Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

5 ερωτήσεις

Λοιπόν, για να μην έχετε την αγωνία (όσοι διαβάσατε το προηγούμενο ποστ εννοώ), ευλόγησε ο άγιος Αρτέμιος και τις πήραμε τις ταυτότητες, τα κλείσαμε τα εισιτήρια, βρήκαμε ξενοδοχείο και πετάμε τα χαράματα. Εμείς βέβαια για μεθαύριο θέλαμε (μπας και μου περνούσε και το κρύωμα που βρήκε την ώρα να με πιάσει!) αλλά δεν βρίσκαμε επιστροφή, οπότε θέλοντας και μη τρέχω τώρα και δε φτάνω...

Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι ο φίλτατος profusion με κάλεσε σε παιχνιδάκι, και παρ' όλο που δεν προλαβαίνω για την ακρίβεια ούτε να φτύσω (εκκρεμεί σιδέρωμα, μπάνιο, αποτρίχωση, φτιάξιμο βαλίτσας, μη σας πω ότι φιλοδοξώ να προλάβω να βάψω και τα νύχια μου) είπα να ανταποκριθώ άμεσα, διότι το μαγαζί θα κλείσει για μια βδομάδα και θα χάσουμε την επικαιρότητα...

Αν κατάλαβα καλά, πρέπει να παραθέσω 5 ερωτήσεις σε 5 συγκεκριμένους αποδέκτες. Στα πεταχτά, λοιπόν:

Ερώτηση σε φιλόσοφο: Μόλις βρείτε το νόημα της ζωής, θα μου κάνετε ένα τηλεφωνάκι να μου το πείτε κι εμένα;

Ερώτηση σε έναν παλιό έρωτα: Λυπάμαι, αλλά δεν κάνω ποτέ ερωτήσεις η απάντηση στις οποίες με αφήνει παγερά αδιάφορη.

Ερώτηση σε ένα μέντιουμ: Ήμουν όντως ο Αττίλας στην προηγούμενη ζωή μου ή βαυκαλίζομαι;

Ερώτηση σε ένα παιδί: Πώς με κόβεις, έχω προοπτικές να γίνω καλή μαμά;

Ερώτηση στον καθρέφτη: Πόσα θες για να με δείξεις με βυζιά;


Καλούνται masterpcm, Luthien και Μ.

Άντε, άντε ξεκουμπίζομαι μπας και προλάβω να συγυριστώ...

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Η κατάρα του αγίου Αρτεμίου, ο σωσίας του Jean Claude Van Damm και άλλες περιπέτειες

Με το χριστιανικό εορτολόγιο δεν έχω ιδιαίτερες σχέσεις. Με το ζόρι γνωρίζω πότε γιορτάζουνε δυο-τρία ονόματα, κι αυτά μόνο και μόνο εξαιτίας στενών συγγενών και φίλων. Ούτε κι έχω τη συνήθεια να κοιτάζω το ημερολόγιο για να δω μπας κι έχει κανείς τη γιορτή του, κι ας παρεξηγούνται ενίοτε διάφοροι γνωστοί, που αρνούνται να πιστέψουν ότι όντως δεν ήξερα ότι ήταν της αγίας Ελένης, του οσίου Σουλπικίου ή όποιου τέλος πάντων μπορεί να είναι κάθε φορά. Στην τελική, με τα κάθε είδους θρησκευτικά δεν ασχολούμαι από πεποίθηση. Και μέχρι σήμερα το πρωί, ήμουν βέβαιη πως η επιλογή μου αυτή δεν μπορούσε να με βλάψει –στο εγκόσμιο, τουλάχιστον, επίπεδο, μιας και στο υπερκόσμιο τυχαίνει να μην πιστεύω.

