Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράπονα και άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράπονα και άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Απογεύματα με τον εχθρό μου



Λοιπόν ναι, έγινα μάνα. Χαθήκαμε λίγο, αλλά δε μπορεί, αυτό το έχεις εμπεδώσει, δεν ξεχνιέται ως πληροφορία. Ελπίζω να σου έλειψα.

Αν δεν το έχεις ήδη καταλάβει, η παρούσα ανάρτηση είναι αφιερωμένη σ' εσένα. Ναι, σ' ΕΣΕΝΑ, γονιέ των άλλων παιδακίων που ζουν και μεγαλώνουν (από θαύμα, θα έλεγα, αλλά ας μην προτρέχουμε), στον πλανήτη γη, και πιο συγκεκριμένα στην πόλη μου, με αποτέλεσμα να σας τρακάρω κάθε τρεις και λίγο τα απογεύματα στην παιδική χαρά, στον παιδότοπο, στο σούπερ-μάρκετ κ.ο.κ. (διότι αν ζούσατε στη Μαδαγασκάρη και δε σας έτρωγα ποτέ στη μάπα, δε θα χαλούσα και e-σάλιο για να σε κράξω).

Λοιπόν. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ ΚΑΤΕΡΙΑΝΝΑ. Δηλαδή τώρα μπορεί να μπορείς, αλλά όταν κυβερνήσω τον κόσμο ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙΣ. Η χρήση ονομάτων όπως Κατεριάννα, Μαριοθόδωρος και Ελενοβαγγελίτσα θα ποινικοποιηθεί.Το ίδιο θα ισχύσει και για όλα τα ονόματα του τύπου Συλβί, Μάριον, Νταϊάνα κ.ο.κ. (υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι έβγαλες το παιδί σου Συλβί απλώς επειδή σου καύλωσε, ενώ διαμένεις στην Ελλάδα και δεν έχεις π.χ. κάποια ξενική καταγωγή -η ποινή, δε, θα είναι ισόβια κάθειρξη στην περίπτωση που το φωνάζεις κάπως έτσι ενώ το έχεις βαφτίσει Ευτέρπη ή Θέκλα, και προσπαθείς να μου εξηγήσεις το δημιουργικότατο τρόπο με τον οποίο από το Θέκλα προκύπτει ως χαϊδευτικό το Συλβί), καθώς και για τα ονόματα του τύπου Μιχαήλ ή Εμμανουήλ (αναφέρομαι στις περιπτώσεις που φωνάζεις όντως το νήπιο Μιχαήλ και Εμμανουήλ, κι αν τολμήσει κανείς να του πει γεια σου Μιχαλάκη/Μανωλάκη τον κοιτάζεις έτοιμος να του πάρεις το κεφάλι.) Την περίπτωση των διπλών ονομάτων με τη λογική κρατάμε-τις-παραδόσεις-και-ευχαριστούμε-τους-παππούδες-αλλά-ταυτόχρονα-δείχνουμε-και-πόσο-προχώ-άτομα-είμαστε, όπως Γιωργάκης-Αναξίμανδρος, Ελενίτσα-Ιωσηφίνα και τα λοιπά και τα λοιπά, δεν την αναφέρω γιατί έχω την αίσθηση ότι έχει παλιώσει λιγάκι ως μόδα αλλά, καλού-κακού, θα προσθέσω μια σχετική μεταβατική διάταξη. Και για να μην το ξεχάσω, θα περάσω ρύθμιση με την οποία θα ορίζεται ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό παιδιών με τα ονόματα Μυρτώ και Δανάη για τους παιδικούς σταθμούς και τα σχολεία.

Συνεχίζω. ΒΛΑΜΜΕΝΕ, σταμάτα να ουρλιάζεις στο 16 μηνών μωρό σου ότι η μπάλα που πήρε δεν είναι δικιά του, αλλά του γιου μου, και να επαναλαμβάνεις με στριγκιά φωνή σαν την κομμένη κεφαλή ότι δεν πειράζουμε ξένα πράγματα. Το μωρό σου δεν είναι, και κατά πάσα πιθανότητα δε θα γίνει (ή αν γίνει, θα είναι τέλος πάντων συμπτωματικό) ο Ρωχάμης. Τα 16 μηνών μωρά ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΝ να κατανοήσουν κοινωνικές συμβάσεις και έννοιες όπως η ιδιοκτησία, μπορούν μόνο να τρομάξουν από τη γκαρίδα σου. ΕΣΥ, ωστόσο, ΠΑΝΙΒΛΑΚΑ, θα έπρεπε να μπορείς να κατανοήσεις από μόνος σου αυτό που μόλις σου εξήγησα. Επίσης, αν περιμένεις να απειλήσω κι εγώ το νήπιό μου ότι θα το στείλω στο αναμορφωτήριο επειδή ακούμπησε τη Μπάρμπι του δικού σου, μάντεψε, δε θα το κάνω. Θα φροντίσω απλώς να αφήσει ήσυχη τη γαμω-Μπάρμπι σας αποσπώντας του την προσοχή με μια συναρπαστική χαρτοπετσέτα, και θα το πάρω αγκαλιά. Γιατί ΕΙΝΑΙ ΜΩΡΟ, πανίβλακα.

Ας προχωρήσουμε σε κάτι σοβαρότερο τώρα. Φιλάρα, συγχώρα με που στη χαλάω, αλλά ΟΧΙ, η παιδική χαρά ΔΕΝ είναι μέρος για να καπνίζεις. Το ότι είναι ανοιχτός χώρος και δυστυχώς δεν έχει μια γαμωταμπέλα 2Χ2 που να γράφει ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ, κι έναν ελεύθερο σκοπευτή να εκτελεί επιτόπου όποιον ανάψει τσιγάρο μέσα (μέτρα τα οποία θα ληφθούν άμεσα μόλις κυβερνήσω, όπως είπαμε, τον κόσμο), ΔΕ σημαίνει ότι εσύ μπορείς να μπαίνεις ΜΕ ΠΟΥΡΟ και να το φυσάς πάνω από το μωρό μου στην τσουλήθρα. Και εσύ, ναι ΕΣΥ, που σβήνεις τη γόπα κάτω, την οποία θα μπορούσε λίγους μήνες πριν να φάει το μωρό μου και να το τρέχω για πλύση στομάχου, απλώς επειδή το δικό σου παιδί δεν είναι πια μωρό και έχει εμπεδώσει πλέον ότι δεν τρώμε γόπες από το πάτωμα οπότε στ' αρχίδια σου, αν σε ξαναπετύχω, θα σου χώσω τη γόπα στο μάτι.

Τις υπόλοιπες πεταμένες γόπες (διότι δυστυχώς σπέρνεις άφθονες στο διάβα σου), ομοίως και τα πεταμένα-χρησιμοποιημένα μωρομάντηλα, θα σου τα χώσω στο άλλο μάτι την επόμενη φορά που θα σε πετύχω να έχεις πάει, υποτίθεται, τα παιδιά σου να παίξουν σε παιδική χαρά/παιδότοπο/οποιοδήποτε άλλο μέρος και να πίνεις σε ζεν κατάσταση τον καφέ σου ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ ΑΠΟΛΥΤΩΣ την ύπαρξη και τις ενέργεις των παιδιών σου.Τα οποία παιδιά σου, αναλόγως της φάσης, μπορεί να κινδυνεύουν, να πέφτουν, να κάνουν χαμό, να χτυπάνε το 19 μηνών μωρό μου (ενώ τα ίδια είναι 7 χρονών, ας πούμε), να του παίρνουν την κουδουνίστρα του για τσαμπουκά (ενώ είναι και πάλι 7 χρονών), να μου πιάνουν ακατάσχετη κουβέντα κι εγώ να πρέπει να τους απαντάω επειδή τα λυπάμαι και δε θέλω να κλονίσω την εμπιστοσύνη τους στην ανθρωπότητα, μία παραπάνω που έχουν για γονιό ΕΣΕΝΑ, μουλάρι, που ενώ διαδραματίζονται όλα αυτά κάνεις ότι δε βλέπεις και ρουφάς ηδονικά το φρεντοτσίνο σου.

Επίσης. ΒΛΑΜΜΕΝΕ γονιέ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ: θα πάρεις το βλαστάρι σου να φύγετε επειδή πετάει πέτρες/δαγκώνει τον Κωστάκη/έκανε κλειτοριδεκτομή στην Ελενίτσα, Ή ΌΧΙ;;; Ειλικρινά, στ' αρχίδια μου, κάνε ό,τι γουστάρεις. Αλλά την τριακοστή έβδομη φορά που θα φωνάξεις ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ, ΦΕΥΓΟΥΜΕ Τ Ω Ρ Α, και τρία δευτερόλεπτα μετά θα ξανακαθίσεις σα να μη συνέβη ποτέ, συνεχίζοντας να ρουφάς το φρεντοτσίνο, πρόσεξε, θα έχω φυλαγμένες μερικές γόπες και για το δικό σου μάτι. Εκτός κι αν είσαι πιστοποιημένα σχιζοφρενής ή πάσχεις από διαγνωσμένη απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης.

(Σου το είπα ότι είσαι φλώρος που πίνεις φρεντοτσίνο, ε;)

Και μιας και πιάσαμε τις διατροφικές σου συνήθειες. Όταν το παχύσαρκο τετράχρονό σου ρουφάει ως τον πάτο μπροστά μου ένα κουτάκι λίπτον άις τι (το οποίο επί δέκα λεπτά του αρνείσαι και καλά να πιει, κι αφού το αφήνεις να πλαντάξει κάνα πεντάλεπτο έτσι για το χαβαλέ, αποφαίνεσαι "καλά, πιες 2 γουλιές και θα μου το δώσεις"), και πέντε λεπτά μετά περιφέρεται με μια σακούλα κουλουροπαξιμαδάκια, και πέντε λεπτά αργότερα μασουλάει κρουασανάκι, πάρ' το χαμπάρι, το κακοποιείς. Μπορείς να είσαι ΟΣΟ παχύσαρκος γουστάρεις από επιλογή, διότι είσαι ενήλιξ. Αλλά ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ να κάνεις το τετράχρονο παχύσαρκο, καταδικάζοντάς το κατά πάσα πιθανότητα να είναι παχύσαρκο όλη του τη ζωή, ΟΦΕΙΛΕΙΣ να προστατεύεις την υγεία του παιδιού σου, όχι να την υπονομεύεις συνειδητά μπουκώνοντάς το συστηματικά σκουπίδια. Σε κάθε περίπτωση, κι επειδή εγώ μπορεί να σε κράζω εδώ πέρα, αλλά στην πραγματικότητα δε θα έρθω ποτέ να σου ζητήσω το λόγο γιατί ταΐζεις το βρέφος δρακουλίνια, διότι σέβομαι ως έννοια αυτό το γαμημένο privacy που λέμε, πρόσεξε καλά, μην ξανακάνεις ποτέ το λάθος να σχολιάσεις αυτοπροαιρέτως το γιατί εγώ ΔΕΝ δίνω δρακουλίνια στο δικό μου, ούτε -πρόσεξε καλά τώρα- το γιατί/πόσο/κάθε πότε/μέχρι πότε το/θα το θηλάζω. Και ΟΧΙ, δεν είναι υποκειμενικά όλα, εγώ είμαι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ φυσιολογική που θηλάζω, γιατί ΟΛΑ ΤΑ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ ΒΥΖΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΟΥΣ, κι εσύ είσαι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ λάθος που το ταΐζεις δρακουλίνια (και, για όνομα, μη μου ζητήσεις να σου το τεκμηριώσω ΚΑΙ αυτό, ΒΑΡΙΕΜΑΙ).

Α, και να μην ξεχάσω. Η ευγενική απάντηση στο γιατί έχω μακριά μαλλιά στο γιο μου, είναι ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΓΟΥΣΤΑΡΩ. Η μη ευγενική εμπεριέχει αίμα, σπέρμα, βία και γενικότερα σκηνές ακατάλληλες για παιδάκια. (Και όχι, δεν προσβλήθηκα, πανίβλακα, που δεν αντελήφθης τα υπερφυσικά τεράστια γεννητικά όργανα του γιου μου, που από τώρα γράφει ΓΑΜΑΩ στο μέτωπο. Αλλά προσβάλλομαι τα μάλα που αυτό φοβάσαι, βλαμμένε σεξιστή και ομοφοβικέ, που μου την είπες γιατί η μπάλα του ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΜΗΝΩΝ γιου μου είχε πάνω τη μικρή γοργόνα και φοβήθηκες ότι θα του καταστρέψει τη σεξουαλικότητα).

Αυτά, πάνω κάτω.

Και πρόσεξε, τώρα, να σου λύσω μερικές πιθανές απορίες.

Στην περίπτωση που στην πορεία της ανάγνωσης  αναρωτήθηκες αν θεωρώ ότι είμαι τόσο καλύτερος γονιός από εσένα, η απάντηση είναι ναι, ναι, ΝΑΙ.

Αν τώρα σκέφτεσαι ότι την έχω ψωνίσει κι ετοιμάζεσαι να μου χτυπήσεις να κοιτάξω τα χάλια μου, γιατί κι εγώ έχω σίγουρα ένα κάρο ελαττώματα σαν άνθρωπος, σπεύδω να σου διευκρινίσω ότι έχω περισσότερα ελαττώματα από όσα ίσως φαντάζεσαι. ΠΑΡ' ΟΛΑ ΑΥΤΑ, ωστόσο, ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΩ να είμαι λιγότερο βλαμμένος από σένα, και, το κυριότερο, ΔΕΝ ΠΙΝΩ ΦΡΕΝΤΟΤΣΙΝΟ.

