Κατάλαβε, εν τέλει, πως ήταν
ανάγκη απόλυτη να εφεύρει ένα καινούριο κώδικα για να ζήσει· να χαρτογραφήσει
εκ νέου το περιβάλλον, τις αισθήσεις της, το ίδιο της το σώμα· να συμφιλιωθεί
με τη διαρκή αγρύπνια της επιθυμίας της (ίσκιος,
ίσκιος πουθενά), αυτό το βάρβαρο φως που την έτεμνε και εισχωρούσε και
καταύγαζε το μέσα της και την ανύψωνε και την κρεμούσε ανάποδα σαν άνθος προς
αποξήρανση. Έπρεπε, το γνώριζε· μα οι παλιές συνήθειες ήταν σε κάποιο βαθμό
ισχυρές, κι ήταν φορές που ξεχνιόταν και δοκίμαζε, λόγου χάρη, να χαμογελάσει
όπως στο παρελθόν, να συνομιλήσει περί ανέμων και υδάτων με τους
παρευρισκόμενους, ή απλώς να καπνίσει στο μπαλκόνι. Αντιλαμβανόταν τότε, ευθύς
αμέσως, πόσο μοιραία είχε αλλάξει, και πώς οι λέξεις πια δεν της ανήκαν, και οι
κινήσεις, και οι συσπάσεις των μυών του προσώπου της εκτυλίσσονταν σαν άψυχη
μελωδία μουσικού κουτιού κουρδισμένου από ένα ανάλγητο χέρι· εξακολουθούσε
λοιπόν να χαμογελά, και να συνομιλεί, και να καπνίζει, παραδομένη στη νέα
πραγματικότητα που την όριζε, συμφιλιωμένη με τη νόσο, πειθήνια, γνωρίζοντας
πως στο εξής το καλοκαίρι θα κακοφόρμιζε ανεξέλεγκτα στο σώμα της, και οι
φωτογραφίες του σπιτιού θα αιμορραγούσαν με μικρές εκρήξεις σε προκαθορισμένες
ώρες θρυμματίζοντας τις κορνίζες τους.
Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017
Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017
all of my being is now in pining
κι
ήταν κάποιες φορές που σ’ ένιωθα σαν έλκος ζωντανό πάνω στο σώμα μου, εντελώς
ξαφνικά, και σε στιγμές ολότελα ανύποπτες, καθώς έκοβα, ας πούμε, το ψωμί με το
μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας, το καλοκαίρι επέμενε κίτρινο κι οι μέρες μου
κυνηγιόντουσαν σαν άλογα κούρσας· σ’ ένιωθα ξαφνικά, και τα μέλη μου νέκρωναν,
αιφνιδιασμένοι λαγοί σε προβολείς αυτοκινήτου, το μαχαίρι σφήνωνε στο ψωμί
προέκταση του μουδιασμένου χεριού μου, και σκεφτόμουν, με πάσα σοβαρότητα, θα
πεθάνω. Καταλάβαινα, ασφαλώς, πως η πιθανότητα ενός επιτόπιου θανάτου μου ήταν
εξαιρετικά μικρή, κι επιπλέον, εξαιρετικά άβολη, για ένα πλήθος λόγων που το
μυαλό μου αδυνατούσε τη δεδομένη στιγμή να συγκεκριμενοποιήσει μα γνώριζε, σε
κάθε περίπτωση, πως υπήρχαν· ωστόσο εξακολουθούσα να σκέφτομαι, και σε κάποιο
βαθμό να πιστεύω, πως θα πέθαινα. Στεκόμουν λοιπόν, ακίνητη με το μαχαίρι πάνω από τον πάγκο, και
σκεφτόμουν πως θα ’πρεπε ίσως να σου τηλεφωνήσω, ν’ ακούσω τη φωνή σου ζωντανά για
να πειστώ πως ήσουν απλώς εσύ, κι όχι ένας λόγος να πεθάνω χωρίς κανένα,
προφανή τουλάχιστον, λόγο, ελπίζοντας πως ο ενεστώτας σου θα ήταν λιγότερο
τρομαχτικός απ’ την ανάμνησή σου, αλλά φοβόμουν μήπως δεν πιάσει –τίποτα, είναι
η αλήθεια, δεν μου διασφάλιζε την προοπτική μιας συντριπτικής υπεροχής του
παρόντος επί του παρελθόντος· το αντίθετο ίσως να συνέβαινε, κρίνοντας από την
πρόσφατη συμπτωματολογία μου: τα παραλυθέντα άκρα, την απύθμενη λύπη, τις συντομότατες
ευφορικές εξάρσεις, την αυθαίρετη βεβαιότητα, εν τέλει, πως ολόκληρη η ζωή μου
είχε συμπυκνωθεί σε μερικά στιγμιότυπα αφής (το χέρι σου στα μαλλιά μου - το χέρι
σου στον αστράγαλό μου - το στόμα σου στο λαιμό μου)· κι έπειτα σκεφτόμουν, πως
διανύαμε, ειρωνικά ίσως, μια παντελώς αναπόδραστη ηλικία, καθώς δεν θα ’χε
κανένα νόημα ν’ αναποδογυρίσει κανείς τα κεράκια της τούρτας από λάθος, ή
επιτούτου για να παίξει, κι η πλήρης βεβαιότητα αυτού του ελάχιστου, κωμικού
μάλλον αδιεξόδου μού προκαλούσε ένα μικρό πανικό, καθώς συνέχιζα να σε νιώθω
πάνω μου απτόν σα ζωντανό έλκος και συνέχιζα να σκέφτομαι, εν πλήρη ηρεμία, θα
πεθάνω, κι έψαχνα τις λέξεις για να το πω, να το σημειώσω κάπου, τέλος πάντων,
για την περίπτωση που πράγματι θα συνέβαινε, για να μην απορήσουν, τουλάχιστον,
υπερβολικά οι άλλοι· μα έτρεμα πως θα μου χρέωναν έναν εφηβικό λυρισμό (κι ήταν
αλήθεια, το έκαναν αυτό τα χέρια σου πάνω μου, να μου θυμίζουν λέξεις όπως κορμί και θρόισμα και χελιδόνια) κι εξάλλου, υπενθύμιζα στον εαυτό μου,
κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πέθαινα προς το παρόν. Άφηνα, τελικά, το μαχαίρι
και καθόμουν άπραγη στα πλακάκια της κουζίνας, ήσυχη πολύ, μ’ ένα χάος στα
σπλάχνα κι εσένα ζωντανό πάνω μου μα κάπου αλλού, κι αναρωτιόμουν αν θα σου
περνούσε ποτέ από το μυαλό, πως θα μπορούσα δηλαδή να κάθομαι έτσι στα πλακάκια
σακατεμένη από έρωτα, σφίγγοντας νευρικά στις χούφτες τα δίδυμα νούμερα της προσωπικής
μας χρονολογίας, κι ενώ η σάρκα μου αποστήθιζε ψιθυριστά τις εναλλακτικές διαδρομές
της αναίρεσής μου (το χέρι σου στα μαλλιά μου - το χέρι σου στον αστράγαλό μου
- το στόμα σου στο λαιμό μου), κι έλεγα πως, είτε έτσι είτε αλλιώς, εγώ θα
μπορούσα να συνεχίσω την επιδαπέδια απελπισία μου απαράλλαχτα, κι ευτυχισμένη
σχεδόν, μ’ αυτή την οδύνη που εξαπλωνόταν ταχύτατα στο αίμα μου σαν ιός, τα
σπασμένα νερά μιας δεκαετίας που μ’
εγκατέλειπε αδιάφορα μέσ’ από τα πόδια μου και το καθησυχαστικό βουητό του
απορροφητήρα
Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016
no dawn no day
Απέκτησε,
τελικώς, την ψευδαίσθηση ότι η ζωή δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε, τέλος
πάντων, αρχικά υποθέσει· πιθανότητες περιέπλεκαν τις απλούστερες καθημερινές της
δραστηριότητες· για να βγει, φερειπείν, από το μπάνιο στο σαλόνι, σκόνταφτε
στα κουβαριασμένα ενδεχόμενα πάνω στο χαλί. Περνούσε τις μέρες της, ασφαλώς,
περιμένοντας το τηλέφωνο να χτυπήσει· έχοντας απολέσει τη γνώση πως τα
τηλεφωνήματα είχαν προ πολλού υποκατασταθεί εν μέρει από τα μέσα κοινωνικής
δικτύωσης· συνεπώς, η πιθανότητα επικοινωνίας συμπαρέσυρε συνήθως κατ’ ανάγκη
διαφημίσεις απορρυπαντικών, παιδικών τροφών και μαγικών αναλγητικών, καθώς και
την έκθεση στα αιτήματα φιλίας ατόμων παντελώς αγνώστων της. Πίστευε, για ένα
διάστημα, πως η ποίηση, ενδεχομένως, θα την έσωζε· πως οι λέξεις θα μπορούσαν,
ίσως, να την απεγκλωβίσουν, να εξαναγκάσουν το τηλέφωνο να χτυπήσει ή έστω (κι
αυτό θα της ήταν, στ’ αλήθεια, αρκετό) να κάνουν το χρόνο περισσότερο υποφερτό.
Γιατί είχε αποκτήσει, επίσης, την κακή συνήθεια να υπολογίζει το χρόνο σε μικρά
ανάποδα βήματα από και προς το σώμα του· πριν και μετά τις λέξεις του· ή και διαγωνίως
διασχίζοντας τις σπηλαιώδεις σιωπές του· να ρυθμίζει την αναπνοή της
ισορροπώντας ανάμεσα στους πόλους του, έρμαιο ενός πανίσχυρου μαγνητικού πεδίου
που την κρατούσε μετέωρη (χωρίς πόνο, βεβαίως, χωρίς επιπρόσθετες εξάρσεις,
χωρίς υποτίτλους) σε μια χρονική στιγμή αδιευκρίνιστη (ούτε μέρα, ούτε νύχτα)· ένα
μικρό ζώο μουμιοποιημένο μέσα σε παγετώνα. Απέφευγε λοιπόν, το κατά δύναμιν,
τις σκέψεις, τις υποθέσεις, τις διατυπώσεις· απέκλειε εξ ορισμού τις
φωτογραφίες· έπινε και κοιμόταν αποκλειστικά στη βεράντα κάτω από μια μικρή
χάρτινη ομπρέλα. Έτρεμε τη λήθη –μόνο αυτήν. Η ασθένεια, βεβαίως, επέλαυνε
σταθερά· τα άκρα της γέμιζαν μικρές γαλάζιες φλέβες, που όλο πύκνωναν και
προόδευαν προς τον κορμό, σαν να επέκειτο η μεταμόρφωσή της σε ωκεανό. Εκείνη
ήξερε, ασφαλώς, πως περί άλλου επρόκειτο· επέμενε ωστόσο με κάποια φιλαρέσκεια
να περιβάλλει τη νέα της όψη με ταιριαστά αξεσουάρ (ένα μαντήλι γαλάζιο, ένα
καπέλο, ένα ζευγάρι γάντια)· και παρακολουθούσε ήρεμη καθώς τα έπιπλα φούσκωναν
κι έσκαγαν μεριές-μεριές από την υγρασία. Και θυμόταν, όλο θυμόταν· επιμελώς· ψυχαναγκαστικά
σχεδόν· ρυθμικά· με μια μνήμη ρετρό χαρτονένια σαν κιτρινισμένη καρτ-ποστάλ· το
σώμα της όλο, ένα μονοπάτι με σημαδεμένες κρυψώνες· ίσκιος πουθενά.