Έλα όμως που έκανα λάθος! Μέγα λάθος! Γιατί ξέρετε τι είναι σήμερα; Πώς;;; Δεν ξέρετε;;; Θα σας πω εγώ να μάθετε και να το θυμάστε καλά, γιατί ποτέ δεν ξέρετε τι μπορεί να σας βρει… Λοιπόν, σήμερα είναι του αγίου Αρτεμίου. Ναι, ναι, καλά ακούσατε, του αγίου Αρτεμίου. Και μην βιαστείτε να πείτε «στ’ αρχίδια μου, δεν ξέρω κανέναν Αρτέμιο», γιατί δεν αποκλείεται να σας βγει σε κακό, όπως βγήκε και σε μένανε…

Ξέρετε, καλοί μου άνθρωποι, τι κάνει ο άγιος Αρτέμιος; Δεν ξέρετε; Να το μάθετε, λοιπόν: ο άγιος Αρτέμιος προστατεύει τους μπάτσους. Ναι, μάλιστα, αυτό. Γιατί δηλαδή, να μην έχουν κι οι καημένοι οι μπάτσοι ένα προστάτη; Ε, έχουν τον άγιο Αρτέμιο. Και δεν ξέρετε τι άτιμο πράμα είναι ο άγιος Αρτέμιος!

Πιθανότατα θα νομίζετε ήδη ότι τρελάθηκα και τα ’βαλα με τον άγιο μεσημεριάτικα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ο άγιος τα ’βαλε μαζί μου, επιβουλευόμενος αφενός την ψυχική μου γαλήνη, αφετέρου τις διακοπές μου στη Βενετία, μην σας πω και την ίδια μου την ελευθερία (διότι παρ’ ολίγον πάνω στα νεύρα μου να κάνω κανένα φόνο, κι άντε μετά ν’ αποδείξεις πως έφταιγε ο άγιος να σε βγάλουν απ’ τα σίδερα). Αλλά θα προσπαθήσω να ηρεμήσω και να πάρω τα πράγματα από την αρχή...

Λοιπόν, η κατάσταση έχει ως εξής: Είπα, η γυναίκα, μιας και τελείωσε αισίως το θέμα των εξετάσεών μου (ναι, ναι, πέρασα, συγχαρητήρια δέχομαι αλλά σε άλλο ποστ), μιας και φεύγει κι ο μέλλων σύζυγος φαντάρος τον άλλο μήνα, να κανονίσω ένα ταξιδάκι αναψυχής, μέχρι τη Βενετία ας πούμε. Ε, για να ταξιδέψεις εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως γνωστόν, χρειάζεσαι ταυτότητα από τις καινούριες. Έλα όμως που εμείς δεν είχαμε απ’ αυτό το πράγμα και, μιας και η φαεινή για το ταξίδι μας ήρθε ξαφνικά, βρεθήκαμε να τρέχουμε την τελευταία στιγμή. Με παρακολουθείτε;

Πάω λοιπόν, η γυναίκα, την Παρασκευή στους μπάτσους να ρωτήσω τι χρειάζομαι για να βγάλω ταυτότητα. Μου λένε τι δικαιολογητικά θέλει, «και πότε θα την πάρω;» ρωτάω, «αυθημερόν» μου λένε. Επειδή όμως, ως ενήλικας Έλληνας πολίτης, γνωρίζω πως το «αυθημερόν» των δημοσίων αρχών μας μπορεί να σημαίνει και τα επόμενα Χριστούγεννα, χαμογελάω με το χαμόγελο της crest στο όργανο, και τον ξαναρωτάω: «Με συγχωρείτε, επειδή πρέπει να ταξιδέψω στο εξωτερικό στα μισά της επόμενης εβδομάδας, είναι β έ β α ι ο ότι αν έρθω τη Δευτέρα το πρωί θα πάρω την νέα ταυτότητα;». «Βεβαιότατο, δεσποινίς», μου λέει το όργανο. Και δεν σταματάει εκεί: γεμάτος προθυμία, ο πεφωτισμένος φύλακας της τάξης ανοίγει το ημερολόγιο του, λέγοντάς μου «ένα λεπτό να τσεκάρω, γιατί κάποια στιγμή μέσα στην ερχόμενη βδομάδα έχουμε αργία».

Και τσεκάρει, το αναμμένο σπίρτο της αστυνομικής μας αρχής. Και με διαβεβαιώνει να μην ανησυχώ καθόλου, γιατί η αργία τους ΔΕΝ είναι τη Δευτέρα.

