Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Genocide

"




Με τα ζωάκια έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Επί του παρόντος, έχω…. μμμμ… μισό να υπολογίσω…. 6 γάτες, εκ των οποίων η μία κοιμάται μαζί μου και γενικά απολαμβάνει προνόμια μωρού. Όσον αφορά στον αριθμό, διευκρινίζω ότι είναι 6 απλώς και μόνο επειδή η 7η, 8η και 9η εξαφανίστηκαν τους τελευταίους μήνες (λόγω αδιευκρίνιστων ατυχημάτων, προφανώς). Επίσης, διατηρώ μία σαρκοφάγα χελώνα (τρώει friskies γαλοπούλας μαζί με τα γατιά) την οποία καλά θα κάνω να συμπεριλάβω στη διαθήκη μου, διότι όπως τα υπολογίζω είναι κάτω από 30 ετών, πράγμα που σημαίνει ότι θα με θάψει ανετότατα, κι εμένα και τους απογόνους μου πιθανώς. Στο παρελθόν δε, έχουν περάσει από την οικία: ένα κουνέλι που μου το έδωσαν για θηλυκό, απεδείχθη αρσενικό και είχε το βίτσιο να πηδάει τον τότε γάτο μας, και το οποίο έφτασε αισίως την επταετία. ένα δανεικό χρυσόψαρο (μεγάλη ιστορία), η Κλειώ, που ψόφησε σε χρόνο-ρεκόρ. ένα μπάσταρδο κουτάβι (διασταύρωση πίτμπουλ, ντογκ ντε μπορντό και σχιζοφρενή κροκοδείλου ή κάτι τέτοιο) που ευτυχώς κατάφερα να χαρίσω πάνω στη βδομάδα πριν με ακρωτηριάσει στην κυριολεξία. ένα σπουργίτι που είχε πέσει από φωλιά και ματαίως προσπάθησα να σώσω. διάφορα γατάκια που μάζεψα από τα σκουπίδια και επίσης μου ψόφησαν στα χέρια ίσα-ίσα για να κλαίω και να κάνω μαύρους κύκλους. τέλος, ένα τρισχαριτωμένο ποντίκι-εισβολέας, για χάρη του οποίου οργανώθηκε ολόκληρη επιχείρηση σύλληψης-απελευθέρωσης προκειμένου να γλιτώσει την άθλια μοίρα της φάκας (τελικά το πιάσαμε με ένα θεαματικό μπλονζόν μέσα σε μια γλάστρα και το αμολήσαμε στο διπλανό πάρκο).

Όπως θα έχετε ήδη καταλάβει, δεν είμαι απλά φιλόζωη, αλλά ανήκω στην κατηγορία του άρρωστου μαλάκα που προσπαθεί να βγάλει με το κουτάλι (και στη συνέχεια να στεγνώσει στον ήλιο) το μικροσκοπικό μυγάκι που έκανε βουτιά στη σαλάτα του, κι αν δεν τα καταφέρει κλαίει λες και του πέθανε ασθενής πάνω σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς. Θυμάστε μήπως εκείνο το παιδικό ποιηματάκι που έλεγε κάτι του τύπου ποτέ δεν θα πειράξω τα ζώα τα καημένα κλπ; Ε, η έμπνευση δική μου ήταν και μου την κλέψανε. Με τη μόνη διαφορά ότι εγώ το έχω προχωρήσει κάπως το πράγμα, και όπου ζώα συμπληρώνω αυθαιρέτως έντομα, σκουλήκια, κοχύλια, μανιτάρια και ο,τιδήποτε άλλο τέλος πάντων θεωρείται, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, ζωντανό και άρα άξιο σεβασμού και προστασίας. Μέχρι μια ετοιμοθάνατη νυχτερίδα είχα ψαρέψει πριν μερικά χρόνια από την πισίνα του κάμπινγκ όπου κάναμε διακοπές, και με το ζόρι με κρατούσανε να μην της κάνω CPR.