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016
when the cold winds blow
κι ήταν φορές που
θα μπορούσα, με λίγη προσπάθεια ή μια βοήθεια μικρή από τις περιστάσεις (να
τύχει να μ’ αγγίξεις, ας πούμε, δυο φορές στο ίδιο σημείο), να μπερδέψω το όλο
πράγμα με την ευτυχία· να ισχυριστώ πως φόβος ουδείς με διαγούμιζε μήτε μνήμη
θανάτου· κι η αναπνοή μου μια πρόφαση να συνεχίσω να υπάρχω στο εξαιρετικό
μεταίχμιο της επιθυμίας σου. Κι ήξερα πως σε ύπνο μέσα σε συναντούσα και πως με
μια δρασκελιά θα με πρόφταινες, αν ήθελες, προτού καταποντιστώ –μα ήταν όλα προς στιγμήν ωραία κι εγώ έτοιμη και κουρασμένη λαχταρούσα μόνο μια περισπωμένη να
κοιμηθώ ανάμεσα στα χόρτα. Ψιλόβρεχε μια βροχή κρουστή σα τζάμι σπασμένο·
μάκραιναν τα μαλλιά μου· τα σπλάχνα μου άδειαζαν· γυρισμένη τα μέσα έξω έσταζα πευκοβελόνες
σα ρούχο που το τινάζει κάποιος σ’ ένα μπαλκόνι· και με κοιτούσες ίσια μέσα στα
μάτια ενώ γύρω μας ο κόσμος γκρεμιζόταν
αθόρυβα, θεαματικά και αμετάκλητα, κι ήταν όλο τόσο εξωπραγματικό που σκέφτηκα ήρεμα, όνειρο, ας
είναι, και συνειδητοποίησα πως σε
κοιτούσα κι εγώ ευθεία στα μάτια ώρα πολλή κι ήμουν, ωστόσο, ζωντανή. Κι
απελπίστηκα τότε βίαια και πραγματικά, πως ελπίδα δεν υπήρχε να πάψω, να μην
είμαι, και πως θα ’πρεπε σε λίγο να ξυπνήσω, ή να ξανακοιμηθώ, ό,τι από τα δύο,
και να περπατήσω ξανά μονάχη στη λεωφόρο, να μ’ αγκαλιάσουν τα παιδιά και να
ποτίσω τη βουκαμβίλια προσβλέποντας πάντοτε πως ίσως, ίσως εφέτος
Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016
I had everything I needed to commit suicide
κι όταν η απόσταση
μεγάλωνε, σε ονειρευόμουν σε κάτι όνειρα απλοϊκά χολυγουντιανής αισθητικής·
περπατούσαμε, ας πούμε, σε μια προκυμαία γεμάτη κόσμο με ορίζοντα γκρίζο
τρώγοντας μαλλί της γριάς ξαφνικά σειρήνες
χτυπούσαν έσκαγαν βόμβες και γέμιζε το
σκηνικό ανθρώπους που μας γάζωναν με αυτόματα από όλες τις μεριές το ζαχαρένιο
μου σύννεφο βαφόταν κόκκινο από το αίμα κάποιου αγνώστου και πετούσε με μια
βίαιη ριπή αέρα ανέμελο πάνω από τη θάλασσα, κι εγώ το κοιτούσα συγκρατώντας με
τα δυο χέρια το ψάθινο καπέλο μου και σου φώναζα, ατάραχη τελείως, μόνο για ν’ ακουστώ
πάνω από τις στριγκλιές και το πανδαιμόνιο, αύριο ίδια ώρα,
μετά μου έδινες ένα φιλί κινηματογραφικό κάτω από κάποια δυσδιάκριτη επιγραφή που
είχε προκύψει ξαφνικά εντελώς πάνω από τα κεφάλια μας κι ενώ το μακελειό εξακολουθούσε
απομακρυνόσουν με βήματα αργά πάνω στην προκυμαία, και καθόλου δεν ανησυχούσα, καθώς
γύρω σωριάζονταν πτώματα κι αυτοκίνητα λαμπάδιαζαν μα τίποτα δε μας ακουμπούσε,
τότε αιφνιδίως παρατηρούσα που φορούσες ένα μπλουζάκι βυσσινί κι αμέσως άνοιγε ο
ορίζοντας στα δύο και με κατάπινε και μ’ έφτυνε αμάσητη στα μισά της κόλασης
Παρασκευή 25 Απριλίου 2014
Απογεύματα με τον εχθρό μου
Λοιπόν ναι, έγινα μάνα. Χαθήκαμε λίγο, αλλά δε μπορεί, αυτό το έχεις εμπεδώσει, δεν ξεχνιέται ως πληροφορία. Ελπίζω να σου έλειψα.
Αν δεν το έχεις ήδη καταλάβει, η παρούσα ανάρτηση είναι αφιερωμένη σ' εσένα. Ναι, σ' ΕΣΕΝΑ, γονιέ των άλλων παιδακίων που ζουν και μεγαλώνουν (από θαύμα, θα έλεγα, αλλά ας μην προτρέχουμε), στον πλανήτη γη, και πιο συγκεκριμένα στην πόλη μου, με αποτέλεσμα να σας τρακάρω κάθε τρεις και λίγο τα απογεύματα στην παιδική χαρά, στον παιδότοπο, στο σούπερ-μάρκετ κ.ο.κ. (διότι αν ζούσατε στη Μαδαγασκάρη και δε σας έτρωγα ποτέ στη μάπα, δε θα χαλούσα και e-σάλιο για να σε κράξω).
Λοιπόν. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ ΚΑΤΕΡΙΑΝΝΑ. Δηλαδή τώρα μπορεί να μπορείς, αλλά όταν κυβερνήσω τον κόσμο ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙΣ. Η χρήση ονομάτων όπως Κατεριάννα, Μαριοθόδωρος και Ελενοβαγγελίτσα θα ποινικοποιηθεί.Το ίδιο θα ισχύσει και για όλα τα ονόματα του τύπου Συλβί, Μάριον, Νταϊάνα κ.ο.κ. (υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι έβγαλες το παιδί σου Συλβί απλώς επειδή σου καύλωσε, ενώ διαμένεις στην Ελλάδα και δεν έχεις π.χ. κάποια ξενική καταγωγή -η ποινή, δε, θα είναι ισόβια κάθειρξη στην περίπτωση που το φωνάζεις κάπως έτσι ενώ το έχεις βαφτίσει Ευτέρπη ή Θέκλα, και προσπαθείς να μου εξηγήσεις το δημιουργικότατο τρόπο με τον οποίο από το Θέκλα προκύπτει ως χαϊδευτικό το Συλβί), καθώς και για τα ονόματα του τύπου Μιχαήλ ή Εμμανουήλ (αναφέρομαι στις περιπτώσεις που φωνάζεις όντως το νήπιο Μιχαήλ και Εμμανουήλ, κι αν τολμήσει κανείς να του πει γεια σου Μιχαλάκη/Μανωλάκη τον κοιτάζεις έτοιμος να του πάρεις το κεφάλι.) Την περίπτωση των διπλών ονομάτων με τη λογική κρατάμε-τις-παραδόσεις-και-ευχαριστούμε-τους-παππούδες-αλλά-ταυτόχρονα-δείχνουμε-και-πόσο-προχώ-άτομα-είμαστε, όπως Γιωργάκης-Αναξίμανδρος, Ελενίτσα-Ιωσηφίνα και τα λοιπά και τα λοιπά, δεν την αναφέρω γιατί έχω την αίσθηση ότι έχει παλιώσει λιγάκι ως μόδα αλλά, καλού-κακού, θα προσθέσω μια σχετική μεταβατική διάταξη. Και για να μην το ξεχάσω, θα περάσω ρύθμιση με την οποία θα ορίζεται ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό παιδιών με τα ονόματα Μυρτώ και Δανάη για τους παιδικούς σταθμούς και τα σχολεία.
Συνεχίζω. ΒΛΑΜΜΕΝΕ, σταμάτα να ουρλιάζεις στο 16 μηνών μωρό σου ότι η μπάλα που πήρε δεν είναι δικιά του, αλλά του γιου μου, και να επαναλαμβάνεις με στριγκιά φωνή σαν την κομμένη κεφαλή ότι δεν πειράζουμε ξένα πράγματα. Το μωρό σου δεν είναι, και κατά πάσα πιθανότητα δε θα γίνει (ή αν γίνει, θα είναι τέλος πάντων συμπτωματικό) ο Ρωχάμης. Τα 16 μηνών μωρά ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΝ να κατανοήσουν κοινωνικές συμβάσεις και έννοιες όπως η ιδιοκτησία, μπορούν μόνο να τρομάξουν από τη γκαρίδα σου. ΕΣΥ, ωστόσο, ΠΑΝΙΒΛΑΚΑ, θα έπρεπε να μπορείς να κατανοήσεις από μόνος σου αυτό που μόλις σου εξήγησα. Επίσης, αν περιμένεις να απειλήσω κι εγώ το νήπιό μου ότι θα το στείλω στο αναμορφωτήριο επειδή ακούμπησε τη Μπάρμπι του δικού σου, μάντεψε, δε θα το κάνω. Θα φροντίσω απλώς να αφήσει ήσυχη τη γαμω-Μπάρμπι σας αποσπώντας του την προσοχή με μια συναρπαστική χαρτοπετσέτα, και θα το πάρω αγκαλιά. Γιατί ΕΙΝΑΙ ΜΩΡΟ, πανίβλακα.
