθηκευμένες σε σελίδες τρίτων».

Το καλύτερο; Αν, όμως, έχουμε να κάνουμε με εξουσιοδοτημένες κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, τότε το facebook θα χαρεί να εξυπηρετήσει:
«Χρησιμοποιώντας το facebook συμφωνείτε στη μεταφορά προσωπικών σας δεδομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Μπορεί να υποχρεωθούμε να διαθέσουμε τα προσωπικά σας στοιχεία έπειτα από νομικές αιτήσεις ή δικαστικές αποφάσεις. Αυτό μπορεί να σημαίνει τη διανομή πληροφοριών σε τρίτες εταιρίες, δικηγόρους ή πράκτορες κυνερνητικών υπηρεσιών».

Θα μου πείτε τώρα, γιατί δεν έχω διαγράψει ακόμη το προφίλ μου; Κατ’ αρχάς, πολύ αμφιβάλλω αν κάτι τέτοιο είναι με την έννοια εφικτό. Αν δεν απατώμαι, πρόκειται απλά για απενεργοποίηση του προφίλ και τα προσωπικά μου στοιχεία θα διατηρηθούν από τους administrators άγνωστο για πόσο καιρό, γιατί όχι για πάντα. Εδώ και για τη διαγραφή του προφίλ ενός πεθαμένου, σύμφωνα με το παραπάνω διαφωτιστικό άρθρο, απαιτείται μια μπερδεμένη γραφειοκρατική διαδικασία. Αφήστε που θα παραμένω tagged σε φωτογραφίες που έχουν αναρτήσει φίλοι και τα λοιπά και τα λοιπά.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο κύριος λόγος που δεν έχω «σβηστεί» από κει μέσα είναι o Brian. Ποιος είναι αυτός; Μα, φυσικά, το εικονικό μου pet, ένα μικρός πράσινος δράκος. Κάθε μέρα τον ταΐζω και παίζω μαζί του, κι αυτός με ανταμείβει με χαμόγελα και χαρούλες. Του έχω ιδιαίτερη αδυναμία και δεν μου κάνει καρδιά να τον χάσω.

Αφήστε που μπορεί να μου χρειαστεί κάποτε και η virtual καπότα. Διότι, να μου το θυμηθείτε, αργά ή γρήγορα το παραδοσιακό γαμήσι θα είναι passé.

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

Τρεις εκδοχές

α.
Αλίμονο αυτής της πόλης η ρυμοτομία
Πέραν αμφιβολίας στάθηκε μοιραία
Εννοώ
Τι φταίξιμο να ρίξεις και σε ποιον
Που ανάμεσα στα κτίρια το δρόμο χάσαμε


β.
Ουδέποτε διασταυρωθήκαμε δε νιώσαμε
Κάτω απ' την άσφαλτο το μαγικό σημείο
Πάντοτε ο χρόνος ως λαθεύει κι απομένουν
Ορφανεμένα βλέμματα στις κόγχες -α!
Θυμάσαι
Αιφνίδια κάποτε σαν σπαρταρά στην τσέπη
Τ' 'αγγιγμα που δεν πρόλαβες και χρόνια
Σαπίζει στην εξώπορτα -το ξέρεις

γ.
Κανείς δεν έφταιξε φριχτή μονάχα μια
Του περιβάλλοντος συνέπεια αναπόδραστη

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

shut the fuck up!


Εντάξει, το ομολογώ: δεν φημίζομαι ως άνθρωπος για την ανεκτικότητα ή την υπομονή μου. Υπάρχουν άπειρα πράγματα που μου τη δίνουν στον κόσμο γενικά –και όταν μου τη δίνει, αλήθεια σας λέω, δεν θα θέλατε να βρίσκεστε σε καμία περίπτωση κάπου τριγύρω. Πάντως, αν υπάρχει ένα πράγμα που όχι απλώς με κάνει να τα παίρνω, αλλά με φθάνει στα πρόθυρα του να διαπράξω φόνο (και μάλιστα χωρίς καμία τύψη), αυτό δεν είναι άλλο από την αγενέστατη επανάληψη βλακωδών και κακεντρεχών παρατηρήσεων από συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα.