Μήπως αρχίσατε να καταλαβαίνετε πού κολλάει ο άγιος Αρτέμιος;;; Για να μην έχετε καμία αμφιβολία, συνεχίζω τη διήγηση του δράματος μου:

Ξεκινάω πρωί-πρωί, αγκαζέ με το έτερον ήμισυ και τρελαμένη από το άγχος γιατί εκκρεμούν δέκα χιλιάδες δουλειές. Πάμε, βγάζουμε φωτογραφίες (χάρηκα κιόλας, τρομάρα μου, γιατί μου βγήκαν ωραίες, στην παλιά σαν ΠΙΚΠΑ ήμουνα), μαζεύουμε ό,τι κωλόχαρτο χρειάζεται, και κατευθυνόμαστε προς το τμήμα. Για να μη χάνουμε χρόνο, μπαίνω εγώ στο ΚΕΠ, που είναι ακριβώς απέναντι, για μια δικιά μου δουλειά και στέλνω το μωρό στους μπάτσους να ξεκινήσει με τα χαρτιά του και να τον βρω εκεί. Ε, πάνω που ετοιμάζομαι να βγω από το ΚΕΠ αφού πήρα την υπογραφή που ήθελα, μπαίνει μέσα το μωρό και μου λέει «ταυτότητες γιοκ».

Στο σημείο αυτό, οι αναγνώστες παρακαλούνται να επιστρατεύσουν την κινηματογραφική τους φαντασία προκειμένου να απολαύσουν, ει δυνατόν σε slow motion, τις σκηνές που ακολούθησαν. Κατ’ αρχάς, με το που ακούω την καταραμένη φράση, παθαίνω, μένω κάγκελο. «Και γιατί;;;» ρωτάω τόσο δυνατά, που γυρνάει όλο το ΚΕΠ να δει τι συμβαίνει. Ο άντρας μου σηκώνει τους ώμους σε ένδειξη πλήρους άγνοιας, αλλά μια καλή γιαγιούλα που κάθεται παρακεί σπεύδει να μας πληροφορήσει «α, μα σήμερα είναι του αγίου Αρτεμίου, προστάτη της αστυνομίας μας!».

Όπως ίσως φαντάζεστε, το να κινδυνεύω να χάσω το ταξίδι μου εξαιτίας μιας γραφειοκρατικής μαλακίας θα μου έπεφτε πολύ ούτως ή άλλως, αλλά το να μου καταστρέφει τα σχέδια ο άγιος Αρτέμιος, ε, αυτό πραγματικά δεν μπορούσε το νευρικό μου σύστημα να το αντέξει. Μου γυάλισε το μάτι, μου σηκώθηκε το φρύδι (το ένα, το έχω από το μπαμπά αυτό όταν τα παίρνω), μου στράβωσε το στόμα, μου ανέβηκε η πίεση, γενικά στο τσακ ήμουν ν’ αρχίσει να γυρνάει το κεφάλι μου σβούρες σαν το κοριτσάκι στον Εξορκιστή. Ευτυχώς κατόρθωσα να κρατηθώ και να μην ξεσπάσω, μέσα στο ΚΕΠ και ιδίως μπροστά στη γιαγιούλα, και πω τη γνώμη μου για τον άγιο Αρτέμιο, γι’ αυτόν που σκαρφίστηκε τις αργίες των μπάτσων και για τους μπάτσους τους ίδιους, γιατί θα με βλέπατε τώρα στο μεσημεριανό δελτίο του STAR υπό τον τίτλο δαιμονισμένη σε δημόσια υπηρεσία.

Τέλος πάντων, παίρνω βαθιά ανάσα, εξέρχομαι του ΚΕΠ κοπανώντας τις γόβες μου στο πεζοδρόμιο σαν τον Αττίλα τον κατακτητή (που υποθέτω πως δεν θα φορούσε γόβες, ιδίως τουήντ με ροζ φιογκάκι, αλλά ποιος τις χέζει τώρα κάτι τέτοιες λεπτομέρειες), και περνάω απέναντι σε κατάσταση μισο-υστερίας, αγνοώντας φανάρια, φορτηγά που κινδυνεύουν να με πατήσουν και μηχανάκια που μου κορνάρουν, το μωρό που προσπαθεί να με προλάβει, και γενικά το σύμπαν ολόκληρο το οποίο μισώ εκείνη τη στιγμή γιατί συνωμοτεί εναντίον των πολυπόθητων διακοπών μου στη Βενετία (πούστη Coelho με τις αισιόδοξες μαλακίες σου), για να ρωτήσω το φρουρό, για τον οποίο προφανώς ο άγιος Αρτέμιος έκανε εξαίρεση αφήνοντάς τον να δουλεύει σα μαλάκας, αν τέλος πάντων αύριο μπορώ να έρθω για τις γαμωταυτότητες ή όχι.