Στην αποφράδα περίπτωση που σκοπεύεις να μου αφήσεις κανένα σχόλιο με ατάκα του τύπου όλες μανούλες είμαστε, όλες οι μανούλες αγαπάμε το ίδιο τα παιδάκια μας, ή η κάθε μανούλα κάνει το καλύτερο για το παιδάκι της, να σου κουλαθεί το χέρι το παρόν ιστολόγιο θα αυτοκαταστραφεί ανοίγοντας ταυτόχρονα μια μαύρη τρύπα στην τέταρτη διάσταση που θα σε καταπιεί έχω να σου διευκρινίσω τα εξής: α)ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ μανούλα. Αν δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ, να σου εξηγήσω ότι η μανούλα είναι η μετεξέλιξη της εγκυούλας ή, ακόμα χειρότερα, της συνεγκυούλας -και ούτε κι απ' αυτά υπήρξα ποτέ. β)Λυπάμαι που σου χαλάω το όνειρο, αλλά όχι, δεν αγαπάμε όλοι το ίδιο τα παιδάκια μας, εκτός κι αν με τη λέξη αγαπάμε εννοούμε ότι όλοι πάνω-κάτω θα στεναχωριόμασταν πάρα μα πάρα πολύ αν ο μη γένοιτο πατούσε τα παιδάκια μας ένας τυραννόσαυρος. Στην καθημερινή πραγματικότητα, ωστόσο, και μακριά από ακραία τραγικές καταστάσεις, κάποιοι αγαπούν πολύ το παιδάκι τους και του αστράφτουν σφαλιάρες επειδή έχασε ο ΠΑΟΚ, και κάποιοι αγαπούν πολύ το παιδάκι τους και του διαβάζουν παραμύθια τη μέρα που απολύθηκαν και τους ψόφησε ο σκύλος. Ναι, σωστά μάντεψες, υπονοώ ότι αυτές οι δύο ομάδες ΔΕΝ αγαπούν το ίδιο τα παιδάκια τους. Και βασικά δεν το υπονοώ, στο λέω στη μούρη. Και, ακόμα πιο βασικά, και τα ίδια τα παιδάκια το ξέρουν ότι δεν αγαπιούνται το ίδιο τρώγοντας σφαλιάρες ή ακούγοντας παραμύθια, κι αν μπορούσαν θα σου το έλεγαν κι εκείνα στη μούρη. Αλλά φοβούνται τη σφαλιάρα. Γκέγκε, τραμπούκε μωρών; γ)Το ότι είσαι μανούλα προφανώς ΔΕΝ συνεπάγεται αυτόματα ότι κάνεις σε όλες τις περιπτώσεις το καλύτερο για το παιδί σου. Έλα, δε μπορεί, το ξέρεις και μόνη σου, όταν καπνίζεις ας πούμε το μισό εργοστάσιο Καρέλια πάνω από το παιδί σου δηλητηριάζοντάς το συνειδητά, απλά για να μη χάσεις τη βολή σου, δεν κάνεις και το καλύτερο, ε; Ομοίως όταν το μπουκώνεις μπισκότα και πατατάκια επειδή δε μπορείς να σηκώσεις τον κώλο σου να του μαγειρέψεις. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Και τα λοιπά.


Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Το ψάρι



Με ρίχνει αυτός ο σκατόκαιρος, ρε πούστη μου.

Πέρσι, σα σήμερα, ξυπνούσα με ένα μεγαλειώδες χανγκόβερ και το νυφικό μου να σέρνεται κάπου στο σαλόνι. Προσπαθούσα να καταλάβω πού βρίσκομαι, τι μέρα είναι, γιατί έχω κάτι μαδημένα πράματα στο κεφάλι μου και τα σχετικά. Μετά συνέφερα και θυμήθηκα, δεν είχε γίνει πυρηνική καταστροφή, δεν είχα συμμετάσχει στα καλλιστεία του αντέννα, δεν με είχαν απαγάγει εξωγήινοι, απλώς είχα παντρευτεί την προηγουμένη, ήταν μεσημέρι, το σπίτι ήταν μουνί, και ήταν ζήτημα ωρών να μου σκάσουν επίσκεψη οι συγγενείς από κάτω, που θα έφευγαν την επομένη κι έπρεπε εννοείται να δουν το σπίτι, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε επειγόντως να συμμαζέψω, να σφουγγαρίσω, να βγάλω τα υπολειπόμενα πέταλα από το κεφάλι μου και να ξυπνήσω επίσης κάποια στιγμή το μωρό, που ήταν πιο τέζα από μένα, να το επαναφέρω στην πραγματικότητα εξηγώντας του όλα αυτά, περί χθεσινών γάμων και επικείμενων κρητικών επισκέψεων, και ξέροντας ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα με πίστευε από το μεθύσι, θα μου έλεγε κάτι του τύπου τι λες ρε μαλάκα και θα έβαζε τα γέλια, οπότε θα του έφτιαχνα ένα καφέ και θα τον παρακαλούσα απλώς να χαμογελάει στο σόι μέχρι να συνέλθει.

Ο καιρός, πάντως, ήταν χάρμα, μια λιακάδα άλλο πράμα, και τις δυο μέρες –να σκεφτείς όταν βαφόμουνα για το γάμο, έξι η ώρα τα απόγεμα, είχα βγει δέκα φορές στο μπαλκόνι σαν την τρελή με τον καθρέφτη, να τσεκάρω μήπως έδειχνα παραβαμμένη στο φως, τόσο πολύ. Σκέψου να παντρευόμουνα με τέτοια μαυρίλα και βρόχα σα χθες και σήμερα, άπαπαπαπα, τζάμπα θα πήγαινε το καημένο το φουστάνι μου, ήθελε ήλιο για να δείξει, άσε που, επαναλαμβάνω, η συννεφιά τέτοια εποχή με ρίχνει ψυχολογικά, ούτε να κουνήσω δε θέλω, βαριέμαι να βγάλω έξω ακόμη και τα σκουπίδια.

Με πήρε λίγο και το παράπονο με την επέτειο, ομολογώ, γιατί θέλαμε να το γιορτάσουμε, αλλά το μωρό δούλευε νύχτα, οπότε δε γινότανε, κοιμήθηκα μόνη μου με την Τούφα, η οποία δε σκαμπάζει από επέτειο γιατί δεν είχε προλάβει καν να γεννηθεί τότε, εμείς φυσικά της εξηγήσαμε το εξαιρετικό της ημέρας, υπερβάλλοντας και λίγο, ότι δηλαδή παντρευτήκαμε ειδικά για να μπορέσουμε να την υιοθετήσουμε μετά (χαίρονται με κάτι τέτοια τα γατιά), εκείνη μας κοίταξε πολύ σοβαρά, μ’ αυτά τα κεχριμπαρί μάτια που κοντεύουν να γίνουν πιο μεγάλα απ’ τα δικά μου, και μετά έκανε πρρρρρρρρρρ όπως κάνει συνήθως, και εκτοξεύτηκε στον απέναντι καναπέ σαν πελώριο χαριτωμένο κανταΐφι –δεν ξέρω τι ακριβώς κατάλαβε, αλλά έχω βάσιμες υποψίες ότι χαίρεται που μένει μαζί μας, ίσως με μισεί λιγάκι όταν παθαίνω κρίση και τη βουτάω εκεί που κοιμάται μακάρια και την τρελαίνω στα ρουφηχτά φιλιά, αλλά με ανέχεται, γιατί αν ήθελε θα μπορούσε να μου έχει βγάλει διακόσιες φορές τουλάχιστον μέχρι τώρα τα μάτια και δεν το κάνει.

Έλεγα ότι θα γιόρταζα την επέτειο και με μπεμπέ στα σκαριά, αλλά δεν.

Τη βγάλαμε με κρασάκι, και ντελίβερι κεμπάπ, τα οποία η Τούφα αρνήθηκε να πλησιάσει (ίσως πρέπει αν με ανησυχεί αυτό), και αυτοσχέδιο λάιβ, με το σύνηθες παρανοϊκό ρεπερτόριο, ευτυχώς έχουμε καλούς γειτόνους και δεν διαμαρτύρονται, το μωρό επιμένει ότι δεν ακουγόμαστε, αλλά ο μακαρίτης γείτονας στο πατρικό μου έλεγε ότι του δίνουμε ζωή που μας ακούει, κι έμενε σε διπλανό σπίτι κι όχι ακριβώς από πάνω, άρα στάνταρ ακουγόμαστε στον πάνω όροφο, επίσης δεν ξέρω πόση ζωή του δίναμε γιατί εν τέλει απεβίωσε, από σάπιο συκώτι και σε προχωρημένη ηλικία βέβαια κι όχι από τις κραυγές μου, υποθέτω, κυρίως από τον καημό για την κόρη του που έφευγε οσονούπω σαραντατεσσάρω χρονώ, ωραίες εποχές, κι ας είχαμε το θάνατο στη διπλανή πόρτα, ο μπαμπάς μου μεράκλωνε κι έβαζε τέρμα τον κουρσάρο όταν κουραζόμασταν, στις μεγάλες δόξες μας ρίχναμε και καμιά γυροβολιά στο σαλόνι (τα θηλυκά μόνο, το μωρό ποτέ, δεν του πάνε αυτά), Σωτηρία Μπέλλου, η αδερφή μου να σουρώνει με δυο γουλιές, ως συνήθως, και να ζητάει Στέλιο, μια φορά είχε βγει από το μπάνιο με την οδοντόβουρτσα στο στόμα για να προλάβει το κομμάτι κι είχε ρίξει μια ζεμπεκιά άλλο πράμα, λιγώσαμε στα γέλια, επικές στιγμές, και καπάκι Tiger Lillies ή τίποτα χειρότερο, ο μπαμπάς δεν καταλάβαινε αλλά γούσταρε τη ζωή του, χανότανε και μ’ αυτά, όπως και με τον Ψαραντώνη, ακούγαμε τον τίγρη και τρίζανε οι τοίχοι, ήμασταν είκοσι, εικοσιδυό, είκοσι τρία, δεν είχα ακόμη ταγέρ στη ντουλάπα μου, δεν έτρεχα σε υπουργικά συνέδρια, δε σκεφτόμουν να κάνω παιδί, η μάνα μου είχε λιγότερα χάλια, ήταν ωραία, το θυμάμαι, μπορεί και να τα εξιδανικεύω εξ αποστάσεως αλλά κατά βάση έτσι ήταν, ωραία.

Αναρωτιέμαι αν θα προλάβουμε καμιά τέτοια παρέα ακόμα, ή θα ’μαστε πάντα κουρασμένοι τα σαββατοκύριακα, και το μωρό θα λείπει με νυχτερινό, και θα τρέχουνε χίλιες δουλειές, όλο θέλω να τους μαζέψω και δεν κάθεται, κι ο πατέρας μου κουράζεται πιο εύκολα, η μάνα μου θα φρίξει με τη βαβούρα, εμείς ζευγαρώσαμε όλοι και βγαίνουμε σαν άνθρωποι σε κανονισμένες εξόδους, στρωμένα πράματα, έτσι είναι, φαντάζομαι καμιά φορά, να ξανακάνουμε κανένα τέτοιο και να σέρνεται κανένας μπέμπης στο πάτωμα, ή δυο, δεν ξέρω αν γίνεται, ή πώς θα ’μαστε, αν θα κλαίμε πάλι με τη Μπέλλου, αν θα θυμάται κανείς το στερεοφωνικό βήχα του μπαρμπα-Μήτσου στη βεράντα, τη Γιώτα που την έκανε έτσι πρόωρα χαμογελώντας απόκοσμα, αν θα με σουβλίζει καμιά τομή από καισαρική και δε θα μπορώ να φέρω σβούρες, το μόνο σίγουρο, θα φεύγουμε μετά καθένας για το σπίτι του, αντί να μοιραζόμαστε σε δωμάτια και καναπέδες όπως-όπως, κι ο πατέρας μου δε μας αφήνει πια να μαζέψουμε πιάτα, στα σπίτια σας λέει, αγριεύει το μάτι του και δε σηκώνει αντιρρήσεις, ούτε που ξέρω τι μ’ έπιασε και τα θυμήθηκα κυριακάτικο όλα αυτά, τις παρέες και τους πεθαμένους, μελλούμενα και περασμένα, ή τι μου φταίει, και δεν είμαι ακριβώς λυπημένη, μόνο νιώθω πως κάτι μου γλιστράει σαν ψάρι μες απ’ τα χέρια μου αφήνοντας μια πολύχρωμη ιριδίζουσα σκόνη, τινάζω τα δάχτυλά μου να φύγει και γεμίζει ο τόπος, νομίζω είναι η βροχή, το μωρό κοιμάται, θέλω να πάρω τον πατέρα μου να τον ρωτήσω αν θυμάται αλλά θα με ρωτήσει τι πράμα, κι άντε να του εξηγώ, για το ψάρι και τη σκόνη και τον καιρό –άσε που έχω όντως ένα κάρο δουλειές, πλυντήρια και μαγειρέματα, να βουρτσίσω την Τούφα που ξεμαλλιάστηκε πάλι, να σιδερώσω κι ένα φουστάνι για το γραφείο αύριο.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Ο Διάδοχος, το έκζεμα και η πασχαλινή πάπια



