Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
Ο Διάδοχος, το έκζεμα και η πασχαλινή πάπια
Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011
Schiele
Σάββατο 12 Μαρτίου 2011
το υδρόβιο έντομο
Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011
φωτογραφία
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
imperfections
Εντάξει, είμαι τελειομανής. Από τη φύση μου, τι να πω –μάλλον το έχει το ζώδιο. Είμαι ακριβώς αυτή η μαλακισμένη κατηγορία ανθρώπου που μπορεί ας πούμε να κάνει ένα καταπληκτικό τραπέζι με είκοσι τέλεια φαγητά, να φάνε όλοι μέχρι σκασμού και να λένε γεια στα χέρια σου, κι επειδή έκαψε και τρία από τα εκατό κεφτεδάκια, αν τον ρωτήσεις πώς πήγε το τραπέζι αυτό μόνο θα σου πει, «χάλια, έκαψα τα κεφτεδάκια». Κι όχι μόνο θα το πει, αλλά θα το σκέφτεται και δέκα μέρες μετά –ότι απέτυχε, ρεζιλεύτηκε και ξεφτιλίστηκε ως οικοδεσπότης, κι έδωσε δικαίωμα να πούνε ότι δεν μπορεί να τηγανίσει ένα κεφτέ.
Γελάτε; Τραστ μι, δεν έχει καθόλου πλάκα. Το σύνδρομο καμένο κεφτεδάκι (όπως το ονομάζω βάσει της αυτοσχέδιας κωδικοποίησης των διαφόρων νευρώσεών μου, άκρως απαραίτητης για να βγάζω μια στοιχειώδη έστω ψυχαναλυτική άκρη στις νηφάλιες στιγμές μου) είναι, όπως και να το κάνουμε, κομματάκι βάρβαρο. Εξαντλητικό, εξοντωτικό, ανθρωποβόρο, πώς το λένε; Και –το χειρότερο– εξόχως σπαστικό για τους άλλους ανθρώπους γύρω σου. Οι οποίοι πρέπει να σε υπομείνουν όσο γκρινιάζεις αυτομαστιγωνόμενη ή, ακόμα κι αν καταφέρεις να το βουλώσεις, να τρώνε στη μάπα το άκρως μελοδραραματικό αφήστε-με-τώρα-είμαι-μια-αποτυχία-και-μου-αξίζει-να-υποφέρω ύφος σου, για όση ώρα πάρει μέχρι να σου περάσει (και συνήθως παίρνει πολλή). Εννοείται, δε, ότι κατά καιρούς αυτομαστιγώνεσαι και για το ίδιο το γεγονός της περιοδικής αυτομαστίγωσής σου (διότι συνειδητοποιείς φυσικά πόσο νοσηρή και ενοχλητική είναι ενίοτε η στάση σου προς τη ζωή, και νιώθεις ένα περιφερόμενο ελάττωμα και γι’ αυτό).
Αν, τώρα, με φαντάζεστε σαν κανένα κακόμοιρο πλάσμα τίγκα στην ανασφάλεια και τη μιζέρια, πέσατε έξω. Όσοι ομοιοπαθείς αναγνωρίζετε τον εαυτό σας στην ανωτέρω περιγραφή, θα ξέρετε πολύ καλά ότι, όση ώρα δεν αυτομαστιγωνόμαστε, οι κύριοι και κυρίες γουόνα-μπι-Πέρφεκτ σφύζουμε από αχαλίνωτη αυτοπεποίθηση (μιλάμε για καλάμι τρία μέτρα τουλάχιστον). Είμαστε θεοί. Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ο κόσμος εξακολουθεί να περιστρέφεται μόνο και μόνο επειδή εμείς του ρίχνουμε καμιά σκουντιά πού και πού. Είμαστε υπέροχοι, ικανότατοι, σούπερ ενδιαφέροντες, αναντικατάστατοι, γαμώ τα παιδιά. Φτύστε μας –να μη μας ματιάξετε.