Σημειωτέον πως, στην σύντομη πλην έξαλλη πορεία μου προς το φυλάκιο, είμαι προετοιμασμένη ψυχολογικά να αντικρίσω το φρουρό που είχα δει και τις προάλλες, τουτέστιν έναν λιγδιάρη, καραφλό, παχύσαρκο, ντιπ αγράμματο και καράβλαχο μπάτσο (τυπικό βλαχονομικό που έλεγε και το ανυπέρβλητο πλαθολόγιο λέξεων), του οποίου και μόνο η ενθύμηση της μορφής (πέραν της αδυναμίας ως προν την συνεννόηση) μου προκαλούσε αηδία. Δεδομένων των νεύρων που είχα εκείνη τη στιγμή, ήμουν έτοιμη να ξεσπάσω πάνω του με την παραμικρή αφορμή.

Στρίβω λοιπόν στο φυλάκιο με φόρα κανιβάλου και το μάτι ακόμη να γυαλίζει, και τι βλέπω, η γυναίκα; Όχι, πείτε, τι βλέπω; Τον αηδιαστικό βλαχονομικό να έχει μεταμορφωθεί (μεγάλη η χάρη του αγίου Αρτεμίου!) σε έναν εικοσιπεντάχρονο σωσία του Jean Claude Van Damm, στο πιο ωραίο και στο πιο μελαχρινό φανταστείτε τώρα, ένστολο βεβαίως, με γυαλί ρέιμπαν, σώμα απιστεύτου και τα πόδια ανοιχτά στην καρέκλα σε πολύ μα πολύ (μα πολύ) σέξι στάση.

Εντάξει, φτύστε με, περιφρονήστε με, σκεφτείτε ό,τι θέλετε για μένα. Σας ορκίζομαι πως καθόλου μα καθόλου δεν χωνεύω ιδεολογικώς τα σώματα ασφαλείας, αλλά με το uniform, τι να κάνω, έχω ένα θέμα. Κι επίσης, από τα έξι μου, άμα δω ωραίο αρσενικό ανοιγοκλείνουν τα ρουθούνια μου σαν τα γατάκια στις διαφημίσεις γατοκονσέρβας.

Φανταστείτε λοιπόν τώρα, πως μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου έγινε η δικιά μου μεταμόρφωση (μεγάλη η χάρη του αγίου Αρτεμίου!) από βάρβαρο και δυνάμει κανίβαλο σε γλυκιά, προσηνή, χαριτωμένη και χαμηλοβλεπούσα νεαρά. Για την ακρίβεια, μου κοπήκανε τα γόνατα έτσι ξαφνικά που τον είδα (είμαι κι ευαίσθητη τα πρωινά), θόλωσε το μάτι μου (αυτό που προηγουμένως γυάλιζε), φρέναρα επιτόπου πάνω στα τακούνια, έφτιαξα στα πεταχτά το μαλλί και ρώτησα πολύ-πολύ γλυκά αν θα μπορούσα αύριο να έρθω να αλλάξω την ταυτότητά μου…

Δεδομένου ότι το μανάρι απάντησε καταφατικά, και θέλοντος πάντα του αγίου Αρτεμίου, ελπίζω αύριο να πάρουμε στα χέρια μας τις καινούριες ταυτότητες, να βγάλουμε εισιτήρια, να κλείσουμε το ξενοδοχείο και να καταφέρουμε να πάμε στη Βενετία. Wish me luck…(κι εγώ, βρε, σας υπόσχομαι ποστ για τις γόνδολες).

