Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

travel for fun

Άργησε ωστόσο να καταλάβει πως τα γεγονότα είχαν προκαλέσει το σταμάτημα του εσωτερικού της χρόνου, που ακινητούσε πλέον ως μεσίστιος Ιούνιος απαστράπτων, και σε εξαιρετικές μονάχα περιπτώσεις δεχόταν να προοδεύσει, ελάχιστα πάντα, ένα λεπτό, μια ώρα ή, το περισσότερο, μια ημέρα τη φορά. Μοιραία λοιπόν την προσπερνούσαν οι εποχές, οι ημερομηνίες, ο χρόνος των άλλων· ερμητικά προφυλαγμένη από τη ροή των συμβάντων, επιβίωνε με μικρές δαγκωματιές σ’ ένα φανταστικό παρελθόν κι ένα εμβρυώδες μέλλον, οι αναμνήσεις των οποίων (κατασκευασμένες ή όχι, αδιάφορο), απολύτως δικαιωματικά της ανήκαν. Την τρόμαζαν, πάντως, οι πιθανές επιπτώσεις αυτής της ιδιωτικής στασιμότητας· το ενδεχόμενο, επί παραδείγματι, η ίδια να φθειρόταν στο εξής με ρυθμούς εξαιρετικά αργούς, παρατηρώντας τους οικείους της να παραδίδονται στην προβλεπόμενη επέλαση των ηλικιών τους· ή το ακριβώς αντίθετο, να βάραιναν δηλαδή πολλαπλάσια πάνω της τα μεγάλα διαλείμματα του χρόνου που το μέσα της επέμενε ν’ αγνοεί ως άχρηστα αντικείμενα στοιβαγμένα σ’ ένα κλειστό ντουλάπι, από τα οποία ήταν απλώς δύσκολο πρακτικά ν’ απαλλαγεί ολοκληρωτικά κανείς· και να γερνούσε αστραπιαία (ενάντια σε κάθε φυσικό νόμο προς την αντίστροφη κατεύθυνση) μεταξύ ευσταλών συγγενών και θαλερών φίλων.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

show it to me


Κατάλαβε, εν τέλει, πως ήταν ανάγκη απόλυτη να εφεύρει ένα καινούριο κώδικα για να ζήσει· να χαρτογραφήσει εκ νέου το περιβάλλον, τις αισθήσεις της, το ίδιο της το σώμα· να συμφιλιωθεί με τη διαρκή αγρύπνια της επιθυμίας της (ίσκιος, ίσκιος πουθενά), αυτό το βάρβαρο φως που την έτεμνε και εισχωρούσε και καταύγαζε το μέσα της και την ανύψωνε και την κρεμούσε ανάποδα σαν άνθος προς αποξήρανση. Έπρεπε, το γνώριζε· μα οι παλιές συνήθειες ήταν σε κάποιο βαθμό ισχυρές, κι ήταν φορές που ξεχνιόταν και δοκίμαζε, λόγου χάρη, να χαμογελάσει όπως στο παρελθόν, να συνομιλήσει περί ανέμων και υδάτων με τους παρευρισκόμενους, ή απλώς να καπνίσει στο μπαλκόνι. Αντιλαμβανόταν τότε, ευθύς αμέσως, πόσο μοιραία είχε αλλάξει, και πώς οι λέξεις πια δεν της ανήκαν, και οι κινήσεις, και οι συσπάσεις των μυών του προσώπου της εκτυλίσσονταν σαν άψυχη μελωδία μουσικού κουτιού κουρδισμένου από ένα ανάλγητο χέρι· εξακολουθούσε λοιπόν να χαμογελά, και να συνομιλεί, και να καπνίζει, παραδομένη στη νέα πραγματικότητα που την όριζε, συμφιλιωμένη με τη νόσο, πειθήνια, γνωρίζοντας πως στο εξής το καλοκαίρι θα κακοφόρμιζε ανεξέλεγκτα στο σώμα της, και οι φωτογραφίες του σπιτιού θα αιμορραγούσαν με μικρές εκρήξεις σε προκαθορισμένες ώρες θρυμματίζοντας τις κορνίζες τους. 