Ας προχωρήσουμε σε κάτι σοβαρότερο τώρα. Φιλάρα, συγχώρα με που στη χαλάω, αλλά ΟΧΙ, η παιδική χαρά ΔΕΝ είναι μέρος για να καπνίζεις. Το ότι είναι ανοιχτός χώρος και δυστυχώς δεν έχει μια γαμωταμπέλα 2Χ2 που να γράφει ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ, κι έναν ελεύθερο σκοπευτή να εκτελεί επιτόπου όποιον ανάψει τσιγάρο μέσα (μέτρα τα οποία θα ληφθούν άμεσα μόλις κυβερνήσω, όπως είπαμε, τον κόσμο), ΔΕ σημαίνει ότι εσύ μπορείς να μπαίνεις ΜΕ ΠΟΥΡΟ και να το φυσάς πάνω από το μωρό μου στην τσουλήθρα. Και εσύ, ναι ΕΣΥ, που σβήνεις τη γόπα κάτω, την οποία θα μπορούσε λίγους μήνες πριν να φάει το μωρό μου και να το τρέχω για πλύση στομάχου, απλώς επειδή το δικό σου παιδί δεν είναι πια μωρό και έχει εμπεδώσει πλέον ότι δεν τρώμε γόπες από το πάτωμα οπότε στ' αρχίδια σου, αν σε ξαναπετύχω, θα σου χώσω τη γόπα στο μάτι.
Τις υπόλοιπες πεταμένες γόπες (διότι δυστυχώς σπέρνεις άφθονες στο διάβα σου), ομοίως και τα πεταμένα-χρησιμοποιημένα μωρομάντηλα, θα σου τα χώσω στο άλλο μάτι την επόμενη φορά που θα σε πετύχω να έχεις πάει, υποτίθεται, τα παιδιά σου να παίξουν σε παιδική χαρά/παιδότοπο/οποιοδήποτε άλλο μέρος και να πίνεις σε ζεν κατάσταση τον καφέ σου ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ ΑΠΟΛΥΤΩΣ την ύπαρξη και τις ενέργεις των παιδιών σου.Τα οποία παιδιά σου, αναλόγως της φάσης, μπορεί να κινδυνεύουν, να πέφτουν, να κάνουν χαμό, να χτυπάνε το 19 μηνών μωρό μου (ενώ τα ίδια είναι 7 χρονών, ας πούμε), να του παίρνουν την κουδουνίστρα του για τσαμπουκά (ενώ είναι και πάλι 7 χρονών), να μου πιάνουν ακατάσχετη κουβέντα κι εγώ να πρέπει να τους απαντάω επειδή τα λυπάμαι και δε θέλω να κλονίσω την εμπιστοσύνη τους στην ανθρωπότητα, μία παραπάνω που έχουν για γονιό ΕΣΕΝΑ, μουλάρι, που ενώ διαδραματίζονται όλα αυτά κάνεις ότι δε βλέπεις και ρουφάς ηδονικά το φρεντοτσίνο σου.
Επίσης. ΒΛΑΜΜΕΝΕ γονιέ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ: θα πάρεις το βλαστάρι σου να φύγετε επειδή πετάει πέτρες/δαγκώνει τον Κωστάκη/έκανε κλειτοριδεκτομή στην Ελενίτσα, Ή ΌΧΙ;;; Ειλικρινά, στ' αρχίδια μου, κάνε ό,τι γουστάρεις. Αλλά την τριακοστή έβδομη φορά που θα φωνάξεις ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ, ΦΕΥΓΟΥΜΕ Τ Ω Ρ Α, και τρία δευτερόλεπτα μετά θα ξανακαθίσεις σα να μη συνέβη ποτέ, συνεχίζοντας να ρουφάς το φρεντοτσίνο, πρόσεξε, θα έχω φυλαγμένες μερικές γόπες και για το δικό σου μάτι. Εκτός κι αν είσαι πιστοποιημένα σχιζοφρενής ή πάσχεις από διαγνωσμένη απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης.
(Σου το είπα ότι είσαι φλώρος που πίνεις φρεντοτσίνο, ε;)
Και μιας και πιάσαμε τις διατροφικές σου συνήθειες. Όταν το παχύσαρκο τετράχρονό σου ρουφάει ως τον πάτο μπροστά μου ένα κουτάκι λίπτον άις τι (το οποίο επί δέκα λεπτά του αρνείσαι και καλά να πιει, κι αφού το αφήνεις να πλαντάξει κάνα πεντάλεπτο έτσι για το χαβαλέ, αποφαίνεσαι "καλά, πιες 2 γουλιές και θα μου το δώσεις"), και πέντε λεπτά μετά περιφέρεται με μια σακούλα κουλουροπαξιμαδάκια, και πέντε λεπτά αργότερα μασουλάει κρουασανάκι, πάρ' το χαμπάρι, το κακοποιείς. Μπορείς να είσαι ΟΣΟ παχύσαρκος γουστάρεις από επιλογή, διότι είσαι ενήλιξ. Αλλά ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ να κάνεις το τετράχρονο παχύσαρκο, καταδικάζοντάς το κατά πάσα πιθανότητα να είναι παχύσαρκο όλη του τη ζωή, ΟΦΕΙΛΕΙΣ να προστατεύεις την υγεία του παιδιού σου, όχι να την υπονομεύεις συνειδητά μπουκώνοντάς το συστηματικά σκουπίδια. Σε κάθε περίπτωση, κι επειδή εγώ μπορεί να σε κράζω εδώ πέρα, αλλά στην πραγματικότητα δε θα έρθω ποτέ να σου ζητήσω το λόγο γιατί ταΐζεις το βρέφος δρακουλίνια, διότι σέβομαι ως έννοια αυτό το γαμημένο privacy που λέμε, πρόσεξε καλά, μην ξανακάνεις ποτέ το λάθος να σχολιάσεις αυτοπροαιρέτως το γιατί εγώ ΔΕΝ δίνω δρακουλίνια στο δικό μου, ούτε -πρόσεξε καλά τώρα- το γιατί/πόσο/κάθε πότε/μέχρι πότε το/θα το θηλάζω. Και ΟΧΙ, δεν είναι υποκειμενικά όλα, εγώ είμαι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ φυσιολογική που θηλάζω, γιατί ΟΛΑ ΤΑ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ ΒΥΖΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΟΥΣ, κι εσύ είσαι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ λάθος που το ταΐζεις δρακουλίνια (και, για όνομα, μη μου ζητήσεις να σου το τεκμηριώσω ΚΑΙ αυτό, ΒΑΡΙΕΜΑΙ).
Α, και να μην ξεχάσω. Η ευγενική απάντηση στο γιατί έχω μακριά μαλλιά στο γιο μου, είναι ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΓΟΥΣΤΑΡΩ. Η μη ευγενική εμπεριέχει αίμα, σπέρμα, βία και γενικότερα σκηνές ακατάλληλες για παιδάκια. (Και όχι, δεν προσβλήθηκα, πανίβλακα, που δεν αντελήφθης τα υπερφυσικά τεράστια γεννητικά όργανα του γιου μου, που από τώρα γράφει ΓΑΜΑΩ στο μέτωπο. Αλλά προσβάλλομαι τα μάλα που αυτό φοβάσαι, βλαμμένε σεξιστή και ομοφοβικέ, που μου την είπες γιατί η μπάλα του ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΜΗΝΩΝ γιου μου είχε πάνω τη μικρή γοργόνα και φοβήθηκες ότι θα του καταστρέψει τη σεξουαλικότητα).
Αυτά, πάνω κάτω.
Και πρόσεξε, τώρα, να σου λύσω μερικές πιθανές απορίες.
Στην περίπτωση που στην πορεία της ανάγνωσης αναρωτήθηκες αν θεωρώ ότι είμαι τόσο καλύτερος γονιός από εσένα, η απάντηση είναι ναι, ναι, ΝΑΙ.
Αν τώρα σκέφτεσαι ότι την έχω ψωνίσει κι ετοιμάζεσαι να μου χτυπήσεις να κοιτάξω τα χάλια μου, γιατί κι εγώ έχω σίγουρα ένα κάρο ελαττώματα σαν άνθρωπος, σπεύδω να σου διευκρινίσω ότι έχω περισσότερα ελαττώματα από όσα ίσως φαντάζεσαι. ΠΑΡ' ΟΛΑ ΑΥΤΑ, ωστόσο, ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΩ να είμαι λιγότερο βλαμμένος από σένα, και, το κυριότερο, ΔΕΝ ΠΙΝΩ ΦΡΕΝΤΟΤΣΙΝΟ.
Στην αποφράδα περίπτωση που σκοπεύεις να μου αφήσεις κανένα σχόλιο με ατάκα του τύπου όλες μανούλες είμαστε, όλες οι μανούλες αγαπάμε το ίδιο τα παιδάκια μας, ή η κάθε μανούλα κάνει το καλύτερο για το παιδάκι της,
Σάββατο 9 Μαρτίου 2013
Ατένσιον, μπερθ χόρορ στόρι αχέντ.
Λοιπόν...πού είχαμε μείνει;
Α, ναι, εκεί που ο Αννίβας ήταν ακόμα μέσα κι εγώ παραληρούσα σουρομαδώντας τη γάτα. Ρε πούστη μου, περάσαν έξι μήνες και δεν το κατάλαβα, κοίτα να δεις.
(Συμπαθάτε με. Στη νέα, γονεϊκή πραγματικότητα, ο χρόνος ως έννοια έχει γίνει κάτι...πώς να το πω; Σα λάστιχο. Βασικά δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνω τις μέρες που περνάνε, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: να έχουν περάσει δηλαδή δύο ώρες κι εγώ να νομίζω ότι ήταν δέκα. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι όντως υπήρξαν κάποτε φάσεις στη ζωή μου που βαριόμουνα ας πούμε κι έσπαγα μπαλάκια στο zuma για να ηρεμήσω καμιά-δυο ώρες, κι αναρωτιέμαι πώς στο καλό γίνεται τώρα μέσα στον ίδιο χρόνο να έχω μαγειρέψει-βάλει πλυντήριο-σιδερώσει-κάνει μερικές ακόμα δουλειές (σχεδόν πάντα με το νιντζομωρό πάνω μου στο σλινγκ) ΚΑΙ επίσης να έχω κάνει μπάνιο, να έχω βαφτεί-χτενιστεί, να έχω αλλάξει-ντύσει το νιντζομωρό και να είμαι έτοιμη για έξω. Και να μου φαίνεται φυσιολογικό. Άσε που σε εξαιρετικές ας πούμε φάσεις, που πασάρω το νιντζομωρό στο μωρό για να "ασχοληθώ με τον εαυτό μου" (κοινώς να κάνω μπάνιο όχι σε δέκα αλλά σε ΕΙΚΟΣΙ ολόκληρα λεπτά, να κάνω καμιά αποτρίχωση και να βάψω κανένα νύχι), σύνολο ας πούμε μιάμιση ώρα στη χειρότερη περίπτωση, νομίζω μετά ότι τον έχω αφήσει μισή μέρα τουλάχιστον και τρέχω σαν την τρελή να τον πάρω γιατί πάσχω από κρίση έλλειψης.)