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

περί δακρύων



Με το κλάμα είχα πάντοτε ένα θέμα. Όχι ότι δεν κλαίω, δοθείσης της ευκαιρίας (ξέρετε κανέναν υστερικό που να μην κλαίει πού και πού;). Συνήθως, κλαίω από τα νεύρα μου –όταν δηλαδή τα πάρω για κάποιο λόγο τόσο πολύ, που το σκέτο ουρλιαχτό, το γαμωσταύρισμα ή η μπουνιά στην πόρτα δεν επαρκούν για να συνεχίσω τη ζωή μου χωρίς να αποτελώ ιδιαίτερο κίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο.

Αυτό το είδος κλάματος (το «υποκατάστατο μπουκέτου», όπως συνηθίζω να το λέω), δεν πληροί, βέβαια, από συναισθηματική άποψη, τις προϋποθέσεις του ρήματος κλαίω, στο βαθμό που αυτό είθισται να συνδέεται με τη θλίψη, την απελπισία κι όλα τα σχετικά λυπηρά. Υπό αυτήν την έννοια, του κλαίω από λύπη τέλος πάντων, είναι που έχω το θεματάκι που σας έλεγα στην αρχή –το οποίο θέμα είναι, κυρίως, ένα πρόβλημα συγχρονισμού.

Δεν ξέρω πόσο αστείο μπορεί να ακούγεται αλλά, στην μέχρι σήμερα πορεία της ζωής μου, βεβαιώθηκα πέραν αμφιβολίας πως πάσχω από μια μυστήρια αδυναμία να κλάψω όταν πρέπει –ή όταν υποτίθεται, τέλος πάντων, πως πρέπει. Μου ψοφούσε ένα γατί, ας πούμε, το έπαιρνα πάρα πολύ ελαφρά, και σε άσχετο παντελώς χρόνο, μέρες μετά ή και βδομάδες ίσως, μου ’ρχοταν μια ανάποδη και μ’ έπαιρναν τα ζουμιά δίχως προφανή λόγο. Μου ανακοίνωναν έναν αναμενόμενο αλλά καθ’ όλα τραγικό θάνατο, έλεγα «οκ», ντυνόμουν με τερατώδη ψυχραιμία για την κηδεία, μου ’ρχοταν να ξεράσω με τις υστερίες των άλλων, για ν’ αρχίσω τελικά τους λυγμούς ψιλοξέμπαρκα και με κάτι παντελώς ηλίθιες λεπτομέρειες και αφορμές, με το χρώμα των λουλουδιών, μ’ ένα λεκέ του καφέ στο φουστάνι μου ή μ’ ένα ξένο τάφο. Για τον πρώτο μου έρωτα θυμήθηκα να κλάψω σπαρακτικά με καθυστέρηση μιας επταετίας τουλάχιστον.

Γενικά, έχω την τάση να κλαίω ανεπίκαιρα. τόσο αναδρομικά, συνήθως, που ενίοτε δεν θυμάμαι γιατί κλαίω –για την παρελθούσα αιτία, ας πούμε, την τωρινή υπενθύμιση ή για κάποια από τις διάφορες ενδιάμεσες συντριβές. Δεν ξέρω αν το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι δεν κλαίω τη «σωστή» στιγμή ή στο γιατί τελικά κλαίω όταν κλαίω. αν με δέρνει κάποια υποσυνείδητη μαγκιά του τύπου όχι-δεν-θα-κλάψω-τώρα-που- το-περιμένετε ή αν ψάχνω κατά καιρούς πάτημα να ξεσπάσω για λόγους πολλαπλούς και πιθανώς ασύνδετους. αν τέλος πάντων μου έχει γαμηθεί, για κάποιο άγνωστο λόγο, εκ γενετής το σύστημα πρόσληψης και εξωτερίκευσης της οδύνης. Και δεν καίγομαι κιόλας να μάθω, ομολογώ.

Ξέχασα να σας πω πως, μερικές φορές, κλαίω και προκαταβολικά. Μην πάνε στο μυαλό σας τίποτα δραματικές περιπτώσεις, αναφέρομαι σε απλούστατα πραγματάκια, εντελώς καθημερινά, όπως το να κλαις στις αρχές του καλοκαιριού για το επερχόμενο φθινόπωρο ή μπροστά στην πρώτη ρυτίδα για τις αναπόφευκτες μελλοντικές. Επισημαίνω πως δεν βρίσκω κανέναν απολύτως ρομαντισμό στην εν λόγω ανόητη συνήθεια, ομολογώντας πως με κατατάσσει απλώς στους αθεράπευτα γαμώψυχους, όπως πολύ σωστά λέει και ο άντρας μου.