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως, με τέτοια αποθέματα καλοσύνης προς τα ζωντανά πλάσματα, έχω κλείσει ήδη σουίτα στον παράδεισο. Η μαύρη αλήθεια, όμως, είναι πως έχω μάλλον καταφέρει να μετατρέψω την παρούσα ζωή μου σε μίνι κόλαση, ιδίως κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Εξηγούμαι: όταν έχεις την τύχη να κατοικείς σε ισόγειο με κήπο, ένα ολόκληρο σύμπαν από μαμούνια καραδοκεί και με πρώτη ευκαιρία μπουκάρει στο σπίτι από παράθυρα και μπαλκονόπορτες. Κι ενώ το να σκοτώνεις μια ακρίδα στον κήπο σου είναι σαφώς από άσκοπο έως σαδιστικό και άθλιο, το να κοιτάζεις μισή ώρα την κατσαρίδα που σου κουνάει τις κεραίες της από το νιπτήρα δίνοντας μάχη με τη συνείδησή σου «να τη λιώσω, να μην τη λιώσω, να τη λιώσω, να μην τη λιώσω» μέχρις ότου η κατσαρίδα την κάνει με την ησυχία της για να αναπαραχθεί σε κάποια γωνιά του σπιτιού, δικαίως χαρακτηρίζεται αυτοκαταστροφική ηλιθιότητα. Το ίδιο και το να λυπάσαι το κουνούπι που μόλις σου ήπιε το αίμα δημιουργώντας σου ένα τεράστιο πρήξιμο (είμαι και αλλεργική, πανάθεμά με), κι αν τελικά το σκοτώσεις να κοιμάσαι με τις τύψεις ότι άφησες ορφανή μια οικογένεια.

Τέλος πάντων, για να μην παρανοήσω τελείως έχω κατασταλάξει σε έναν προσωπικό κώδικα δεοντολογίας όσον αφορά στα δικαιώματα των πάσης φύσεως ζωυφίων: δεν σκοτώνω τίποτα αν δεν με απειλεί άμεσα με τσίμπημα ή δεν με ενοχλεί πάρα μα πάρα πολύ (βλ. ορδές κατσαριδών). Ο εν λόγω κώδικας καλύπτει ικανοποιητικά τις περισσότερες περιπτώσεις, επιτρέποντάς μου να διατηρώ καθαρή την συνείδησή μου. Ενίοτε, όμως, τα πράγματα περιπλέκονται οδυνηρά…

Ότι θα μπορούσα να σκοτώσω εγώ ένα αθώο μικρό πεταλουδάκι της νύχτας, φαντάζει επιστημονική φαντασία και κάτι περισσότερο. Όταν το πρώτο πεταλουδάκι έκανε την εμφάνισή του στο δωμάτιό μου, μπορώ να πω ότι σχεδόν το βρήκα χαριτωμένο. Θα έλεγα πως βρήκα χαριτωμένα και τα υπόλοιπα πέντε που εμφανίστηκαν τις επόμενες ημέρες, κάνοντας μάλιστα ένα τρικούβερτο καυγά με την καημένη τη μάνα μου, την οποία παραλίγο να δικάσω για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας επειδή σκότωσε ένα νομίζοντας πως είναι κουνούπι. Σύντομα, τα πέντε πεταλουδάκια έγιναν δεκαπέντε, ενώ άρχισα να παρατηρώ κάτι μικρά γκρίζα κουκούλια στους τοίχους που κουνιόντουσαν ελαφρά. Αν και το όλο πράγμα είχε αρχίσει να μου φαίνεται κομματάκι αηδιαστικό, διατήρησα την ψυχραιμία μου, προσέχοντας μάλιστα να μην λιώσω κατά λάθος κανένα κουκούλι και σκοτώσω το νεογέννητο. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν παρά μικροσκοπικές πεταλουδίτσες.

Με την πάροδο των εβδομάδων και δίχως να το πολυκαταλάβω, το σπίτι μου εξελίχθηκε σε ένα πρώτης τάξεως μαιευτήριο νυχτοπεταλουδών. Την ημέρα, ομολογώ, το πρόβλημα ήταν κυριολεκτικά ανεπαίσθητο, καθώς τα σκασμένα φτερωτά κοιμόντουσαν στους τοίχους σαν αγγελούδια. Μόλις άρχιζε ωστόσο να σουρουπώνει, δαιμονιζόντουσαν όλα μαζί κι άρχιζαν να μαθαίνουν πτήση. Εγώ, βεβαίως, ήμουν εκείνη την περίοδο χωμένη μέχρι το λαιμό στο διάβασμα, οπότε πού μυαλό ν’ ασχοληθώ με τέτοιες λεπτομέρειες. Εξακολουθούσα λοιπόν να κάνω αμέριμνη τις βόλτες μου μέσα στο σπίτι, αγκαλιά με τις σημειώσεις των μαθημάτων μου και αποστηθίζοντας διάφορες αηδίες περί δημόσιας διοίκησης.