Θέλω να ξεράσω όποτε βλέπω τους στίχους που έχουνε κοτσάρει, με μεγάλα γράμματα, στο μετρό και στις στάσεις των λεωφορείων –ακριβώς εκεί που τον υπόλοιπο καιρό (και ξανά πάλι από αύριο) μοστράρουν μπισκότα, καπότες και ηλεκτρικές σκούπες.
Να ξεράσω κυριολεκτικά όμως, με την έννοια, που να νομίζουν οι γύρω ότι προσβλήθηκα αίφνης από οξεία θανατηφόρα γαστρεντερίτιδα, και ν’ ανοίξουν γύρω μου κύκλο είκοσι μέτρων τουλάχιστον.
Και μετά να τους μουτζώσω όλους και να φύγω.
Εννοείται ότι δεν ξερνάω έτσι εύκολα, με τις εκάστοτε φρικαλεότητες του έξω κόσμου δηλαδή· και αλίμονο, σε κάθε περίπτωση, δε θα καταδεχόμουν ποτέ να ξεράσω πάνω στις γόβες μου· το πολύ-πολύ, άμα δω ποτέ πραγματικά τα σκούρα, να πάω παραδίπλα να πεθάνω αξιοπρεπώς, σε κάποια χαριτωμένη στάση, να γλιτώσω κι εγώ και οι γύρω μου από τα εγκεφαλικά μου βραχυκυκλώματα. Από την άλλη σκέφτομαι, θα μπορούσα να κόψω τις γόβες (να βάλω κάτι άλλο σε παπούτσι βρε αδερφέ, επιτρέποντας στον εαυτό μου την πολυτέλεια να ξεράσει χωρίς τύψεις ότι διέπραξε αισθητικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας), αλλά έλα που έχω το μωρό, που δε μου λέει ποτέ ευθέως βάλε δεκάποντες γόβες ή μη βάλεις τις μπότες σου, αλλά παίρνει μία τόσο ανεπανάληπτη έκφραση αγαλλίασης όποτε με βλέπει πάνω στις πρώτες, και επίσης μία τέτοια φάτσα συντριβής όποτε με βλέπει με τις δεύτερες (ή με ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι οι πρώτες), που δεν μου κάνει καρδιά· εξάλλου, απολύτως συνειδητά, η προτεραιότητά μου σε σχέση με ο,τιδήποτε άλλο την τελευταία δεκαετία και βάλε είναι το μωρό (ως το μόνο πράγμα που, βάσει θεωρητικής θεμελίωσης και εμπειρικής τεκμηρίωσης, αξίζει τον κόπο), οπότε άμα ποτέ (λέω, άμα) δείτε καμιά μαλακισμένη να περπατάει στην Ερμού, ή σε κανένα άλλο δρόμο με ανάλογο ανάγλυφο, με γόβα στιλέτο-ουρανοξύστη, μπορείτε βάσιμα να υποθέσετε ότι ήμουν εγώ.
Τώρα θα λέτε, κατά πάσα πιθανότητα, ότι πάλι μου τη βάρεσε, αλλά παραδόξως είμαι μια χαρά. Περνάω λίγο φάση, πιθανόν –αλλά, με τα μικρά ψήγματα προσωπικής σοφίας που αποκτά κανείς με το πέρασμα του χρόνου, μπορώ πλέον να αποφανθώ με βεβαιότητα ότι τη μισή μου τουλάχιστον ζωή, περνάω, είμαι ή ετοιμάζομαι να μπω σε κάποιου είδους φάση, οπότε δεν έχει νόημα να το κάνω θέμα. (Στην υποθετική περίπτωση που δεν σας έφτασαν τα άνωθεν ομφαλοσκοπικά μου και σας ενδιαφέρει, για κάποιο άγνωστο λόγο, κατά πάσα πιθανότητα επειδή δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε τη συγκεκριμένη στιγμή, να μάθετε περισσότερα, συνεχίστε την ανάγνωση· ειδάλλως, προτείνω κατανάλωση αλκοόλ, πλύσιμο πιάτων ή σεξουαλική δραστηριότητα).
Κατ’ αρχάς, προσπαθώ να αναπαραχθώ. Η περίοδος αναπαραγωγής μου ξεκίνησε, όπως ήταν λογικό, το Γενάρη, με μακρόσυρτα νιαουρίσματα στην ταράτσα και συνεχείς επαναλήψεις της αξέχαστης ατάκας (κλητική κύριου ονόματος), εγώ πότε θα γίνω μάνα. Εννοείται ότι, σε πείσμα της τρομακτικής φοβίας που με βασάνιζε όταν δεν ήθελα να γίνω μάνα (ότι δηλαδή θα συλλάβω το Μαγκάιβερ μυρίζοντας απλώς άντρα από απόσταση μισού μέτρου), όταν όντως μπήκα στο τριπάκι να το επιδιώκω, το πράγμα αποδείχθηκε κομματάκι πιο περίπλοκο· και αρκετά αγχογόνο, επίσης.
Το δράμα ξεκινάει με τις εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου, που σαν μορφωμένος άνθρωπος αποφάσισα να κάνω πριν ξεκινήσω την όλη διαδικασία, και οι οποίες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο μεν, αλλά όταν τις είδα γραμμένες στο χαρτί με έπιασε μια φρίκη (σαν σαλεμένη που είμαι) ότι θα βρεθώ να πάσχω από εκατό διαφορετικά πράγματα που δεν ήξερα τι ακριβώς είναι, και που θα με κάνουν να κυοφορήσω τουλάχιστον το Άλιεν (όταν με το καλό καταφέρω να το πιάσω, πάντα). Βγήκαν οι ρημαδοεξετάσεις, τις πήρα αγκαλιά και πήγα στο γιατρό, να μου πει αν θα ζήσω και αν θα γλιτώσω τη μοίρα της Σιγκούρνι Γουίβερ ή όχι· ο γιατρός τους έριξε μισή ματιά και άρχισε να γελάει, και μου είπε να πάω σπιτάκι μου και να ξαναενοχλήσω την ιατρική κοινότητα όταν μείνω έγκυος, προσθέτοντας (με χάχανα, πάντα, και μια λοξή ματιά στο έκζεμα από το οποίο κινδυνεύω να μείνω χωρίς δέρμα στα χέρια) την απείρου κάλλους ατάκα ότι δεν με βλέπει πάντως να μένω, στην κατάστασή μου· εγώ τον ρώτησα θιγμένη ποια είναι, δηλαδή, η κατάστασή μου, για να εισπράξω ένα φροϋδικό ύφος και τη συμβουλή να διαχειριστώ το άγχος μου. Εξανέστην, φυσικά, και απαίτησα να μου πει (κρύβοντας τεχνηέντως τα χέρια μου) πώς δηλαδή διέγνωσε ότι έχω εγώ άγχος από είκοσι δευτερόλεπτα που με είδε, στο σημείο αυτό τα γέλια του γιατρού πρέπει να ενόχλησαν το διπλανό γραφείο κι εγώ αποδέχτηκα την ήττα μου, γιατί έχω σιχαθεί να μου κάνουν ανάλογες διαγνώσεις, και να μη με πιστεύουν ότι είμαι εξαιρετικά ήρεμη σε σχέση με άλλες περιόδους της ζωής μου· μάζεψα το έκζεμα, το βιβλιάριο και τις εξετάσεις κι εξαφανίστηκα, έχοντας τουλάχιστον αποκομίσει την πολύτιμη γνώση ότι δεν έχω στίγμα, τοξόπλασμα, μπέρι-μπέρι και μερικά ακόμα αδιευκρίνιστα πράματα.
Δράματος συνέχεια: Από τη στιγμή που έλαβα το (περιπαικτικό, έστω) οκέι της επιστήμης, άρχισε αυτόματα η περίοδος της κατά φαντασίαν εγκυμοσύνης. Έκοψα τα πέντε τσιγάρα που καπνίζω τη μέρα, τον καφέ, το αλκοόλ, τα σουβλάκια, τα σάντουιτς απ’ έξω, το βερνίκι νυχιών και το άζαξ για τα τζάμια (το τελευταίο το αντικατέστησα με το πολύ αποτελεσματικότερο ομολογουμένως, και επίσης οικολογικότατο, βρεγμένο πανάκι μικροϊνών –για τα υπόλοιπα, δυστυχώς, δεν κατάφερα να ανακαλύψω υποκατάστατο), διότι σκεφτείτε, ας πούμε, να ήμουν επτά ωρών, ή δύο ημερών, έγκυος, και να έπινα νεσκαφέ και να πείραζε η καφεΐνη το μπεμπέ, ή να κολλούσα τοξόπλασμα από άπλυτο μαρούλι, και τα λοιπά και τα λοιπά. Επίσης, με έπιασε φοβία με τη μηχανή (γιατί σκέψου να ήμουν έγκυος από το προηγούμενο βράδυ και να πέφταμε σε λακούβα και να πείραζε ο κραδασμός το μπεμπέ), τη γυμναστική (γιατί πού ξέρω αν κάνει να βαράω πουσάπς αν είμαι έγκυος από το περασμένο Σάββατο) και τον κουβά της σφουγγαρίστρας (γιατί μου πέφτει η μέση να τον σηκώσω και σκέψου να βλάψω το έμβρυο). Όπως πολύ σωστά έχετε ήδη υποθέσει, η εν λόγω κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα α) να μου γίνουν τα νεύρα κρόσσια, β) να πειστεί όλος μου ο περίγυρος ότι είμαι ήδη έγκυος και τους λέω ψέματα, γιατί αποκλείεται να έκανα τέτοια παρανοϊκά πράγματα εκ των προτέρων, γ) να καταφέρω να πάθω, τον πρώτο μήνα, ένα πρώτης τάξεως ανεμογκάστρι, με συμπτώματα που είκοσι εννιά κατασκευαστές πλυντηρίων (μεταξύ των οποίων μαμάδες, θειάδες, πεθερές, γιαγιάδες και ο ζαχαροπλάστης της γειτονιάς, στον οποίο έτρεχε το μωρό νυχτιάτικα για παρφέ παγωτό) αξιολόγησαν με πλήρη βεβαιότητα ως ενδεικτικά εγκυμοσύνης, και να φάω εν τέλει την ψυχρολουσία διαπιστώνοντας ότι ουδόλως ήμουν έγκυος (για να το διαπιστώσω έτρεχα σαν την τρελή και στήθηκα μία ώρα ουρά στο μοναδικό εφημερεύον φαρμακείο σε μέρα απεργίας των φαρμακοποιών για να αγοράσω κλίαρ μπλου· ο δε δύσμοιρος φαρμακοποιός, αν κρίνω από το συμπονετικό βλέμμα που μου έριξε, θα νόμιζε μάλλον ότι ήμουν κανένα φρικαρισμένο δεκαεπτάχρονο που ετοιμαζόταν να πηδήξει από τον έβδομο αν όντως διαπίστωνε εγκυμοσύνη).
Ο δεύτερος μήνας πέρασε με ανάλογους (αν και λίγο πιο προσγειωμένους, ευτυχώς) ρυθμούς. Στον τρίτο (και τρέχοντα) κούνησα το κεφάλι μου, συνήλθα, και αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή που μου έδωσαν και οι είκοσι εννιά κατασκευαστές πλυντηρίων (μεταξύ των οποίων μαμάδες, θειάδες, πεθερές, γιαγιάδες, ο ζαχαροπλάστης της γειτονιάς, η κυρία από πάνω, η σύζυγος του φαρμακοποιού και ο γυναικολόγος), δηλαδή να επιστρέψω στα φυσιολογικά μου (εφόσον αυτά δεν περιλαμβάνουν χρήση κρακ, ας πούμε, ή ηρωίνης) και να αρχίσω να ασχολούμαι με το θέμα όταν ο Διάδοχος μας τιμήσει με την έλευσή του. Και το έκανα. *ανάβει τσιγάρο*
Αυτά τα ολίγα περί αναπαραγωγής. Κατά τα άλλα, την παρούσα φάση στοιχειοθετούν διάφορα άλλα παλαβά, όπως ότι με βάρεσε, προφανώς, η άνοιξη (λες και άλλες χρονιές δεν είχε άνοιξη) και μου την έδωσε, ξαφνικά, ότι δεν έχω, λέει, τίποτα χρωματιστό (μπρρρ) στη ντουλάπα μου, και αγόρασα ένα φλούο γαλάζιο φουλάρι με λουλουδάκια, που το μωρό το είδε και γούρλωσε τα μάτια του ρωτώντας τι έκανα στη γυναίκα του, εγώ ουδόλως πτοήθηκα και το φόρεσα στο γραφείο σε ένα υπέροχο, διακριτικότατο τεράστιο φιόγκο στο λαιμό, για να κατουρηθούν όλοι στα γέλια και να δηλώσει η θεά συνάδελφος (επηρεασμένη από το επικείμενο πάσχα, προφανώς) ότι είμαι σαν πολύ χαριτωμένη πάπια και να με δουλεύουν επί δύο εικοσιτετράωρα· επίσης μία φούξια μπλούζα (που το μωρό δε βρήκε το κουράγιο να σχολιάσει), και ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες –συνεπώς είναι πλέον επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι βαίνω προς πλήρη κρίση προσωπικότητας, και έχω το ακαταλόγιστο για ο,τιδήποτε φορέσω, καθώς και για ό,τι τυχόν διαβάσετε στο παρόν ιστολόγιο, κατά την προσεχή περίοδο.
Και πήρα όρκο ότι δεν θα ξανασκεφτώ το μελλοντο-μπεμπέ προτού γίνει όντως μπεμπέ, και ότι γενικότερα θα κατεβάσω λίγο τους διακόπτες πριν καεί καμιά ασφάλεια και τρέχουμε. Η χρωματοθεραπεία, πάντως, παίζει να πιάνει, γιατί το έκζεμα σαν με με ξέχασε τις τελευταίες βδομάδες.

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

imperfections



Εντάξει, είμαι τελειομανής. Από τη φύση μου, τι να πω –μάλλον το έχει το ζώδιο. Είμαι ακριβώς αυτή η μαλακισμένη κατηγορία ανθρώπου που μπορεί ας πούμε να κάνει ένα καταπληκτικό τραπέζι με είκοσι τέλεια φαγητά, να φάνε όλοι μέχρι σκασμού και να λένε γεια στα χέρια σου, κι επειδή έκαψε και τρία από τα εκατό κεφτεδάκια, αν τον ρωτήσεις πώς πήγε το τραπέζι αυτό μόνο θα σου πει, «χάλια, έκαψα τα κεφτεδάκια». Κι όχι μόνο θα το πει, αλλά θα το σκέφτεται και δέκα μέρες μετά –ότι απέτυχε, ρεζιλεύτηκε και ξεφτιλίστηκε ως οικοδεσπότης, κι έδωσε δικαίωμα να πούνε ότι δεν μπορεί να τηγανίσει ένα κεφτέ.

Γελάτε; Τραστ μι, δεν έχει καθόλου πλάκα. Το σύνδρομο καμένο κεφτεδάκι (όπως το ονομάζω βάσει της αυτοσχέδιας κωδικοποίησης των διαφόρων νευρώσεών μου, άκρως απαραίτητης για να βγάζω μια στοιχειώδη έστω ψυχαναλυτική άκρη στις νηφάλιες στιγμές μου) είναι, όπως και να το κάνουμε, κομματάκι βάρβαρο. Εξαντλητικό, εξοντωτικό, ανθρωποβόρο, πώς το λένε; Και –το χειρότερο– εξόχως σπαστικό για τους άλλους ανθρώπους γύρω σου. Οι οποίοι πρέπει να σε υπομείνουν όσο γκρινιάζεις αυτομαστιγωνόμενη ή, ακόμα κι αν καταφέρεις να το βουλώσεις, να τρώνε στη μάπα το άκρως μελοδραραματικό αφήστε-με-τώρα-είμαι-μια-αποτυχία-και-μου-αξίζει-να-υποφέρω ύφος σου, για όση ώρα πάρει μέχρι να σου περάσει (και συνήθως παίρνει πολλή). Εννοείται, δε, ότι κατά καιρούς αυτομαστιγώνεσαι και για το ίδιο το γεγονός της περιοδικής αυτομαστίγωσής σου (διότι συνειδητοποιείς φυσικά πόσο νοσηρή και ενοχλητική είναι ενίοτε η στάση σου προς τη ζωή, και νιώθεις ένα περιφερόμενο ελάττωμα και γι’ αυτό).