Ο οποίος, τώρα που το θυμήθηκα, φεύγει για στρατό σε τριάντα μέρες. Και μην τολμήσετε να υποθέσετε ότι κλαίω για το γεγονός.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Παραμύθια

Η Μ με κάλεσε να πω ένα παραμύθι.

Ομολογώ ότι το όλο θέμα μου προκάλεσε αρχικά ένα μίνι πανικό, του οποίου επακολούθησε μια υστερική σχεδόν κρίση γέλιου, λες και μου ζήτησαν να γράψω πραγματεία πάνω στην αναπαραγωγή του σολομού ή κάτι τέτοιο. Έχοντας προ πολλού αποκηρύξει τα παραμύθια και τις αμφιλεγόμενες δυνάμεις τους, η πρώτη μου σκέψη ήταν ν’ αποφύγω ευγενικά το σκόπελο της προσκλήσεως, προφασιζόμενη φόρτο εργασίας, πονοκέφαλο, διάστρεμμα καρπού ή ο,τιδήποτε άλλο θα μπορούσε να με απαλλάξει από την επικίνδυνη αποστολή.

Κάπως αργότερα, και με μεγαλύτερη ψυχραιμία πλέον, προσπάθησα να θυμηθώ ποια τέλος πάντων υπήρξε γενικά η σχέση μου με τα παραμύθια. Με θυμάμαι, πολύ μικρή ακόμη, να πωρώνομαι μέχρι αηδίας με τα χειρότερα του Άντερσεν, και μάλιστα με πλήρη συνείδηση πως όσα διάβαζα ήταν τελείως μα τελείως αρρωστημένα, καταθλιπτικά σε βαθμό νοσηρότητας και σε κάθε περίπτωση παντελώς ακατάλληλα για παιδικό ανάγνωσμα. Μεγαλώνοντας λίγο, ανακάλυψα το επόμενο στάδιο των διεστραμμένων παραμυθιών δια χειρός Oscar Wilde, κι εκεί πραγματικά κόλλησα.

Θυμάμαι ακόμη ένα καταραμένο μικροσκοπικό βιβλιαράκι, τρισχαριτωμένο κι ολότελα αθώο εμφανισιακά, με τίτλο ένα παραμυθάκι για χειμώνα και καλοκαίρι ή κάπως έτσι. Εδώ και πάμπολλα χρόνια δεν έχω ιδέα πού μπορεί να έχει παραπέσει, και δυστυχώς δεν θυμάμαι ούτε το συγγραφέα. Ξέρω πάντως με βεβαιότητα πως το παραμυθάκι αυτό κατάφερε να με κατεδαφίσει ψυχολογικά σε πολύ κρίσιμη ηλικία, πείθοντάς με για το αναπόδραστο των χωρισμών και, ακόμη χειρότερα, για τη μόνιμη τάση των ανθρώπων να χρυσώνουν το χάπι (στον εαυτό τους ή στους άλλους, αδιάφορο), εξωραΐζοντας τα κάθε λογής συναισθηματικά ναυάγια με ευφάνταστες διανοητικές κατασκευές του τύπου χωρίσαμε-μεν-αλλά-το-βαθύτερο-είναι-μας-παραμένει-μαζί κι άλλες τέτοιες αηδίες.

Το θέμα είναι πως, μ’ αυτά και μ’ εκείνα, ανέπτυξα τελικά μιαν αλλεργία στη γενικότερη έννοια παραμύθι. Βεβαιώθηκα περί αυτού μια διετία περίπου πριν, όταν ένα πιτσιρίκι με παρακάλεσε να του διηγηθώ την (αγαπημένη μου, ομολογώ) μικρή σειρήνα και το καλύτερο που μπόρεσα να κάνω, όσο κι αν προσπάθησα, ήταν μια διήγηση χειρότερη κι από πρόχειρη περίληψη βραζιλιάνικου σήριαλ.