Μοιραία, το σύνδρομο της τελειότητας βαραίνει όλο και περισσότερο στους ώμους σου καθώς πολλαπλασιάζονται οι ρόλοι. Στα εφτά, ας πούμε, αρκούσε απλώς να είμαι η καλύτερη μαθήτρια (όχι καλή, όχι πολύ καλή, όχι άριστη, αλλά η καλύτερη της τάξης, και της δίπλα τάξης, και της παραδίπλα αν ήταν δυνατόν, σε σημείο αν έκανα ποτέ τίποτα λάθος να αναστατώνονται οι δάσκαλοι ότι είμαι άρρωστη ή ότι ζω καμιά αιφνίδια οικογενειακή τραγωδία). Στα δεκατρία, μαζί με το αριστείο των τριών τμημάτων, έπρεπε να είμαι και γκόμενα. Στα δεκάξι, και ερωμένη. Στα δεκαεφτά, να αριστεύσω στις Πανελλαδικές, να μπω Νομική Αθήνας συγκεκριμένα (ο,τιδήποτε άλλο θα ήταν αποτυχία), ταυτοχρόνως δε να είμαι η τέλεια πωλήτρια-γλάστρα για να βγάζω τα καλσόν και τα τσιγάρα μου. Τα επόμενα δέκα χρόνια (σωρευτικά, ανάκατα και εν συντομία): να περιφέρομαι τέλεια επί δέκα ώρες πάνω σε δωδεκάποντα· να φτιάχνω τέλειο μουσακά και σπιτικά κουλουράκια· να μπω στην «τέλεια» (δεδομένων των προοπτικών που είχα) δουλειά, διαβάζοντας επί δύο χρόνια σα φρενοβλαβής· να σκαρφαλώνω τέλεια μάντρες και κάγκελα, με τα δωδεκάποντα στα δόντια και τη φούστα φιόγκο, για να ακολουθήσω τους κάφρους στο άλσος/πάρκο/ρεματιά/ραχούλα/βράχο που θα αράζαμε στις τρεις το πρωί να πιούμε ένα κασόνι μπύρες· να αποσύρομαι με τέλειο δεντρεχειτίποτα ύφος, πάντα με τα δωδεκάποντα στα δόντια, για να επιστρέψω στη φύση μέρος της ανωτέρω μπύρας, έρποντας σχεδόν μέσα σε θάμνους/δέντρα/τσουκνίδες/βράχους, με κίνδυνο να με φάνε/δαγκώσουν/τσιμπήσουν τυχόν σκύλοι/φίδια/αράχνες/βατράχια ή να με βιάσει κανένας περιφερόμενος ανώμαλος (ενώ οι κάφροι την πετούσαν έξω για να κατουρήσουν με πλήρη ασφάλεια και άνεση τα γειτονικά δεντράκια, γιατί όλοι άντρες είμαστε σ’ αυτήν την παρέα και δεντρεχειτίποτα)· να (προσπαθώ να) αποκτήσω το τέλειο μπούτι παρά την ανωτέρω μπύρα· να τελειώσω πρώτη τη δεύτερη σχολή· να κάνω την πεθερά μου να με λατρέψει· να επιβιώσω της καψούρας μου· να μην αυτοκτονήσω κάπου στο ενδιάμεσο. Εσχάτως (και μαζί με όλα τα προηγούμενα): να μάθω να κάνω το σπίτι να αστράφτει σε χρόνο ντετέ, για να μου μένει χρόνος για α)την καλλιέργεια του πνεύματός μου, β)το βάψιμο των νυχιών μου, γ)την παρασκευή νέων ειδών τέλειων σπιτικών κουλουρακίων και πρωτίστως δ)το αγαπημένο μου σπορ εκστατική ενατένιση του μωρού. Α, και να κοιμάμαι εννοείται στο μεταξύ για να μη με βλέπει το μωρό με μαύρους κύκλους.
Εννοείται, ασφαλώς, ότι στα διαλείμματα της παράνοιάς μου φθονώ θανάσιμα τους υπόλοιπους φυσιολογικούς ανθρώπους, που δεν νιώθουν ότι έχουν διαπράξει έγκλημα κατά της ανθρωπότητας επειδή το πάτωμά τους έχει δυο τρίχες, και που μπορούν να εμφανιστούν μια φορά με τζην και πουλόβερ στους συναδέλφους/φίλους/γνωστούς τους χωρίς να ερωτηθούν (καλοπροαίρετα, βέβαια) αν είναι άρρωστοι, ή να παραγγείλουν σουβλάκια χωρίς φρικτές τύψεις επειδή δεν πρόλαβαν να μαγειρέψουν δύο φαγητά στη φανταστρουμφική χύτρα τους γυρνώντας από τη δουλειά. Και που δεν υποφέρουν καθημερινά στην ιδέα ότι δεν είναι οι Pussycat Dolls (και οι έξι, ή όσες είναι τέλος πάντων) για να μην πλήξει ποτέ το μωρό που τους παντρεύτηκε.
Εννοείται, επίσης, ότι το κυνήγι της τελειότητας από μέρους μου είναι μια απελπισμένη μάχη με ανεμόμυλους. Ξεψαρώστε, δεν είμαι τόσο καταπληκτική γκόμενα. Ούτε φυσική καλλονή, ούτε η Βέφα Αλεξιάδου, ούτε η Chasey Lain, ούτε καν ο Iggy Pop. Απλώς, προσπαθώ. Να βλέπομαι στοιχειωδώς, να μαγειρεύω υποφερτά, να έχω ένα ανθρωπινό σπίτι, να έχει κάποιο νόημα το ότι αναπνέω, τέτοια πράματα.
Το θέμα, τώρα, είναι ότι και τα τέρατα σαν την πάρτη μου κάποτε κινδυνεύουν, πώς το λένε, να κλατάρουν. Και τότε επαναστατούν, διεκδικώντας με πάθος αλλοτινής σουφραζέτας το (αυτονόητο, μάλλον) δικαίωμά τους στο καμένο κεφτεδάκι. Εμένα, συγκεκριμένα, δε μου βγήκε με κεφτεδάκι ακριβώς, αλλά με γατί.