Αν, τώρα, με φαντάζεστε σαν κανένα κακόμοιρο πλάσμα τίγκα στην ανασφάλεια και τη μιζέρια, πέσατε έξω. Όσοι ομοιοπαθείς αναγνωρίζετε τον εαυτό σας στην ανωτέρω περιγραφή, θα ξέρετε πολύ καλά ότι, όση ώρα δεν αυτομαστιγωνόμαστε, οι κύριοι και κυρίες γουόνα-μπι-Πέρφεκτ σφύζουμε από αχαλίνωτη αυτοπεποίθηση (μιλάμε για καλάμι τρία μέτρα τουλάχιστον). Είμαστε θεοί. Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ο κόσμος εξακολουθεί να περιστρέφεται μόνο και μόνο επειδή εμείς του ρίχνουμε καμιά σκουντιά πού και πού. Είμαστε υπέροχοι, ικανότατοι, σούπερ ενδιαφέροντες, αναντικατάστατοι, γαμώ τα παιδιά. Φτύστε μας –να μη μας ματιάξετε.

Μοιραία, το σύνδρομο της τελειότητας βαραίνει όλο και περισσότερο στους ώμους σου καθώς πολλαπλασιάζονται οι ρόλοι. Στα εφτά, ας πούμε, αρκούσε απλώς να είμαι η καλύτερη μαθήτρια (όχι καλή, όχι πολύ καλή, όχι άριστη, αλλά η καλύτερη της τάξης, και της δίπλα τάξης, και της παραδίπλα αν ήταν δυνατόν, σε σημείο αν έκανα ποτέ τίποτα λάθος να αναστατώνονται οι δάσκαλοι ότι είμαι άρρωστη ή ότι ζω καμιά αιφνίδια οικογενειακή τραγωδία). Στα δεκατρία, μαζί με το αριστείο των τριών τμημάτων, έπρεπε να είμαι και γκόμενα. Στα δεκάξι, και ερωμένη. Στα δεκαεφτά, να αριστεύσω στις Πανελλαδικές, να μπω Νομική Αθήνας συγκεκριμένα (ο,τιδήποτε άλλο θα ήταν αποτυχία), ταυτοχρόνως δε να είμαι η τέλεια πωλήτρια-γλάστρα για να βγάζω τα καλσόν και τα τσιγάρα μου. Τα επόμενα δέκα χρόνια (σωρευτικά, ανάκατα και εν συντομία): να περιφέρομαι τέλεια επί δέκα ώρες πάνω σε δωδεκάποντα· να φτιάχνω τέλειο μουσακά και σπιτικά κουλουράκια· να μπω στην «τέλεια» (δεδομένων των προοπτικών που είχα) δουλειά, διαβάζοντας επί δύο χρόνια σα φρενοβλαβής· να σκαρφαλώνω τέλεια μάντρες και κάγκελα, με τα δωδεκάποντα στα δόντια και τη φούστα φιόγκο, για να ακολουθήσω τους κάφρους στο άλσος/πάρκο/ρεματιά/ραχούλα/βράχο που θα αράζαμε στις τρεις το πρωί να πιούμε ένα κασόνι μπύρες· να αποσύρομαι με τέλειο δεντρεχειτίποτα ύφος, πάντα με τα δωδεκάποντα στα δόντια, για να επιστρέψω στη φύση μέρος της ανωτέρω μπύρας, έρποντας σχεδόν μέσα σε θάμνους/δέντρα/τσουκνίδες/βράχους, με κίνδυνο να με φάνε/δαγκώσουν/τσιμπήσουν τυχόν σκύλοι/φίδια/αράχνες/βατράχια ή να με βιάσει κανένας περιφερόμενος ανώμαλος (ενώ οι κάφροι την πετούσαν έξω για να κατουρήσουν με πλήρη ασφάλεια και άνεση τα γειτονικά δεντράκια, γιατί όλοι άντρες είμαστε σ’ αυτήν την παρέα και δεντρεχειτίποτα)· να (προσπαθώ να) αποκτήσω το τέλειο μπούτι παρά την ανωτέρω μπύρα· να τελειώσω πρώτη τη δεύτερη σχολή· να κάνω την πεθερά μου να με λατρέψει· να επιβιώσω της καψούρας μου· να μην αυτοκτονήσω κάπου στο ενδιάμεσο. Εσχάτως (και μαζί με όλα τα προηγούμενα): να μάθω να κάνω το σπίτι να αστράφτει σε χρόνο ντετέ, για να μου μένει χρόνος για α)την καλλιέργεια του πνεύματός μου, β)το βάψιμο των νυχιών μου, γ)την παρασκευή νέων ειδών τέλειων σπιτικών κουλουρακίων και πρωτίστως δ)το αγαπημένο μου σπορ εκστατική ενατένιση του μωρού. Α, και να κοιμάμαι εννοείται στο μεταξύ για να μη με βλέπει το μωρό με μαύρους κύκλους.

Εννοείται, ασφαλώς, ότι στα διαλείμματα της παράνοιάς μου φθονώ θανάσιμα τους υπόλοιπους φυσιολογικούς ανθρώπους, που δεν νιώθουν ότι έχουν διαπράξει έγκλημα κατά της ανθρωπότητας επειδή το πάτωμά τους έχει δυο τρίχες, και που μπορούν να εμφανιστούν μια φορά με τζην και πουλόβερ στους συναδέλφους/φίλους/γνωστούς τους χωρίς να ερωτηθούν (καλοπροαίρετα, βέβαια) αν είναι άρρωστοι, ή να παραγγείλουν σουβλάκια χωρίς φρικτές τύψεις επειδή δεν πρόλαβαν να μαγειρέψουν δύο φαγητά στη φανταστρουμφική χύτρα τους γυρνώντας από τη δουλειά. Και που δεν υποφέρουν καθημερινά στην ιδέα ότι δεν είναι οι Pussycat Dolls (και οι έξι, ή όσες είναι τέλος πάντων) για να μην πλήξει ποτέ το μωρό που τους παντρεύτηκε.

Εννοείται, επίσης, ότι το κυνήγι της τελειότητας από μέρους μου είναι μια απελπισμένη μάχη με ανεμόμυλους. Ξεψαρώστε, δεν είμαι τόσο καταπληκτική γκόμενα. Ούτε φυσική καλλονή, ούτε η Βέφα Αλεξιάδου, ούτε η Chasey Lain, ούτε καν ο Iggy Pop. Απλώς, προσπαθώ. Να βλέπομαι στοιχειωδώς, να μαγειρεύω υποφερτά, να έχω ένα ανθρωπινό σπίτι, να έχει κάποιο νόημα το ότι αναπνέω, τέτοια πράματα.

Το θέμα, τώρα, είναι ότι και τα τέρατα σαν την πάρτη μου κάποτε κινδυνεύουν, πώς το λένε, να κλατάρουν. Και τότε επαναστατούν, διεκδικώντας με πάθος αλλοτινής σουφραζέτας το (αυτονόητο, μάλλον) δικαίωμά τους στο καμένο κεφτεδάκι. Εμένα, συγκεκριμένα, δε μου βγήκε με κεφτεδάκι ακριβώς, αλλά με γατί.

Τώρα ξέρω, σας μπέρδεψα. Πλιζ αλάου μι του εξπλέιν. Έχω ένα θέμα με τις γάτες. Μεγάλωσα με λεφούσια γάτες από τα εννιά μου περίπου, με ανεξίτηλα συμπτώματα σαν του Μόγλη που τον μεγάλωσαν οι λύκοι (όπως να ζαρώνω δίπλα στα καλοριφέρ του σχολείου και να τρίβω ασυναίσθητα το κεφάλι μου στον τοίχο όταν νύσταζα, με αποτέλεσμα να γελάει μαζί μου όλη η τάξη) και εξίσου ανεξίτηλα σημάδια από ιστορικές γρατζουνιές. Μιλάω στις γάτες στο δρόμο σαν τις τρελές γιαγιάδες, μπορεί να μπουκάρω σε ξένη αυλή με κίνδυνο να με περάσουν για διαρρήκτη για να χαϊδέψω την υπέροχη τριχόμπαλα που εντόπισα στο βάθος του κήπου. Μπορώ να φιλήσω ένα μπάσταρδο γατί βουτηγμένο στις λάσπες, την ίδια στιγμή που αν ερχόμουν σε επαφή με τον πιο πλυμένο σκύλο του κόσμου θα έτρεχα να βουτήξω ολόκληρη στο μπεταντίν. Μπορώ να καταπιώ ένα σύννεφο γατότριχας χωρίς να βήξω, αγαπώ τους ψύλλους, το τοξόπλασμα είναι παιδικός μου φίλος. Χρειάζομαι τουλάχιστον μία γάτα στο χώρο που ζω, περίπου όπως χρειάζομαι το πικάπ ή το νες καφέ μου.

Μετά το γάμο, λοιπόν, το μόνο πράγμα που με φρίκαρε ήταν η έλλειψη γάτας. Η Γάτα, εννοείται (η πιο υπέροχη από όλες τις υπέροχες γάτες που είχα ποτέ, υπαίτια για το πιο βαθύ παράσημό μου πάνω από το δεξί γόνατο, με αυτοκρατορικό τσαμπουκά τίγρης –σταματάω το εγκώμιο πριν βαρεθείτε) έμεινε στους γονείς μου. Είχα ψελλίσει την επιθυμία μου να πάρω μία αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο δεδομένου του τέλειου σύμπαντος στο οποίο έχω συνηθίσει τον περίγυρό μου, η ιδέα πήρε τουλάχιστον τις διαστάσεις υιοθεσίας ρινόκερου: που θα μου γρατζουνίσει τα καινούρια έπιπλα, θα μου καταστρέψει τις πανάκριβες κουρτίνες, θα γεμίσει τον τόπο τρίχες, θα με επιβαρύνει με τη φροντίδα της, θα είναι έξοδο, θα με γρατζουνάει και θα πηγαίνω σαν πρεζάκιας με σημάδια στη δουλειά, θα με κολλήσει τοξόπλασμα (που δε γίνεται αν δεν τρώει ωμό κρέας αλλά έχω βαρεθεί να το εξηγώ αυτό στον κόσμο, εξάλλου αν δεν έχω ήδη τοξόπλασμα θα πρόκειται περί θαύματος) και θα κινδυνέψει η μελλοντική εγκυμοσύνη μου, θα φάει το μελλοντικό μωρό μας, που ίσως γεννηθεί και με θανατηφόρα αλλεργία στις γάτες, θα μου καταστρέφει τις διακοπές και τα λοιπά και τα λοιπά. (Επίσης, θα κλάνει φωτιές, θα ληστεύει τράπεζες, θα βιάζει τον περιπτερά, μια μέρα θα λυσσάξει και θα μας κόψει το λαιμό, θα μας πιει το αίμα, θα βάλει φωτιά στην πολυκατοικία και θα μεταναστεύσει στο Μπαγκλαντές).

Έτσι, με χίλιους ανθρώπους να μου τα λένε όλα αυτά σαν άκρως πιθανά σενάρια, παραιτήθηκα από την ιδέα της γάτας. Και επιβίωσα. Για πέντε ολόκληρους μήνες. Το θέμα πήρε σοβαρές διαστάσεις όταν είδα τη Σούκι στο Τρου Μπλαντ να παίρνει τη γάτα της στο κρεβάτι και (μεταξύ μας) κόντεψα να μπήξω τα κλάματα. Την επομένη γούρλωσα τα μάτια μου στο μωρό και του είπα ότι χρειάζομαι μία γάτα. Και το μωρό (που είναι μεν των σκύλων αλλά λατρεύει και τις γάτες, κι επίσης κάνει τα πάντα εύκολα στη ζωή και επιμελείται διαρκώς της επιβίωσής μου) γέλασε όπως γελάει πάντα και μου είπε ότι θα μου πάρει γάτα, σαν να του ζήτησα φουστάνι, και τη βάφτισε εκ των προτέρων, για να μην αλλάξω γνώμη, και σε τρεις μέρες απέκτησα μια υπέροχη μπέμπα Περσίας με χρυσά μάτια, από αυτές που πάντα ήθελα αλλά όλοι μου έλεγαν απαπαπαπά είναι ένας φρικτός τρίχινος μπελάς (αν κι εγώ ανέκαθεν τις έβρισκα μια τεράστια τρίχινη ευτυχία).

Έχω ξανά ρούχα γεμάτα τρίχες, μια τεράστια γρατζουνιά στο μπούτι (σκαρφαλώνει για να μου κλέψει τις χαρτοπετσέτες) και γατοτροφή στο ντουλάπι με τον πουρέ και τις κονσέρβες. Έχω σηκώσει την καλή κουρτίνα για να μην τη χαλάσει τώρα που είναι μικρή και παίζει, το σαλόνι δείχνει κάπως λιγότερο τέλεια από πριν αλλά δε με νοιάζει. Και στον καναπέ τράβηξε μια-δυο κλωστούλες αλλά επίσης δε με νοιάζει, μόνο εγώ τις διακρίνω ούτως ή άλλως. Και είμαι ευτυχισμένη, με την κουρτίνα καραγκιοζ-μπερντέ και το γρατζουνισμένο καναπέ, σαν να συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι ο καναπές ούτως ή άλλως θα γρατζουνιόταν κάποτε, όπως κι εμείς, και δεν έχει νόημα να προσπαθώ να μας κρατήσω ανέπαφους, δεν ξέρω τι σόι στροφή πήρε το μυαλό μου, και σήμερα μου ψιλοχάλασε το φαΐ κι έβαλα τα γέλια, και το μωρό νόμιζε ότι τρελάθηκα, γιατί κανονικά θα έπρεπε να φρικάρω, κι έκατσα κάτω και προσπαθούσα να του εξηγήσω, όλο αυτό απ’ την αρχή, για τα αριστεία μου στο σχολείο και τη γάτα και τις γρατζουνιές στον καναπέ, και μπέρδεψα φυσικά τη γλώσσα μου και είπα κάτι πολύ ακατανόητο, και το μωρό που μιλάει μια φορά στα χίλια χρόνια σοβαρά με σταμάτησε και μου είπε ότι εννοώ ότι μπορώ να είμαι ευτυχισμένη με μία ατελή ζωή, και με άφησε μαλάκα, και του είπα στ’ αστεία γράψ’ το κάπου αυτό γιατί την επόμενη φορά δεν θα θυμάμαι πάλι τι εννοώ, αλλά το μωρό σηκώθηκε και το έγραψε σ’ ένα χαρτάκι και το κόλλησε στο ψυγείο, ήθελα να τον σταματήσω αλλά δε σταματάς το βασιλιά της πόλης σε τέτοιες ιστορικές στιγμές, βασικά θέλαμε μάλλον να ουρλιάξουμε και οι δύο, γιατί σ’ αυτό το σπίτι ξερνάμε αμφότεροι με τα αποφθέγματα και τον Κοέλο (ή όπως προφέρεται) και το γλάρο Ιωνάθαν και όλα τα συναφή βαρύγδουπα περίπου όσο ξερνάμε και με τον Πλιάτσικα, και κοιταχτήκαμε έντρομοι για μια στιγμή, αλλά επειδή το μωρό είναι, όπως είπαμε, ο βασιλιάς της πόλης και λύνει όλα τα προβλήματα, έγραψε «πέος» από κάτω με κεφαλαία γράμματα, κι έτσι αποφασίσαμε σιωπηρά ότι το χαρτάκι μπορεί να μείνει στο ψυγείο.