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

all of my being is now in pining

κι ήταν κάποιες φορές που σ’ ένιωθα σαν έλκος ζωντανό πάνω στο σώμα μου, εντελώς ξαφνικά, και σε στιγμές ολότελα ανύποπτες, καθώς έκοβα, ας πούμε, το ψωμί με το μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας, το καλοκαίρι επέμενε κίτρινο κι οι μέρες μου κυνηγιόντουσαν σαν άλογα κούρσας· σ’ ένιωθα ξαφνικά, και τα μέλη μου νέκρωναν, αιφνιδιασμένοι λαγοί σε προβολείς αυτοκινήτου, το μαχαίρι σφήνωνε στο ψωμί προέκταση του μουδιασμένου χεριού μου, και σκεφτόμουν, με πάσα σοβαρότητα, θα πεθάνω. Καταλάβαινα, ασφαλώς, πως η πιθανότητα ενός επιτόπιου θανάτου μου ήταν εξαιρετικά μικρή, κι επιπλέον, εξαιρετικά άβολη, για ένα πλήθος λόγων που το μυαλό μου αδυνατούσε τη δεδομένη στιγμή να συγκεκριμενοποιήσει μα γνώριζε, σε κάθε περίπτωση, πως υπήρχαν· ωστόσο εξακολουθούσα να σκέφτομαι, και σε κάποιο βαθμό να πιστεύω, πως θα πέθαινα. Στεκόμουν λοιπόν,  ακίνητη με το μαχαίρι πάνω από τον πάγκο, και σκεφτόμουν πως θα ’πρεπε ίσως να σου τηλεφωνήσω, ν’ ακούσω τη φωνή σου ζωντανά για να πειστώ πως ήσουν απλώς εσύ, κι όχι ένας λόγος να πεθάνω χωρίς κανένα, προφανή τουλάχιστον, λόγο, ελπίζοντας πως ο ενεστώτας σου θα ήταν λιγότερο τρομαχτικός απ’ την ανάμνησή σου, αλλά φοβόμουν μήπως δεν πιάσει –τίποτα, είναι η αλήθεια, δεν μου διασφάλιζε την προοπτική μιας συντριπτικής υπεροχής του παρόντος επί του παρελθόντος· το αντίθετο ίσως να συνέβαινε, κρίνοντας από την πρόσφατη συμπτωματολογία μου: τα παραλυθέντα άκρα, την απύθμενη λύπη, τις συντομότατες ευφορικές εξάρσεις, την αυθαίρετη βεβαιότητα, εν τέλει, πως ολόκληρη η ζωή μου είχε συμπυκνωθεί σε μερικά στιγμιότυπα αφής (το χέρι σου στα μαλλιά μου - το χέρι σου στον αστράγαλό μου - το στόμα σου στο λαιμό μου)· κι έπειτα σκεφτόμουν, πως διανύαμε, ειρωνικά ίσως, μια παντελώς αναπόδραστη ηλικία, καθώς δεν θα ’χε κανένα νόημα ν’ αναποδογυρίσει κανείς τα κεράκια της τούρτας από λάθος, ή επιτούτου για να παίξει, κι η πλήρης βεβαιότητα αυτού του ελάχιστου, κωμικού μάλλον αδιεξόδου μού προκαλούσε ένα μικρό πανικό, καθώς συνέχιζα να σε νιώθω πάνω μου απτόν σα ζωντανό έλκος και συνέχιζα να σκέφτομαι, εν πλήρη ηρεμία, θα πεθάνω, κι έψαχνα τις λέξεις για να το πω, να το σημειώσω κάπου, τέλος πάντων, για την περίπτωση που πράγματι θα συνέβαινε, για να μην απορήσουν, τουλάχιστον, υπερβολικά οι άλλοι· μα έτρεμα πως θα μου χρέωναν έναν εφηβικό λυρισμό (κι ήταν αλήθεια, το έκαναν αυτό τα χέρια σου πάνω μου, να μου θυμίζουν λέξεις όπως κορμί και θρόισμα και χελιδόνια) κι εξάλλου, υπενθύμιζα στον εαυτό μου, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πέθαινα προς το παρόν. Άφηνα, τελικά, το μαχαίρι και καθόμουν άπραγη στα πλακάκια της κουζίνας, ήσυχη πολύ, μ’ ένα χάος στα σπλάχνα κι εσένα ζωντανό πάνω μου μα κάπου αλλού, κι αναρωτιόμουν αν θα σου περνούσε ποτέ από το μυαλό, πως θα μπορούσα δηλαδή να κάθομαι έτσι στα πλακάκια σακατεμένη από έρωτα, σφίγγοντας νευρικά στις χούφτες τα δίδυμα νούμερα της προσωπικής μας χρονολογίας, κι ενώ η σάρκα μου αποστήθιζε ψιθυριστά τις εναλλακτικές διαδρομές της αναίρεσής μου (το χέρι σου στα μαλλιά μου - το χέρι σου στον αστράγαλό μου - το στόμα σου στο λαιμό μου), κι έλεγα πως, είτε έτσι είτε αλλιώς, εγώ θα μπορούσα να συνεχίσω την επιδαπέδια απελπισία μου απαράλλαχτα, κι ευτυχισμένη σχεδόν, μ’ αυτή την οδύνη που εξαπλωνόταν ταχύτατα στο αίμα μου σαν ιός, τα σπασμένα νερά μιας δεκαετίας που μ’ εγκατέλειπε αδιάφορα μέσ’ από τα πόδια μου και το καθησυχαστικό βουητό του απορροφητήρα