Προκειμένου για συγγενείς, τα πρωτεία στο σπορ κατέχουν κάτι αχώνευτες θείες, ενώ στους φιλικούς κύκλους διαπρέπουν οι αγάμητες/κακογαμημένες φιλενάδες. Δεν αποκλείονται ωστόσο και άλλα πρόσωπα, που ενδεχομένως έχουν βάλει, συνειδητά ή ασυνείδητα, σκοπό της ζωής τους να σου κάνουν τα νεύρα κορδελάκια.

Οποιοδήποτε σχεδόν άλλο μαρτύριο φαντάζει προτιμότερο στα μάτια μου. Βρίστε με, χτυπήστε με, υποχρεώστε με ν’ ακούω Mariah Carey αν είσαστε τόσο διεστραμμένοι τέλος πάντων –αλλά, σας ικετεύω, μην μου φέρετε κάποιον να στέκεται απέναντί μου και να μου λέει (ή να λέει σε κάποιον άλλον που γνωρίζω) για εκατομμυριοστή φορά την ίδια μαλακία. Η οποία μαλακία είναι και προβλέψιμη πλέον, ώστε να μεγαλώνει ο εφιάλτης και να υποφέρω εκ των προτέρων περιμένοντας με αγωνία πότε θα εκστομιστεί.

Ποσώς με ενδιαφέρει αν τα άτομα που επιδίδονται στην φρικτή αυτή πρακτική είναι όντως κρετίνοι, και αδυνατούν ως εκ τούτου να συνειδητοποιήσουν τι λένε και πόσες φορές το έχουν ξαναπεί μέχρι τώρα, ή αν πρόκειται για εσκεμμένη προσπάθεια από μέρους τους να διαταράξουν την (λέμε, τώρα) εσωτερική μου γαλήνη. Το θέμα είναι ότι κινδυνεύουν να τους ανοίξω το κεφάλι.

Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη: κατανοώ απολύτως ότι ο φίλτατος Ανωγειανός συγγενής μου έχει ένα θέμα ο άνθρωπος με το σκουλαρίκι στη μύτη μου, αλλά όταν το σκουλαρίκι μου δεν έχει αλλάξει θέση εδώ και μία δεκαετία ακριβώς, κι εκείνος με βλέπει ανελλιπώς κάθε χρόνο, του πούστη, δεν είναι δυνατόν να γουρλώνει τα μάτια του κάθε φορά και να αναφωνεί σε κατάσταση σοκ «ίντά ’ναι τούτος ο χαλκάς μωρέ;!». Εκτός και αν πάσχει από προχωρημένο αλτσχάιμερ ή κάποια άλλη εγκεφαλική πάθηση που επηρεάζει τη μνήμη, ή αν τέλος πάντων παθαίνει τέτοιο ταράκουλο από το φρικαλέο θέαμα της μύτης μου που το απωθεί στο ασυνείδητό του.

Ομοίως, έχω μεγάλη κατανόηση για το γεγονός ότι καμιά μανούλα δεν χαλαλίζει εύκολα το γιόκα της, δυο μέτρα άντρα, σε μια μπασμένη 45 κιλών σαν και μένα, αλλά την επόμενη φορά που θα ακούσω ότι είναι ανάγκη να πάρω λίγο βάρος για να «γεμίσω τα κενά μου», (στο σημείο αυτό πέφτει η διακριτική πλην σαφέσταση πάντα χειρονομία προς το ντεκολτέ), θα αρχίσω να ουρλιάζω ότι παχύνω δεν παχύνω, βυζιά δεν έχω και δεν πρόκειται να αποκτήσω, ας το πάρει απόφαση, και στην τελική άμα δεν παραπονιέται ο γιος της που τα πιάνει, εκείνη τι ζόρι τραβάει;

