Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

όχι, δεν γλιτώσατε




Καλέ, ήρθε όντως για τα καλά η άνοιξη! Ποια άνοιξη, δηλαδή, το καλοκαίρι κοντεύει να μπει στη λίμνη κι εγώ, χαμένη στη μιζέρια μου, δεν το κατάλαβα. Φουντώσανε τα χορτάρια, τα βατραχάκια κοάζουν, οι ακρίδες προπονούνται για την επόμενη Ολυμπιάδα κι εγώ εκεί, χαμπάρι! Ο Νάρκισσος, εννοείται, μια χαρούλα την περνούσε τόσον καιρό χωρίς την ενοχλητική αφεντιά μου, μουλιάζοντας μακάριος στο γαλαζοπράσινο βασίλειό του. Νομίζω σπάστηκε λιγάκι που ξαναγύρισα, και μάλιστα έτσι αιφνιδιαστικά. Πέταξε από την έκπληξη το Hawaiian Tropic του (ναι ρε, ποιος σας είπε ότι οι πνιγμένοι δεν καίγονται;), πετυχαίνοντας μάλιστα κατακέφαλα ένα διερχόμενο γυρίνο, τον οποίο δεν μπορέσαμε δυστυχώς να σώσουμε, παρά το παρατεταμένο CPR. «Αιωνία του η μνήμη», δήλωσε (λιγάκι αδιάφορα, είναι η αλήθεια) ο Νάρκισσος –αν κι εγώ, για να είμαι ειλικρινής, δεν πολυκατάλαβα γιατί είναι πρόβλημα ένας πρόωρα σπαζοκεφαλιασμένος γυρίνος σε μια λίμνη που, ούτως ή άλλως, κυκλοφορεί ένας all-time-classic κατάνεκρος, αλλά τέλος πάντων. «Αμήν», είπα, έτσι για να πω κάτι, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στους σαφέστατα βελτιωμένους κοιλιακούς του Νάρκισσου, που πρέπει όσο έλειπα να το έριξε και στο fitness λόγω εποχής. «Ξεκόλλα το μυαλό σου, ρε!», με πήρε από τα μούτρα εκείνος. «Εντάξει, είπαμε, το ’χεις χάσει από τη στέρηση, αλλά αυτό, κούκλα, λέγεται νεκροφιλία!» Κιτρίνισα, πρασίνισα, σαν τα νερά ένα πράγμα, πήγα κάτι να πω για να το σώσω, αλλά ο Νάρκισσος έσκασε στα γέλια και δεν πρόλαβα. «Εγώ φταίω, αχάριστο πλάσμα, που ψάχνω τόσον καιρό να βρω ποιος σ’ έπνιξε», παραπονέθηκα, μόνο και μόνο για να εισπράξω ένα δεύτερο κύμα γέλιου. «Στ’ αρχίδια μου ποιος», μού πέταξε ωραίος και ανέμελος πριν ξαναβουτήξει, παρατώντας με σύξυλη στην όχθη.

Λοιπόν, καλώς σας βρίσκω, μου λείψατε. Όπως ήδη θα διαπιστώσατε, αν για κάθε ημέρα στο στρατό ο καλός μου χάνει (κατά τα λεγόμενά του) 2 μονάδες IQ λόγω περιβάλλοντος, εγώ σίγουρα χάνω καθημερινά 2 μονάδες από την αντίστοιχη κλίμακα της ψυχικής ισορροπίας. Κοινώς ναι, είμαι πιο σαλταρισμένη απ’ ό, τι με θυμάστε, αν με θυμάστε, σε κάθε περίπτωση πάντως σας προειδοποιώ για να εγκαταλείψετε εγκαίρως τη σελίδα, αν δηλαδή δεν το έχετε ήδη κάνει.