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

no dawn no day



Απέκτησε, τελικώς, την ψευδαίσθηση ότι η ζωή δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε, τέλος πάντων, αρχικά υποθέσει· πιθανότητες περιέπλεκαν τις απλούστερες καθημερινές της δραστηριότητες· για να βγει, φερειπείν, από το μπάνιο στο σαλόνι, σκόνταφτε στα κουβαριασμένα ενδεχόμενα πάνω στο χαλί. Περνούσε τις μέρες της, ασφαλώς, περιμένοντας το τηλέφωνο να χτυπήσει· έχοντας απολέσει τη γνώση πως τα τηλεφωνήματα είχαν προ πολλού υποκατασταθεί εν μέρει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· συνεπώς, η πιθανότητα επικοινωνίας συμπαρέσυρε συνήθως κατ’ ανάγκη διαφημίσεις απορρυπαντικών, παιδικών τροφών και μαγικών αναλγητικών, καθώς και την έκθεση στα αιτήματα φιλίας ατόμων παντελώς αγνώστων της. Πίστευε, για ένα διάστημα, πως η ποίηση, ενδεχομένως, θα την έσωζε· πως οι λέξεις θα μπορούσαν, ίσως, να την απεγκλωβίσουν, να εξαναγκάσουν το τηλέφωνο να χτυπήσει ή έστω (κι αυτό θα της ήταν, στ’ αλήθεια, αρκετό) να κάνουν το χρόνο περισσότερο υποφερτό. Γιατί είχε αποκτήσει, επίσης, την κακή συνήθεια να υπολογίζει το χρόνο σε μικρά ανάποδα βήματα από και προς το σώμα του· πριν και μετά τις λέξεις του· ή και διαγωνίως διασχίζοντας τις σπηλαιώδεις σιωπές του· να ρυθμίζει την αναπνοή της ισορροπώντας ανάμεσα στους πόλους του, έρμαιο ενός πανίσχυρου μαγνητικού πεδίου που την κρατούσε μετέωρη (χωρίς πόνο, βεβαίως, χωρίς επιπρόσθετες εξάρσεις, χωρίς υποτίτλους) σε μια χρονική στιγμή αδιευκρίνιστη (ούτε μέρα, ούτε νύχτα)· ένα μικρό ζώο μουμιοποιημένο μέσα σε παγετώνα. Απέφευγε λοιπόν, το κατά δύναμιν, τις σκέψεις, τις υποθέσεις, τις διατυπώσεις· απέκλειε εξ ορισμού τις φωτογραφίες· έπινε και κοιμόταν αποκλειστικά στη βεράντα κάτω από μια μικρή χάρτινη ομπρέλα. Έτρεμε τη λήθη –μόνο αυτήν. Η ασθένεια, βεβαίως, επέλαυνε σταθερά· τα άκρα της γέμιζαν μικρές γαλάζιες φλέβες, που όλο πύκνωναν και προόδευαν προς τον κορμό, σαν να επέκειτο η μεταμόρφωσή της σε ωκεανό. Εκείνη ήξερε, ασφαλώς, πως περί άλλου επρόκειτο· επέμενε ωστόσο με κάποια φιλαρέσκεια να περιβάλλει τη νέα της όψη με ταιριαστά αξεσουάρ (ένα μαντήλι γαλάζιο, ένα καπέλο, ένα ζευγάρι γάντια)· και παρακολουθούσε ήρεμη καθώς τα έπιπλα φούσκωναν κι έσκαγαν μεριές-μεριές από την υγρασία. Και θυμόταν, όλο θυμόταν· επιμελώς· ψυχαναγκαστικά σχεδόν· ρυθμικά· με μια μνήμη ρετρό χαρτονένια σαν κιτρινισμένη καρτ-ποστάλ· το σώμα της όλο, ένα μονοπάτι με σημαδεμένες κρυψώνες· ίσκιος πουθενά.     