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο μου έρχεται να πετάξω μολότοφ στους διαφόρους του σογιού που σπεύδουν να παρατηρήσουν μελιστάλαχτα στον άντρα μου, πριν την καλησπέρα ακόμη, «α μάκρυνε κι άλλο το μαλλί;» (το οποίο μαλλί είναι στο ίδιο ακριβώς μήκος από τα 15 του) , αλλά και στη φιλενάδα της αδερφούλας μου που, επειδή τυχαίνει να ζυγίζει τα διπλάσια κιλά (και καλά κάνει η γυναίκα), ωρύεται πάντοτε δημοσίως μόλις την δει «απαπα, τι χάλια είναι αυτά, πάλι αδυνάτισες, θα αρρωστήσεις στο τέλος, έχεις νευρική ανορεξία» (ενώ εννοείται ότι η αδερφή μου δεν έχει χάσει γραμμάριο και είναι όπως πάντα, είμεθα βλέπετε μπασμένοι οικογενειακώς, τι να κάνουμε). Η συγκεκριμένη φιλενάδα, δε, κερδίζει επάξια μπόνους μολότοφ μιας και το δεύτερο σύνηθες σχόλιο, μετά τα κιλά της αδερφής μου, είναι το αν βρήκε κοπέλα και πότε θα παντρευτεί ένας άλλος της παρέας, για τον οποίο και οι πέτρες ξέρουνε πως ο άνθρωπος είναι γκέι αλλά αυτή εκεί, να του πρήζει τ’ αρχίδια κάθε φορά πότε επιτέλους θα νοικοκυρευτεί.

Στο ίδιο καζάνι βράζουν επίσης όλοι όσοι επιμένουν να δίνουν αυτοπροαιρέτως (και όλως τυχαίως, πάντα) συμβουλές για την τέλεια δίαιτα σε φίλους τους που τα έχουν τα κιλάκια τους από καταβολής κόσμου και ουδέποτε εξέφρασαν την επιθυμία να κάνουν δίαιτα. όσοι σε καλημερίζουν με το «αχ μωρέ, έχεις βγάλει ένα σπυράκι» ενώ σε ξέρουν είκοσι χρόνια και γνωρίζουν πολύ καλά ότι πάντα έχεις κάποιο σπυράκι. η συνάδελφος που επειδή εκείνη έχει την τύχη να φυτρώνει στο κεφάλι της ένας θάμνος παρατηρεί καθημερινά με άπειρη συμπάθεια πως «κάτι πρέπει να κάνεις με τα μαλλιά σου, δεν έχουν καθόλου όγκο» και ούτω καθεξής. Όλα αυτά, βεβαίως, «με το θάρρος» μεταξύ αγαπημένων φίλων. Και σε αφήνουν, οι ευγενέστατοι αυτοί φίλοι, με την απορία αν πρέπει να τους δείρεις, να τους βουλώσεις το στόμα με φελλό ή να τους ζητήσεις με πάσα σοβαρότητα συγγνώμη που προσβάλλεις έτσι βάναυσα την αισθητική τους και να τους υποσχεθείς πως με πρώτη ευκαιρία θα πας για λιποαναρρόφηση, θα κάνεις πλαστική δέρματος, και θα αγοράσεις ένα άλλο κεφάλι ή τουλάχιστον θα καταφύγεις στη λύση της εμφύτευσης.

Υπάρχει βέβαια πάντα και η άλλη λύση: ν’ αφήσεις δηλαδή το διαολάκι μέσα σου ελεύθερο και να τους πληρώσεις με το ίδιο νόμισμα, σχολιάζοντας με τη σειρά σου (με απαστράπτον χαμόγελο, ασφαλώς) εκείνη την απαίσια ελιά στα μούτρα τους που μόλις παρατήρησες για πρώτη φορά.