Και ναι, γύρισα –τι περίεργο!– για να γκρινιάξω. Να παραπονεθώ, να κλαφτώ, να κάνω αυτό το παρατεταμένο εκνευριστικό «μμμμμμμμμμμμμμμ!!!!» σαν τα τρίχρονα που μόλις τους έπεσε το παγωτό τους, να πω «γιατί σ’ εμένα ρε πούστη μου», να κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να σκάσω, να παρακαλέσω κάποιον να μου κάνει πατ-πατ, όλα αυτά. Αναρωτιέστε τι έχω; Μην ανησυχείτε. Βασικά, δεν έχω τίποτα.

Ας ξεκινήσουμε από το κυριότερο: ΔΕΝ ΕΧΩ άντρα. Έχω δηλαδή, αλλά εκεί που είναι, πώς το λένε, δεν πιάνεται. Θα έλεγα ότι έχω εραστή δι’ αλληλογραφίας (που είναι και ρομαντικό, έστω κι αν δεν χουφτώνεται), αλλά επειδή μιζέριασα τόσο που δεν μου βγαίνει να του γράψω, δεν έχω ούτε απ’ αυτό. Θα έλεγα ότι έχω εραστή διά τηλεφώνου, αλλά έχει πάντα τόσους μουρλούς να ουρλιάζουν για διάφορους λόγους γύρω του την ώρα που μιλάμε, που ούτε τηλεφωνικό σεξ δεν μπορούμε να κάνουμε, γιατί θα καταντήσει το λιγότερο παρτούζα, και μάλιστα θορυβώδης. Θα έλεγα ότι έχω μια ευκαιρία να ανακαλύψω τουλάχιστον τη μαγεία του cybersex, έστω του cyber-foreplay, όταν κατά τύχη βγει και πάει σε κανένα internet café, αλλά είμαι τόσο γκαντέμα που, μια φορά που με διαβεβαίωσε ότι καθόταν σε απόμερο τραπεζάκι όπου κανείς δεν έβλεπε την οθόνη του και προσπάθησα (με κίνδυνο φυσικά να πάθω λουμπάγκο) να βγάλω μισή γάμπα στην κάμερά μου, πέρασαν ακριβώς εκείνη τη γαμημένη στιγμή τρεις φαντάροι από πίσω του, είδαν το ψήγμα της γάμπας (προτού με πιάσει η –άσχετη με τους φαντάρους– κράμπα και γκρεμοτσακιστώ σχεδόν από την καρέκλα μου) κι άρχισαν να ουρλιάζουν «μαλάκες τρέξτε, έχει μία που δείχνει μπούτια», με αποτέλεσμα αφ’ ενός να με βρίζει ο καλός μου τρεις μέρες, αφ’ ετέρου να ρεζιλευτώ παντελώς (έστω και ανώνυμα) στη μισή βορειοανατολική Ελλάδα.

Το τόσο παρατεταμένο «δεν-έχω-άντρα», δε, έχει καταλήξει σε ένα γενικότερο τρομακτικό «δεν-έχω-libido» ή αλλιώς «μεταμορφώθηκα-σε-μουλάρι» αίσθημα, το οποίο αδυνατούν πλέον να αντιμετωπίσουν ακόμη και οι δραστικότερες των μεθόδων, όπως το να περάσω σε fast-forward όλες τις ταινίες του Jean Claude Van Damme (ναι, εξαιρουμένων των 2 όπου ΔΕΝ δείχνει τον κώλο του) μέχρι να φτάσω στην επίμαχη γυμνή σκηνή. Σκεφτείτε ότι δεν γουστάρω καν να δω για χιλιοστή εξηκοστή πέμπτη φορά το Rambo first blood, βαριέμαι να ξαναδώ την πάλαι ποτέ λατρευτή μου πασαρέλα σιδεροδέσμιων μαναριών Oz, και αποφεύγω να κοιτάξω τη συλλογή από φωτογραφίες του Jonathan Rhys Meyers γιατί φοβάμαι πολύ ότι θα πω «έλα μωρέ, είναι ολίγον τι φλώρος».