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

when the cold winds blow

κι ήταν φορές που θα μπορούσα, με λίγη προσπάθεια ή μια βοήθεια μικρή από τις περιστάσεις (να τύχει να μ’ αγγίξεις, ας πούμε, δυο φορές στο ίδιο σημείο), να μπερδέψω το όλο πράγμα με την ευτυχία· να ισχυριστώ πως φόβος ουδείς με διαγούμιζε μήτε μνήμη θανάτου· κι η αναπνοή μου μια πρόφαση να συνεχίσω να υπάρχω στο εξαιρετικό μεταίχμιο της επιθυμίας σου. Κι ήξερα πως σε ύπνο μέσα σε συναντούσα και πως με μια δρασκελιά θα με πρόφταινες, αν ήθελες, προτού καταποντιστώ –μα ήταν όλα προς στιγμήν ωραία κι εγώ έτοιμη και κουρασμένη λαχταρούσα μόνο μια περισπωμένη να κοιμηθώ ανάμεσα στα χόρτα. Ψιλόβρεχε μια βροχή κρουστή σα τζάμι σπασμένο· μάκραιναν τα μαλλιά μου· τα σπλάχνα μου άδειαζαν· γυρισμένη τα μέσα έξω έσταζα πευκοβελόνες σα ρούχο που το τινάζει κάποιος σ’ ένα μπαλκόνι· και με κοιτούσες ίσια μέσα στα μάτια  ενώ γύρω μας ο κόσμος γκρεμιζόταν αθόρυβα, θεαματικά και αμετάκλητα, κι ήταν όλο τόσο εξωπραγματικό που σκέφτηκα  ήρεμα, όνειρο, ας είναι, και συνειδητοποίησα πως σε κοιτούσα κι εγώ ευθεία στα μάτια ώρα πολλή κι ήμουν, ωστόσο, ζωντανή. Κι απελπίστηκα τότε βίαια και πραγματικά, πως ελπίδα δεν υπήρχε να πάψω, να μην είμαι, και πως θα ’πρεπε σε λίγο να ξυπνήσω, ή να ξανακοιμηθώ, ό,τι από τα δύο, και να περπατήσω ξανά μονάχη στη λεωφόρο, να μ’ αγκαλιάσουν τα παιδιά και να ποτίσω τη βουκαμβίλια προσβλέποντας πάντοτε πως ίσως, ίσως εφέτος


Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

I had everything I needed to commit suicide


κι όταν η απόσταση μεγάλωνε, σε ονειρευόμουν σε κάτι όνειρα απλοϊκά χολυγουντιανής αισθητικής· περπατούσαμε, ας πούμε, σε μια προκυμαία γεμάτη κόσμο με ορίζοντα γκρίζο τρώγοντας μαλλί της γριάς  ξαφνικά σειρήνες χτυπούσαν έσκαγαν βόμβες και γέμιζε το σκηνικό ανθρώπους που μας γάζωναν με αυτόματα από όλες τις μεριές το ζαχαρένιο μου σύννεφο βαφόταν κόκκινο από το αίμα κάποιου αγνώστου και πετούσε με μια βίαιη ριπή αέρα ανέμελο πάνω από τη θάλασσα, κι εγώ το κοιτούσα συγκρατώντας με τα δυο χέρια το ψάθινο καπέλο μου και σου φώναζα, ατάραχη τελείως, μόνο για ν’ ακουστώ πάνω από τις στριγκλιές και το πανδαιμόνιο, αύριο ίδια ώρα, μετά μου έδινες ένα φιλί κινηματογραφικό κάτω από κάποια δυσδιάκριτη επιγραφή που είχε προκύψει ξαφνικά εντελώς πάνω από τα κεφάλια μας κι ενώ το μακελειό εξακολουθούσε απομακρυνόσουν με βήματα αργά πάνω στην προκυμαία, και καθόλου δεν ανησυχούσα, καθώς γύρω σωριάζονταν πτώματα κι αυτοκίνητα λαμπάδιαζαν μα τίποτα δε μας ακουμπούσε, τότε αιφνιδίως παρατηρούσα που φορούσες ένα μπλουζάκι βυσσινί κι αμέσως άνοιγε ο ορίζοντας στα δύο και με κατάπινε και μ’ έφτυνε αμάσητη στα μισά της κόλασης

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Απογεύματα με τον εχθρό μου



Λοιπόν ναι, έγινα μάνα. Χαθήκαμε λίγο, αλλά δε μπορεί, αυτό το έχεις εμπεδώσει, δεν ξεχνιέται ως πληροφορία. Ελπίζω να σου έλειψα.