Τώρα ξέρω, σας μπέρδεψα. Πλιζ αλάου μι του εξπλέιν. Έχω ένα θέμα με τις γάτες. Μεγάλωσα με λεφούσια γάτες από τα εννιά μου περίπου, με ανεξίτηλα συμπτώματα σαν του Μόγλη που τον μεγάλωσαν οι λύκοι (όπως να ζαρώνω δίπλα στα καλοριφέρ του σχολείου και να τρίβω ασυναίσθητα το κεφάλι μου στον τοίχο όταν νύσταζα, με αποτέλεσμα να γελάει μαζί μου όλη η τάξη) και εξίσου ανεξίτηλα σημάδια από ιστορικές γρατζουνιές. Μιλάω στις γάτες στο δρόμο σαν τις τρελές γιαγιάδες, μπορεί να μπουκάρω σε ξένη αυλή με κίνδυνο να με περάσουν για διαρρήκτη για να χαϊδέψω την υπέροχη τριχόμπαλα που εντόπισα στο βάθος του κήπου. Μπορώ να φιλήσω ένα μπάσταρδο γατί βουτηγμένο στις λάσπες, την ίδια στιγμή που αν ερχόμουν σε επαφή με τον πιο πλυμένο σκύλο του κόσμου θα έτρεχα να βουτήξω ολόκληρη στο μπεταντίν. Μπορώ να καταπιώ ένα σύννεφο γατότριχας χωρίς να βήξω, αγαπώ τους ψύλλους, το τοξόπλασμα είναι παιδικός μου φίλος. Χρειάζομαι τουλάχιστον μία γάτα στο χώρο που ζω, περίπου όπως χρειάζομαι το πικάπ ή το νες καφέ μου.
Μετά το γάμο, λοιπόν, το μόνο πράγμα που με φρίκαρε ήταν η έλλειψη γάτας. Η Γάτα, εννοείται (η πιο υπέροχη από όλες τις υπέροχες γάτες που είχα ποτέ, υπαίτια για το πιο βαθύ παράσημό μου πάνω από το δεξί γόνατο, με αυτοκρατορικό τσαμπουκά τίγρης –σταματάω το εγκώμιο πριν βαρεθείτε) έμεινε στους γονείς μου. Είχα ψελλίσει την επιθυμία μου να πάρω μία αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο δεδομένου του τέλειου σύμπαντος στο οποίο έχω συνηθίσει τον περίγυρό μου, η ιδέα πήρε τουλάχιστον τις διαστάσεις υιοθεσίας ρινόκερου: που θα μου γρατζουνίσει τα καινούρια έπιπλα, θα μου καταστρέψει τις πανάκριβες κουρτίνες, θα γεμίσει τον τόπο τρίχες, θα με επιβαρύνει με τη φροντίδα της, θα είναι έξοδο, θα με γρατζουνάει και θα πηγαίνω σαν πρεζάκιας με σημάδια στη δουλειά, θα με κολλήσει τοξόπλασμα (που δε γίνεται αν δεν τρώει ωμό κρέας αλλά έχω βαρεθεί να το εξηγώ αυτό στον κόσμο, εξάλλου αν δεν έχω ήδη τοξόπλασμα θα πρόκειται περί θαύματος) και θα κινδυνέψει η μελλοντική εγκυμοσύνη μου, θα φάει το μελλοντικό μωρό μας, που ίσως γεννηθεί και με θανατηφόρα αλλεργία στις γάτες, θα μου καταστρέφει τις διακοπές και τα λοιπά και τα λοιπά. (Επίσης, θα κλάνει φωτιές, θα ληστεύει τράπεζες, θα βιάζει τον περιπτερά, μια μέρα θα λυσσάξει και θα μας κόψει το λαιμό, θα μας πιει το αίμα, θα βάλει φωτιά στην πολυκατοικία και θα μεταναστεύσει στο Μπαγκλαντές).
Έτσι, με χίλιους ανθρώπους να μου τα λένε όλα αυτά σαν άκρως πιθανά σενάρια, παραιτήθηκα από την ιδέα της γάτας. Και επιβίωσα. Για πέντε ολόκληρους μήνες. Το θέμα πήρε σοβαρές διαστάσεις όταν είδα τη Σούκι στο Τρου Μπλαντ να παίρνει τη γάτα της στο κρεβάτι και (μεταξύ μας) κόντεψα να μπήξω τα κλάματα. Την επομένη γούρλωσα τα μάτια μου στο μωρό και του είπα ότι χρειάζομαι μία γάτα. Και το μωρό (που είναι μεν των σκύλων αλλά λατρεύει και τις γάτες, κι επίσης κάνει τα πάντα εύκολα στη ζωή και επιμελείται διαρκώς της επιβίωσής μου) γέλασε όπως γελάει πάντα και μου είπε ότι θα μου πάρει γάτα, σαν να του ζήτησα φουστάνι, και τη βάφτισε εκ των προτέρων, για να μην αλλάξω γνώμη, και σε τρεις μέρες απέκτησα μια υπέροχη μπέμπα Περσίας με χρυσά μάτια, από αυτές που πάντα ήθελα αλλά όλοι μου έλεγαν απαπαπαπά είναι ένας φρικτός τρίχινος μπελάς (αν κι εγώ ανέκαθεν τις έβρισκα μια τεράστια τρίχινη ευτυχία).