Τέλος πάντων, και για να μην σας ζαλίσω περισσότερο με τα παραμυθο-ψυχολογικά μου, αποφάσισα να παίξω στο παιχνίδι με τον μόνο τρόπο που βλέπω δυνατό, τουτέστιν με ζαβολιά: καταφεύγω σε παλιό μου κείμενο. Παραμύθι σίγουρα δεν είναι αλλά μη βαράτε, είναι ό,τι πλησιέστερο μπόρεσα να βρω…

Η ΣΦΑΙΡΑ

Γενικά, δεν ήταν παρά ένα κορίτσι όπως όλα τ’ άλλα. Πιο μικροκαμωμένο ασφαλώς από τον μέσο όρο, μα κατά τ’ άλλα ολωσδιόλου κοινότυπο. Αν μάλιστα εξαιρούσε κανείς την χωρίς καμιά παθολογική αιτιολογία σιωπή της, δεν θα μπορούσε, νομίζουμε, να της καταλογιστεί καμία απολύτως ιδιορρυθμία. Απ’ όσο θυμόταν τον εαυτό της, ουδέποτε κατάφερε να προκαλέσει εντύπωση, θετική ή αρνητική· γι’ αυτό βέβαια μπορεί να ευθύνονται μια στάλα και οι διαστάσεις που αναφέραμε πιο πριν. Όχι πως την ενοχλούσε αυτό, η αδυναμία των άλλων να την παρατηρήσουν δηλαδή, απλώς με τον καιρό άρχισε, πώς να το πούμε, να ξεχνά και η ίδια την ύπαρξή της και τις πράξεις της, άνοιγε για παράδειγμα το παράθυρο κι εκπλησσόταν, όταν αργότερα μια βίαιη ριπή αέρα έστελνε τη γυάλα με τα ψάρια κομμάτια στο πάτωμα. Η μαμά κατά καιρούς φώναζε, πως είχε μειωμένη αυτοεκτίμηση ή κάτι τέτοιο – μα αυτό ήταν ψέμα, το μόνο που πράγματι ένιωθε εκείνη, μια αδυναμία να επηρεάσει τη ροή των πραγμάτων, έτσι που κυλούσε ο κόσμος γύρω της κι εναλλάσσονταν τα πρόσωπα, τα σκηνικά και οι εποχές, όπως όταν πατάμε το κουμπί στο βίντεο κι αρχίζει η εικόνα να τρέχει. Κι εξακολουθούσε να εκπλήσσεται, και να περνά αφηρημένη ανάμεσα στους επισκέπτες του σπιτιού σαν άτριχο κατοικίδιο ή, για τους πιο καλοπροαίρετους, σαν μια -κωμική λιγάκι- παρατεταμένη παιδική ηλικία.

Τότε, τέλος πάντων, που υπήρξε πράγματι παιδί, κι ανίδεη ακόμη για την επερχόμενη στασιμότητα, τη μαγική σφαίρα την κρατούσε κρυφή απ’ όλους. Επιμελώς την εξαφάνιζε κάτω από τα σκεπάσματα τη νύχτα, αγρυπνώντας, κάποτε, ως το ξημέρωμα στην προσπάθειά της να την ισορροπήσει, έστω για μια στιγμή, στα δάχτυλα του αριστερού ποδιού. Την ημέρα η σφαίρα ζούσε, τρυφερά προστατευμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα, μέσα στην πολύχρωμη χαρτονένια κούτα για τα παιχνίδια. Όλα θα μπορούσε αδάκρυτη να τα στερηθεί, την κουρδιστή μπαλαρίνα με τη ροζ τούλινη φούστα, το τραίνο, ακόμη και το μαϊμουδάκι με την αστεία φάτσα, τη σφαίρα όμως ποτέ. Κι ας απορούσαν οι μεγάλοι, τις λιγοστές φορές που την τσάκωναν αγκαλιά με το γυάλινο αντικείμενο, τι στο καλό της έβρισκε και γιατί την παρατηρούσε με τις ώρες εκστατική, με το δέος σχεδόν εκείνο της θρησκευτικής κατάνυξης. Εκτός από μουγκό, είναι και βλαμμένο, μουρμούριζε μέσα από τα δόντια της φουρκισμένη η νονά της, θεωρώντας το προσωπική προσβολή που η μικρή σνομπάριζε έτσι απροκάλυπτα τα δικά της ακριβά δώρα.