Αν δεν το έχεις ήδη καταλάβει, η παρούσα ανάρτηση είναι αφιερωμένη σ' εσένα. Ναι, σ' ΕΣΕΝΑ, γονιέ των άλλων παιδακίων που ζουν και μεγαλώνουν (από θαύμα, θα έλεγα, αλλά ας μην προτρέχουμε), στον πλανήτη γη, και πιο συγκεκριμένα στην πόλη μου, με αποτέλεσμα να σας τρακάρω κάθε τρεις και λίγο τα απογεύματα στην παιδική χαρά, στον παιδότοπο, στο σούπερ-μάρκετ κ.ο.κ. (διότι αν ζούσατε στη Μαδαγασκάρη και δε σας έτρωγα ποτέ στη μάπα, δε θα χαλούσα και e-σάλιο για να σε κράξω).

Λοιπόν. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ ΚΑΤΕΡΙΑΝΝΑ. Δηλαδή τώρα μπορεί να μπορείς, αλλά όταν κυβερνήσω τον κόσμο ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙΣ. Η χρήση ονομάτων όπως Κατεριάννα, Μαριοθόδωρος και Ελενοβαγγελίτσα θα ποινικοποιηθεί.Το ίδιο θα ισχύσει και για όλα τα ονόματα του τύπου Συλβί, Μάριον, Νταϊάνα κ.ο.κ. (υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι έβγαλες το παιδί σου Συλβί απλώς επειδή σου καύλωσε, ενώ διαμένεις στην Ελλάδα και δεν έχεις π.χ. κάποια ξενική καταγωγή -η ποινή, δε, θα είναι ισόβια κάθειρξη στην περίπτωση που το φωνάζεις κάπως έτσι ενώ το έχεις βαφτίσει Ευτέρπη ή Θέκλα, και προσπαθείς να μου εξηγήσεις το δημιουργικότατο τρόπο με τον οποίο από το Θέκλα προκύπτει ως χαϊδευτικό το Συλβί), καθώς και για τα ονόματα του τύπου Μιχαήλ ή Εμμανουήλ (αναφέρομαι στις περιπτώσεις που φωνάζεις όντως το νήπιο Μιχαήλ και Εμμανουήλ, κι αν τολμήσει κανείς να του πει γεια σου Μιχαλάκη/Μανωλάκη τον κοιτάζεις έτοιμος να του πάρεις το κεφάλι.) Την περίπτωση των διπλών ονομάτων με τη λογική κρατάμε-τις-παραδόσεις-και-ευχαριστούμε-τους-παππούδες-αλλά-ταυτόχρονα-δείχνουμε-και-πόσο-προχώ-άτομα-είμαστε, όπως Γιωργάκης-Αναξίμανδρος, Ελενίτσα-Ιωσηφίνα και τα λοιπά και τα λοιπά, δεν την αναφέρω γιατί έχω την αίσθηση ότι έχει παλιώσει λιγάκι ως μόδα αλλά, καλού-κακού, θα προσθέσω μια σχετική μεταβατική διάταξη. Και για να μην το ξεχάσω, θα περάσω ρύθμιση με την οποία θα ορίζεται ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό παιδιών με τα ονόματα Μυρτώ και Δανάη για τους παιδικούς σταθμούς και τα σχολεία.