Έχω ξανά ρούχα γεμάτα τρίχες, μια τεράστια γρατζουνιά στο μπούτι (σκαρφαλώνει για να μου κλέψει τις χαρτοπετσέτες) και γατοτροφή στο ντουλάπι με τον πουρέ και τις κονσέρβες. Έχω σηκώσει την καλή κουρτίνα για να μην τη χαλάσει τώρα που είναι μικρή και παίζει, το σαλόνι δείχνει κάπως λιγότερο τέλεια από πριν αλλά δε με νοιάζει. Και στον καναπέ τράβηξε μια-δυο κλωστούλες αλλά επίσης δε με νοιάζει, μόνο εγώ τις διακρίνω ούτως ή άλλως. Και είμαι ευτυχισμένη, με την κουρτίνα καραγκιοζ-μπερντέ και το γρατζουνισμένο καναπέ, σαν να συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι ο καναπές ούτως ή άλλως θα γρατζουνιόταν κάποτε, όπως κι εμείς, και δεν έχει νόημα να προσπαθώ να μας κρατήσω ανέπαφους, δεν ξέρω τι σόι στροφή πήρε το μυαλό μου, και σήμερα μου ψιλοχάλασε το φαΐ κι έβαλα τα γέλια, και το μωρό νόμιζε ότι τρελάθηκα, γιατί κανονικά θα έπρεπε να φρικάρω, κι έκατσα κάτω και προσπαθούσα να του εξηγήσω, όλο αυτό απ’ την αρχή, για τα αριστεία μου στο σχολείο και τη γάτα και τις γρατζουνιές στον καναπέ, και μπέρδεψα φυσικά τη γλώσσα μου και είπα κάτι πολύ ακατανόητο, και το μωρό που μιλάει μια φορά στα χίλια χρόνια σοβαρά με σταμάτησε και μου είπε ότι εννοώ ότι μπορώ να είμαι ευτυχισμένη με μία ατελή ζωή, και με άφησε μαλάκα, και του είπα στ’ αστεία γράψ’ το κάπου αυτό γιατί την επόμενη φορά δεν θα θυμάμαι πάλι τι εννοώ, αλλά το μωρό σηκώθηκε και το έγραψε σ’ ένα χαρτάκι και το κόλλησε στο ψυγείο, ήθελα να τον σταματήσω αλλά δε σταματάς το βασιλιά της πόλης σε τέτοιες ιστορικές στιγμές, βασικά θέλαμε μάλλον να ουρλιάξουμε και οι δύο, γιατί σ’ αυτό το σπίτι ξερνάμε αμφότεροι με τα αποφθέγματα και τον Κοέλο (ή όπως προφέρεται) και το γλάρο Ιωνάθαν και όλα τα συναφή βαρύγδουπα περίπου όσο ξερνάμε και με τον Πλιάτσικα, και κοιταχτήκαμε έντρομοι για μια στιγμή, αλλά επειδή το μωρό είναι, όπως είπαμε, ο βασιλιάς της πόλης και λύνει όλα τα προβλήματα, έγραψε «πέος» από κάτω με κεφαλαία γράμματα, κι έτσι αποφασίσαμε σιωπηρά ότι το χαρτάκι μπορεί να μείνει στο ψυγείο.
Από βδομάδα θα πάω τη μικρή για εμβόλια.
Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010
Σούπερ ζωδιακό αφιέρωμα: άνδρες καρκίνοι (και πώς να σας παλέψουν οι άλλοι)
Πώς σας αναγνωρίζουμε:
Όχι, δεν χρειάζεται να μας πείτε την ημερομηνία γέννησής σας. Είναι αυτή η αλλόκοτη αύρα που σας περιβάλλει, αυτό το μοναδικό κράμα ευαισθησίας, μίρλας, γκρίνιας και παράνοιας, που κάνει τους μυημένους να σας αναγνωρίζουν διαισθητικά προτού καλά-καλά ανοίξετε το στοματάκι σας. Είστε στάνταρ, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, καλλιτεχνική και κουλτουριάρικη φύση. Διαβάζετε πολύ (συνήθως παρανοϊκά πράγματα), βλέπετε ταινίες (πάντα παρανοϊκές), ακούτε περίεργες μουσικές. Ανατρέπετε όλους τους νόμους της ψυχοσύνθεσης των δύο φύλων, που θέλουν τους άντρες simple-minded και τις γυναίκες άπατα πηγάδια υπαρξιακών προβληματισμών. Είστε ολόκληροι ένας μεγάλος υπαρξιακός προβληματισμός, μια διαρκής αγωνία, μια υποβόσκουσα κατάθλιψη. Διασκεδάζετε με έναν εντελώς δικό σας τρόπο, που όσοι δεν σας γνωρίζουν καλά αδυνατούν συνήθως να αναγνωρίσουν ως διασκέδαση (λίγοι θα υποπτευθούν, λόγου χάρη, ότι στον καναπέ του κλαμπ όπου έχετε καταρρεύσει αμίλητοι, και ακινητείτε επί ώρες ατενίζοντας το κενό, περνάτε πραγματικά μια χαρούλα• αν και δεν αποκλείεται να πεταχτείτε και σαν ξεβιδωμένα πάνω και να χορέψετε μέχρι πρωίας, βγάζοντας κατά διαστήματα περίεργες κραυγές). Η ζωή είναι άδικη μαζί σας, σκληρή, άπονη και