Από βδομάδα θα πάω τη μικρή για εμβόλια.




Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

μελαγχολία ταχύτητας


Μαζί με τα υπόλοιπα συμπράγκαλα του σπιτιού, αγόρασα και χύτρα ταχύτητας.


Η αγορά της χύτρας, ασφαλώς, ήταν αποτέλεσμα του αιώνιου βίτσιου μου να τρέχω με χίλια: τι, δηλαδή, να περάσω τη ζωή μου δέσμια των παραδοσιακών χρόνων μαγειρέματος; Να γυρνάω από τη δουλειά και να θέλω δυο ώρες να μαγειρέψω –σκέψου, στο μέλλον, και μ’ ένα κουτσούβελο στα πόδια μου; Συνέβαλαν, εννοείται, και οι παραινέσεις μαμάδων-θειάδων και λοιπών θηλυκών συγγενών, βετεράνων της κουζίνας, που με διαβεβαίωσαν περί της πρακτικότητας του πράγματος: κρέας σε ένα εικοσάλεπτο, όσπρια σε μισή ώρα, λαχανικά στον ατμό σε ελάχιστα λεπτά, και φαγητό λιώμα, πεντανόστιμο, που στην απλή κατσαρόλα δύσκολα σου βγαίνει –το συζητάς; Χύτρα και πάλι χύτρα, τελευταίο μοντέλο, ντιζαϊνάτο, με σούπερ προδιαγραφές ασφαλείας· να τη χειρίζεται, σου λέει, και μικρό παιδί.


Ότι εγώ, τώρα, προδιαγραφές ξε-προδιαγραφές, βλέπω τη χύτρα σα μίνι βόμβα υδρογόνου, είναι μια άλλη υπόθεση. Είμαι που είμαι ατσούμπαλη κι αιωνίως αφηρημένη, τη φαντάζομαι να σκάει (εξαιτίας κάποιας εκπληκτικής βλακείας μου, ικανής να κατατροπώσει και την τελευταία λέξη γερμανικής τεχνολογίας), εκτινάσσοντας το κεφάλι μου, παρέα με κάμποσα ντουλάπια της κουζίνας, στην ταράτσα της πενταόροφης πολυκατοικίας μας. Το μωρό γελάει, φυσικά, με τα αιματοβαμμένα μου σενάρια –κι εγώ γελάω με την πάρτη μου, που μονίμως φαντάζομαι φρικτά ατυχήματα, και φυσικά δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να καταπιεί μια τέτοια χαζή φοβία, δεν το δέχομαι δηλαδή, άνθρωπος με δυο πτυχία και να με κάνει ό,τι γουστάρει μια χαζο-χύτρα, δεν θα ’μαστε καλά. Κι αν η μάνα μου, στην τελική, που φοβάται και τον ίσκιο της και καταπίνει κι ένα κάρο φάρμακα, μαγείρευε μια ζωή με χύτρα, εγώ, που μπροστά της είμαι τουλάχιστον πολεμιστής σαμουράι, θα παραδεχτώ ότι κωλώνω;


Την έβαλα μπροστά μια-δυο φορές, με το μωρό στο σπίτι πάντα –όχι για να μου κάνει τίποτα δηλαδή, έτσι, για ψυχολογική υποστήριξη. Το μωρό, εξάλλου, λειτουργεί ως τέλειο αντίδοτο για τους πάσης προελεύσεως πανικούς μου, από την εξάπλωση της κυτταρίτιδας μέχρι τις φυσικές καταστροφές· αφήστε που έχει μαγικές σχεδόν ικανότητες στο χειρισμό μηχανημάτων, συσκευών, κουμπιών και μαραφετιών κάθε είδους. Κι αν στο στρατό, με άοπλο Ι4, έδειχνε σε όλο τον υπόλοιπο λόχο πώς λύνουν και ξαναδένουν το G3 κάνοντας και ρεκόρ χρόνου έτσι για την πλάκα του, καταλαβαίνετε πως η συναρμολόγηση των οκτώ καταραμένων κομματιών στα οποία πρέπει να διαλύσεις, σύμφωνα με τις οδηγίες, την φανταστρουμφική βαλβίδα ασφαλείας της χύτρας για να την πλύνεις μετά από κάθε χρήση, του φαίνεται κάτι λιγότερο από παιχνιδάκι.


Εγώ παλεύω, εννοείται, βγάζοντας τα μάτια μου για να βεβαιωθώ τι ακριβώς δείχνει το σχετικό σχέδιο του manual (το οποίο το μωρό, όπως φαντάζεστε, ουδέποτε μπήκε στον κόπο να συμβουλευτεί –αυτά είναι για τα χαζά κοριτσάκια σαν εσένα, γελάει), και πάλι λάθος τη φτιάχνω, να χέσω τα δύο πτυχία μου, όλο κάτι λάθος σφίγγω, κάτι μου σκαλώνει, κι αν κατά τύχη το κάνω σωστά ποτέ δεν είμαι βέβαιη, κι άντε πάλι το σενάριο με το ιπτάμενο κεφάλι.


Και σήμερα έτσι την πάτησα, έτρεμα αν είχα δέσει σωστά τη σατανική βαλβίδα, και το μωρό είχε πεταχτεί μέχρι την τράπεζα, αλλά έλα που του είχα τάξει ρεβυθόσουπα (με σούπερ συνταγή της μαμάς, που δεν την έχω φάει πουθενά αλλού, να νομίζεις ότι τρως σούπα αυγολέμονο, τέτοια νοστιμιά), κι άμα περίμενα να γυρίσει για να βάλω μπρος δε θα προλάβαινε να φάει πριν φύγει για τη δουλειά, γι’ αυτό σε μια κρίση αυτοπεποίθησης άναψα το μάτι, μύχια ελπίζοντας ότι αν κάτι πήγαινε στραβά θα είχε εντωμεταξύ επιστρέψει το μωρό να με σώσει. Ασφαλώς όλα πήγαν στραβά (ή έτσι μου φάνηκε, δεν θα μάθω ποτέ την αλήθεια), η χύτρα έκανε κάτι περίεργα φσςςς και μου έβγαλε κάτι ζουμιά, που μπορεί και να ήταν στο πρόγραμμα αλλά εγώ φρίκαρα τη ζωή μου, και αποφάσισα ότι δεν είμαι κι ούτε φιλοδοξώ να γίνω πυροτεχνουργός, κι ότι σε κάθε περίπτωση είμαι πραγματικά πάρα πολύ νέα για να πάω έτσι άδοξα για δυο πιάτα ρεβύθια, κι έκλεισα το μάτι και βγήκα στο μπαλκόνι να καπνίσω, με φρικτές τύψεις που θα τάιζα το μωρό προχτεσινό αρακά με συνοδεία κονσέρβα.


Πάνω στην ώρα κατέφτασε και το μωρό (που, ευτυχώς για μένα, είναι υπεράνω κατεστραμμένων φαγητών και άλλων τέτοιων μικροδραμάτων που απειλούν καθημερινά τη δική μου ψυχολογική ισορροπία), και νομίζω το διασκέδασε πραγματικά το όλο πράγμα, τα μούτρα μου δηλαδή και τη χύτρα που την είχα βγάλει στην άκρη με χίλιες προφυλάξεις, έσκασε στα γέλια, δήλωσε ότι προτιμά τον αρακά, έφαγε στο πόδι κι έφυγε. Κι εγώ αποφάσισα να μην πετάξω στα σκουπίδια τα σκατορεβύθια, αλλά να τα μαγειρέψω κανονικά, με το νορμάλ καπάκι, ας έπαιρνε και δέκα ώρες πλέον, τι μ’ ένοιαζε; Άσε που στο μεταξύ είχα διαπιστώσει ότι είχα ξεμείνει από λεμόνια, κι έπρεπε να πεταχτώ παραδίπλα στο μανάβικο να πάρω. Ντύθηκα όπως-όπως και ξεπόρτισα.


Έπρεπε να μου τύχει σήμερα ακριβώς, μ’ αυτό το γκρίζο ψιλόβροχο και την όλη υπόθεση μαγείρεμα ρεβυθόσουπας να παίζουν πινγκ-πονγκ με τις ορμόνες μου (θα μπορούσα να πεθάνω, είχα σκεφτεί όταν τον πρωτοείδα, κι ασφαλώς ένα μαγείρεμα προηγείται μιας τέτοιας μελοδραματικής κατάστασης, αστείο πράμα, να του φτιάξω ένα πιάτο φαγητό· που πάνε δέκα χρόνια και δεν μπορώ να συνηθίσω, επιβιώνω από σπόντα πάνω στα τακούνια μου, μες στα φουστάνια μου που του αρέσουν, και προσπαθώ να μαζευτώ σ’ ένα σχήμα λογικοφανές τουλάχιστον, αλλά τρομάζω συνέχεια τι βλέπει σ’ εμένα, τώρα που μέσα σ’ όλα τ’ άλλα σφουγγαρίζω κάθε δυο μέρες τα πλακάκια, αστείο πράμα, αλήθεια, να μαγειρεύεις ρεβύθια από έρωτα, ποιος να σε πιστέψει, να καταλάβει τι λες, θα πεθάνω σκέφτομαι όποτε κλείνει την πόρτα αλλά φυσικά δεν πεθαίνω, και μαγειρεύω ή ποτίζω τα λουλούδια ελπίζοντας ότι το βράδυ θα καταλάβει, θα υποψιαστεί πως ήταν η μόνη εφικτή εναλλακτική μου, άγριο πράμα, νοικοκυρεύτηκες μου λένε και θέλω να κλάψω από τα γέλια, ενίοτε κλαίω στ’ αλήθεια και μετά το ρίχνω στο προεμμηνορροϊκό, τρέχω να τσεκάρω στον καθρέφτη του σαλονιού μη με βρει μουτζουρωμένη)· έπρεπε να τους πετύχω σήμερα, ένα μέτρο από το μανάβικο, τους πιτσιρικάδες στην είσοδο του διπλανού σπιτιού, με τις τσάντες του σχολείου πεταμένες, στα μαύρα, τα μαλλιά μέχρι τη μέση (νόμισα πως τον είδα φάντασμα μπροστά μου δέκα χρόνια πριν), είχανε μια κιθάρα και παίζανε, ψιλοτραγουδούσαν, στ’ αρχίδια τους που ήταν μεσημέρι, που περνούσε κόσμος, μου ’ρθε να σκάσω στα γέλια, να πετάξω κι εγώ την τσάντα μου και να κάτσω χάμω μαζί τους να τραγουδήσω, όπως έκανα όταν τον πετύχαινα έξω από το παλιό σχολείο, ίδια φάση ακριβώς, ν’ ανατριχιάζεις, την εποχή που η ιδέα και μόνο να μαγειρεύω ρεβύθια ήταν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Κατάπια εννοείται το γέλιο και τις λοιπές παρορμήσεις μου και γλίτωσα το ρεζίλι, ευτυχώς, τα πιτσιρίκια εξάλλου δεν θα είχαν κανένα λόγο να υποθέσουν ότι τους ρίχνω μια δεκαετία τουλάχιστον, πόσο μάλλον ότι έχω μια κατσαρόλα στη φωτιά, πως τον παντρεύτηκα, πως έχω τα μαλλιά του στην ντουλάπα, πως κανείς δε με πιστεύει. Το πολύ να νόμιζαν ότι κάνω καμάκι, κι άντε να τους εξηγείς μετά, μου ρίχνανε και δυο κεφάλια ο καθένας. Πήρα τα λεμόνια κι εξαφανίστηκα.


Τα ρεβύθια μου τρώγονται τελικά –όχι σαν της μαμάς, αλλά καλά μου βγήκαν.

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Μπανανιστάν, αγάπη μου: πολιτικός γάμος και θρήσκευμα (και τα μυαλά στα κάγκελα)

Είναι η μέρα του γάμου σου. Η ώρα είναι 9.40. Έχεις ξυπνήσει προ ολίγου, πίνεις καφέ, και ετοιμάζεσαι να μπεις για μπάνιο άρον-άρον, διότι από τις 11 και μετά ξεκινάει το δράμα μανικιουρίστα-κομμώτρια και δεν συμμαζεύεται. Αίφνης, χτυπά το τηλέφωνο. Και όχι, δεν είναι κάποιο προσφιλές πρόσωπο που ξύπνησε με το νταλκά να σου ευχηθεί πρωινιάτικα η ώρα η καλή. Τουναντίον, είναι η υπάλληλος του Δήμου στην οποία έκανες τα χαρτιά για το γάμο, η οποία σε πληροφορεί παγερότατα (και χωρίς καμία διάθεση για ευχές οποιουδήποτε είδους) ότι έχεις ξεχάσει να συμπληρώσεις το πεδίο θρήσκευμα στις αιτήσεις.

Εσύ, φυσικά, δεν ταράζεσαι, και της εξηγείς απλώς ευγενικά ότι προφανώς δεν το ξέχασες, αλλά το άφησες σκοπίμως κενό διότι δεν επιθυμείς να το συμπληρώσεις. Η κυριούλα επιμένει, όμως, ότι δεν μπορεί να μείνει, λέει, κενό το επίμαχο πεδίο, γιατί δεν θα μπορεί να συμπληρώσει μετά το βιβλίο των γάμων με όλα τα στοιχεία.

Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και της ξαναλές, ηρεμότατα πάντα, ότι δεν επιθυμείς να δηλώσεις κάποιο θρήσκευμα, και μπορούν κάλλιστα να βάλουν μια όμορφη παύλα στο κουτάκι να ησυχάσουν κι αυτοί κι εσύ. Η κυρία το χαβά της, ότι πρέπει να συμπληρωθεί θρήσκευμα, αλλιώς, λέει, δεν θα είναι συμπληρωμένη η αίτηση και –προσέξτε, εδώ αρχίζει η πλάκα– δεν θα σε παντρέψουν το απόγευμα αν δεν λυθεί το συγκεκριμένο θέμα μέχρι τότε.