[Επειδή τώρα το ξέρω ότι το αναρωτιέστε, λοιπόν ΟΧΙ, δεν έχω αφήσει το νιντζομωρό-βρωμερούλι για πάνω από δύο ώρες, δύο φορές συνολικά. Και το έκανα για να πάω στο γιατρό (θα τον έπαιρνα μαζί αλλά δεν έχω αμάξι και δεν ήθελα να τον βάλω στη συγκοινωνία.) Και ναι πάμε για καφέ οικογενειακώς. Και κοιμόμαστε και όλοι μαζί, ΕΝΤΑΞΕΙ; (Μην ακούσω τώρα καμιά αηδία περί καταστροφής της προσωπικής ζωής του ζευγαριού, διότι πλέον ξέρω από πρώτο χέρι ότι τέτοιες "συνταγές" επιτυχίας/αποτυχίας δεν παίζουνε. Εννοείται ότι είναι προσωπικό θέμα το αν σε ευχαριστεί ή όχι να κοιμάσαι μαζί με το μωρό. Αλλά το αν πηδιέσαι ή δεν πηδιέσαι, άπαξ και ΥΠΑΡΧΕΙ ένα μωρό, ουδεμία σχέση έχει με το ΠΟΥ αυτό κοιμάται. Το θέμα είναι ΝΑ κοιμάται. Αν ΔΕΝ κοιμάται, σε οποιοδήποτε σημείο του σπιτιού κι αν υποθέσουμε ότι θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό, σεξ γιοκ. Εάν κοιμάται μακάριο ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ, και κοιμάται ΤΑΚΤΙΚΑ μακάριο (οπότε δεν είσαι γκρι σα ζόμπι από την αϋπνία, εξαντλημένος, άπλυτος και με αξύριστες μασχάλες), ήμαρτον, έχεις ΟΛΟ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΣΠΙΤΙ για να κάνεις όσο σεξ γουστάρεις. Κι ακόμα κι αν δεν είσαι περιπετειώδης τύπος του πλυντηρίου/νεροχύτη/μπαλκονιού/(συμπληρώστε κατά βούληση), τι στο διάολο, ένα καναπέ τον έχεις, δεν τον έχεις; Αυτά. Και μετά επιστρέφεις στο δωματιάκι σου και κοιμάσαι αγκαλιά με το βρωμερούλι. Που μυρίζει τόσο ωραία και είναι τόοοοοοσο γλυκό *πετάρισμα βλεφαρίδων* Και έλεος δηλαδή, έχουμε ένα τεράστιο κρεβάτι, θα αφήσουμε το βρωμερούλι να κοιμάται μόνο του στο σκατοκουνάκι;! Μόνο τη γάτα έχουμε εξώσει προσωρινώς (αν και τα μωρά δεν παθαίνουν τίποτα από κατάποση τρίχας περσικής γάτας -τεσταρισμένο *σφυρίζει ανέμελα*), αλλά σε λίγο καιρό τη βλέπω να επιστρέφει και αυτή. Διότι, όπως απεφάνθει και το μωρό που, είπαμε, αποφαίνεται σπανίως αλλά όταν το κάνει ζωγραφίζει, "ο ύπνος είναι οικογενειακή υπόθεση, το γαμήσι είναι μια άλλη ιστορία".]
Λοιπόν τι σας έλεγα; Α ναι, πώς γέννησα. Σας χρωστάω ένα επετειακό στόρι γιατί, τι στο καλό, το νιντζομωρό θα γίνει σε οχτώ μέρες έξι μηνών. Και θ' αρχίσει και να τρώει πραματάκια. Κι εγώ θα μυξοκλαίω από συγκίνηση που πλέον δε θα το ταΐζω μόνο εγώ. Και θα είναι τόοοοοοοσο γλυκό με τα μικρά του κουταλάκια και τα μικρά μπολάκια του και πασαλειμμένο με τα φρουτάκια του. Και δεν ξέρω αν σας το είπα, αλλά μυρίζει τόοοοοοοσο ωραία...(ωχ, πάλι μ' έπιασε το βλεφάρισμα, σταματήστε με.)
Λοιπόν ναι, θυμάστε που σας έλεγα τόοοοτε ότι ο ντόκτορ είχε προβλέψει το ΣΚ; Ε, μέσα έπεσε. Περίπου δηλαδή, γιατί το βρωμερούλι ήρθε τη Δευτέρα, αλλά έσπασε τα νερά χαράματα στις πέντε οπότε ψυχολογικά ήμασταν ακόμα στο ΣΚ. Και βγήκε έξω ΑΚΡΙΒΩΣ δώδεκα ώρες μετά, έλεος δηλαδή τέτοια ακρίβεια αυτό το παιδί (ναι, Παρθένος είναι, θέλετε κάτι;).Αλλά μισό. Ήμουνα εκεί που έσπασε τα νερά, ή καλύτερα πέντε-έξι ώρες νωρίτερα, δηλαδή έντεκα προς μεσάνυχτα Κυριακής, όταν η ετοιμόγεννη τρελή αποφάσισε α) να σιδερώσει μια ντάνα ρούχα και β)να βάψει μόνη της τα νύχια των ποδιών της. Και τα κατάφερε, φυσικά -σε αψεγάδιαστο ΚΑΙ φωσφοριζέ φούξια, παρακαλώ. Μετά έστειλε το μωρό για νάνι (γιατί την ψυχανεμιζόταν τη δουλειά και λέει άσε μην είναι κι αυτός άυπνος), και τέλος πάντων κατά τις τρεις ξαπλώνει κι αυτή (αφού είχε καταπολεμήσει μια ασυγκράτητη παρόρμηση να σφουγγαρίσει και το πάτωμα, και ήταν πλέον βέβαιη, εξαιτίας ακριβώς της εν λόγω παρορμήσεως αλλά και του προηγηθέντος σιδερώματος ΚΑΙ πεντικιούρ, ότι οσονούπω γεννάει).
Να μη σας τα πολυλογώ, η τρελή ξυπνάει στις τέσσερις και μισή, από φαγούρα στην κοιλιά. Το παθαίνουν ενίοτε οι γκαστρωμένες (είναι που τσιτώνει το δέρμα; δεν είμαι σίγουρη, πάντως συμβαίνει), αλλά αυτό παραήταν. Σηκώνεται πάνω με μια γενικότερη ανησυχία αλλά κανένα άλλο σύμπτωμα, κάνει μια βόλτα, τρώει κάτι κουλουράκια γιατί πεινάει. Κάθεται στον καναπέ, και η γάτα (που ποτέ δεν πλησίαζε άνθρωπο -ο παρατατικός οφείλεται στο ότι στη μ.μ., ήτοι μετά μπέμπη, εποχή έχει μεταμορφωθεί στο πιο χαδιάρικο πλάσμα του κόσμου, δεν ξέρω πώς έγινε αυτό) τρέχει να τριφτεί στις γάμπες της. "Έσπασε η έβδομη σφραγίδα", σκέφτεται η τρελή, "το μισάνθρωπο ζώο με πλησίασε, γεννάω". Και σηκώνεται και ανοίγει τον υπολογιστή, να γκουγκλάρει αν η φαγούρα στην κοιλιά είναι μεταξύ άλλων και σύμπτωμα τοκετού.
Λοιπόν δεν πρόλαβα να το γκουγκλάρω, γιατί το νιντζομωρό έσπασε τα νερά. (Αλλά για να μην μείνετε με την απορία, δεν είναι -ή έτσι μου είπε τουλάχιστον ο μαιευτήρας μου).
Και μετά ξεκίνησε το γέλιο, με μένα (τέρας ψυχραιμίας) να πηγαίνω στο καημένο το μωρό και να του λέω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας "ρε μωρό..."
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να φανταστείτε το μωρό, που έχει μια καταπληκτική ικανότητα, αν του μιλήσεις την ώρα που κοιμάται, να ανοίγει τα μάτια σα νεκροζώντανος και να απαντάει κατευθείαν "τι" ή "ναι", εξακολουθώντας ωστόσο να είναι ΤΕΛΕΙΩΣ κοιμισμένος. Είπε λοιπόν το κλασικό "ναι", του λέω εγώ πολύ φυσικά "δε σηκώνεσαι να φτιάξεις κανένα καφεδάκι;", μου ξαναλέει "ναι" (κοιμισμένος ακόμα), κι εγώ συνεχίζω ακόμα φυσικότερα, "γιατί μου σπάσανε τα νερά".
Κι εκεί μετάνιωσα τρελά που δεν το έκανα αυτό τραβώντας βίντεο ή έστω με μια φωτογραφική μηχανή ανά χείρας, γιατί πετάχτηκε σα να τον χτύπησα με τέιζερ, με γουρλωμένα μάτια και φωνάζοντας "τι". Είχε τόσο επική φάτσα, που αν (προσοχή, σπόιλερ) ήταν να έχω νορμάλ τοκετό, δεν υπάρχει περίπτωση, θα μου είχε φύγει το παιδί από τα γέλια.