κακούργα. Είστε μόνοι, κανείς δεν σας καταλαβαίνει (εξαιρούνται οι φίλοι-σύντροφοι που περιγράφονται παρακάτω και οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ανάλογα συμπτώματα παράνοιας, αλλιώς θα έτρεχαν μακριά σας να σωθούν). Οι προθέσεις σας διαρκώς παρεξηγούνται, αφού σπανίως μπαίνετε στον κόπο να εκπέμψετε κοινώς κατανοητά σήματα, αλλά πιστεύετε ακράδαντα ότι οι άλλοι πρέπει να μαντεύουν με κάποιο τρόπο αυτά που κρύβετε στο βάθος του μυαλού σας. Έχετε χάσει άπειρες ευκαιρίες στη ζωή σας, γιατί μέχρι να τελειώσετε το διαλογισμό σας περί του αν είναι καλύτερα να δράσετε με τον τρόπο άλφα ή τον τρόπο βήτα το πουλάκι έχει πετάξει, κι εσείς έχετε πιθανότατα εξαντληθεί από τη διανοητική υπερπροσπάθεια• κατόπιν, εξαντλείστε ακόμα χειρότερα αναλύοντας για ώρες/μέρες/χρόνια/δεκαετίες το γιατί πράξατε όπως πράξατε (ή μάλλον το γιατί δεν πράξατε όπως δεν πράξατε) στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είστε υποχόνδριοι. Τρώτε συχνότατα αναίτιες φρίκες για την υγεία σας, πιστεύετε ότι πάσχετε από κάτι απίθανο, ότι επίκειται το τέλος σας, σηκώνετε μοϊκάνα, αλλά κατά βάθος ηδονίζεστε με την ιδέα ότι κάτι μπορεί να έχετε. Είστε επιρρεπείς στο αλκοόλ και τις καταχρήσεις γενικά (και μετά ξαναφρικάρετε για την υγεία σας που, αν και θαυμάσια, εσείς πιστεύετε ότι έχει πάρει την κατιούσα). Είστε ανασφαλείς. Ζηλεύετε φρικτά. Υποφέρετε πάρα πολύ συχνά –και πώς να μην υποφέρετε, μέσα στη σκληρή κακούργα κοινωνία, με τους σκληρούς κακούργους ανθρώπους που σας περιστοιχίζουν;
Οι φίλοι σας:
Κατά πάσα πιθανότητα, κάνετε χωριό με τα νερά, που κουβαλάνε την ίδια τρέλα. Βέβαια, άλλο άνδρα καρκίνο δύσκολα θα ανεχθείτε στο περιβάλλον σας, γιατί θα ενώσετε τις δυστυχίες και τους προβληματισμούς σας και θα σας πέσει βαρύ το πακέτο –το χειρότερο, θα κλέβει την προσοχή από εσάς διεκδικώντας για τον εαυτό του την αμέριστη συμπαράσταση, κατανόηση και συμπάθεια του περίγυρου. Μάλλον τους αποφεύγετε από ένστικτο αυτοσυντήρησης καθώς, στη θεωρητική περίπτωση που θα κολλούσατε με ομοιοπαθή, θα ακινητούσατε επί αιώνες στον ίδιο καναπέ αναλύοντας τα μυστήρια της ζωής, του σύμπαντος και της δαιδαλώδους ψυχοσύνθεσής σας, μέχρι να βρουν οι αρχαιολόγοι τους σκελετούς σας δίπλα-δίπλα μισό εκατομμύριο χρόνια μετά. Πιθανότατα δεν το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά στο χειρότερό εφιάλτη σας μετοικείτε στο φανταστικό χωριό που κατοικείται αποκλειστικά από ομοίους σας, και φρικάρετε χειρότερα και από τον Καλαμάρη στο γνωστό επεισόδιο του Μπομπ Σφουγγαράκη. Κολλάτε ακαριαία με ψαράκια και σκορπιούς (θηλυκού κατά προτίμηση γένους, ώστε να έχουν και την ανάλογη δόση μητρικής τρυφερότητας απέναντί σας• εξάλλου, η προαναφερθείσα δαιδαλώδης ψυχοσύνθεση προσομοιάζει από μόνη της στη γυναικεία ψυχολογία), που συμμερίζονται όπως είπαμε την τρέλα σας και γουστάρουν μαζοχιστικά τις επανειλημμένες γεωτρήσεις στα εσώψυχά σας (επί τη ευκαιρία, σκάβουν λίγο και στα δικά τους παρανοϊκά βάθη). Ιδίως με τις σκορπίνες έχετε μια αυτόματη έλξη, γιατί πάσχουν από τα σύνδρομα τα-έχω-φιλοσοφήσει-όλα και εγώ-θα-σώσω-τον-κόσμο-και-σένα-μαζί, και μπορούν να σας ακούν αγόγγυστα για χίλιες ώρες και να σας συζητάνε για άλλες τόσες (για να μην πούμε και ότι, ως γνήσια ναρκισσιστικά όντα που είναι, κολακεύονται και οι ίδιες αφάνταστα από το ενδιαφέρον που τους δείχνετε). Όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι θέλουν να σας σκοτώσουν, ή έστω να τρέξουν έντρομοι μακριά σας για να γλιτώσουν.