Στο άκουσμα της συγκεκριμένης απειλής (διότι εμφανέστατα ως απειλή διατυπώνεται) σε πιάνει ένα σφίξιμο στο κρανίο, από αυτά που σαφέστατα προοιωνίζονται εγκεφαλικό επεισόδιο. Παίρνεις δύο βαθιές ανάσες, σε στυλ ασκήσεων ανώδυνου τοκετού, και προσπαθείς να της εξηγήσεις για μια ακόμη φορά, πάρα πολύ ήρεμα και ευγενικά πάντα, ότι είναι τουλάχιστον παράλογο να σου λέει ότι δεν θα σε παντρέψουν πολιτικές αρχές του κράτους επειδή δεν δηλώνεις θρήσκευμα, και ότι σε κάθε περίπτωση εάν επιθυμούσες εξαρχής να ανακατέψεις το θέμα θρησκεία στο γάμο σου θα πήγαινες να σε παντρέψει ο παπάς, ο μουφτής ή ο μάγος της φυλής αναλόγως, πάντως όχι ο δήμαρχος (εννοείται τα τελευταία δεν τα λες για να παραμείνεις ευγενική, λες απλά δεν θα επέλεγα την τέλεση πολιτικού γάμου). Η κυρία δεν ακούει καν τι λες, ωρύεται απλά για το κενό πεδίο φωνάζοντάς σου ότι πρέπει να συμπληρωθεί, έστω και με θρήσκευμα –προσέξτε, γίνεται όλο και πιο ωραίο– διαφορετικό από αυτό που αναγράφει η ταυτότητά σου.

Παίρνεις τρεις βαθιές ανάσες, λες μισό λεπτό παρακαλώ, σκεπάζεις το ακουστικό με το χέρι σου να μην ακουστεί το γκντουπ και κοπανάς το κεφάλι σου στο σύνθετο δίπλα για να ξελαμπικάρεις. Επιστρέφεις στη γραμμή. Πού ήμαστε; Α, μάλιστα. Στο θρήσκευμα που αναγράφει η ταυτότητά σου. Επιχειρείς μία ευγενική νύξη στο γεγονός της κατάργησης αυτού του στοιχείου στις ταυτότητες εδώ και κάτι χρόνια. Η κυρία προφανώς αγνοεί το γεγονός, διότι δεν απαντά καν στο επιχείρημά σου, απλά συνεχίζει το βιολί της.

Απελπίζεσαι. Σκέφτεσαι δεν πάει στο διάολο και αποφασίζεις να λύσεις το θέμα έστω και ανορθόδοξα, διότι κοντεύει δέκα κι εσύ είσαι ακόμη άπλυτη και με τον καφέ μισοπιωμένο. Της λες λοιπόν ότι οκ, δεν ασπάζεσαι κάποιο θρήσκευμα, ούτε εσύ ούτε ο άντρας σου, κι άμα θέλει ντε και καλά να γράψει κάτι ας βάλει όποια λέξη θεωρεί εκείνη ότι περιγράφει τη συγκεκριμένη κατάσταση. Η κυρία σκαλώνει. Δηλαδή τι, να γράψω «άθεοι»; Έτοιμη να λιποθυμήσεις, της ξαναλές ότι δεν σε αφορά η λέξη και να το περιγράψει όπως θέλει, ας το ζωγραφίσει κιόλας άμα γουστάρει.

Στο σημείο αυτό, ο σουρεαλισμός της υπόθεσης χτυπάει νέα, εξωφρενικά ύψη: Αποδέχεστε την ύπαρξη του θεού; Γιατί αν την αποδέχεστε αλλά δεν ασπάζεστε το επίσημο θρήσκευμα, να γράψω «άθρησκοι».

Απομένεις για μερικά δευτερόλεπτα αποσβολωμένη, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσεις το γεγονός ότι η ώρα είναι δέκα και κάτι, παντρεύεσαι στις εφτά, έχεις μανικιούρ στις έντεκα, δεν έχεις προλάβει να κάνεις μπάνιο, και μια υπάλληλος του δήμου σε ψυχαναλύει από τηλεφώνου ρωτώντας αν αποδέχεσαι την ύπαρξη του θεού και αναλύοντας την εννοιολογική διαφορά μεταξύ άθεου και άθρησκου. Εννοείται ότι έχεις κρατηθεί τόση ώρα και δεν έχεις ουρλιάξει ότι τυχαίνει να είσαι νομικός, ότι έχεις κάνει μαθήματα επί μαθημάτων για τη συνταγματικότητα του συγκεκριμένου θέματος και ότι αυτή δεν ξέρει τι της γίνεται, διότι ποιος σε ξεμπλέκει μετά δέκα ώρες πριν το γάμο. Συγκεντρώνεις τα υπολείμματα της ψυχραιμίας σου και της ξαναλές λοιπόν, όσο πιο σταθερά γίνεται, ότι γνωρίζεις ότι η αναγραφή αυτού του στοιχείου δεν είναι, χμ, πώς να το πούμε, απαραίτητη, το συγκεκριμένο πεδίο στην αίτηση είναι απλώς κατάλοιπο παλαιότερων εποχών, και ότι βασικά (με όλο το σεβασμό προς το άτομό της πάντα, διευκρινίζεις, και ναι, καταλαβαίνοντας ασφαλώς ότι εκείνη προσπαθεί απλώς να διεκπεραιώσει τα καθήκοντά της σωστά) δεν είναι, πώς να το πούμε πάλι κομψά, θεμιτό (δες λες νόμιμο να μη φρικάρει) να απαιτεί από έναν πολίτη τη δήλωση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, πόσο μάλλον για να την καταγράψει σε επίσημο κρατικό έγγραφο.

Αυτό ήταν, την πάτησες. Η κυριούλα έχει φρυάξει κανονικά και ουρλιάζει στη διπλανή της τ’ ακούς;;; Αυτή εδώ (η αυτή εκεί είσαι εσύ, προφανώς) λέει ότι δεν είναι υποχρεωμένη να μας πει τίποτα! Προσπαθείς να πεις μα αλλά είναι πολύ αργά. Τόλμησες να αμφισβητήσεις την κυριούλα, και η κυριούλα το έβαλε σκοπό της ζωής της να σε γαμήσει, ω ναι, την ημέρα του γάμου σου. Θα έρθετε τώρα εδώ, σου λέει σαδιστικά, να γράψετε ιδιοχείρως αυτό που θέλετε στην αίτησή σας, διαφορετικά ο γάμος σας το απόγευμα δεν θα γίνει.

Με πίεση 27 πλέον, αρχίζεις να την παρακαλάς κυριολεκτικά να λογικευτεί, προσπαθώντας να της εξηγήσεις ότι έχεις γάμο με σαράντα καλεσμένους, κλεισμένο εστιατόριο, νυφικό, και κομμώτρια που σε περιμένει σε μισή ώρα, διότι είναι η γαμημένη μέρα του γάμου σου και προφανώς δεν προλαβαίνεις να πας από εκεί εκείνη τη στιγμή, αλλά η κυριούλα, ασυγκίνητη, επαναλαμβάνει το τελεσίγραφό της και σε συνδέει με Κάιρο. Τέλος της συνδιάλεξης.

Για να μην σας κουράζω περισσότερο, το θέμα έληξε με το μωρό να τρέχει πανικόβλητο στο δημαρχείο (ενώ εγώ έκανα μπάνιο κλαίγοντας από τα νεύρα μου που δεν γεννήθηκα μετά από διακόσια χρόνια στη Σουηδία) για να παίξει το παιχνίδι των τρελών και να γράψει το εκπληκτικό άθεοι στην αίτηση (που εμένα προσωπικά μου ακούγεται κάπως σαν να δηλώνω α-ολυμπιακός), με την παραδιπλανή κυριούλα να σχολιάζει με γουρλωμένα μάτια ότι δεν το έχει ξαναδεί αυτό γραμμένο, και να τον παρακαλάει με δέος να της λύσει μια απορία λέει μόνο, αν το Πάσχα κάναμε Ανάσταση ή όχι. Δυστυχώς δεν βρισκόμουν εκεί εγώ να της εξηγήσω ότι το Πάσχα συγκεκριμένα σφάζουμε τη γάτα μας και ρουφάμε με καλαμάκι το αίμα της μέχρι να ξημερώσει, παίζοντας ανάποδα στο πικάπ το Hotel California που ως γνωστόν βρίθει κρυμμένων σατανιστικών μηνυμάτων.

Καταλήξαμε λοιπόν αμφότεροι με μία υπέρτατη ληξιαρχική πράξη γάμου, η οποία γράφει άθεοι με κεφαλαία γράμματα. Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά δε μας εκφράζει και ο όρος, ρε πούστη μου. Διότι μπορεί κάλλιστα να με χαρακτηρίζει άθεη άμα θέλει ο παπάς της γειτονιάς μου, που θεωρεί δεδομένο ας πούμε το θέμα θεός, αλλά εγώ α- κάτιπουδεντοεφηύραεγώκαιουδόλωςμεαφορά/απασχολείγιαυτόμημουταπρήζετεπληζ δεν γουστάρω να αυτοχαρακτηρίζομαι. Ή τουλάχιστον το βρίσκω τραγελαφικό -ιδίως, δε, το να το βλέπω γραμμένο σε ένα επίσημο έγγραφο που με αφορά, μαζί με το επίθετο, την υπηκοότητα και τα λοιπά πραγματικά στοιχεία μου, λες κι ο θεός είναι κάτι στάνταρ ρε παιδάκι μου, σαν την ομάδα αίματος να πούμε, και δηλώνω βάσει επιστημονικών δεδομένων τάδε ή τάδε, θετικό ή αρνητικό.

Δεν ξέρω (δεν μου το διευκρίνισε, δυστυχώς, η κυριούλα) αν ως άθεοι που είμαστε πλέον με τη βούλα προβλέπεται να έρθει ο δήμος να σημαδέψει την πόρτα μας, ή να μας κάνουν τατουάζ κανένα κέρατο σε εμφανές σημείο για να πληροφορείται ο κόσμος.

[Εννοείται δε ότι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν δηλαδή δεν παντρευόμουν με κόσμο και νταούλια την ίδια μέρα, κι αν δεν είχα το κώλυμα ότι μας είχαν κάνει χάρη ως προς τη μέρα και ώρα του γάμου (κανονικά παντρεύουν Δευτέρα-Τετάρτη δώδεκα με δύο), την οποία χάρη ικανούς τους είχα, βάσει των διαθέσεών τους, να την πάρουν πίσω και να βρεθώ εκτεθειμένη σε δύο σόγια, με μερικές χιλιάδες ευρώ πεταμένα και το γάμο μου κατεστραμμένο, θα τους είχε πάρει όλους ο διάολος και θα είχα φτάσει στο δήμαρχο, ή σε όποιον τέλος πάντων πάνω από την κυριούλα είχε το μορφωτικό επίπεδο να διευθετήσει το (ανύπαρκτο) θέμα νομίμως. Δυστυχώς λόγω των συνθηκών αναγκαστήκαμε να το παίξουμε τρελοί, και ειλικρινά εύχομαι ώρες-ώρες να μην είχα συνείδηση του πόσο γαμημένα μπανανιακό και ανήκουστα γελοίο είναι αυτό που άφησα να συμβεί, γιατί θέλω να σπάσω το κεφάλι μου στον τοίχο.

Την επόμενη φορά πάντως που θα με πετύχετε να εξανίσταμαι με τίποτα ψιλοπράγματα (πολιτικούς όρκους, παπάδες στη βουλή, αν θα παντρεύονται και οι ανώμαλοι που λέει και ο μπάρμπας μου και κάτι τέτοιες μαλακίες), ρίχτε μου μια μπούφλα να συνέλθω, ή στείλτε με πακέτο, σας παρακαλώ, σε κάποιο ευρωπαϊκό κράτος, ή έστω στην Ελλάδα του 2200, γιατί δεν την παλεύω καθόλου.]

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Ναυαγοσώστες, τατουάζ, η Φρουτοπία και ο τρόμος




Είναι πλέον δεδομένο: το σύμπαν εργάζεται ακούραστα προς την κατεύθυνση του να με κάνει να φουντάρω ή, έστω, να φορέσω το άσπρο συνολάκι με τα μακριά μανίκια που λέει και η Μ –κι εμένα, δυστυχώς, δεν μου πάνε καν τα λευκά, και στο δημαρχείο με μαύρο θα πάω, άντε μπλε-μωβ το πολύ, και θα πέσουν δυο-τρία εγκεφαλικά εννοείται από το σόι του γαμπρού αλλά τι να κάνουμε, αυτό βέβαια είναι θέμα άλλου ποστ, με τίτλο είμαι-μια-κότα-και-μισή-και-θέλω-γάμο-τώρα-τώρα-ΤΩΡΑ, αλλά μη με κάνετε να ξεφεύγω από το θέμα μου, προσπαθώ να σας πω για τη συνωμοσία του σύμπαντος εναντίον μου.

Λοιπόν. Δεν μου φτάνει η τρέλα που κουβαλάω από μοναχή μου, η προϊούσα αγαμία που έχει κάνει τον εγκέφαλό μου πουρέ, ο κακοήθης όγκος στην κύστη του Dave που με κάνει να λιώνω από τύψεις (δεν μου το βγάζετε από το κεφάλι ότι τον μάτιασα λόγω της ανελέητης καύλας που αποπνέει), το καινούριο cd του Bryan που έδωσε σε μένα φρέσκο λόγο κατάθλιψης και στους γείτονές μου νέα πειστήρια περί της παράνοιάς μου (την έχω καταβρεί να τραγουδάω στο μπάνιο in a bag you will be before the day is over), ήρθαν και οι πρόσφατες επαγγελματικές ανησυχίες των κολλητών μου να αποτελειώσουν το ήδη φλέγον υπαρξιακό μου.

Να σας εξηγήσω. Ναι, είμαι πολύ χαρούμενη που μπήκα στο δημόσιο, μην τρελαθούμε. Η πίστη μου βγήκε στο διάβασμα για να πω ότι θα έχω, αν όχι πολλά φράγκα, τουλάχιστον μια κάποια εργασιακή ασφάλεια, ένα νορμάλ ωράριο κλπ. Εξάλλου, τα ’χουμε ξαναπεί, στη δικηγορική θα ταίριαζα όσο κι ο Καρβέλας στο γνωστό άθλιο άσμα. Θα μου πείτε τώρα, και ταιριάζεις δηλαδή σε δημόσια υπηρεσία; Ε, τέλος πάντων, εκεί τουλάχιστον έχω λιγότερους περιορισμούς, και περισσότερο δημιουργικό ελεύθερο χρόνο. Όπως και να ’χει, δεδομένων των επιλογών που είχα στην πεζή πραγματικότητα [που σαμπόταρε, η ρουφιάνα, τα φιλόδοξα εναλλακτικά μου σχέδια α)να κατακτήσω τον πλανήτη, β)να κάνω καριέρα στη μαφία ως σύζυγος ενός άλλου Andy Garcia, γ)να γίνω νταλικέρης στην Αμερική και να οδηγώ μερόνυχτα σε αχανείς δρόμους με το in the death car στο τέρμα, ή δ)στη χειρότερη περίπτωση, να εξελιχθώ σε ροκ σταρ παγκοσμίου φήμης και να τα κονομάω τρελά ενώ οι θαυμαστές μου θα με αποθεώνουν μέχρι τα εξήντα μου, οπότε και θ’ αποσυρθώ στην Καραϊβική μαζί με δυο-τρεις εικοσάχρονους μαροκινούς για παρέα], μια χαρούλα ευχαριστημένη είμαι.