Τέλος πάντων, να μη σας τα πολυλογώ, σηκώνεται το μωρό, με ένα μίνι πανικό αν και γενικά είναι σαολίν (και το απέδειξε περίτρανα και στην πορεία, μιλάμε ΤΟΣΟ σαολίν πια ακόμα και μένα που τον ξέρω με εξέπληξε κάπως), εγώ στην καρακοσμάρα μου και κουλ Αλέξης εντελώς, πρώτον επειδή ούτε πονούσα ούτε τίποτα και δεύτερον επειδή, δεν ξέρω αν σας το είχα πει, αλλά είχα μία ακράδαντη, ακλόνητη και αμετακίνητη (μπετοκολόνα, ένα πράμα) πίστη ότι θα γεννήσω πανεύκολα, φυσιολογικότατα, ομαλότατα, και δε φοβόμουν απολύτως τίποτα (εκτός από τον ορό -ναι, εννοώ τον ορό, το να μου βάλουν ορό. Καθένας με τα προβλήματά του, εντάξει;). Κάνω μπανάκι, ντύνομαι, βάφομαι, χτενίζομαι, περιμένω να πάει έξι η ώρα για "να μην ξυπνήσω νωρίτερα τον καημένο το γυναικολόγο μου" (ναι, το εννοώ), στις έξι τον παίρνω, μου λέει πήγαινε στο μαιευτήριο κι έρχομαι κι εγώ.
Εγώ με το πάσο μου εντελώς, μου έρχεται να πιω...φραπέ. Σημειωτέον τρελή λάτρις του φραπέ, αλλά στην εγκυμοσύνη αρχικά έπινα ντεκαφεϊνέ και μετά έκοψα εντελώς το νες επειδή λένε ότι δεν είναι και πολύ καλός ποιοτικά. Οπότε λέω στο μωρό "ρε θέλω να πιω μια φραπεδιά", το μωρό με κοιτάει λίγο με φρίκη, έλα καλέ του λέω, δε βιαζόμαστε, "και φτιάξε μου μία κανονική βαρβάτη, σιγά τι θα πάθει το μωρό, τώρα πλέον βγαίνει από κει", ε κουλάρει και το μωρό και μου λέει "ναι ρε, δε γαμιέται, πιέστην". Μου φτιάχνει τη φραπεδιά, αράζω και την πίνω βγάζοντας ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (όποιος με προκαλέσει ότι σας λέω μαλακίες θα του στείλω, φαίνεται η ημερομηνία από τη μηχανή) για αναμνηστικό, και μετά κατά τις έξι και τέταρτο παίρνουμε τη βαλιτσούλα μας και κατεβαίνουμε, κύριοι, για να πάρουμε ταξί (θα έπαιρνα την αδερφή μου αλλά ήταν με ίωση οπότε δεν έπαιζε, και ο μόνος έτερος με τουτού ήταν ο πεθερός μου και δεν ήθελα μπαμπαδομαμάδες από πάνω μου εκείνη την ώρα).
Εννοείται ότι ο έρμος ο ταξιτζής έτσι λαλά που με είδε μας είπε χαμογελώντας "για προγραμματισμένη καισαρική πάτε, ε;". Ε τι να κάνω, του χαμογέλασα απλώς του ανθρώπου, τι να του πω, "όχι, έχω σπασμένα νερά" να πάθει σοκ να τρακάρει; Εξάλλου μια χαρά ήμουν, ουδεμία διαρροή, το αμάξι του δεν κινδύνευε, τι να τον αγχώσω τζάμπα τον άνθρωπο;
Και τώρα λίγο σε φαστ φόργουορντ, πάμε μαιευτήριο, με παίρνουνε, μπλα μπλα, όλα καλά, με πάνε τέλος πάντων εκεί που γεννάς (στο Ρέα δε σε πηγαινοφέρνουνε, σε πάνε σε ένα μέρος μόνη σου και ήρεμη με τον καλό σου κι εκεί γίνεται όλος ο τοκετός). Μπλα μπλα μπλα, μου βάζουν και ορό χωρίς να πεθάνω από το σοκ (τελικά ήταν λιγότερο τραγικό απ' όσο νόμιζα). Μου λένε για επισκληρίδιο.
Η τρελή, λοιπόν, δεν ήθελε να κάνει επισκληρίδιο. Πρώτον γιατί είχε την πίστη-μπετοκολόνα που λέγαμε πριν για τον υπέροχο και εύκολο τοκετό που θα είχε (παρ' όλο που μου ΕΙΧΕ ΠΕΙ ο ντόκτορ ότι το παιδί έχει μεγάλο κεφάλι, ότι θα γεννήσω μεν φυσιολογικά αλλά θα είναι ζόρι, ότι θα χρειαστεί μάλλον εμβρυουλκό κ.λπ. -εγώ σε άρνηση, με όνειρο λέει να γεννούσα αν γινόταν και με μαία στο σπίτι. ΜΠΟΥΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΧΑΑ.), και δεύτερον επειδή ΦΟΒΟΤΑΝ. Δεν ξέρω αν μπορείτε να αναλογιστείτε ΠΟΣΟ μπορεί να φοβάται την επισκληρίδιο ένας άνθρωπος που ΚΛΑΙΕΙ όταν του παίρνουν αίμα και κινδύνεψε να λιποθυμήσει επειδή του έβαλαν ορό. Λοιπόν τους ξαποστέλνω λέγοντας "όχι όχι ΟΧΙ" λες και μου πρότειναν να με κάνουν ανθρωποθυσία, και αρχίζω να κοπανιέμαι/μουγκρίζω/ό,τι τέλος πάντων αξιοπρεπέστατα με τις πρώτες συσπάσεις. (Απ' έξω οι μαίες/νοσηλευτές/νοσηλεύτριες πρέπει να είχανε βάλει στοιχήματα και να τρώγανε ποπ-κορν περιμένοντας πότε η ψυχωτική στο πέντε θα ζητήσει επισκληρίδιο. Ερχόταν και με ρωτούσαν κάθε ένα τέταρτο αν έχω αλλάξει γνώμη. Εγώ, βράχος.)
Και για να μην το πολυκουράζουμε, ας φτάσουμε στο σημείο που θρυμματίστηκε η μπετοκολόνα μου. Περνάει κάνα τετράωρο (σε φάση έχει πάει έντεκα και) κι εγώ έχω κάτι συσπάσεις ό,τι να 'ναι, πολύ λίγες, και διαστολή ελάχιστη. Μου έχουν βάλει φάρμακο εντωμεταξύ για ωδίνες και μου έχει γυρίσει το μάτι από τους πόνους αλλά και πάλι διαστολή νόου. [Προφανώς ήμουν από τις περιπτώσεις που σε "φυσική κατάσταση" (π.χ. γέννα σε σπίτι/χωράφι/στάβλο σε κανένα χωριό πριν μερικές δεκαετίες) θα κοιλοπονούσαν 2-3 εικοσιτετράωρα και (προσοχή, σπόιλερ) μάλλον θα είχαν πεθάνει στη γέννα -αν υποθέσουμε ότι κατάφερναν να βγάλουν το μωρό.ΜΠΟΥΑΧΑΧΑΧΑ ξανά.]
Μου λέει λοιπόν ο ντόκτορ ότι εκτός του ότι θα υποφέρω φριχτά χωρίς επισκληρίδιο για άγνωστο πόσες ώρες, ότι ΠΡΕΠΕΙ να γίνει επισκληρίδιος για να προχωρήσει η διαστολή. Τι να κάνω, λέω ναι, αλλά μου έχει γυαλίσει το μάτι από τον πανικό, έχω αγριέψει και πιστεύω τουλάχιστον ότι συνωμοτούν όλοι για να με σκοτώσουν. Για να καταλάβετε όταν ήρθε η αναισθησιολόγος, χωρίς να πω ΤΙΠΟΤΑ, μόνο από τη φάτσα μου, γύρισε και είπε πολύ σοβαρά στο γιατρό μου "εγώ δεν κάνω επισκληρίδιο σε γυναίκα με το ζόρι". Το συζητάω με το γιατρό (αν λέγεται συζήτηση αυτό που έκανα εκείνη την ώρα έτσι όπως ήμουν), λέμε άντε να περιμένουμε άλλη μια ώρα μήπως γίνει κάτι. Και κάθομαι, σα ζώον που είμαι, και υποφέρω άλλη μία ώρα. Κοντεύει μία εντωμεταξύ, έχω πάθει σοκ και από τον πόνο και πάμε με χίλια για επισκληρίδιο.
Λοιπόν τώρα προσέξτε. Δεν θέλω να τρομάξω καμία γυναίκα επειδή εγώ είμαι μουρλή. Ναι η επισκληρίδιος πονάει, ναι πονάει αρκετά, αλλά δεν είναι τίποτα τρομερό. Αν ήταν, δε θα γελούσαν μέχρι δακρύων μαζί μου ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΝΤΕ γυναίκες με τις οποίες μίλησα όσο έμεινα στο μαιευτήριο, που είχαν κάνει ΟΛΕΣ επισκληρίδιο, όταν τους το περιέγραψα ως "την πιο εφιαλτική εμπειρία της ζωής μου" και "απείρως χειρότερο από τη γέννα την ίδια". Για μένα έτσι ήταν, αλλά ήταν καθαρά θέμα φόβου. Όταν λέω ότι φοβήθηκα, εννοώ ότι πίστεψα ότι θα πάθω ανακοπή από το φόβο μου. Το μωρό που μπήκε μετά τα 'παιξε που με είδε, ήμουν σαν να με είχε μόλις βιάσει μία διμοιρία, δε μίλαγα από το φόβο μου, τέτοια ξεφτίλα. Εννοείται σε δέκα λεπτά που με έπιασε αυτή η ΥΠΕΡΟΧΗ, ΜΑΓΙΚΗ και ΤΕΛΕΙΑ αναλγησία της επισκληριδίου ήμουν τρισευτυχισμένη, φίλαγα τα χέρια του γιατρού που με έπεισε, τους αγαπούσα όλους και κάναμε χαβαλέ όλες τις υπόλοιπες ώρες μέχρι τις πέντε παρά είκοσι. (Για την ιστορία, μηδέν παρενέργειες από την επισκληρίδιο, όλα τέλεια.)
Ε, και μετά πήγαν όλα καλά (διαστολές κ.λπ.), και κάποια στιγμή μου είπαν γεννάμε. Και γεννήσαμε, χμ, όπως λέγανε μετά στους άλλους και μου γύρναγε το μάτι, "με ένα πόνο, μέσα σε δέκα λεπτά".