Οι ερωτικοί σας σύντροφοι:
Παρομοίως. Κατά 99%, τα έχετε με καρκίνο, ιχθύ ή σκορπιό. Με τους ιχθείς είναι το συνηθέστερο και πλέον ευτυχές ταίριασμα, γιατί είναι ανεκτικοί μέχρι αηδίας και πονοψυχιάρηδες και θα σας ανεχθούν/συμπαρασταθούν/χαρίσουν τη ζωή στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων. Αν ερωτευτήκατε σκορπίνα, πράγμα επίσης πολύ πιθανό για τους λόγους που προαναφέραμε, προσέχετε γιατί είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα σας σκοτώσει, ή έστω θα σας χτυπήσει πολύ άσχημα, ή τέλος πάντων ο έρωτάς σας θα λήξει άδοξα κάποια μέρα που εσείς θα θέλετε αγκαλιά και συζήτηση για τη σχέση σας μετά το σεξ κι εκείνη θα σας ρίξει μια μούτζα και θα τρέξει αλλόφρων στο σαλόνι να πιει μπύρες και να κοιμηθεί μουρμουρίζοντας χριστοπαναγίες. Όλοι οι υπόλοιποι σύντροφοι θα σας πληγώσουν ανεπανόρθωτα.
Πώς σας αντέχουμε:
Με αμέριστη υπομονή, αγάπη, στοργή, προδέρμ και πατ-πατ στο κεφαλάκι. Βασικά, αν δεν σας έχουμε σκοτώσει εξαρχής και σας συναναστρεφόμαστε, σας λατρεύουμε και δεν κάνουμε χωρίς εσάς. Είστε, πώς να το κάνουμε, ενδιαφέροντες και γοητευτικοί (κατά πάσα πιθανότητα είμαστε μάλλον γυναίκες που το πιστεύουμε αυτό, τα κλασικά αρσενικά όντα παίζει να θέλουν να σας πυροβολήσουν, ή απλά αποκοιμιούνται αλλάζοντας κανάλια ενώ τους εξιστορείτε τα βάσανά σας ή τον ψυχαναλυτικού τύπου προβληματισμό που σας γεννήθηκε καθώς παρακολουθούσατε το πέταγμα μιας πεταλούδας κοντά στη φλόγα ενός κεριού ή κάτι παρόμοιο). Μαθαίνουμε να μη θεωρούμε ψυχασθενική οποιαδήποτε συζήτηση. Σας ποτίζουμε, πίνουμε κι εμείς μαζί σας και εν τέλει περνάμε τζάμι (και ξερνάμε, παρέα ή χώρια, τις πρώτες πρωινές ώρες). Προσέχουμε τι σας λέμε, γιατί δεν αποκλείεται να σας γεννήσει κάποιο καινούριο βασανιστικό ερώτημα στον εγκέφαλό σας, που θα σας κρατήσει άυπνους για τρία βράδια στη σειρά και πιθανόν να θέλετε να σας το λύσουμε δέκα χρόνια μετά, που εμείς δεν θα θυμόμαστε καν για ποιο πράγμα μιλάτε. Δεν παρεξηγούμε όταν κάνετε μισή χιλιετία να δώσετε σημεία ζωής, το ξέρουμε ότι στο βάθος του μυαλού σας μας αγαπάτε και μας σκέφτεστε. Τέλος, επισκεφτόμαστε ψυχίατρο (αν δεν το κάνετε ήδη εσείς), γραφόμαστε σε κάποιο group therapy, προμηθευόμαστε καλά ψυχοφάρμακα.
(τέρας, αν το διαβάσεις, μην μείνεις άυπνος, και στείλε μου φιλάκια)
Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010
μελαγχολία ταχύτητας
Μαζί με τα υπόλοιπα συμπράγκαλα του σπιτιού, αγόρασα και χύτρα ταχύτητας.
Η αγορά της χύτρας, ασφαλώς, ήταν αποτέλεσμα του αιώνιου βίτσιου μου να τρέχω με χίλια: τι, δηλαδή, να περάσω τη ζωή μου δέσμια των παραδοσιακών χρόνων μαγειρέματος; Να γυρνάω από τη δουλειά και να θέλω δυο ώρες να μαγειρέψω –σκέψου, στο μέλλον, και μ’ ένα κουτσούβελο στα πόδια μου; Συνέβαλαν, εννοείται, και οι παραινέσεις μαμάδων-θειάδων και λοιπών θηλυκών συγγενών, βετεράνων της κουζίνας, που με διαβεβαίωσαν περί της πρακτικότητας του πράγματος: κρέας σε ένα εικοσάλεπτο, όσπρια σε μισή ώρα, λαχανικά στον ατμό σε ελάχιστα λεπτά, και φαγητό λιώμα, πεντανόστιμο, που στην απλή κατσαρόλα δύσκολα σου βγαίνει –το συζητάς; Χύτρα και πάλι χύτρα, τελευταίο μοντέλο, ντιζαϊνάτο, με σούπερ προδιαγραφές ασφαλείας· να τη χειρίζεται, σου λέει, και μικρό παιδί.