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

το κίτρινο πουλόβερ

Η ουρά ήταν τεράστια. Άφησα δυο-τρεις που χώθηκαν από το πλάι να πάρουν τη σειρά μου, επίτηδες, το ’θελα να καθυστερήσω, να δώσω στον εαυτό μου την πολυτέλεια μιας μικρής έστω παράτασης, και τι έγινε, σκέφτηκα, σε τούτη τη μετά χρόνον εποχή που μόλις ξεκινούσε, τα επιπλέον δευτερόλεπτα να χύνονται σα ρύζι από σκισμένη σακούλα. Φοβόμουν –το πρωτόγνωρο θέαμα, υποθέτω, δεν ήξερα τι ακριβώς θ’ αντίκριζα, σαν την πρώτη φορά που ξεκουμπώθηκε άντρας μπροστά μου, αλλόκοτος συνειρμός αλήθεια, τελικά δεν ήταν τόσο φοβερό, ο άντρας εννοώ, ούτε κι εσύ μέσα στο μπεζ ταγιέρ σου, παστωμένη στο μέικ-απ, διόλου δεν τρόμαξα, σκέφτηκα μόνο πως θα σου πήγαινε καλύτερα το κίτρινο πουλόβερ, εκείνο το καναρινί που φορούσες ενίοτε στη δουλειά, και σε θαύμαζα που μπορούσες να περιφέρεσαι έτσι απλά εντός ενός τόσο εξωφρενικού χρώματος, ουδέποτε το ’χα τολμήσει κι ας ήμουν δυο δεκαετίες πιο μικρή. Δεν είμαι βέβαιη αν σε φίλησα, θαρρώ πως όχι, νομίζω έσφιξα μονάχα το αριστερό μανίκι του σακακιού, ενώ εξακολουθούσα ν’ απορώ για την επιλογή του ρούχου, μα ήταν επιτέλους τόσο μα τόσο άχαρο, τόσο καθωσπρέπει, έτσι μου ’ρχόταν ν’ αποκαταστήσω φωναχτά στην ομήγυρη το ενδυματολογικό σου γούστο, να ξετρυπώσω τη φωτογραφία με το μαύρο μακρύ σου φόρεμα, το κόκκινο κραγιόν, έναν αιώνα πριν αυτά ή παραπάνω, μα δεν προλάβαινα, μ’ έσπρωχναν ελαφρά οι άλλοι της ουράς, έριξα ένα τελευταίο βλέμμα και προχώρησα, υπνωτισμένα σχεδόν, παράξενο, δεν είχα τρομάξει στο ελάχιστο, σου ’μοιαζε τόσο η κέρινη τούτη κούκλα μέσα στο κουτί, έτσι όμορφα τακτοποιημένη, τα μάτια κλειστά, ένα υπερμέγεθες παιδικό παιχνίδι στη συσκευασία του, νόμιζα πως αν σήκωνα κάθετα το φέρετρο θ’ άνοιγες τα μάτια αυτόματα. Συνειδητοποίησα πως έσφιγγα ακόμη τα λουλούδια στο χέρι, ασυναίσθητα, δεν ήξερα τι να τα κάνω, δεν είχα προσέξει τι τα κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις, εν τέλει έμαθα πως τα ρίχνουν καθώς κατεβαίνει το κουτί, μαζί με το χώμα, έδωσα αγώνα να φθάσω μπροστά, ήμουν μικρόσωμη και με παραμέριζαν, δεν έφθανα να τα πετάξω από πάνω, σε θυμήθηκα ένα μήνα περίπου πριν στο ίδιο μέρος, όρθια τότε, και στο κουτί ο πατέρας σου, ενενήντα χρονώ και βάλε, πάντα θ’ αναρωτιέμαι πώς τα κατάφερες να παραβρεθείς, να δεις την όλη παράσταση γνωρίζοντας πως ήδη πρόβαρες τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ψύχραιμη μέχρι αηδίας, απ’ την αρχή, τότε που γύρισες απ’ το πολυκατάστημα με το άρωμά σου στo μικρότερο μπουκάλι, «σκέφτηκα δεν τα προλαβαίνω τα πενήντα ml» είχες πει, αυτά βεβαίως όσο δεν σε πείραζαν ακόμη τ’ αρώματα, αργότερα έκοψες τα πάντα, μέχρι και το βερνίκι των νυχιών, «η μυρωδιά του ασετόν» έλεγες, τελευταία φορά στα ξέβαψε η μάνα μου κι έστρεφες το κεφάλι από την άλλη μη σε πάρουν οι αναθυμιάσεις. Εντωμεταξύ το κουτί δε φαινόταν πια, ο κόσμος έφευγε για τον καφέ, σκόνταψα ανάμεσα στα μνήματα, και σε θυμόμουν πάλι με το κίτρινο πουλόβερ, το καναρινί, το κόκκινο μαλλί σ’ εκκεντρική αντίθεση, φωσφορική πινελιά μέσα στο μετρό, σ’ είχα ζηλέψει που ήσουν έτσι χρωματιστή, χαρούμενο γκράφιτι σε γκρίζο τοίχο, λυπόμουν που δεν σ’ είχα βγάλει μια φωτογραφία, θα την έδειχνα τώρα στο παιδί, του ’πες πως τα μαλλιά σου κάηκαν στο κομμωτήριο, μια σταλιά παιδί, τι να κάνεις. Τόσο σου μοιάζει που φορές μου ’ρχεται να τον διώξω να μην τον βλέπω, τρέμω τη μέρα που θα με ρωτήσει «ήξερες τη μαμά», ώσπου να μεγαλώσει δεν θα σε καλοθυμάται, ούτε κι εγώ μπορεί, τι θα του πω, θα ξεκινήσω ανάποδα, το πίσω-μπρος, η κάθοδος θα ’ναι σαφώς μια αρχή, κάπως σαν μια φορά κι έναν καιρό, θα συνεχίσω μ’ όποιες λέξεις μου προκύψουν, μόνο για το φρικτό ταγιέρ δεν θα του πω, συγχώρα μου το ψέμα, θα πω σου φόρεσαν το κίτρινο πουλόβερ.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2008