Τώρα τι παίχτηκε σ' αυτό το τεταρτάκι...Λοιπόν, να σας το συνοψίσω:
Τα θετικά της υπόθεσης: Δεν ένιωθα τίποτα σε πόνο από τον τοκετό τον ίδιο ή ό,τι άλλο συνέβαινε εκεί -ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΠΑΡΕΙ ΧΑΜΠΑΡΙ τι γίνεται εκεί -Νόμιζα ότι όλοι μου φώναζαν πανικόβλητοι για να με...ενθαρρύνουν -Δεν είχα διανοηθεί ότι κινδυνεύει κανείς - Είχα την αφελή εντύπωση ότι μπορούσε να γίνει καισαρική εκείνη την ώρα αν κάτι στράβωνε και το μόνο μου άγχος ήταν αυτό, μη δε βγει ο φυσιολογικός και κάνω χειρουργείο - Η φάση κράτησε όντως ένα τέταρτο -Το βασικότερο, ΟΛΑ ΠΗΓΑΝ ΚΑΛΑ -Και 45 μέρες μετά ήμουν (και παραμένω) σαν καινούρια (θαυματουργή επιστήμη).
Τα αρνητικά: Το σκηνικό ήταν όπως στο "στην εντατική", μαζεύτηκαν δέκα άνθρωποι που ούρλιαζαν, μου έβαζαν οξυγόνο, με ικέτευαν να σπρώξω (αλλά είπαμε, εγώ νόμιζα στην παραζάλη μου ότι υπερβάλλουν για λόγους ενθάρρυνσης.) - Πίστεψα ότι θα με σκοτώσει ή θα μου σπάσει τουλάχιστον ΟΛΑ μου τα πλευρά μια μαία που έσπρωχνε το μωρό από το στομάχι μου (και όχι εκεί δε φτάνει η επισκληρίδιος, μιλάμε για εφιάλτη) - Το νιντζομωρό ΔΕΝ χώραγε να βγει γιατί τελικά ήταν και 3.400, έσπασε μία βεντούζα στο κεφάλι του και φέραν άλλη πιο πάουερ, ολόκληρο μηχάνημα (εγώ ΧΑΜΠΑΡΙ σε όλα αυτά, ο σαολίν έκατσε και τα είδε όλα και δεν έπαθε ΤΙΠΟΤΑ -βασικά ήταν η μόνη στιγμή που ψυλλιάστηκα ότι κάτι πρέπει να πάει στραβά, όταν είδα ότι σε κάποια φάση τον σπρώχνανε να φύγει να μη βλέπει, αυτός δεν έφευγε και ήταν τόσο πανικόβλητοι που τον παράτησαν) - Όταν κατάλαβα ΠΟΣΑ ράμματα είχα, γελούσα ΠΑΡΑ ΜΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ που είχα αγοράσει λέει και το τζελ για το μασάζ που μπορεί να σου γλιτώσει λέει την περινεοτομή (εγώ είχα μάλλον τομή καισαρικής απλά σε λάθος σημείο.) - Ο γιατρός είπε στα ίσα στον άντρα μου ότι αν το παιδί είχε άλλα 100 γραμμάρια (πέσαμε στη μέγιστη δυνατή απόκλιση σε σχέση με τον υπολογισμό του υπέρηχου) "δεν θα το έβγαζε". Αυτά.
Και για να μη γινόμαστε μελοδραματικοί, ας επανέλθουμε στο μωρό-σαολίν που δύο ώρες μετά από αυτό το υπερθέαμα που παρακολούθησε (και το οποίο, όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι λίγο τι είχε γίνει, τον ΕΞΟΡΚΙΣΑ ότι δε θα μου περιγράψει ΠΟΤΕ), μου έκανε πρόστυχες γκριμάτσες πίσω από την πλάτη της μαίας που μου έφερε το νιντζομωρό και μου έδεχνε πώς πρέπει να το τοποθετήσω στο στήθος, και επειδή τον αγριοκοίταξα μόλις έφυγε μου είπε επί λέξει "μα τι φταίω εγώ, έχει έρθει η καυλονοσοκόμα" (ομολογουμένως ήταν καλή) "με το μαύρο στριγκάκι που φεγγίζει μέσα από το άσπρο" (αυτό δεν το είδα) "και σου ζουλάει τα βυζιά".
(Και μετά φίλη μου προσπαθούσε να με πείσει ότι "πρέπει να του συζητήσω κάποια στιγμή" για τα όσα είδε και ότι "μπορεί να μην το δείχνει αλλά να του έχει αφήσει... πράγματα", εννοώντας προφανώς ότι θα έπαθε ψυχολογικό τραύμα και δε θα του σηκώνεται. Και άντε να της εξηγήσεις.)
Ουφ, αυτά. Τώρα έχω γενικά πολλά να σας πω για το νιντζομωρό-βρωμερούλι. Που είναι τόοοοοοσο γλυκό και μυρίζει τόοοοοσο ωραία και...(ωχ, ναι, σταματάω). Αλλά όχι σε αυτό το ποστ. Παραμεγάλωσε, και επίσης πεινάω η (αποκλειστικώς θηλάζουσα) μάνα. Εντάξει;
Σι γιου για νέες περιπέτειες.
Α, ναι, εκεί που ο Αννίβας ήταν ακόμα μέσα κι εγώ παραληρούσα σουρομαδώντας τη γάτα. Ρε πούστη μου, περάσαν έξι μήνες και δεν το κατάλαβα, κοίτα να δεις.
(Συμπαθάτε με. Στη νέα, γονεϊκή πραγματικότητα, ο χρόνος ως έννοια έχει γίνει κάτι...πώς να το πω; Σα λάστιχο. Βασικά δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνω τις μέρες που περνάνε, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: να έχουν περάσει δηλαδή δύο ώρες κι εγώ να νομίζω ότι ήταν δέκα. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι όντως υπήρξαν κάποτε φάσεις στη ζωή μου που βαριόμουνα ας πούμε κι έσπαγα μπαλάκια στο zuma για να ηρεμήσω καμιά-δυο ώρες, κι αναρωτιέμαι πώς στο καλό γίνεται τώρα μέσα στον ίδιο χρόνο να έχω μαγειρέψει-βάλει πλυντήριο-σιδερώσει-κάνει μερικές ακόμα δουλειές (σχεδόν πάντα με το νιντζομωρό πάνω μου στο σλινγκ) ΚΑΙ επίσης να έχω κάνει μπάνιο, να έχω βαφτεί-χτενιστεί, να έχω αλλάξει-ντύσει το νιντζομωρό και να είμαι έτοιμη για έξω. Και να μου φαίνεται φυσιολογικό. Άσε που σε εξαιρετικές ας πούμε φάσεις, που πασάρω το νιντζομωρό στο μωρό για να "ασχοληθώ με τον εαυτό μου" (κοινώς να κάνω μπάνιο όχι σε δέκα αλλά σε ΕΙΚΟΣΙ ολόκληρα λεπτά, να κάνω καμιά αποτρίχωση και να βάψω κανένα νύχι), σύνολο ας πούμε μιάμιση ώρα στη χειρότερη περίπτωση, νομίζω μετά ότι τον έχω αφήσει μισή μέρα τουλάχιστον και τρέχω σαν την τρελή να τον πάρω γιατί πάσχω από κρίση έλλειψης.)
[Επειδή τώρα το ξέρω ότι το αναρωτιέστε, λοιπόν ΟΧΙ, δεν έχω αφήσει το νιντζομωρό-βρωμερούλι για πάνω από δύο ώρες, δύο φορές συνολικά. Και το έκανα για να πάω στο γιατρό (θα τον έπαιρνα μαζί αλλά δεν έχω αμάξι και δεν ήθελα να τον βάλω στη συγκοινωνία.) Και ναι πάμε για καφέ οικογενειακώς. Και κοιμόμαστε και όλοι μαζί, ΕΝΤΑΞΕΙ; (Μην ακούσω τώρα καμιά αηδία περί καταστροφής της προσωπικής ζωής του ζευγαριού, διότι πλέον ξέρω από πρώτο χέρι ότι τέτοιες "συνταγές" επιτυχίας/αποτυχίας δεν παίζουνε. Εννοείται ότι είναι προσωπικό θέμα το αν σε ευχαριστεί ή όχι να κοιμάσαι μαζί με το μωρό. Αλλά το αν πηδιέσαι ή δεν πηδιέσαι, άπαξ και ΥΠΑΡΧΕΙ ένα μωρό, ουδεμία σχέση έχει με το ΠΟΥ αυτό κοιμάται. Το θέμα είναι ΝΑ κοιμάται. Αν ΔΕΝ κοιμάται, σε οποιοδήποτε σημείο του σπιτιού κι αν υποθέσουμε ότι θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό, σεξ γιοκ. Εάν κοιμάται μακάριο ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ, και κοιμάται ΤΑΚΤΙΚΑ μακάριο (οπότε δεν είσαι γκρι σα ζόμπι από την αϋπνία, εξαντλημένος, άπλυτος και με αξύριστες μασχάλες), ήμαρτον, έχεις ΟΛΟ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΣΠΙΤΙ για να κάνεις όσο σεξ γουστάρεις. Κι ακόμα κι αν δεν είσαι περιπετειώδης τύπος του πλυντηρίου/νεροχύτη/μπαλκονιού/(συμπληρώστε κατά βούληση), τι στο διάολο, ένα καναπέ τον έχεις, δεν τον έχεις; Αυτά. Και μετά επιστρέφεις στο δωματιάκι σου και κοιμάσαι αγκαλιά με το βρωμερούλι. Που μυρίζει τόσο ωραία και είναι τόοοοοοσο γλυκό *πετάρισμα βλεφαρίδων* Και έλεος δηλαδή, έχουμε ένα τεράστιο κρεβάτι, θα αφήσουμε το βρωμερούλι να κοιμάται μόνο του στο σκατοκουνάκι;! Μόνο τη γάτα έχουμε εξώσει προσωρινώς (αν και τα μωρά δεν παθαίνουν τίποτα από κατάποση τρίχας περσικής γάτας -τεσταρισμένο *σφυρίζει ανέμελα*), αλλά σε λίγο καιρό τη βλέπω να επιστρέφει και αυτή. Διότι, όπως απεφάνθει και το μωρό που, είπαμε, αποφαίνεται σπανίως αλλά όταν το κάνει ζωγραφίζει, "ο ύπνος είναι οικογενειακή υπόθεση, το γαμήσι είναι μια άλλη ιστορία".]
Λοιπόν τι σας έλεγα; Α ναι, πώς γέννησα. Σας χρωστάω ένα επετειακό στόρι γιατί, τι στο καλό, το νιντζομωρό θα γίνει σε οχτώ μέρες έξι μηνών. Και θ' αρχίσει και να τρώει πραματάκια. Κι εγώ θα μυξοκλαίω από συγκίνηση που πλέον δε θα το ταΐζω μόνο εγώ. Και θα είναι τόοοοοοοσο γλυκό με τα μικρά του κουταλάκια και τα μικρά μπολάκια του και πασαλειμμένο με τα φρουτάκια του. Και δεν ξέρω αν σας το είπα, αλλά μυρίζει τόοοοοοοσο ωραία...(ωχ, πάλι μ' έπιασε το βλεφάρισμα, σταματήστε με.)