Συνεχίζω. ΒΛΑΜΜΕΝΕ, σταμάτα να ουρλιάζεις στο 16 μηνών μωρό σου ότι η μπάλα που πήρε δεν είναι δικιά του, αλλά του γιου μου, και να επαναλαμβάνεις με στριγκιά φωνή σαν την κομμένη κεφαλή ότι δεν πειράζουμε ξένα πράγματα. Το μωρό σου δεν είναι, και κατά πάσα πιθανότητα δε θα γίνει (ή αν γίνει, θα είναι τέλος πάντων συμπτωματικό) ο Ρωχάμης. Τα 16 μηνών μωρά ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΝ να κατανοήσουν κοινωνικές συμβάσεις και έννοιες όπως η ιδιοκτησία, μπορούν μόνο να τρομάξουν από τη γκαρίδα σου. ΕΣΥ, ωστόσο, ΠΑΝΙΒΛΑΚΑ, θα έπρεπε να μπορείς να κατανοήσεις από μόνος σου αυτό που μόλις σου εξήγησα. Επίσης, αν περιμένεις να απειλήσω κι εγώ το νήπιό μου ότι θα το στείλω στο αναμορφωτήριο επειδή ακούμπησε τη Μπάρμπι του δικού σου, μάντεψε, δε θα το κάνω. Θα φροντίσω απλώς να αφήσει ήσυχη τη γαμω-Μπάρμπι σας αποσπώντας του την προσοχή με μια συναρπαστική χαρτοπετσέτα, και θα το πάρω αγκαλιά. Γιατί ΕΙΝΑΙ ΜΩΡΟ, πανίβλακα.

Ας προχωρήσουμε σε κάτι σοβαρότερο τώρα. Φιλάρα, συγχώρα με που στη χαλάω, αλλά ΟΧΙ, η παιδική χαρά ΔΕΝ είναι μέρος για να καπνίζεις. Το ότι είναι ανοιχτός χώρος και δυστυχώς δεν έχει μια γαμωταμπέλα 2Χ2 που να γράφει ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ, κι έναν ελεύθερο σκοπευτή να εκτελεί επιτόπου όποιον ανάψει τσιγάρο μέσα (μέτρα τα οποία θα ληφθούν άμεσα μόλις κυβερνήσω, όπως είπαμε, τον κόσμο), ΔΕ σημαίνει ότι εσύ μπορείς να μπαίνεις ΜΕ ΠΟΥΡΟ και να το φυσάς πάνω από το μωρό μου στην τσουλήθρα. Και εσύ, ναι ΕΣΥ, που σβήνεις τη γόπα κάτω, την οποία θα μπορούσε λίγους μήνες πριν να φάει το μωρό μου και να το τρέχω για πλύση στομάχου, απλώς επειδή το δικό σου παιδί δεν είναι πια μωρό και έχει εμπεδώσει πλέον ότι δεν τρώμε γόπες από το πάτωμα οπότε στ' αρχίδια σου, αν σε ξαναπετύχω, θα σου χώσω τη γόπα στο μάτι.

Τις υπόλοιπες πεταμένες γόπες (διότι δυστυχώς σπέρνεις άφθονες στο διάβα σου), ομοίως και τα πεταμένα-χρησιμοποιημένα μωρομάντηλα, θα σου τα χώσω στο άλλο μάτι την επόμενη φορά που θα σε πετύχω να έχεις πάει, υποτίθεται, τα παιδιά σου να παίξουν σε παιδική χαρά/παιδότοπο/οποιοδήποτε άλλο μέρος και να πίνεις σε ζεν κατάσταση τον καφέ σου ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ ΑΠΟΛΥΤΩΣ την ύπαρξη και τις ενέργεις των παιδιών σου.Τα οποία παιδιά σου, αναλόγως της φάσης, μπορεί να κινδυνεύουν, να πέφτουν, να κάνουν χαμό, να χτυπάνε το 19 μηνών μωρό μου (ενώ τα ίδια είναι 7 χρονών, ας πούμε), να του παίρνουν την κουδουνίστρα του για τσαμπουκά (ενώ είναι και πάλι 7 χρονών), να μου πιάνουν ακατάσχετη κουβέντα κι εγώ να πρέπει να τους απαντάω επειδή τα λυπάμαι και δε θέλω να κλονίσω την εμπιστοσύνη τους στην ανθρωπότητα, μία παραπάνω που έχουν για γονιό ΕΣΕΝΑ, μουλάρι, που ενώ διαδραματίζονται όλα αυτά κάνεις ότι δε βλέπεις και ρουφάς ηδονικά το φρεντοτσίνο σου.