Όταν κάποιο βράδυ, κι ενώ απήγγειλα το αναθεωρημένο άρθρο 102 για την τοπική αυτοδιοίκηση, ένα πεταλουδάκι πήρε λάθος στροφή καταλήγοντας μέσα στο ρουθούνι μου, άρχισα ομολογουμένως να ταράζομαι κάπως. Για την ακρίβεια, άφησα ένα ουρλιαχτό αλά Τζόνυ Βαϊσμίλερ και φύσηξα με λύσσα το πεταλουδάκι έξω από το ρουθούνι μου, αδιαφορώντας μάλιστα παντελώς για το κατά πόσο πνίγηκε ή όχι από την ξαφνική (αμυντική, υποθέτω) υπερέκκριση μύξας. Λίγη ώρα αργότερα, κι αφού ζύγισα με ψυχραιμία πλέον την κατάσταση, αποφάσισα να κάνω ένα διάλειμμα στο διάβασμα και να προσπαθήσω να εξώσω όσα από τα καταραμένα φτερωτά μπορούσα. Ελλείψεως απόχης, και σε μια ευτυχή κρίση εφευρετικότητας, εφοδιάστηκα με ένα μεγάλο ποτήρι κι ένα φύλλο χαρτί που θα χρησίμευε ως καπάκι κι άρχισα να παίζω το πιάσε-την-πεταλούδα-στο-ποτήρι-και-βγάλτην-στον-κήπο. Το χαρτί βέβαια τσάκιζε επιτρέποντας στις πεταλούδες να το σκάνε ύπουλα, οπότε το αντικατέστησα με ένα cd.

Η μέθοδος αυτή απεδείχθη εξαιρετικά αποτελεσματική. Εντός μισής περίπου ώρας, είχα καταφέρει αισίως να μειώσω τον αριθμό των ιπτάμενων μικρών τεράτων τουλάχιστον κατά δέκα. Υπέμεινα στωικά τα πάντα: τις απότομες εν πτήσει στροφές τους που μ’ έκαναν να κουτουλάω πάνω στον τοίχο στην προσπάθειά μου να τα τσακώσω. τα αηδιαστικά τους φτεροκοπήματα μέσα στο ποτήρι. το ανεξήγητο πείσμα τους να μη θέλουν να βγουν από το ποτήρι όταν επιτέλους τα ελευθέρωνα στον κήπο στο στυλ του φινάλε του free Willy. ακόμη και το (μη δεκτικό περιγραφής) βλέμμα που μου έριξε ο πατέρας μου όταν, έξαλλος την πέμπτη φορά που με είδε να βγαίνω στον κήπο αγκαλιά με το ποτήρι, με ρώτησε τι στο διάβολο κάνω και του απάντησα με τρομερή σοβαρότητα «μαζεύω πεταλούδες της νύχτας και τις βγάζω στον κήπο να παίξουν».

Επειδή όμως η πουτάνα η ζωή είναι άδικη πολύ συχνά, οι ανθρωπιστικές μου ενέργειες δεν στάθηκαν αρκετές να με απαλλάξουν από το μαρτύριο. Οι πεταλούδες εξακολούθησαν να πολλαπλασιάζονται μέσα στο δωμάτιό μου, αναγκάζοντάς με, όσο δύσκολο κι αν μου ήταν, να σκληρύνω την τακτική μου. Το νέο δόγμα ήταν: ό,τι πετάει ζει, κανένα έλεος για τα κουκούλια. Παρακαλώντας λοιπόν τη μαμά φύση να με συγχωρήσει για την περίπου βρεφοκτονία που διέπραττα, σάρωσα με την ηλεκτρική ότι κουκούλι εντόπισα σε τοίχους και ταβάνια. Ε, τι στο κέρατο, φαντάστηκα ότι τα ήδη ζωντανά θα ψοφολογούσαν εν ευθέτω χρόνω με την έλευση του φθινοπώρου.