αμπαλάζ

«Δεν χρειάζεται να διευκρινίσεις την περίσταση», με καθησύχασε. Μου κρατούσε σφιχτά το χέρι καθώς περνούσαμε απέναντι, θα πρέπει να τον κοιτούσα έντρομη, μάλλον χαμένη, ανά δυο βήματα σταματούσα κι έπρεπε να με σπρώξει σχεδόν να συνεχίσω, δεν μας έπαιρνε κι η ώρα, αστείο αλήθεια πώς δεδομένων των γεγονότων είχα πνιγεί σε μια κουταλιά νερό, πώς με τρομοκρατούσε ξαφνικά η ιδέα και μόνο μιας απλούστατης αγοράς. «Δεν είναι καθόλου ανάγκη, θα τους πεις απλώς τι θέλεις», επαναλάμβανε καθώς περπατούσαμε, κι εγώ αγωνιούσα σαν ηλίθια, λες και το πρόβλημα εν προκειμένω ήταν η δυσκολία μου ν’ αρθρώσω, να διευκρινίσω την περίσταση όπως έλεγε, δίχως κι αυτός βέβαια να διευκρινίζει, κανονικά τις τυπικές λεπτομέρειες τις είχα γραμμένες αλλά να, δεν ήθελα να κάνω σκηνή, ούτε και να πάρω εξαιτίας της δειλίας μου κάτι ανάρμοστο, «ζήτα τους απλώς ένα σοβαρό περιτύλιγμα», με προέτρεψε καθώς σπρώχναμε κιόλας την πόρτα του ανθοπωλείου, οι έτοιμες λέξεις μ’ έβγαλαν απ’ την αμηχανία, «κόκκινα τριαντάφυλλα σε σοβαρό περιτύλιγμα» είπα σαν κουρδισμένη στη γυναίκα που απόμεινε να με κοιτάζει λιγάκι σαστισμένη, υποθέτω η φράση μου ηχούσε κάπως περίεργα, ή η φωνή μου ίσως, δεν είμαι σίγουρη. Επανέλαβα το αίτημά μου ανέκφραστη, επιτέλους η γυναίκα πήρε μπρος, έβγαλε από το ψυγείο μια αγκαλιά λουλούδια, το ψυγείο ήταν τεράστιο, χωρούσε άνθρωπο, φοβήθηκα πως θα ξερνούσα πάνω στα γυαλιστερά πλακάκια, έκλεισα τα μάτια, τα ξανάνοιξα, «ελάτε να διαλέξετε χρώμα χαρτιού» έλεγε τώρα η γυναίκα, «σας αρέσει το σκούρο πράσινο; μήπως το μπορντό;», «ένα σοβαρό περιτύλιγμα» είπα για τρίτη φορά νιώθοντας τις αντοχές μου να σώνονται, η γυναίκα προσπάθησε να φανεί εξυπηρετική, «κοιτάξτε, αν πηγαίνετε επίσκεψη, έχουμε και πολύ ωραία γλαστράκια», η πόρτα του ψυγείου έχασκε ακόμη, άρχισε να τρέμει το κεφάλι μου, κληρονομικό από τη γιαγιά αυτό, εκείνος το είδε και πήγε να σώσει την κατάσταση, να πει κάτι, βρήκα ευκαιρία να του ουρλιάξω «πάρ’τα μόνος σου» και να κάνω μεταβολή προς την έξοδο, πριν γίνω θέαμα, η γυναίκα νόμιζε πως τσακωνόμαστε, του έκανε ένα ευγενικό νόημα και με ακολούθησε φουριόζα, με πρόλαβε στην πόρτα, μ’ έπιασε αγκαζέ, «έλα γλυκιά μου, έτσι