Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

show it to me


Κατάλαβε, εν τέλει, πως ήταν ανάγκη απόλυτη να εφεύρει ένα καινούριο κώδικα για να ζήσει· να χαρτογραφήσει εκ νέου το περιβάλλον, τις αισθήσεις της, το ίδιο της το σώμα· να συμφιλιωθεί με τη διαρκή αγρύπνια της επιθυμίας της (ίσκιος, ίσκιος πουθενά), αυτό το βάρβαρο φως που την έτεμνε και εισχωρούσε και καταύγαζε το μέσα της και την ανύψωνε και την κρεμούσε ανάποδα σαν άνθος προς αποξήρανση. Έπρεπε, το γνώριζε· μα οι παλιές συνήθειες ήταν σε κάποιο βαθμό ισχυρές, κι ήταν φορές που ξεχνιόταν και δοκίμαζε, λόγου χάρη, να χαμογελάσει όπως στο παρελθόν, να συνομιλήσει περί ανέμων και υδάτων με τους παρευρισκόμενους, ή απλώς να καπνίσει στο μπαλκόνι. Αντιλαμβανόταν τότε, ευθύς αμέσως, πόσο μοιραία είχε αλλάξει, και πώς οι λέξεις πια δεν της ανήκαν, και οι κινήσεις, και οι συσπάσεις των μυών του προσώπου της εκτυλίσσονταν σαν άψυχη μελωδία μουσικού κουτιού κουρδισμένου από ένα ανάλγητο χέρι· εξακολουθούσε λοιπόν να χαμογελά, και να συνομιλεί, και να καπνίζει, παραδομένη στη νέα πραγματικότητα που την όριζε, συμφιλιωμένη με τη νόσο, πειθήνια, γνωρίζοντας πως στο εξής το καλοκαίρι θα κακοφόρμιζε ανεξέλεγκτα στο σώμα της, και οι φωτογραφίες του σπιτιού θα αιμορραγούσαν με μικρές εκρήξεις σε προκαθορισμένες ώρες θρυμματίζοντας τις κορνίζες τους. 

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

all of my being is now in pining

κι ήταν κάποιες φορές που σ’ ένιωθα σαν έλκος ζωντανό πάνω στο σώμα μου, εντελώς ξαφνικά, και σε στιγμές ολότελα ανύποπτες, καθώς έκοβα, ας πούμε, το ψωμί με το μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας, το καλοκαίρι επέμενε κίτρινο κι οι μέρες μου κυνηγιόντουσαν σαν άλογα κούρσας· σ’ ένιωθα ξαφνικά, και τα μέλη μου νέκρωναν, αιφνιδιασμένοι λαγοί σε προβολείς αυτοκινήτου, το μαχαίρι σφήνωνε στο ψωμί προέκταση του μουδιασμένου χεριού μου, και σκεφτόμουν, με πάσα σοβαρότητα, θα πεθάνω. Καταλάβαινα, ασφαλώς, πως η πιθανότητα ενός επιτόπιου θανάτου μου ήταν εξαιρετικά μικρή, κι επιπλέον, εξαιρετικά άβολη, για ένα πλήθος λόγων που το μυαλό μου αδυνατούσε τη δεδομένη στιγμή να συγκεκριμενοποιήσει μα γνώριζε, σε κάθε περίπτωση, πως υπήρχαν· ωστόσο εξακολουθούσα να σκέφτομαι, και σε κάποιο βαθμό να πιστεύω, πως θα πέθαινα. Στεκόμουν λοιπόν,  ακίνητη με το μαχαίρι πάνω από τον πάγκο, και σκεφτόμουν πως θα ’πρεπε ίσως να σου τηλεφωνήσω, ν’ ακούσω τη φωνή σου ζωντανά για να πειστώ πως ήσουν απλώς εσύ, κι όχι ένας λόγος να πεθάνω χωρίς κανένα, προφανή τουλάχιστον, λόγο, ελπίζοντας πως ο ενεστώτας σου θα ήταν λιγότερο τρομαχτικός απ’ την ανάμνησή σου, αλλά φοβόμουν μήπως δεν πιάσει –τίποτα, είναι η αλήθεια, δεν μου διασφάλιζε την προοπτική μιας συντριπτικής υπεροχής του παρόντος επί του παρελθόντος· το αντίθετο ίσως να συνέβαινε, κρίνοντας από την πρόσφατη συμπτωματολογία μου: τα παραλυθέντα άκρα, την απύθμενη λύπη, τις συντομότατες ευφορικές εξάρσεις, την αυθαίρετη βεβαιότητα, εν τέλει, πως ολόκληρη η ζωή μου είχε συμπυκνωθεί σε μερικά στιγμιότυπα αφής (το χέρι σου στα μαλλιά μου - το χέρι σου στον αστράγαλό μου - το στόμα σου στο λαιμό μου)· κι έπειτα σκεφτόμουν, πως διανύαμε, ειρωνικά ίσως, μια παντελώς αναπόδραστη ηλικία, καθώς δεν θα ’χε κανένα νόημα ν’ αναποδογυρίσει κανείς τα κεράκια της τούρτας από λάθος, ή επιτούτου για να παίξει, κι η πλήρης βεβαιότητα αυτού του ελάχιστου, κωμικού μάλλον αδιεξόδου μού προκαλούσε ένα μικρό πανικό, καθώς συνέχιζα να σε νιώθω πάνω μου απτόν σα ζωντανό έλκος και συνέχιζα να σκέφτομαι, εν πλήρη ηρεμία, θα πεθάνω, κι έψαχνα τις λέξεις για να το πω, να το σημειώσω κάπου, τέλος πάντων, για την περίπτωση που πράγματι θα συνέβαινε, για να μην απορήσουν, τουλάχιστον, υπερβολικά οι άλλοι· μα έτρεμα πως θα μου χρέωναν έναν εφηβικό λυρισμό (κι ήταν αλήθεια, το έκαναν αυτό τα χέρια σου πάνω μου, να μου θυμίζουν λέξεις όπως κορμί και θρόισμα και χελιδόνια) κι εξάλλου, υπενθύμιζα στον εαυτό μου, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πέθαινα προς το παρόν. Άφηνα, τελικά, το μαχαίρι και καθόμουν άπραγη στα πλακάκια της κουζίνας, ήσυχη πολύ, μ’ ένα χάος στα σπλάχνα κι εσένα ζωντανό πάνω μου μα κάπου αλλού, κι αναρωτιόμουν αν θα σου περνούσε ποτέ από το μυαλό, πως θα μπορούσα δηλαδή να κάθομαι έτσι στα πλακάκια σακατεμένη από έρωτα, σφίγγοντας νευρικά στις χούφτες τα δίδυμα νούμερα της προσωπικής μας χρονολογίας, κι ενώ η σάρκα μου αποστήθιζε ψιθυριστά τις εναλλακτικές διαδρομές της αναίρεσής μου (το χέρι σου στα μαλλιά μου - το χέρι σου στον αστράγαλό μου - το στόμα σου στο λαιμό μου), κι έλεγα πως, είτε έτσι είτε αλλιώς, εγώ θα μπορούσα να συνεχίσω την επιδαπέδια απελπισία μου απαράλλαχτα, κι ευτυχισμένη σχεδόν, μ’ αυτή την οδύνη που εξαπλωνόταν ταχύτατα στο αίμα μου σαν ιός, τα σπασμένα νερά μιας δεκαετίας που μ’ εγκατέλειπε αδιάφορα μέσ’ από τα πόδια μου και το καθησυχαστικό βουητό του απορροφητήρα