Λοιπόν ναι, θυμάστε που σας έλεγα τόοοοτε ότι ο ντόκτορ είχε προβλέψει το ΣΚ; Ε, μέσα έπεσε. Περίπου δηλαδή, γιατί το βρωμερούλι ήρθε τη Δευτέρα, αλλά έσπασε τα νερά χαράματα στις πέντε οπότε ψυχολογικά ήμασταν ακόμα στο ΣΚ. Και βγήκε έξω ΑΚΡΙΒΩΣ δώδεκα ώρες μετά, έλεος δηλαδή τέτοια ακρίβεια αυτό το παιδί (ναι, Παρθένος είναι, θέλετε κάτι;).Αλλά μισό. Ήμουνα εκεί που έσπασε τα νερά, ή καλύτερα πέντε-έξι ώρες νωρίτερα, δηλαδή έντεκα προς μεσάνυχτα Κυριακής, όταν η ετοιμόγεννη τρελή αποφάσισε α) να σιδερώσει μια ντάνα ρούχα και β)να βάψει μόνη της τα νύχια των ποδιών της. Και τα κατάφερε, φυσικά -σε αψεγάδιαστο ΚΑΙ φωσφοριζέ φούξια, παρακαλώ. Μετά έστειλε το μωρό για νάνι (γιατί την ψυχανεμιζόταν τη δουλειά και λέει άσε μην είναι κι αυτός άυπνος), και τέλος πάντων κατά τις τρεις ξαπλώνει κι αυτή (αφού είχε καταπολεμήσει μια ασυγκράτητη παρόρμηση να σφουγγαρίσει και το πάτωμα, και ήταν πλέον βέβαιη, εξαιτίας ακριβώς της εν λόγω παρορμήσεως αλλά και του προηγηθέντος σιδερώματος ΚΑΙ πεντικιούρ, ότι οσονούπω γεννάει).
Να μη σας τα πολυλογώ, η τρελή ξυπνάει στις τέσσερις και μισή, από φαγούρα στην κοιλιά. Το παθαίνουν ενίοτε οι γκαστρωμένες (είναι που τσιτώνει το δέρμα; δεν είμαι σίγουρη, πάντως συμβαίνει), αλλά αυτό παραήταν. Σηκώνεται πάνω με μια γενικότερη ανησυχία αλλά κανένα άλλο σύμπτωμα, κάνει μια βόλτα, τρώει κάτι κουλουράκια γιατί πεινάει. Κάθεται στον καναπέ, και η γάτα (που ποτέ δεν πλησίαζε άνθρωπο -ο παρατατικός οφείλεται στο ότι στη μ.μ., ήτοι μετά μπέμπη, εποχή έχει μεταμορφωθεί στο πιο χαδιάρικο πλάσμα του κόσμου, δεν ξέρω πώς έγινε αυτό) τρέχει να τριφτεί στις γάμπες της. "Έσπασε η έβδομη σφραγίδα", σκέφτεται η τρελή, "το μισάνθρωπο ζώο με πλησίασε, γεννάω". Και σηκώνεται και ανοίγει τον υπολογιστή, να γκουγκλάρει αν η φαγούρα στην κοιλιά είναι μεταξύ άλλων και σύμπτωμα τοκετού.
Λοιπόν δεν πρόλαβα να το γκουγκλάρω, γιατί το νιντζομωρό έσπασε τα νερά. (Αλλά για να μην μείνετε με την απορία, δεν είναι -ή έτσι μου είπε τουλάχιστον ο μαιευτήρας μου).
Και μετά ξεκίνησε το γέλιο, με μένα (τέρας ψυχραιμίας) να πηγαίνω στο καημένο το μωρό και να του λέω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας "ρε μωρό..."
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να φανταστείτε το μωρό, που έχει μια καταπληκτική ικανότητα, αν του μιλήσεις την ώρα που κοιμάται, να ανοίγει τα μάτια σα νεκροζώντανος και να απαντάει κατευθείαν "τι" ή "ναι", εξακολουθώντας ωστόσο να είναι ΤΕΛΕΙΩΣ κοιμισμένος. Είπε λοιπόν το κλασικό "ναι", του λέω εγώ πολύ φυσικά "δε σηκώνεσαι να φτιάξεις κανένα καφεδάκι;", μου ξαναλέει "ναι" (κοιμισμένος ακόμα), κι εγώ συνεχίζω ακόμα φυσικότερα, "γιατί μου σπάσανε τα νερά".
Κι εκεί μετάνιωσα τρελά που δεν το έκανα αυτό τραβώντας βίντεο ή έστω με μια φωτογραφική μηχανή ανά χείρας, γιατί πετάχτηκε σα να τον χτύπησα με τέιζερ, με γουρλωμένα μάτια και φωνάζοντας "τι". Είχε τόσο επική φάτσα, που αν (προσοχή, σπόιλερ) ήταν να έχω νορμάλ τοκετό, δεν υπάρχει περίπτωση, θα μου είχε φύγει το παιδί από τα γέλια.
Τέλος πάντων, να μη σας τα πολυλογώ, σηκώνεται το μωρό, με ένα μίνι πανικό αν και γενικά είναι σαολίν (και το απέδειξε περίτρανα και στην πορεία, μιλάμε ΤΟΣΟ σαολίν πια ακόμα και μένα που τον ξέρω με εξέπληξε κάπως), εγώ στην καρακοσμάρα μου και κουλ Αλέξης εντελώς, πρώτον επειδή ούτε πονούσα ούτε τίποτα και δεύτερον επειδή, δεν ξέρω αν σας το είχα πει, αλλά είχα μία ακράδαντη, ακλόνητη και αμετακίνητη (μπετοκολόνα, ένα πράμα) πίστη ότι θα γεννήσω πανεύκολα, φυσιολογικότατα, ομαλότατα, και δε φοβόμουν απολύτως τίποτα (εκτός από τον ορό -ναι, εννοώ τον ορό, το να μου βάλουν ορό. Καθένας με τα προβλήματά του, εντάξει;). Κάνω μπανάκι, ντύνομαι, βάφομαι, χτενίζομαι, περιμένω να πάει έξι η ώρα για "να μην ξυπνήσω νωρίτερα τον καημένο το γυναικολόγο μου" (ναι, το εννοώ), στις έξι τον παίρνω, μου λέει πήγαινε στο μαιευτήριο κι έρχομαι κι εγώ.
Εγώ με το πάσο μου εντελώς, μου έρχεται να πιω...φραπέ. Σημειωτέον τρελή λάτρις του φραπέ, αλλά στην εγκυμοσύνη αρχικά έπινα ντεκαφεϊνέ και μετά έκοψα εντελώς το νες επειδή λένε ότι δεν είναι και πολύ καλός ποιοτικά. Οπότε λέω στο μωρό "ρε θέλω να πιω μια φραπεδιά", το μωρό με κοιτάει λίγο με φρίκη, έλα καλέ του λέω, δε βιαζόμαστε, "και φτιάξε μου μία κανονική βαρβάτη, σιγά τι θα πάθει το μωρό, τώρα πλέον βγαίνει από κει", ε κουλάρει και το μωρό και μου λέει "ναι ρε, δε γαμιέται, πιέστην". Μου φτιάχνει τη φραπεδιά, αράζω και την πίνω βγάζοντας ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (όποιος με προκαλέσει ότι σας λέω μαλακίες θα του στείλω, φαίνεται η ημερομηνία από τη μηχανή) για αναμνηστικό, και μετά κατά τις έξι και τέταρτο παίρνουμε τη βαλιτσούλα μας και κατεβαίνουμε, κύριοι, για να πάρουμε ταξί (θα έπαιρνα την αδερφή μου αλλά ήταν με ίωση οπότε δεν έπαιζε, και ο μόνος έτερος με τουτού ήταν ο πεθερός μου και δεν ήθελα μπαμπαδομαμάδες από πάνω μου εκείνη την ώρα).
Εννοείται ότι ο έρμος ο ταξιτζής έτσι λαλά που με είδε μας είπε χαμογελώντας "για προγραμματισμένη καισαρική πάτε, ε;". Ε τι να κάνω, του χαμογέλασα απλώς του ανθρώπου, τι να του πω, "όχι, έχω σπασμένα νερά" να πάθει σοκ να τρακάρει; Εξάλλου μια χαρά ήμουν, ουδεμία διαρροή, το αμάξι του δεν κινδύνευε, τι να τον αγχώσω τζάμπα τον άνθρωπο;
Και τώρα λίγο σε φαστ φόργουορντ, πάμε μαιευτήριο, με παίρνουνε, μπλα μπλα, όλα καλά, με πάνε τέλος πάντων εκεί που γεννάς (στο Ρέα δε σε πηγαινοφέρνουνε, σε πάνε σε ένα μέρος μόνη σου και ήρεμη με τον καλό σου κι εκεί γίνεται όλος ο τοκετός). Μπλα μπλα μπλα, μου βάζουν και ορό χωρίς να πεθάνω από το σοκ (τελικά ήταν λιγότερο τραγικό απ' όσο νόμιζα). Μου λένε για επισκληρίδιο.
Η τρελή, λοιπόν, δεν ήθελε να κάνει επισκληρίδιο. Πρώτον γιατί είχε την πίστη-μπετοκολόνα που λέγαμε πριν για τον υπέροχο και εύκολο τοκετό που θα είχε (παρ' όλο που μου ΕΙΧΕ ΠΕΙ ο ντόκτορ ότι το παιδί έχει μεγάλο κεφάλι, ότι θα γεννήσω μεν φυσιολογικά αλλά θα είναι ζόρι, ότι θα χρειαστεί μάλλον εμβρυουλκό κ.λπ. -εγώ σε άρνηση, με όνειρο λέει να γεννούσα αν γινόταν και με μαία στο σπίτι. ΜΠΟΥΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΧΑΑ.), και δεύτερον επειδή ΦΟΒΟΤΑΝ. Δεν ξέρω αν μπορείτε να αναλογιστείτε ΠΟΣΟ μπορεί να φοβάται την επισκληρίδιο ένας άνθρωπος που ΚΛΑΙΕΙ όταν του παίρνουν αίμα και κινδύνεψε να λιποθυμήσει επειδή του έβαλαν ορό. Λοιπόν τους ξαποστέλνω λέγοντας "όχι όχι ΟΧΙ" λες και μου πρότειναν να με κάνουν ανθρωποθυσία, και αρχίζω να κοπανιέμαι/μουγκρίζω/ό,τι τέλος πάντων αξιοπρεπέστατα με τις πρώτες συσπάσεις. (Απ' έξω οι μαίες/νοσηλευτές/νοσηλεύτριες πρέπει να είχανε βάλει στοιχήματα και να τρώγανε ποπ-κορν περιμένοντας πότε η ψυχωτική στο πέντε θα ζητήσει επισκληρίδιο. Ερχόταν και με ρωτούσαν κάθε ένα τέταρτο αν έχω αλλάξει γνώμη. Εγώ, βράχος.)