Συνεχίζω. ΔΕΝ ΕΧΩ ρούχο να βάλω, γιατί έχει γεμίσει ο τόπος με σιχαμένα θεόκοντα τσίτια ή αθλιο-ντεκολτέ «σφηκοφωλιά» (μπλιααααααχ) τα οποία αρνούμαι εκ πεποιθήσεως να αγοράσω, με αποτέλεσμα να γυρνάω σαν το κοράκι μες στον ήλιο με τα αρχαία μαύρα φουστανάκια μου (που τουλάχιστον, επιμένω για να παρηγορηθώ, θυμίζουν φουστάνια και όχι αφοδράριστα συνολάκια του λουκ μόλις-με-βίασαν-και-πάω-στο-τμήμα-για-κατάθεση). ΔΕΝ ΕΧΩ νορμάλ τρόπο να μετακινηθώ, γιατί έχουν κλείσει λόγω έργων όλοι σχεδόν οι σταθμοί του ΗΣΑΠ που με εξυπηρετούν, και ο μοναδικός που έμεινε είναι πάντα τόσο πήχτρα που μοιραία κινδυνεύω κάθε φορά να κατέβω στον προορισμό μου έγκυος και να μην το έχω καταλάβει κιόλας. ΔΕΝ ΕΧΩ καν τη γάτα πια μαζί μου στο κρεβάτι, γιατί μπήκε ανάμεσά μας ένα σιχαμένο καλαθάκι που κάναμε το λάθος να βάλουμε σε μια γωνιά του δωματίου μου, και το οποίο η γάτα λάτρεψε και κοιμάται μονίμως εκεί, παρά τα ικετευτικά «ψι-ψι-ψι» και τις υποσχέσεις μου για ολονύχτιο σούπερ-μασάζ που επαναλαμβάνω μάταια κάθε βράδυ μπας και τη συγκινήσω…

ΔΕΝ ΕΧΩ καν να λέω ότι είδα live το Gahan, αφού ο ηλίθιος βρήκε να τεζάρει, ως γνωστόν, ανήμερα της συναυλίας, και μείναμε με το εισιτήριο (πώς λέμε με το πουλί) στο χέρι και με τη φευγαλέα ανάμνηση του κώλου-έργου τέχνης να κουνιέται ανά τέταρτο στη γιγαντοοθόνη. Το μόνο που αποκόμισα από τη μη-συναυλία ήταν ένα γενναίο βράχνιασμα (αφού μια ώρα τουλάχιστον πριν φάμε την ήττα της ακύρωσης έπεφτε σύρμα από τους μπροστινούς ανά πεντάλεπτο και ουρλιάζαμε κι εμείς σαν αφιονισμένα στην ιδέα ότι θα βγουν) κι ένα παρ’ ολίγον στραμπούληγμα αστραγάλου γιατί, χαριτωμένη καθώς είμαι πάντα, κόντεψα να τσακιστώ στην προσπάθειά μου να βγω από το terra vibe ισορροπώντας ανεπιτυχώς πάνω στη ριγμένη καγκελόπορτα. Ευτυχώς που βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος και με μάζεψε πριν σκοτωθώ με το πόδι σφηνωμένο ανάμεσα στα κάγκελα, αν και με κοίταξε με τόσο οίκτο που καταρρακώθηκε η γυναικεία μου αυτοπεποίθηση μέχρι το 2012, αλλά τέλος πάντων.

Για να μην επεκταθώ στα διαχρονικότερα «δεν έχω» μου, όπως βυζιά, συγκρότημα να βασανίζω, ελπίδα να γίνω dj, υπομονή ν’ αντέξω τη βλακεία του κόσμου, προζάκ όταν τα χρειάζομαι, πιθανότητα να με συμπαθήσει η πεθερά μου, τη δυνατότητα να δολοφονήσω τα ¾ του ελληνικού «μουσικού» στερεώματος χωρίς να πάω φυλακή, και τα λοιπά και τα λοιπά.

Αυτά για σήμερα, συν το τραγουδάκι που, όπως θα καταλάβατε, με εκφράζει αυτή τη στιγμή απόλυτα. Α, και για να ανανεωθούμε λίγο, μια πιο φλοράλ εικονίτσα πνιγμού, έτσι βρε για να σας φτιάξω τη μέρα…