Επίσης. ΒΛΑΜΜΕΝΕ γονιέ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ: θα πάρεις το βλαστάρι σου να φύγετε επειδή πετάει πέτρες/δαγκώνει τον Κωστάκη/έκανε κλειτοριδεκτομή στην Ελενίτσα, Ή ΌΧΙ;;; Ειλικρινά, στ' αρχίδια μου, κάνε ό,τι γουστάρεις. Αλλά την τριακοστή έβδομη φορά που θα φωνάξεις ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ, ΦΕΥΓΟΥΜΕ Τ Ω Ρ Α, και τρία δευτερόλεπτα μετά θα ξανακαθίσεις σα να μη συνέβη ποτέ, συνεχίζοντας να ρουφάς το φρεντοτσίνο, πρόσεξε, θα έχω φυλαγμένες μερικές γόπες και για το δικό σου μάτι. Εκτός κι αν είσαι πιστοποιημένα σχιζοφρενής ή πάσχεις από διαγνωσμένη απώλεια βραχυπρόθεσμης μνήμης.

(Σου το είπα ότι είσαι φλώρος που πίνεις φρεντοτσίνο, ε;)

Και μιας και πιάσαμε τις διατροφικές σου συνήθειες. Όταν το παχύσαρκο τετράχρονό σου ρουφάει ως τον πάτο μπροστά μου ένα κουτάκι λίπτον άις τι (το οποίο επί δέκα λεπτά του αρνείσαι και καλά να πιει, κι αφού το αφήνεις να πλαντάξει κάνα πεντάλεπτο έτσι για το χαβαλέ, αποφαίνεσαι "καλά, πιες 2 γουλιές και θα μου το δώσεις"), και πέντε λεπτά μετά περιφέρεται με μια σακούλα κουλουροπαξιμαδάκια, και πέντε λεπτά αργότερα μασουλάει κρουασανάκι, πάρ' το χαμπάρι, το κακοποιείς. Μπορείς να είσαι ΟΣΟ παχύσαρκος γουστάρεις από επιλογή, διότι είσαι ενήλιξ. Αλλά ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ να κάνεις το τετράχρονο παχύσαρκο, καταδικάζοντάς το κατά πάσα πιθανότητα να είναι παχύσαρκο όλη του τη ζωή, ΟΦΕΙΛΕΙΣ να προστατεύεις την υγεία του παιδιού σου, όχι να την υπονομεύεις συνειδητά μπουκώνοντάς το συστηματικά σκουπίδια. Σε κάθε περίπτωση, κι επειδή εγώ μπορεί να σε κράζω εδώ πέρα, αλλά στην πραγματικότητα δε θα έρθω ποτέ να σου ζητήσω το λόγο γιατί ταΐζεις το βρέφος δρακουλίνια, διότι σέβομαι ως έννοια αυτό το γαμημένο privacy που λέμε, πρόσεξε καλά, μην ξανακάνεις ποτέ το λάθος να σχολιάσεις αυτοπροαιρέτως το γιατί εγώ ΔΕΝ δίνω δρακουλίνια στο δικό μου, ούτε -πρόσεξε καλά τώρα- το γιατί/πόσο/κάθε πότε/μέχρι πότε το/θα το θηλάζω. Και ΟΧΙ, δεν είναι υποκειμενικά όλα, εγώ είμαι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ φυσιολογική που θηλάζω, γιατί ΟΛΑ ΤΑ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ ΒΥΖΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΟΥΣ, κι εσύ είσαι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ λάθος που το ταΐζεις δρακουλίνια (και, για όνομα, μη μου ζητήσεις να σου το τεκμηριώσω ΚΑΙ αυτό, ΒΑΡΙΕΜΑΙ).

Α, και να μην ξεχάσω. Η ευγενική απάντηση στο γιατί έχω μακριά μαλλιά στο γιο μου, είναι ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΓΟΥΣΤΑΡΩ. Η μη ευγενική εμπεριέχει αίμα, σπέρμα, βία και γενικότερα σκηνές ακατάλληλες για παιδάκια. (Και όχι, δεν προσβλήθηκα, πανίβλακα, που δεν αντελήφθης τα υπερφυσικά τεράστια γεννητικά όργανα του γιου μου, που από τώρα γράφει ΓΑΜΑΩ στο μέτωπο. Αλλά προσβάλλομαι τα μάλα που αυτό φοβάσαι, βλαμμένε σεξιστή και ομοφοβικέ, που μου την είπες γιατί η μπάλα του ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΜΗΝΩΝ γιου μου είχε πάνω τη μικρή γοργόνα και φοβήθηκες ότι θα του καταστρέψει τη σεξουαλικότητα).