Ότι εγώ, τώρα, προδιαγραφές ξε-προδιαγραφές, βλέπω τη χύτρα σα μίνι βόμβα υδρογόνου, είναι μια άλλη υπόθεση. Είμαι που είμαι ατσούμπαλη κι αιωνίως αφηρημένη, τη φαντάζομαι να σκάει (εξαιτίας κάποιας εκπληκτικής βλακείας μου, ικανής να κατατροπώσει και την τελευταία λέξη γερμανικής τεχνολογίας), εκτινάσσοντας το κεφάλι μου, παρέα με κάμποσα ντουλάπια της κουζίνας, στην ταράτσα της πενταόροφης πολυκατοικίας μας. Το μωρό γελάει, φυσικά, με τα αιματοβαμμένα μου σενάρια –κι εγώ γελάω με την πάρτη μου, που μονίμως φαντάζομαι φρικτά ατυχήματα, και φυσικά δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να καταπιεί μια τέτοια χαζή φοβία, δεν το δέχομαι δηλαδή, άνθρωπος με δυο πτυχία και να με κάνει ό,τι γουστάρει μια χαζο-χύτρα, δεν θα ’μαστε καλά. Κι αν η μάνα μου, στην τελική, που φοβάται και τον ίσκιο της και καταπίνει κι ένα κάρο φάρμακα, μαγείρευε μια ζωή με χύτρα, εγώ, που μπροστά της είμαι τουλάχιστον πολεμιστής σαμουράι, θα παραδεχτώ ότι κωλώνω;
Την έβαλα μπροστά μια-δυο φορές, με το μωρό στο σπίτι πάντα –όχι για να μου κάνει τίποτα δηλαδή, έτσι, για ψυχολογική υποστήριξη. Το μωρό, εξάλλου, λειτουργεί ως τέλειο αντίδοτο για τους πάσης προελεύσεως πανικούς μου, από την εξάπλωση της κυτταρίτιδας μέχρι τις φυσικές καταστροφές· αφήστε που έχει μαγικές σχεδόν ικανότητες στο χειρισμό μηχανημάτων, συσκευών, κουμπιών και μαραφετιών κάθε είδους. Κι αν στο στρατό, με άοπλο Ι4, έδειχνε σε όλο τον υπόλοιπο λόχο πώς λύνουν και ξαναδένουν το G3 κάνοντας και ρεκόρ χρόνου έτσι για την πλάκα του, καταλαβαίνετε πως η συναρμολόγηση των οκτώ καταραμένων κομματιών στα οποία πρέπει να διαλύσεις, σύμφωνα με τις οδηγίες, την φανταστρουμφική βαλβίδα ασφαλείας της χύτρας για να την πλύνεις μετά από κάθε χρήση, του φαίνεται κάτι λιγότερο από παιχνιδάκι.
Εγώ παλεύω, εννοείται, βγάζοντας τα μάτια μου για να βεβαιωθώ τι ακριβώς δείχνει το σχετικό σχέδιο του manual (το οποίο το μωρό, όπως φαντάζεστε, ουδέποτε μπήκε στον κόπο να συμβουλευτεί –αυτά είναι για τα χαζά κοριτσάκια σαν εσένα, γελάει), και πάλι λάθος τη φτιάχνω, να χέσω τα δύο πτυχία μου, όλο κάτι λάθος σφίγγω, κάτι μου σκαλώνει, κι αν κατά τύχη το κάνω σωστά ποτέ δεν είμαι βέβαιη, κι άντε πάλι το σενάριο με το ιπτάμενο κεφάλι.
Και σήμερα έτσι την πάτησα, έτρεμα αν είχα δέσει σωστά τη σατανική βαλβίδα, και το μωρό είχε πεταχτεί μέχρι την τράπεζα, αλλά έλα που του είχα τάξει ρεβυθόσουπα (με σούπερ συνταγή της μαμάς, που δεν την έχω φάει πουθενά αλλού, να νομίζεις ότι τρως σούπα αυγολέμονο, τέτοια νοστιμιά), κι άμα περίμενα να γυρίσει για να βάλω μπρος δε θα προλάβαινε να φάει πριν φύγει για τη δουλειά, γι’ αυτό σε μια κρίση αυτοπεποίθησης άναψα το μάτι, μύχια ελπίζοντας ότι αν κάτι πήγαινε στραβά θα είχε εντωμεταξύ επιστρέψει το μωρό να με σώσει. Ασφαλώς όλα πήγαν στραβά (ή έτσι μου φάνηκε, δεν θα μάθω ποτέ την αλήθεια), η χύτρα έκανε κάτι περίεργα φσςςς και μου έβγαλε κάτι ζουμιά, που μπορεί και να ήταν στο πρόγραμμα αλλά εγώ φρίκαρα τη ζωή μου, και αποφάσισα ότι δεν είμαι κι ούτε φιλοδοξώ να γίνω πυροτεχνουργός, κι ότι σε κάθε περίπτωση είμαι πραγματικά πάρα πολύ νέα για να πάω έτσι άδοξα για δυο πιάτα ρεβύθια, κι έκλεισα το μάτι και βγήκα στο μπαλκόνι να καπνίσω, με φρικτές τύψεις που θα τάιζα το μωρό προχτεσινό αρακά με συνοδεία κονσέρβα.