Για να μην σας τα πολυλογώ, διαψεύστηκα και σε αυτό. Τα κουκούλια επανεμφανίστηκαν ακάθεκτα, όπως οι εξωγήινοι που ξαναγεννιούνται στις ταινίες τρόμου, και τα μικρά σμήνη των πεταλουδών άρχισαν να παίρνουν διαστάσεις πολεμικής αεροπορίας. Ο κόμπος έφτασε στο χτένι σήμερα το απόγευμα όταν, βγάζοντας μια πλυμένη και σιδερωμένη μπλούζα από ένα ανοικτό ράφι, τέσσερα ή πέντε πεταλουδάκια απογειώθηκαν μαζεμένα και με πέτυχαν στα μούτρα.

War is war, μουρμούρισα μέσα από τα σφιγμένα δόντια μου, κι έβαλα στην πρίζα την ηλεκτρική. Σκέφτηκα να βαφτώ πρώτα με τα ινδιάνικα χρώματα του πολέμου, να φορέσω μια στολή παραλλαγής ή έστω να φωνάξω αέρααααααα έτσι για το εφέ, αλλά η αναμπουμπούλα της μάχης δεν μου το επέτρεπε. Ρούφηξα ανελέητα ό,τι κουνιόταν κι ό,τι δεν κουνιόταν σε τοίχους, πατώματα, παράθυρα και γωνίες (μαζί μ’ ένα μαξιλάρι που είδα κι έπαθα να το ξεσφηνώσω από τη σκούπα, αλλά χαλάλι). Στους πρώτους φόνους ομολογώ πως δείλιαζα λίγο κι έκλεινα τα μάτια –μετά από λίγο, αφού είχα γευτεί το πρώτο αίμα, η μάχη με συνεπήρε νεκρώνοντας τα όποια υπολείμματα οίκτου μου, μέχρι του σημείου να ρουφάω με το στόμιο της σκούπας στον αέρα τις πεταλουδίτσες που πετούσαν εκείνη την ώρα. Η καταστροφική μανία μου δεν άφησε σχεδόν τίποτα ζωντανό. Αν είχα δηλαδή εύκαιρο, δεν το ’χα σε τίποτα να τους ρίξω και ναπάλμ και χέστηκα αν θα καιγόταν μαζί και το σπίτι.

Τώρα, μια ώρα περίπου μετά τη γενοκτονία που διέπραξα, είμαι ανίκανη να νιώσω τύψεις. Παρ’ όλα αυτά, είμαι βέβαιη πως στιγματίστηκα ανεπανόρθωτα από τις φρικτές μνήμες του πολέμου, και πως στο μέλλον οι λέξεις πεταλούδα, κουκούλι, ηλεκτρική σκούπα και ρουφάω θα μου ξυπνούν τα τραύματα με απρόβλεπτες συνέπειες. Αν λοιπόν με δείτε ποτέ να κοπανιέμαι σε κανένα τοίχο κλαίγοντας και παραληρώντας μ’ ένα πολυβόλο στο χέρι, ως άλλος βετεράνος Σταλόνε στο Ράμπο first blood , θα ξέρετε την αιτία…

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

friday I'm in love

το ζόρι είναι μέχρι να καταλάβεις πως συνέβη μετά το όλο θέμα απλοποιείται έως φρίκης εννοώ τι ψάχνεις τώρα αφού αναπνέουμε ακόμη τι γυρεύεις μια ή δυο μπύρες πέντε δεκατρείς στ’ αρχίδια μου στην τελική σου είπα αφού αναπνέουμε ακόμη μισοί ολόκληροι ποιος νοιάζεται αρκεί που υποθέτω πως υπάρχεις υποθέτω πως μ’ αγαπάς ακόμη με την αγάπη εκείνη των δεκάξι ξέρεις κι εγώ το ξέρω θα τη βγάλουμε μισοί ολόκληροι ασύμπτωτοι με τα μαλλιά σου στο κουτί τα δάχτυλά μου μες στα μάτια τις νύχτες ν’ αλυχτάνε στα πεζοδρόμια στ’ αρχίδια μου σου είπα θα τη βγάλουμε κομμάτια μπουσουλώντας μέσα στα σχολικά τετράδιά μας μη μου κλαις –