Αυτά, πάνω κάτω.

Και πρόσεξε, τώρα, να σου λύσω μερικές πιθανές απορίες.

Στην περίπτωση που στην πορεία της ανάγνωσης  αναρωτήθηκες αν θεωρώ ότι είμαι τόσο καλύτερος γονιός από εσένα, η απάντηση είναι ναι, ναι, ΝΑΙ.

Αν τώρα σκέφτεσαι ότι την έχω ψωνίσει κι ετοιμάζεσαι να μου χτυπήσεις να κοιτάξω τα χάλια μου, γιατί κι εγώ έχω σίγουρα ένα κάρο ελαττώματα σαν άνθρωπος, σπεύδω να σου διευκρινίσω ότι έχω περισσότερα ελαττώματα από όσα ίσως φαντάζεσαι. ΠΑΡ' ΟΛΑ ΑΥΤΑ, ωστόσο, ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΩ να είμαι λιγότερο βλαμμένος από σένα, και, το κυριότερο, ΔΕΝ ΠΙΝΩ ΦΡΕΝΤΟΤΣΙΝΟ.

Στην αποφράδα περίπτωση που σκοπεύεις να μου αφήσεις κανένα σχόλιο με ατάκα του τύπου όλες μανούλες είμαστε, όλες οι μανούλες αγαπάμε το ίδιο τα παιδάκια μας, ή η κάθε μανούλα κάνει το καλύτερο για το παιδάκι της, να σου κουλαθεί το χέρι το παρόν ιστολόγιο θα αυτοκαταστραφεί ανοίγοντας ταυτόχρονα μια μαύρη τρύπα στην τέταρτη διάσταση που θα σε καταπιεί έχω να σου διευκρινίσω τα εξής: α)ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ μανούλα. Αν δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ, να σου εξηγήσω ότι η μανούλα είναι η μετεξέλιξη της εγκυούλας ή, ακόμα χειρότερα, της συνεγκυούλας -και ούτε κι απ' αυτά υπήρξα ποτέ. β)Λυπάμαι που σου χαλάω το όνειρο, αλλά όχι, δεν αγαπάμε όλοι το ίδιο τα παιδάκια μας, εκτός κι αν με τη λέξη αγαπάμε εννοούμε ότι όλοι πάνω-κάτω θα στεναχωριόμασταν πάρα μα πάρα πολύ αν ο μη γένοιτο πατούσε τα παιδάκια μας ένας τυραννόσαυρος. Στην καθημερινή πραγματικότητα, ωστόσο, και μακριά από ακραία τραγικές καταστάσεις, κάποιοι αγαπούν πολύ το παιδάκι τους και του αστράφτουν σφαλιάρες επειδή έχασε ο ΠΑΟΚ, και κάποιοι αγαπούν πολύ το παιδάκι τους και του διαβάζουν παραμύθια τη μέρα που απολύθηκαν και τους ψόφησε ο σκύλος. Ναι, σωστά μάντεψες, υπονοώ ότι αυτές οι δύο ομάδες ΔΕΝ αγαπούν το ίδιο τα παιδάκια τους. Και βασικά δεν το υπονοώ, στο λέω στη μούρη. Και, ακόμα πιο βασικά, και τα ίδια τα παιδάκια το ξέρουν ότι δεν αγαπιούνται το ίδιο τρώγοντας σφαλιάρες ή ακούγοντας παραμύθια, κι αν μπορούσαν θα σου το έλεγαν κι εκείνα στη μούρη. Αλλά φοβούνται τη σφαλιάρα. Γκέγκε, τραμπούκε μωρών; γ)Το ότι είσαι μανούλα προφανώς ΔΕΝ συνεπάγεται αυτόματα ότι κάνεις σε όλες τις περιπτώσεις το καλύτερο για το παιδί σου. Έλα, δε μπορεί, το ξέρεις και μόνη σου, όταν καπνίζεις ας πούμε το μισό εργοστάσιο Καρέλια πάνω από το παιδί σου δηλητηριάζοντάς το συνειδητά, απλά για να μη χάσεις τη βολή σου, δεν κάνεις και το καλύτερο, ε; Ομοίως όταν το μπουκώνεις μπισκότα και πατατάκια επειδή δε μπορείς να σηκώσεις τον κώλο σου να του μαγειρέψεις. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Και τα λοιπά.