Πάνω στην ώρα κατέφτασε και το μωρό (που, ευτυχώς για μένα, είναι υπεράνω κατεστραμμένων φαγητών και άλλων τέτοιων μικροδραμάτων που απειλούν καθημερινά τη δική μου ψυχολογική ισορροπία), και νομίζω το διασκέδασε πραγματικά το όλο πράγμα, τα μούτρα μου δηλαδή και τη χύτρα που την είχα βγάλει στην άκρη με χίλιες προφυλάξεις, έσκασε στα γέλια, δήλωσε ότι προτιμά τον αρακά, έφαγε στο πόδι κι έφυγε. Κι εγώ αποφάσισα να μην πετάξω στα σκουπίδια τα σκατορεβύθια, αλλά να τα μαγειρέψω κανονικά, με το νορμάλ καπάκι, ας έπαιρνε και δέκα ώρες πλέον, τι μ’ ένοιαζε; Άσε που στο μεταξύ είχα διαπιστώσει ότι είχα ξεμείνει από λεμόνια, κι έπρεπε να πεταχτώ παραδίπλα στο μανάβικο να πάρω. Ντύθηκα όπως-όπως και ξεπόρτισα.
Έπρεπε να μου τύχει σήμερα ακριβώς, μ’ αυτό το γκρίζο ψιλόβροχο και την όλη υπόθεση μαγείρεμα ρεβυθόσουπας να παίζουν πινγκ-πονγκ με τις ορμόνες μου (θα μπορούσα να πεθάνω, είχα σκεφτεί όταν τον πρωτοείδα, κι ασφαλώς ένα μαγείρεμα προηγείται μιας τέτοιας μελοδραματικής κατάστασης, αστείο πράμα, να του φτιάξω ένα πιάτο φαγητό· που πάνε δέκα χρόνια και δεν μπορώ να συνηθίσω, επιβιώνω από σπόντα πάνω στα τακούνια μου, μες στα φουστάνια μου που του αρέσουν, και προσπαθώ να μαζευτώ σ’ ένα σχήμα λογικοφανές τουλάχιστον, αλλά τρομάζω συνέχεια τι βλέπει σ’ εμένα, τώρα που μέσα σ’ όλα τ’ άλλα σφουγγαρίζω κάθε δυο μέρες τα πλακάκια, αστείο πράμα, αλήθεια, να μαγειρεύεις ρεβύθια από έρωτα, ποιος να σε πιστέψει, να καταλάβει τι λες, θα πεθάνω σκέφτομαι όποτε κλείνει την πόρτα αλλά φυσικά δεν πεθαίνω, και μαγειρεύω ή ποτίζω τα λουλούδια ελπίζοντας ότι το βράδυ θα καταλάβει, θα υποψιαστεί πως ήταν η μόνη εφικτή εναλλακτική μου, άγριο πράμα, νοικοκυρεύτηκες μου λένε και θέλω να κλάψω από τα γέλια, ενίοτε κλαίω στ’ αλήθεια και μετά το ρίχνω στο προεμμηνορροϊκό, τρέχω να τσεκάρω στον καθρέφτη του σαλονιού μη με βρει μουτζουρωμένη)· έπρεπε να τους πετύχω σήμερα, ένα μέτρο από το μανάβικο, τους πιτσιρικάδες στην είσοδο του διπλανού σπιτιού, με τις τσάντες του σχολείου πεταμένες, στα μαύρα, τα μαλλιά μέχρι τη μέση (νόμισα πως τον είδα φάντασμα μπροστά μου δέκα χρόνια πριν), είχανε μια κιθάρα και παίζανε, ψιλοτραγουδούσαν, στ’ αρχίδια τους που ήταν μεσημέρι, που περνούσε κόσμος, μου ’ρθε να σκάσω στα γέλια, να πετάξω κι εγώ την τσάντα μου και να κάτσω χάμω μαζί τους να τραγουδήσω, όπως έκανα όταν τον πετύχαινα έξω από το παλιό σχολείο, ίδια φάση ακριβώς, ν’ ανατριχιάζεις, την εποχή που η ιδέα και μόνο να μαγειρεύω ρεβύθια ήταν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Κατάπια εννοείται το γέλιο και τις λοιπές παρορμήσεις μου και γλίτωσα το ρεζίλι, ευτυχώς, τα πιτσιρίκια εξάλλου δεν θα είχαν κανένα λόγο να υποθέσουν ότι τους ρίχνω μια δεκαετία τουλάχιστον, πόσο μάλλον ότι έχω μια κατσαρόλα στη φωτιά, πως τον παντρεύτηκα, πως έχω τα μαλλιά του στην ντουλάπα, πως κανείς δε με πιστεύει. Το πολύ να νόμιζαν ότι κάνω καμάκι, κι άντε να τους εξηγείς μετά, μου ρίχνανε και δυο κεφάλια ο καθένας. Πήρα τα λεμόνια κι εξαφανίστηκα.
Τα ρεβύθια μου τρώγονται τελικά –όχι σαν της μαμάς, αλλά καλά μου βγήκαν.