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

τέλος



Μετά, συνήθιζε να βγαίνει. Όχι τίποτα σπουδαίο, ως το περίπτερο ας πούμε, για τσιγάρα, ή κι ακόμη πιο κοντά, μέχρι το σπίτι του τρελού στη γωνία. (Θυμόταν ολοκάθαρα το χτύπημα του μπαστουνιού του στις πλάκες, ουδέποτε κατάλαβε γιατί το κουβαλούσε πάντοτε μαζί του, δυο μέτρα άντρας, ευθυτενής, παρά τη γενειάδα στο στέρνο του, ασφαλώς η στήριξη ήταν περιττή, μα εκείνος χτυπούσε επίμονα, σε κάθε βήμα, σα για να ξυπνήσει κάποιον, τέλος πάντων, ο τρελός είχε από χρόνια πλέον πεθάνει, ο χτύπος ακόμη την ξυπνούσε τα μεσημέρια.) Σε κάθε περίπτωση, έβγαινε, περπατούσε το τετράγωνο πάνω-κάτω, μια ή δυο φορές, ενίοτε ξεχνούσε ν’ αγοράσει τα τσιγάρα, γυρνούσε σπίτι και κλείδωνε δυο φορές πίσω της την πόρτα, ωραία έλεγε κι ας μην ήταν σίγουρη πως ήταν όντως καλύτερα έτσι.
Γιατί η σύντομη έξοδος επιβεβαίωνε αυτό που ήδη υποψιαζόταν, πως εξακολουθούσε δηλαδή να υφίσταται, ολόκληρη κατά πάσα πιθανότητα και δίχως κάποια προφανή παραμόρφωση ή αιμορραγία. Ψαχουλευόταν καλού-κακού να σιγουρευτεί, σαφώς, τίποτα δεν έμοιαζε να λείπει, ο γείτονας την είχε καλησπερίσει αδιάφορα, τα παιδιά στο πάρκο είχαν συνεχίσει το παιχνίδι τους παρά τη διέλευσή της, κανείς δεν είχε βάλει τις φωνές στη θέα της, κανείς δεν κάλεσε ασθενοφόρο, την πυροσβεστική ή την αστυνομία, ωραία ξανάλεγε κι ας μην ήξερε αν το προτιμούσε που ήταν έτσι.
Και συνέχιζε με τις συνήθεις δραστηριότητες του υπολοίπου της ημέρας, αφήνοντας παραπλεύρως το γεγονός, ημιτελέστατο όπως είχε περίτρανα γι’ άλλη μια φορά αποδειχθεί, ο χρόνος εξακολουθούσε να κυλάει, οι προθεσμίες να τρέχουν, η βρύση το ίδιο, τα φώτα ν’ ανάβουν με το πάτημα του διακόπτη, τα παιδιά να τσιρίζουν στο πάρκο, οι μουσικές ν’ αντιστοιχούν σ’ εφιάλτες. Ασφαλώς, ήταν όλα τα ίδια, εκείνη, τα πράγματα, έχοντας επιβιώσει της καταστροφής ως άτρωτες κατ’ ουσίαν απελπισίες, δίχως ουλές, δίχως εγκαύματα ή εμφανείς ρωγμές, δίχως καν πρησμένα μάτια.
Έτσι, καμία απόδειξη δεν θα μπορούσε ποτέ να επιστρατευτεί, κανείς ποτέ δεν θα την πίστευε, ακόμη κι αν είχαν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες, πόσο μάλλον που ήταν μόνη, η εκδοχή της θα κατέρρεε υπό το –μικρό, έστω– βάρος του κορμιού της, πώς στ’ αλήθεια να τους πείσεις πως δεν υπάρχεις, όχι, θα ’ταν τόσο μάταιο να το επιχειρήσει, εν τέλει δεν αποκλείεται να πειθόταν στην πορεία η ίδια για το αντίστροφο. Επέζησα του τέλους θα έγραφε πολύ αργότερα, σε μια στιγμή ελάσσονος βέβαια εμπνεύσεως και δίχως να θυμάται σε τι ακριβώς αναφερόταν.
Οι κριτικοί θα μιλούσαν –δικαίως– για αμφιβόλου ποιότητος μελοδραματισμό.

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Απολογισμός

Το βράδυ κοιμήθηκα με κουβερτούλα. Πολύ θα ήθελα και τη γάτα (που εκτίμησε την κουβερτούλα και ήρθε στο κρεβάτι, τα σκέτα σεντόνια δεν της αρέσουν), αλλά εκείνη την έκανε μετά από λίγο. Η κουβέρτα, ευτυχώς, αποφάσισε να μείνει –όχι τίποτα άλλο, αλλά η πολλή μοναξιά μου φέρνει εφιάλτες.