Αλλά, πώς να το κάνεις, είναι κάτι στιγμές που στη βαράει –το πρωί ας πούμε, εκεί που βάζεις κραγιόν μπροστά στον καθρέφτη, και περνάει αιφνιδιαστικά από το μυαλουδάκι σου (τυπωμένη σε υπηρεσιακό έγγραφο, για να ’χουμε και σωστή σκηνοθεσία) η φράση «είμαι δημόσιος υπάλληλος». Και σου ’ρχεται, όσο να ’ναι, ένα μίνι εγκεφαλικό, μια τάση έστω να ουρλιάξεις, όχι απαραίτητα από φρίκη, αλλά τουλάχιστον από έκπληξη, που πρόλαβες και τα τακτοποίησες όλα τόσο ωραία από τόσο νωρίς, μετά σκέφτεσαι, είναι όντως νωρίς ή όχι, μετά κολλάς τη μούρη σου στον καθρέφτη να βεβαιωθείς μαζοχιστικώς πως ναι, όντως ψιλοφαίνεται αυτή η σκατορυτίδα αριστερά στο στόμα σου το πρωί, λες δε γαμιέται, αλλά ακόμη θέλεις να ουρλιάξεις, και δεν μπορείς γιατί οι υπόλοιποι κοιμούνται, άσε που κατά βάθος δεν έχει και νόημα, καλωδιώνεσαι τουλάχιστον με το Marilyn να ουρλιάζει στα αυτιά σου μέχρι να φτάσεις Ταύρο, κατεβαίνεις από το τραίνο συμφιλιωμένη με την ιδέα (και του δημοσίου, και της ρυτίδας), κλείνεις το Marilyn μπαίνοντας στο κτήριο για ν’ αρχίσεις τις αναγκαίες καλημέρες, και είναι όλα οκ.

Με παρακολουθείτε; Πάνω, λοιπόν, που τα σκέφτεσαι όλα αυτά τα όμορφα, σου έρχεται από την Κρήτη το προσφιλέστατο τέρας, ανήκον στην ούτως ή άλλως εξωτική για σένα συνομοταξία των μαθηματικών, και σου λέει το υπέρτατο, ότι σκοπεύει να πάρει δίπλωμα ναυαγοσώστη. Σ’ ακούει όλο το βαγόνι να χτυπιέσαι από τα γέλια με το καταπληκτικό αστείο, μετά συνειδητοποιείς ότι μιλάει σοβαρά, προβάρεις νοερά την απύθμενου σουρεαλισμού φράση «ο κολλητός μου είναι ναυαγοσώστης», ξαναχτυπιέσαι από τα γέλια, εν τέλει το χωνεύεις, άλλοι ζούνε με το ένα πόδι στο Baywatch κι εγώ, ναι, εγώ, έγινα δημόσιος υπάλληλος.

Θα μου πείτε τώρα πάλι, και τι ήθελες, να γίνεις κι εσύ ναυαγοσώστης; Που, εντάξει, κολυμπάς μεν, αλλά άμα δεις κανένα μπαρμπούνι νομίζεις ότι είδες καρχαρία και σε τραβάνε έξω μισοπνιγμένη να βγάζεις νερά από τη μύτη; Όχι βέβαια. Τότε; Δεν ξέρω. Υποθέτω ζηλεύω που κάποιος σκέφτηκε να γίνει ναυαγοσώστης μετά τα 25 του, και που το βρίσκει παντελώς νορμάλ, και που εμένα τα πιο extreme του βιογραφικού μου είναι μια ερασιτεχνική συμμετοχή σε μπάντα της κακιάς συμφοράς και κάτι σκουλαρίκια που επιμένω να κρατάω ίσα-ίσα για να μου τη λένε στη δουλειά.

Και πάνω που προσπαθείς να εμπεδώσεις την ιδέα της ναυαγοσωστικής, έρχεται το χαρισματικό πλάσμα και σου λέει ότι ετοιμάζεται για καριέρα στα tattoo (άντε, κοριτσάρα, να χτυπήσεις ένα και σε μένα κάποτε), οπότε φυτρώνουν άλλα τρία κεφάλια στο υπαρξιακό σου, ιδίως αν προσθέσεις το γεγονός ότι η Luthien δεν πρόλαβε καν, ηλικιακά, τη Φρουτοπία.

Καταλάβατε; Και το μοναδικό μου αντίδοτο στον τρόμο χίλια τόσα χιλιόμετρα μακριά, και το μαλλί του, μισό μέτρο καταρράχτης, σ’ ένα κουτί με ναφθαλίνη στη ντουλάπα μου.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

περί δακρύων



Με το κλάμα είχα πάντοτε ένα θέμα. Όχι ότι δεν κλαίω, δοθείσης της ευκαιρίας (ξέρετε κανέναν υστερικό που να μην κλαίει πού και πού;). Συνήθως, κλαίω από τα νεύρα μου –όταν δηλαδή τα πάρω για κάποιο λόγο τόσο πολύ, που το σκέτο ουρλιαχτό, το γαμωσταύρισμα ή η μπουνιά στην πόρτα δεν επαρκούν για να συνεχίσω τη ζωή μου χωρίς να αποτελώ ιδιαίτερο κίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο.

Αυτό το είδος κλάματος (το «υποκατάστατο μπουκέτου», όπως συνηθίζω να το λέω), δεν πληροί, βέβαια, από συναισθηματική άποψη, τις προϋποθέσεις του ρήματος κλαίω, στο βαθμό που αυτό είθισται να συνδέεται με τη θλίψη, την απελπισία κι όλα τα σχετικά λυπηρά. Υπό αυτήν την έννοια, του κλαίω από λύπη τέλος πάντων, είναι που έχω το θεματάκι που σας έλεγα στην αρχή –το οποίο θέμα είναι, κυρίως, ένα πρόβλημα συγχρονισμού.

Δεν ξέρω πόσο αστείο μπορεί να ακούγεται αλλά, στην μέχρι σήμερα πορεία της ζωής μου, βεβαιώθηκα πέραν αμφιβολίας πως πάσχω από μια μυστήρια αδυναμία να κλάψω όταν πρέπει –ή όταν υποτίθεται, τέλος πάντων, πως πρέπει. Μου ψοφούσε ένα γατί, ας πούμε, το έπαιρνα πάρα πολύ ελαφρά, και σε άσχετο παντελώς χρόνο, μέρες μετά ή και βδομάδες ίσως, μου ’ρχοταν μια ανάποδη και μ’ έπαιρναν τα ζουμιά δίχως προφανή λόγο. Μου ανακοίνωναν έναν αναμενόμενο αλλά καθ’ όλα τραγικό θάνατο, έλεγα «οκ», ντυνόμουν με τερατώδη ψυχραιμία για την κηδεία, μου ’ρχοταν να ξεράσω με τις υστερίες των άλλων, για ν’ αρχίσω τελικά τους λυγμούς ψιλοξέμπαρκα και με κάτι παντελώς ηλίθιες λεπτομέρειες και αφορμές, με το χρώμα των λουλουδιών, μ’ ένα λεκέ του καφέ στο φουστάνι μου ή μ’ ένα ξένο τάφο. Για τον πρώτο μου έρωτα θυμήθηκα να κλάψω σπαρακτικά με καθυστέρηση μιας επταετίας τουλάχιστον.

Γενικά, έχω την τάση να κλαίω ανεπίκαιρα. τόσο αναδρομικά, συνήθως, που ενίοτε δεν θυμάμαι γιατί κλαίω –για την παρελθούσα αιτία, ας πούμε, την τωρινή υπενθύμιση ή για κάποια από τις διάφορες ενδιάμεσες συντριβές. Δεν ξέρω αν το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι δεν κλαίω τη «σωστή» στιγμή ή στο γιατί τελικά κλαίω όταν κλαίω. αν με δέρνει κάποια υποσυνείδητη μαγκιά του τύπου όχι-δεν-θα-κλάψω-τώρα-που- το-περιμένετε ή αν ψάχνω κατά καιρούς πάτημα να ξεσπάσω για λόγους πολλαπλούς και πιθανώς ασύνδετους. αν τέλος πάντων μου έχει γαμηθεί, για κάποιο άγνωστο λόγο, εκ γενετής το σύστημα πρόσληψης και εξωτερίκευσης της οδύνης. Και δεν καίγομαι κιόλας να μάθω, ομολογώ.

Ξέχασα να σας πω πως, μερικές φορές, κλαίω και προκαταβολικά. Μην πάνε στο μυαλό σας τίποτα δραματικές περιπτώσεις, αναφέρομαι σε απλούστατα πραγματάκια, εντελώς καθημερινά, όπως το να κλαις στις αρχές του καλοκαιριού για το επερχόμενο φθινόπωρο ή μπροστά στην πρώτη ρυτίδα για τις αναπόφευκτες μελλοντικές. Επισημαίνω πως δεν βρίσκω κανέναν απολύτως ρομαντισμό στην εν λόγω ανόητη συνήθεια, ομολογώντας πως με κατατάσσει απλώς στους αθεράπευτα γαμώψυχους, όπως πολύ σωστά λέει και ο άντρας μου.

Ο οποίος, τώρα που το θυμήθηκα, φεύγει για στρατό σε τριάντα μέρες. Και μην τολμήσετε να υποθέσετε ότι κλαίω για το γεγονός.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Απολογισμός

Το βράδυ κοιμήθηκα με κουβερτούλα. Πολύ θα ήθελα και τη γάτα (που εκτίμησε την κουβερτούλα και ήρθε στο κρεβάτι, τα σκέτα σεντόνια δεν της αρέσουν), αλλά εκείνη την έκανε μετά από λίγο. Η κουβέρτα, ευτυχώς, αποφάσισε να μείνει –όχι τίποτα άλλο, αλλά η πολλή μοναξιά μου φέρνει εφιάλτες.

Και η αλλαγή των εποχών, επίσης. Μην φανταστείτε πως μελαγχόλησα που φεύγει το καλοκαίρι και τα λοιπά, άλλωστε δεν ήταν και το καλύτερο της ζωής μου, νομίζω ανακουφίζομαι που φεύγει και δεν θα σκάω μέσα στο σπίτι χωρίς air-condition. Απλώς, είναι ένας τρόπος να συνειδητοποιώ τον καιρό που περνάει, ξέρετε, ρίχνω μια ματιά στην χρονική πραγματικότητα (λέει να το κάνεις πού και πού, όσο τρομακτικό κι αν είναι). Πού φθάσαμε, πού ακριβώς είμαι, τι έπεται –όσο μπορεί κανείς να προβλέψει, εννοείται.

Λοιπόν, οι φήμες με θέλουν να πλησιάζω επισήμως τα 25, πολύ μικρή για ρυτίδες, πολύ μεγάλη για τρέλες, κακός συνδυασμός, να μην ξέρεις τι ακριβώς πρέπει να κάνεις, προς τα πού να γείρεις, 20+ ή 30- ; Κρέμα ματιών, ας πούμε, να βάζω ή να μη βάζω; Πάντως για να φοβάμαι το σκοτάδι είμαι σίγουρα πολύ μεγάλη. Και για ν’ αλλάξω επαγγελματικές κατευθύνσεις, επίσης, είναι αργά. Πιθανόν να είναι αργά και για ένα piercing ακόμη που ήθελα, το σκέφτομαι κι ανατριχιάζω, πώς στο διάβολο τις έκανα τις τρύπες μερικά χρόνια πριν και δε μ’ ένοιαζε; Επίσης υποθέτω είναι αργά να εξελιχθώ πραγματικά σε ο,τιδήποτε κατά καιρούς σκέφτηκα πως θα μπορούσα ίσως να πάρω στα σοβαρά, σχέδιο, μουσικές, διάφορα τέτοια που όπως όλοι λένε δεν έχουν ψωμί, ε, καλά, πήγα στη Νομική, δεν έχει ιδιαίτερη διαφορά, δουλειά πάλι δεν έχω, δεν πήγα ποτέ να βγάλω την άδεια, τι να την έκανα, πυροβολήστε με καλύτερα αλλά μην με βάλετε να παριστάνω το δικηγόρο.

Ερασιτέχνης σε όλα, λοιπόν. Κι ας με έχουνε οι φίλοι για τη «φιλόλογο» της παρέας, ούτε αυτό δεν είμαι. Έστω. Περιμένω να γίνω δημόσιος υπάλληλος, αν περάσω στο διαγωνισμό, αν δεν περάσω θα βρω δουλειά και θα περιμένω να περάσω στον επόμενο διαγωνισμό, έχω πάθει ανοσία στο διάβασμα, και στην ιδέα επίσης ενός γραφείου σε δημόσια υπηρεσία, εντάξει, μην φανταστείτε πως ονειρευόμουν να γίνω αστροναύτης, θα επιζήσω. Πάντως η προοπτική του δημοσίου, υποθέτω, με καθιστά αυτομάτως πολύ μεγάλη και για τις μπλε ανταύγειες που ήθελα να κάνω και λυπόμουνα πάντα τα λεφτά, πάνε σε υπουργείο με μπλε ανταύγειες; Δεν πάνε.

Είμαι πολύ μικρή για να κάνω παιδιά, όλοι συμφωνούν, εγώ πάλι νομίζω πως είμαι ήδη μεγάλη, δεν ξέρω, τα ’χω θαλασσώσει σ’ αυτό το θέμα, δεν έχω ιδέα. Είμαι πολύ μικρή για αυτά που γράφω, μου λένε κατά καιρούς, άντε να τους εξηγήσεις πως έχουν λάθος, αυτά τα «ώριμα» που λένε τα ’γραφα στα δεκάξι, μετά την έχασα τη μπάλα, πού να ξαναβρείς ορίτζιναλ απελπισίες.