Και για να μην το πολυκουράζουμε, ας φτάσουμε στο σημείο που θρυμματίστηκε η μπετοκολόνα μου. Περνάει κάνα τετράωρο (σε φάση έχει πάει έντεκα και) κι εγώ έχω κάτι συσπάσεις ό,τι να 'ναι, πολύ λίγες, και διαστολή ελάχιστη. Μου έχουν βάλει φάρμακο εντωμεταξύ για ωδίνες και μου έχει γυρίσει το μάτι από τους πόνους αλλά και πάλι διαστολή νόου. [Προφανώς ήμουν από τις περιπτώσεις που σε "φυσική κατάσταση" (π.χ. γέννα σε σπίτι/χωράφι/στάβλο σε κανένα χωριό πριν μερικές δεκαετίες) θα κοιλοπονούσαν 2-3 εικοσιτετράωρα και (προσοχή, σπόιλερ) μάλλον θα είχαν πεθάνει στη γέννα -αν υποθέσουμε ότι κατάφερναν να βγάλουν το μωρό.ΜΠΟΥΑΧΑΧΑΧΑ ξανά.]
Μου λέει λοιπόν ο ντόκτορ ότι εκτός του ότι θα υποφέρω φριχτά χωρίς επισκληρίδιο για άγνωστο πόσες ώρες, ότι ΠΡΕΠΕΙ να γίνει επισκληρίδιος για να προχωρήσει η διαστολή. Τι να κάνω, λέω ναι, αλλά μου έχει γυαλίσει το μάτι από τον πανικό, έχω αγριέψει και πιστεύω τουλάχιστον ότι συνωμοτούν όλοι για να με σκοτώσουν. Για να καταλάβετε όταν ήρθε η αναισθησιολόγος, χωρίς να πω ΤΙΠΟΤΑ, μόνο από τη φάτσα μου, γύρισε και είπε πολύ σοβαρά στο γιατρό μου "εγώ δεν κάνω επισκληρίδιο σε γυναίκα με το ζόρι". Το συζητάω με το γιατρό (αν λέγεται συζήτηση αυτό που έκανα εκείνη την ώρα έτσι όπως ήμουν), λέμε άντε να περιμένουμε άλλη μια ώρα μήπως γίνει κάτι. Και κάθομαι, σα ζώον που είμαι, και υποφέρω άλλη μία ώρα. Κοντεύει μία εντωμεταξύ, έχω πάθει σοκ και από τον πόνο και πάμε με χίλια για επισκληρίδιο.
Λοιπόν τώρα προσέξτε. Δεν θέλω να τρομάξω καμία γυναίκα επειδή εγώ είμαι μουρλή. Ναι η επισκληρίδιος πονάει, ναι πονάει αρκετά, αλλά δεν είναι τίποτα τρομερό. Αν ήταν, δε θα γελούσαν μέχρι δακρύων μαζί μου ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΝΤΕ γυναίκες με τις οποίες μίλησα όσο έμεινα στο μαιευτήριο, που είχαν κάνει ΟΛΕΣ επισκληρίδιο, όταν τους το περιέγραψα ως "την πιο εφιαλτική εμπειρία της ζωής μου" και "απείρως χειρότερο από τη γέννα την ίδια". Για μένα έτσι ήταν, αλλά ήταν καθαρά θέμα φόβου. Όταν λέω ότι φοβήθηκα, εννοώ ότι πίστεψα ότι θα πάθω ανακοπή από το φόβο μου. Το μωρό που μπήκε μετά τα 'παιξε που με είδε, ήμουν σαν να με είχε μόλις βιάσει μία διμοιρία, δε μίλαγα από το φόβο μου, τέτοια ξεφτίλα. Εννοείται σε δέκα λεπτά που με έπιασε αυτή η ΥΠΕΡΟΧΗ, ΜΑΓΙΚΗ και ΤΕΛΕΙΑ αναλγησία της επισκληριδίου ήμουν τρισευτυχισμένη, φίλαγα τα χέρια του γιατρού που με έπεισε, τους αγαπούσα όλους και κάναμε χαβαλέ όλες τις υπόλοιπες ώρες μέχρι τις πέντε παρά είκοσι. (Για την ιστορία, μηδέν παρενέργειες από την επισκληρίδιο, όλα τέλεια.)
Ε, και μετά πήγαν όλα καλά (διαστολές κ.λπ.), και κάποια στιγμή μου είπαν γεννάμε. Και γεννήσαμε, χμ, όπως λέγανε μετά στους άλλους και μου γύρναγε το μάτι, "με ένα πόνο, μέσα σε δέκα λεπτά".
Τώρα τι παίχτηκε σ' αυτό το τεταρτάκι...Λοιπόν, να σας το συνοψίσω:
Τα θετικά της υπόθεσης: Δεν ένιωθα τίποτα σε πόνο από τον τοκετό τον ίδιο ή ό,τι άλλο συνέβαινε εκεί -ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΠΑΡΕΙ ΧΑΜΠΑΡΙ τι γίνεται εκεί -Νόμιζα ότι όλοι μου φώναζαν πανικόβλητοι για να με...ενθαρρύνουν -Δεν είχα διανοηθεί ότι κινδυνεύει κανείς - Είχα την αφελή εντύπωση ότι μπορούσε να γίνει καισαρική εκείνη την ώρα αν κάτι στράβωνε και το μόνο μου άγχος ήταν αυτό, μη δε βγει ο φυσιολογικός και κάνω χειρουργείο - Η φάση κράτησε όντως ένα τέταρτο -Το βασικότερο, ΟΛΑ ΠΗΓΑΝ ΚΑΛΑ -Και 45 μέρες μετά ήμουν (και παραμένω) σαν καινούρια (θαυματουργή επιστήμη).
Τα αρνητικά: Το σκηνικό ήταν όπως στο "στην εντατική", μαζεύτηκαν δέκα άνθρωποι που ούρλιαζαν, μου έβαζαν οξυγόνο, με ικέτευαν να σπρώξω (αλλά είπαμε, εγώ νόμιζα στην παραζάλη μου ότι υπερβάλλουν για λόγους ενθάρρυνσης.) - Πίστεψα ότι θα με σκοτώσει ή θα μου σπάσει τουλάχιστον ΟΛΑ μου τα πλευρά μια μαία που έσπρωχνε το μωρό από το στομάχι μου (και όχι εκεί δε φτάνει η επισκληρίδιος, μιλάμε για εφιάλτη) - Το νιντζομωρό ΔΕΝ χώραγε να βγει γιατί τελικά ήταν και 3.400, έσπασε μία βεντούζα στο κεφάλι του και φέραν άλλη πιο πάουερ, ολόκληρο μηχάνημα (εγώ ΧΑΜΠΑΡΙ σε όλα αυτά, ο σαολίν έκατσε και τα είδε όλα και δεν έπαθε ΤΙΠΟΤΑ -βασικά ήταν η μόνη στιγμή που ψυλλιάστηκα ότι κάτι πρέπει να πάει στραβά, όταν είδα ότι σε κάποια φάση τον σπρώχνανε να φύγει να μη βλέπει, αυτός δεν έφευγε και ήταν τόσο πανικόβλητοι που τον παράτησαν) - Όταν κατάλαβα ΠΟΣΑ ράμματα είχα, γελούσα ΠΑΡΑ ΜΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ που είχα αγοράσει λέει και το τζελ για το μασάζ που μπορεί να σου γλιτώσει λέει την περινεοτομή (εγώ είχα μάλλον τομή καισαρικής απλά σε λάθος σημείο.) - Ο γιατρός είπε στα ίσα στον άντρα μου ότι αν το παιδί είχε άλλα 100 γραμμάρια (πέσαμε στη μέγιστη δυνατή απόκλιση σε σχέση με τον υπολογισμό του υπέρηχου) "δεν θα το έβγαζε". Αυτά.
Και για να μη γινόμαστε μελοδραματικοί, ας επανέλθουμε στο μωρό-σαολίν που δύο ώρες μετά από αυτό το υπερθέαμα που παρακολούθησε (και το οποίο, όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι λίγο τι είχε γίνει, τον ΕΞΟΡΚΙΣΑ ότι δε θα μου περιγράψει ΠΟΤΕ), μου έκανε πρόστυχες γκριμάτσες πίσω από την πλάτη της μαίας που μου έφερε το νιντζομωρό και μου έδεχνε πώς πρέπει να το τοποθετήσω στο στήθος, και επειδή τον αγριοκοίταξα μόλις έφυγε μου είπε επί λέξει "μα τι φταίω εγώ, έχει έρθει η καυλονοσοκόμα" (ομολογουμένως ήταν καλή) "με το μαύρο στριγκάκι που φεγγίζει μέσα από το άσπρο" (αυτό δεν το είδα) "και σου ζουλάει τα βυζιά".
(Και μετά φίλη μου προσπαθούσε να με πείσει ότι "πρέπει να του συζητήσω κάποια στιγμή" για τα όσα είδε και ότι "μπορεί να μην το δείχνει αλλά να του έχει αφήσει... πράγματα", εννοώντας προφανώς ότι θα έπαθε ψυχολογικό τραύμα και δε θα του σηκώνεται. Και άντε να της εξηγήσεις.)
Ουφ, αυτά. Τώρα έχω γενικά πολλά να σας πω για το νιντζομωρό-βρωμερούλι. Που είναι τόοοοοοσο γλυκό και μυρίζει τόοοοοσο ωραία και...(ωχ, ναι, σταματάω). Αλλά όχι σε αυτό το ποστ. Παραμεγάλωσε, και επίσης πεινάω η (αποκλειστικώς θηλάζουσα) μάνα. Εντάξει;
Σι γιου για νέες περιπέτειες.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)