Και η αλλαγή των εποχών, επίσης. Μην φανταστείτε πως μελαγχόλησα που φεύγει το καλοκαίρι και τα λοιπά, άλλωστε δεν ήταν και το καλύτερο της ζωής μου, νομίζω ανακουφίζομαι που φεύγει και δεν θα σκάω μέσα στο σπίτι χωρίς air-condition. Απλώς, είναι ένας τρόπος να συνειδητοποιώ τον καιρό που περνάει, ξέρετε, ρίχνω μια ματιά στην χρονική πραγματικότητα (λέει να το κάνεις πού και πού, όσο τρομακτικό κι αν είναι). Πού φθάσαμε, πού ακριβώς είμαι, τι έπεται –όσο μπορεί κανείς να προβλέψει, εννοείται.

Λοιπόν, οι φήμες με θέλουν να πλησιάζω επισήμως τα 25, πολύ μικρή για ρυτίδες, πολύ μεγάλη για τρέλες, κακός συνδυασμός, να μην ξέρεις τι ακριβώς πρέπει να κάνεις, προς τα πού να γείρεις, 20+ ή 30- ; Κρέμα ματιών, ας πούμε, να βάζω ή να μη βάζω; Πάντως για να φοβάμαι το σκοτάδι είμαι σίγουρα πολύ μεγάλη. Και για ν’ αλλάξω επαγγελματικές κατευθύνσεις, επίσης, είναι αργά. Πιθανόν να είναι αργά και για ένα piercing ακόμη που ήθελα, το σκέφτομαι κι ανατριχιάζω, πώς στο διάβολο τις έκανα τις τρύπες μερικά χρόνια πριν και δε μ’ ένοιαζε; Επίσης υποθέτω είναι αργά να εξελιχθώ πραγματικά σε ο,τιδήποτε κατά καιρούς σκέφτηκα πως θα μπορούσα ίσως να πάρω στα σοβαρά, σχέδιο, μουσικές, διάφορα τέτοια που όπως όλοι λένε δεν έχουν ψωμί, ε, καλά, πήγα στη Νομική, δεν έχει ιδιαίτερη διαφορά, δουλειά πάλι δεν έχω, δεν πήγα ποτέ να βγάλω την άδεια, τι να την έκανα, πυροβολήστε με καλύτερα αλλά μην με βάλετε να παριστάνω το δικηγόρο.

Ερασιτέχνης σε όλα, λοιπόν. Κι ας με έχουνε οι φίλοι για τη «φιλόλογο» της παρέας, ούτε αυτό δεν είμαι. Έστω. Περιμένω να γίνω δημόσιος υπάλληλος, αν περάσω στο διαγωνισμό, αν δεν περάσω θα βρω δουλειά και θα περιμένω να περάσω στον επόμενο διαγωνισμό, έχω πάθει ανοσία στο διάβασμα, και στην ιδέα επίσης ενός γραφείου σε δημόσια υπηρεσία, εντάξει, μην φανταστείτε πως ονειρευόμουν να γίνω αστροναύτης, θα επιζήσω. Πάντως η προοπτική του δημοσίου, υποθέτω, με καθιστά αυτομάτως πολύ μεγάλη και για τις μπλε ανταύγειες που ήθελα να κάνω και λυπόμουνα πάντα τα λεφτά, πάνε σε υπουργείο με μπλε ανταύγειες; Δεν πάνε.

Είμαι πολύ μικρή για να κάνω παιδιά, όλοι συμφωνούν, εγώ πάλι νομίζω πως είμαι ήδη μεγάλη, δεν ξέρω, τα ’χω θαλασσώσει σ’ αυτό το θέμα, δεν έχω ιδέα. Είμαι πολύ μικρή για αυτά που γράφω, μου λένε κατά καιρούς, άντε να τους εξηγήσεις πως έχουν λάθος, αυτά τα «ώριμα» που λένε τα ’γραφα στα δεκάξι, μετά την έχασα τη μπάλα, πού να ξαναβρείς ορίτζιναλ απελπισίες.