Τέλος πάντων. Φτάνει με τις ηλικίες. Τι αναμένεται, πέραν της επιτυχίας ή αποτυχίας στο ξεκίνημα της δημοσιοϋπαλληλικής μου σταδιοδρομίας; Ο άντρας μου φεύγει φαντάρος, ωραία μαλακία κι αυτή, μετά τα νυχτερινά το κωλόνησο, τουλάχιστον έχω συνηθίσει στις απουσίες, θα τη βγάλω καθαρή φαντάζομαι. Είπαμε, έρχεται και χειμώνας και θα ’ρχεται η γάτα στο κρεβάτι. Κι εγώ θα έχω καινούριες εμπειρίες, κάπου θα δουλεύω, δημόσιο ή αλλού, θα προσπαθήσω να προσαρμοστώ σ’ ένα περιβάλλον κι ως συνήθως θα αποτύχω, με τις γυναίκες δεν κολλάω, με τους άντρες επιβάλλεται να κρατάς πισινή, γενικά η κοινωνικότητά μου είναι λιγάκι γάμησέ τα, τι να κάνω, θέλω την ησυχία μου, κι οι φίλοι μου περιέργως επιλέγουν άλλα μέρη της χώρας για να ζήσουν, ή σε κάθε περίπτωση έχουν άλλους ρυθμούς, οι σχέσεις εξ αποστάσεως και δια msn είναι το καλύτερο ενδεχόμενό μου πλέον.

Αυτά. Στο σπίτι το καμπανάκι σημαίνει «τέλος εποχής», η αδερφή μου ήδη έφυγε, εγώ αισίως φεύγω του χρόνου, άτσαλη κατάσταση, οι γονείς γαντζώνονται πάνω μου υστερικά, εγώ νιώθω πως ήδη δεν ανήκω πια εδώ, το δωμάτιό μου φαντάζει απομεινάρι ενός αναίτια παρατεταμένου παρελθόντος, οι κούκλες μου ακόμη στα ράφια, ο κολλητός μου απ’ το λύκειο στη φωτογραφία, έχω καμιά επταετία να τον δω, μπορεί και να ’χει πέσει τόσο στην πρέζα που να μην με θυμάται καν, οι κασέτες μου σε χάρτινα κουτιά από γόβες που αγόρασα πολύ μετά που τα κασετόφωνα έγιναν μουσειακό είδος, και να βρω κασετόφωνο πολύ αμφιβάλλω αν θα παίζουν ακόμη καλά, δεν πειράζει, έχω άπειρα γίγα mp3, προσαρμόστηκα αναγκαστικώς, έκοψα και την αλληλογραφία, με περνούσανε οι άλλοι για τρελή, στείλε e-mail ρε άρρωστη, χώθηκα λοιπόν επιτυχώς στην τεχνολογία, έμαθα να στέλνω e-mail, δεν μπορώ να γράψω μου λείπεις σε arial γραμματοσειρά, έπαψα να το γραφω, είναι πιο εύκολα έτσι, οι λέξεις που δεν αρθρώνονται δεν υπάρχουν, ξεχνιέσαι, ναι, είναι σαφώς καλύτερα, τελικά πολύ τα εκτιμώ στην πορεία τα νέα μέσα, δε βλέπετε, άνοιξα και μπλογκ, ας διαβάζει όποιος θέλει, στις λογοτεχνικές κλίκες δεν κολλάω ούτως ή άλλως, εξαιρετική η συλλογή σας δια τηλεφώνου, θερμά ευχαριστώ για την κριτική σας στο τάδε περιοδικό, κι από κοντά να σε κοιτάνε σαν δαιμονισμένη λόγω ηλικίας ή γιατί δεν φοράς γυαλιά σαν φοιτήτρια θεολογίας, άι σιχτίρ, το πήρα απόφαση πως δεν πολυκολλάω πουθενά, ανέκαθεν, οι κυριλέ μ’ έβρισκαν φρικιό, τα φρικιά μ’ έβρισκαν κυριλέ, τα κορίτσια κάφρο και τ’ αγόρια κορίτσι, μπερδεύτηκα στο τέλος κι εγώ, τα παράτησα, ό,τι καταλάβει καθένας, στην τελική ποιος ενδιαφέρεται να ξέρει, και γιατί θα ’πρεπε.

Άλλο ένα καλοκαίρι πίσω μου.

Σάββατο 31 Μαΐου 2008

ρωγμές


Όταν πρωτάκουσα το Theme from Subway Sue απέκτησα, αναπόφευκτα, μια μυστήρια εσωτερική ρωγμή, κάπου κοντά στο διάφραγμα. Επρόκειτο, εννοείται, για μιαν εποχή που επέτρεπε την άνευ όρων πίστη στα θαύματα παντός είδους.

Η αφελής όσο και θαυμάσια εκείνη πίστη, ικανή να κόβει και να ράβει τον κόσμο στα μέτρα μου, εξανεμίστηκε με τα χρόνια. Η ρωγμή, ευτυχώς, παρέμεινε άθικτη.

Ότι θα άκουγα, βέβαια, το συγκεκριμένο κομμάτι ζωντανά, μισό μέτρο απόσταση από τη σκηνή εν έτει 2008, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να το φανταστώ. Ακόμη δηλαδή δεν το καλοπιστεύω -κι αν δεν ήταν η φρικτή ψύξη που άρπαξα εξαιτίας του φουλ κλιματισμού στο Gagarin να μου θυμίζει πέραν αμφιβολίας πως ήμουν χθες βράδυ εκεί, θα ήμουν σίγουρη πως τη χειραψία στο David Surkamp την ονειρεύτηκα, και πως η φωτογραφία μου αγκαλίτσα με τον Michael Safron είναι προϊόν φωτομοντάζ.

Χαλάλι η ψύξη, φυσικά, χαλάλι και η τεράστια μελανιά στο ένα μου μπράτσο (αυτήν υποψιάζομαι ότι την απέκτησα είτε πάνω στο έξαλλο κοπάνημα στο Natchez Trace, είτε την ώρα που κρεμάστηκα σαν πορωμένο δεκαεξάχρονο στα κάγκελα, αλλά τέλος πάντων). Η συναυλία ήταν κάτι παραπάνω από ό,τι περίμενα: σκέτη μαγεία. Παραδόξως, οι δεκαετίες που πέρασαν μοιάζουν να σεβάστηκαν την υπερκόσμια φωνή των pavlov's dog, που παραμένει εντυπωσιακά αναλλοίωτη στην εκπληκτική χροιά και την έντασή της, ικανή να σε καθηλώνει με τρόπο ηδονικό κι επώδυνο.

Ωστόσο, η φυσιολογική φθορά, αν και στον ελάχιστο δυνατό βαθμό, ήταν εύκολα ανιχνεύσιμη: οι πολύ ψηλές νότες, οι τρομακτικές εκείνες τρίλιες που μου στοιχειώνουν από τα 13 μου τον ύπνο, ήταν απούσες. Κι όσο κι αν, προσωπικά, έχοντας λιώσει ξανά και ξανά τα βινύλια, τις άκουγα μέσα στο κεφάλι μου στα σχετικά σημεία, η διακριτική υποχώρηση του Surkamp από το μικρόφωνο τις επίμαχες στιγμές τραυμάτιζε ανεπαισθήτως τα τραγούδια -που παρέμεναν, παρ' όλα αυτά, παραμυθένια.

Η ρωγμή μου, πάντως, διευρύνθηκε.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

Φρίκες



Σας προειδοποιώ: είμαι στις φρίκες μου.

Η παρούσα ανάρτηση περιλαμβάνει αμιγώς γκρίνια –συνεπώς, αν δεν γουστάρετε, μην προχωρήσετε στην ανάγνωσή της. Το λέω δηλαδή για να μην με κατηγορήσετε εκ των υστέρων…

Περνάω την φρικτή φάση του προ-εξεταστικού σοκ. Η φάση αυτή περιγράφει την κατάσταση που βιώνεις δύο ημέρες πριν τις εξετάσεις, στην επιτυχή έκβαση των οποίων έχεις επενδύσει την επαγγελματική σου αποκατάσταση, ενάμισι έτος από τη ζωή σου και περί τις τρεις χιλιάδες ευρώ φροντιστηριακά δίδακτρα. Περιλαμβάνει, δε, μιαν εξοντωτική απαισιοδοξία ως προς τα αναμενόμενα αποτελέσματα της προσπάθειας, δεδομένου του ότι νιώθεις τον εγκέφαλό σου έτοιμο να κλωτσήσει σαν σκληρός δίσκος λόγω υπερφόρτωσης. Κοινώς, είσαι βέβαιος ότι δεν θυμάσαι απολύτως τίποτα από ό,τι διάβαζες τόσον καιρό, και ότι ακόμη και το πλέον απλό θέμα θα σε βρει παντελώς ανέτοιμο ή πάντως σε κατάσταση διανοητικού black-out.

Προσπαθείς να παρηγορηθείς στην ιδέα ότι περί εξετάσεων πρόκειται και όχι περί της συντέλειας του κόσμου, και ότι τέλος πάντων είσαι άνθρωπος και σε κάθε περίπτωση δικαιούσαι να αποτύχεις χωρίς να σου πάρουν το κεφάλι. Αλλά δεν πιάνει. Διότι, ως γνήσιος αυτοκαταστροφικός και ανηλεής σκορπιός, αδυνατείς να συγχωρέσεις στον εαυτό σου και την πιθανότητα ακόμη μιας αποτυχίας, που θα ρίξει την αυτοπεποίθησή σου στο μείον είκοσι. Την κατάσταση επιδεινώνει το γεγονός ότι οι πάντες (οικογενειακό περιβάλλον, φίλοι κλπ) σου λένε μεν ότι δεν τρέχει τίποτα αν τα θαλασσώσεις, κατά βάθος όμως είναι απολύτως σίγουροι για το θρίαμβό σου, μιας και (ως φυτούκλα πρώτης τάξεως από κούνια που ήσουν) τους έχεις συνηθίσει στις επιτυχίες σε ό,τι σχετίζεται με μαθήματα. Και ξέρεις πολύ καλά ότι, αν όντως την πατήσεις, θα πάθουν όλοι τους το σοκ της αρκούδας.

Για να μην καταρρεύσεις εντελώς και πας μεθαύριο στο εξεταστικό κέντρο κλαίγοντας, παραμερίζεις κι αυτήν την παράμετρο και σκέφτεσαι τα θετικά της ζωής σου. Φαίνεται όμως ότι οι δυνάμεις του σύμπαντος συνωμοτούν πεισματικά ενάντια στην ψυχολογική σου ισορροπία, διότι το μόνο που σου έρχεται στο μυαλό είναι ότι ο άντρας σου δουλεύει νύχτα ένα χρόνο τώρα και κοντεύεις να ξεχάσεις τη φάτσα του, για να μην πούμε για τα υπόλοιπα. Οι νυχτοβάρδιες προβλέπεται να συνεχιστούν το λιγότερο για έξι μήνες ακόμη. Μετά, ασφαλώς, θα αναχωρήσει προς επιτέλεση του καθήκοντος στη μαμά πατρίδα, πράγμα που σημαίνει ότι στα τέλη περίπου του 2009 θα έχετε αμφότεροι μια θαυμάσια ευκαιρία να γνωριστείτε εκ νέου. Αν βάλεις, δε, και το αναγκαστικό κούρεμα, είναι βέβαιο ότι θα πιστέψεις ότι απέκτησες στα καλά καθούμενα καινούριο γκόμενο.

Μ’ ένα πρόχειρο υπολογισμό, αν όλα πάνε καλά, το όνειρο του να ανοίξεις επιτέλους ένα δικό σου σπίτι μετατίθεται για το 2010. Αν υπάρχεις, δηλαδή, μέχρι τότε για να το ανοίξεις, δεδομένου του ότι το μισό κιλό που πήρες τα Χριστούγεννα εξαφανίστηκε παίρνοντας άλλο μισό μαζί του (λόγω στρες, αϋπνίας και ατελείωτων κύκλων στο σαλόνι με ένα βιβλίο ανά χείρας), ενώ αναμένεται περαιτέρω πτώση. Και μπορεί να διέπρεπες ως μπαλαρίνα αν η μανούλα σου σε είχε πάει μικρή να ξεκινήσεις μπαλέτο, αλλά μιας και δεν το έκανε κατατάσσεσαι απλώς στις περιφερόμενες ακτινογραφίες. Και ξέρεις πολύ καλά ότι όταν σου λένε «καλέ είσαι σαν μπιμπελό» εννοούν απλώς ότι δεν έχεις βυζιά.

Ασφαλώς, το ότι αιφνιδίως έχεις φρικάρει με την εξωτερική σου εμφάνιση αποτελεί παρενέργεια του προ-εξεταστικού σοκ που λέγαμε στην αρχή, το οποίο χειροτερεύει μάλιστα τα πράγματα μιας και γεμίζεις σπυράκια από το άγχος και ο μαύρος κύκλος κοντεύει να σου φτάσει στο σαγόνι. Κοιτάς στον καθρέφτη, και, αιφνιδίως, νομίζεις ότι μεγάλωσες κατά δέκα χρόνια το λιγότερο. Οπότε σε χτυπάει και το υπαρξιακό του τύπου πόσων χρονών είμαι, τι έχω κάνει στη ζωή μου, τι θα προλάβω να κάνω και τι όχι, πότε θα γίνω μάνα, τι σκατά δουλειά θα βρω αν δεν περάσω στις εξετάσεις και τα λοιπά και τα λοιπά. Ιδίως ως προς το τελευταίο, όσο κι αν σε εξοργίζει το γεγονός, πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται τις πιθανές εναλλακτικές επαγγελματικές σταδιοδρομίες με την απαισιοδοξία τουλάχιστον ενός αναλφάβητου. Διότι μπορεί να έχεις ένα πτυχίο πανεπιστημίου και να μιλάς δύο ξένες γλώσσες, αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι, όπως και όλος ο υπόλοιπος κόσμος, με τα προσόντα αυτά είναι ζήτημα αν βρεις δουλειά να παίρνεις 700 ευρώ.

Στο σημείο αυτό βλαστημάς την τύχη σου που δεν μυήθηκες στα ελαφρά ναρκωτικά όταν ήταν καιρός, να έπαιρνες τώρα τίποτα μπας και στρώσεις. Αλλά η εποχή που θα επέτρεπε, ίσως, τέτοιες πολυτέλειες, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Κι εσύ είσαι απλώς twenty-five years older now, που τραγουδούσε και η Janis.

(Oύτε κι ο Νάρκισσος δεν με άντεξε σήμερα και με παράτησε να γκρινιάζω μόνη μου, πραγματοποιώντας μιαν ομολογουμένως θεαματική βουτιά που μ’ έκανε λούτσα.)