είναι οι άντρες, δεν ξέρουν, έλα να διαλέξουμε μαζί με την ησυχία μας», αυτό ήταν, έκλαιγα και σπαρταρούσα σαν το ψάρι, η γυναίκα τρομοκρατημένη τώρα να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πήγαινε καλά, εγώ να προσπαθώ μέσα στους λυγμούς να της εξηγήσω πως πάμε σε κηδεία, δεν με άκουσε την πρώτη φορά, το είπα ξανά και ξανά, θα πρέπει τελικά δις ή τρις να διευκρίνισα την περίσταση, και δεν μ’ ένοιαζε πια, συνειδητοποίησα το προφανές, πως οι λέξεις δεν θα σ’ έκαναν περισσότερο ή λιγότερο νεκρή. Ηρέμησα. Εντωμεταξύ η γυναίκα είχε εξαφανιστεί στο εσωτερικό του μαγαζιού, σοκαρισμένη μάλλον από την όλη εξέλιξη, σε λίγο εμφανίστηκε μια άλλη γυναίκα, η ιδιοκτήτρια υποθέτω, καταλλήλως ενημερωμένη για το επεισόδιο όπως κατάλαβα από το ύφος της, είπα για μια ακόμη φορά τι ήθελα, «μα κόκκινα» πήγε να πει αλλά τη σταμάτησα με μια κατηγορηματική χειρονομία, ήξερα πως σ’ αρέσει το κόκκινο, κραγιόν, τσάντες και λοιπά αξεσουάρ, και τα μαλλιά σου πάντα κόκκινα, ίδια φλεγόμενη βάτος, πάντα έτσι σε θυμόμουν, τόσο που συνειδητοποίησα πως δεν ήξερα ποιο ήταν το φυσικό σου χρώμα, μέχρι και την περούκα στο τέλος κοκκινωπή την είχες διαλέξει, δεν μου έφερε άλλες αντιρρήσεις, «υπάρχει ειδικό περιτύλιγμα για αυτές τις περιστάσεις» μου είπε γλυκά κι άρχισε να τυλίγει την ανθοδέσμη. Κι ένιωσα τόσο ανακουφισμένη που λύθηκε το όλο θέμα, και που θα ήμουν πέραν κάθε αμφιβολίας εντάξει, κοίταξα το ρολόι μου, προλαβαίναμε άνετα, κάτι μου είπε αλλά δεν τον άκουσα, δεν έκλαιγα πια, μόνο παρατηρούσα αυτό το ειδικό περιτύλιγμα, ασημί-λευκό με διάφανη ζελατίνα μπροστά στα λουλούδια, αστείο μου φάνηκε το όλο πράγμα, ποιος ακριβώς αποφασίζει για το αμπαλάζ του θανάτου σκέφτηκα αλλά δεν το είπα φυσικά, πλήρωσε και πήρα τα λουλούδια, «συλλυπητήρια» μας είπε η κυρία και φύγαμε. Περάσαμε απέναντι, περίμενα λίγο πιο κει να ξεπαρκάρει τη μηχανή, μου φάνηκε πως με κοίταζαν έντονα οι περαστικοί, άλλοι θλιμμένα, άλλοι αμήχανα, δεν ξέρω αν ήταν που φαινόμουν κλαμένη ή αν αναγνώριζαν το πένθιμο μπουκέτο, το γεγονός ήταν πως η παρουσία μου εκεί διέδιδε ταχύτατα την είδηση του θανάτου σου, έτσι βουβά, δίχως να χρειάζεται, πράγματι, να διευκρινίσω την περίσταση.