Όμως η διάφανη σφαίρα ήταν τα πάντα, τόσο υπέροχα ρευστή στη διαύγειά της και δεκτική στα όνειρα κάθε είδους, παραμυθητική μέσα στην αψεγάδιαστη στρογγυλάδα της για όλα τ’ άλλα τα τόσο μα τόσο ατελή. Γλιστρούσε στο δέρμα της λεία σαν ερωτικό χάδι (αυτό δεν ήξερε ακόμα τι ήταν, σίγουρα όμως το υποψιαζόταν), κρύα και λυτρωτική όπως το άγγιγμα του θανάτου (αυτό το ήξερε καλά, ήταν μόλις τεσσάρων χρονών όταν άγγιξε με το μικρό της δείκτη τα παγωμένα μάτια του ψόφιου σκύλου της, άσε το παιδί να μάθει, είχε πει ο πατέρας της, η μαμά είχε γυρίσει το πρόσωπο από την άλλη αηδιασμένη, κι εκείνη, νιώθοντας το αμετάκλητο κρύο, είχε σταματήσει το κλάμα την ίδια στιγμή). Η σφαίρα ήταν η τρομακτική πιθανότητα του απίθανου, το εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το επισφαλές θαύμα, η πολύτιμη κλωστή που την κρατούσε ευτυχή δέσμια του μαγικού και του αόρατου. Η γυάλινη σφαίρα, δίχως καμιά προφανή χρησιμότητα, ήταν η μόνη εκδοχή που κανείς δεν θα μπορούσε με σιγουριά να κατονομάσει.

Φυσικά εκείνη δεν τα σκεφτόταν όλα τούτα με αυτές ακριβώς τις λέξεις, πασαλειβόταν όμως κάθε Κυριακή με το κόκκινο κραγιόν της μαμάς και γέμιζε το γυαλί φιλιά, πιστεύοντας, με την αφέλεια της ηλικίας της, στην κτητική δύναμη των σημαδιών. Όταν αργότερα, πολύ αργότερα, κάθε προσδοκία θαύματος αναχώρησε ανεπιστρεπτί, η σφαίρα απόμεινε να ηχεί μελωδικά στην τσέπη του πανωφοριού της προσκρούοντας, με την παραμικρή κίνηση, στα κλειδιά της εξώπορτας. Με τον καιρό η σφαίρα άρχισε να βαραίνει όλο και περισσότερο, μέχρι που εκείνη, εξουθενωμένη από το φορτίο που την υποχρέωνε να σέρνει σχεδόν κάθε της βήμα, θρυμμάτισε προσεκτικά το γυαλί πάνω στον πάγκο της κουζίνας και το κατάπιε. Το παράτολμο εγχείρημα δεν είχε, παραδόξως, κανένα δυσάρεστο αποτέλεσμα. Τα μικροσκοπικά κομματάκια κουδούνισαν για λίγο κατηφορίζοντας στον οισοφάγο της, κι έπειτα σίγησαν για πάντα.

Από τότε όμως, και σε χρόνους ολότελα ανύποπτους, της ξέφευγαν κάτι ελάχιστοι φθόγγοι, μικρά ντροπαλά φωνήεντα στην αρχή και μετά πνιγμένα σύμφωνα, και κολυμπούσαν στο δωμάτιο ξαποσταίνοντας στην ταπετσαρία και σχηματίζοντας λέξεις. Οι λέξεις στον τοίχο πλήθαιναν, όλο πλήθαιναν, αυτόνομα εντελώς διαλέγοντας τη σειρά και τη διάταξή τους κι εκείνη, μην μπορώντας να πράξει κάτι άλλο, άρχισε να αντιγράφει τις λέξεις στο χαρτί.

Όταν τη ρώτησαν, από πότε έγραφε ποιήματα και γιατί, έντρομη συνειδητοποίησε ότι δεν γνώριζε την απάντηση.

Α, να μην ξεχάσω: καλούνται να πάρουν τη σκυτάλη, αν γουστάρουν, η σπιτόγατα, η Luthien, ο κακός μπελάς και ο κύριος profusion.