Τέλος πάντων. Φτάνει με τις ηλικίες. Τι αναμένεται, πέραν της επιτυχίας ή αποτυχίας στο ξεκίνημα της δημοσιοϋπαλληλικής μου σταδιοδρομίας; Ο άντρας μου φεύγει φαντάρος, ωραία μαλακία κι αυτή, μετά τα νυχτερινά το κωλόνησο, τουλάχιστον έχω συνηθίσει στις απουσίες, θα τη βγάλω καθαρή φαντάζομαι. Είπαμε, έρχεται και χειμώνας και θα ’ρχεται η γάτα στο κρεβάτι. Κι εγώ θα έχω καινούριες εμπειρίες, κάπου θα δουλεύω, δημόσιο ή αλλού, θα προσπαθήσω να προσαρμοστώ σ’ ένα περιβάλλον κι ως συνήθως θα αποτύχω, με τις γυναίκες δεν κολλάω, με τους άντρες επιβάλλεται να κρατάς πισινή, γενικά η κοινωνικότητά μου είναι λιγάκι γάμησέ τα, τι να κάνω, θέλω την ησυχία μου, κι οι φίλοι μου περιέργως επιλέγουν άλλα μέρη της χώρας για να ζήσουν, ή σε κάθε περίπτωση έχουν άλλους ρυθμούς, οι σχέσεις εξ αποστάσεως και δια msn είναι το καλύτερο ενδεχόμενό μου πλέον.

Αυτά. Στο σπίτι το καμπανάκι σημαίνει «τέλος εποχής», η αδερφή μου ήδη έφυγε, εγώ αισίως φεύγω του χρόνου, άτσαλη κατάσταση, οι γονείς γαντζώνονται πάνω μου υστερικά, εγώ νιώθω πως ήδη δεν ανήκω πια εδώ, το δωμάτιό μου φαντάζει απομεινάρι ενός αναίτια παρατεταμένου παρελθόντος, οι κούκλες μου ακόμη στα ράφια, ο κολλητός μου απ’ το λύκειο στη φωτογραφία, έχω καμιά επταετία να τον δω, μπορεί και να ’χει πέσει τόσο στην πρέζα που να μην με θυμάται καν, οι κασέτες μου σε χάρτινα κουτιά από γόβες που αγόρασα πολύ μετά που τα κασετόφωνα έγιναν μουσειακό είδος, και να βρω κασετόφωνο πολύ αμφιβάλλω αν θα παίζουν ακόμη καλά, δεν πειράζει, έχω άπειρα γίγα mp3, προσαρμόστηκα αναγκαστικώς, έκοψα και την αλληλογραφία, με περνούσανε οι άλλοι για τρελή, στείλε e-mail ρε άρρωστη, χώθηκα λοιπόν επιτυχώς στην τεχνολογία, έμαθα να στέλνω e-mail, δεν μπορώ να γράψω μου λείπεις σε arial γραμματοσειρά, έπαψα να το γραφω, είναι πιο εύκολα έτσι, οι λέξεις που δεν αρθρώνονται δεν υπάρχουν, ξεχνιέσαι, ναι, είναι σαφώς καλύτερα, τελικά πολύ τα εκτιμώ στην πορεία τα νέα μέσα, δε βλέπετε, άνοιξα και μπλογκ, ας διαβάζει όποιος θέλει, στις λογοτεχνικές κλίκες δεν κολλάω ούτως ή άλλως, εξαιρετική η συλλογή σας δια τηλεφώνου, θερμά ευχαριστώ για την κριτική σας στο τάδε περιοδικό, κι από κοντά να σε κοιτάνε σαν δαιμονισμένη λόγω ηλικίας ή γιατί δεν φοράς γυαλιά σαν φοιτήτρια θεολογίας, άι σιχτίρ, το πήρα απόφαση πως δεν πολυκολλάω πουθενά, ανέκαθεν, οι κυριλέ μ’ έβρισκαν φρικιό, τα φρικιά μ’ έβρισκαν κυριλέ, τα κορίτσια κάφρο και τ’ αγόρια κορίτσι, μπερδεύτηκα στο τέλος κι εγώ, τα παράτησα, ό,τι καταλάβει καθένας, στην τελική ποιος ενδιαφέρεται να ξέρει, και γιατί θα ’πρεπε.

Άλλο ένα καλοκαίρι πίσω μου.