Πέμπτη, 03 Σεπτεμβρίου 2009

Η Ελμάιρα των θαλασσών, το θαύμα της ευγονικής και η εξημέρωση της δόλιας ομπρέλας

Τι, νομίζατε ότι θα γλιτώνατε το καθιερωμένο ποστ του Νάρκισσου για τις εμπειρίες του κάμπινγκ; Αμ δε! Σας το είχα υποσχεθεί εξάλλου, αν δεν κάνω λάθος, ότι θα αργήσετε να ξαναδείτε σοβαρή ανάρτηση.

Μιας και φέτος δεν μας συνέβη, ομολογουμένως, τίποτα το ιδιαίτερα συνταρακτικό στη διάρκεια των διακοπών μας σε γνωστό και μη εξαιρετέο μέρος (λιώναμε, όπως ήταν αναμενόμενο, μεταξύ γυμνιστικού ηλιοταβλιάσματος, φαγητού, ύπνου και σεξ), αποφάσισα να σκιαγραφήσω απλώς εν συντομία τους πιο ενδιαφέροντες τύπους ανθρώπων με τους οποίους διασταυρωθήκαμε στην παραλία κατά το ειδυλλιακό αυτό επταήμερο. Έχουμε λοιπόν και λέμε:


1.Η μετενσάρκωση του Ζακ-Υβ Κουστώ, ή αλλιώς η Ελμάιρα των θαλασσών

Είναι καμιά σαρανταπενταριά χρονών, αδιάφορος εμφανισιακά αλλά με νεανικό σωματάκι, και παραθερίζει με τα δύο τρισχαριτωμένα κοριτσάκια του (η μάνα τους, μάλλον, δεν άντεξε και τον εγκατέλειψε), τα οποία έχει βαλθεί, προφανώς, να εξοικειώσει με τον θαυμαστό κόσμο του βυθού. Πλήρως αφοσιωμένος στην αξιέπαινη αυτή παιδαγωγική του προσπάθεια, βουτά διαρκώς στη θάλασσα και ξαναβγαίνει έχοντας ανασύρει κάθε φορά και κάποιο διαφορετικό άτυχο θαλάσσιο πλάσμα –αχινό, καβούρι, αστερία ή κάτι τέτοιο. Φωνάζει, κατόπιν, ενθουσιασμένος τις κορούλες του-εκκολαπτόμενες Ελμάιρες, οι οποίες σπεύδουν εξίσου ενθουσιασμένες κοντά του κρατώντας ένα πλαστικό κουβαδάκι γεμάτο θαλασσινό νερό, στο οποίο πετάνε (άκρως φυσιολατρικά, πάντα) το εκάστοτε δυστυχισμένο πλάσμα (παρέα με τα προηγούμενα), δημιουργώντας ένα μίνι υδρόβιο ζωολογικό κήπο. Αυτό επαναλαμβάνεται με συχνότητα τετάρτου το πολύ, δημιουργώντας μας εύλογες απορίες για την χωρητικότητα του καταραμένου κουβαδακίου, αλλά και ένα ανομολόγητο άγχος ότι την επόμενη φορά που θα αναδυθεί αυτός θα σέρνει πίσω του το γιγάντιο καλαμάρι, το θρυλικό Μόμπι Ντικ, το ναυάγιο του Τιτανικού ή και ολόκληρη τη χαμένη Ατλαντίδα. Πέραν τούτου, και της δικαιολογημένης ανησυχίας μας ότι έτσι όπως το πάει ο τύπος θα προκαλέσει κάποια πρωτοφανή οικολογική καταστροφή εξαφανίζοντας τα μισά τουλάχιστον θαλάσσια είδη των παραλίων, το βασικό μας πρόβλημα (ως θεατών) εντοπίζεται στο γεγονός ότι είναι κυριολεκτικά αδύνατο να συγκρατήσουμε τα γέλια που μας πιάνουν στη θέα του. Γιατί αν δεν σας φαίνεται ήδη αρκούντως γελοία η εικόνα ενός θεόγυμνου άντρα (είπαμε, βρισκόμεθα σε παραλία γυμνιστών) που κουβαλάει χταπόδια και αστερίες με ενθουσιασμό δεκάχρονου, προσθέστε παρακαλώ στο λογαριασμό ότι ο εν λόγω κύριος φέρει μάσκα με αναπνευστήρα και πελώρια μπλε ελεκτρίκ βατραχοπέδιλα, τα οποία φοράει (εδώ είναι το κλου) με λευκές κάλτσες. Ενίοτε, δε, όταν (εξαντλημένος πια από το σπορ «φιλοζωικός βασανισμός αθώων καβουριών») βγαίνει για να λιαστεί με τα βλαστάρια του, βγάζει μεν τα βατραχοπέδιλα, ξεχνά δε να αφαιρέσει τις κάλτσες του, και περιφέρεται έτσι πάνω στα βοτσαλάκια –ξέρετε, σαν αυτούς τους τρισάθλιους γκόμενους που γδύνονται στο κρεβάτι αλλά αφήνουν την κάλτσα (από βαρεμάρα) για εφέ. Η περαιτέρω περιγραφή πλεονάζει· κλείστε απλώς τα μάτια και επιστρατεύστε την φαντασία σας.

2.Το θαύμα της ευγονικής

Τον βλέπεις, και σου έρχεται μια ζαλάδα. Αρχικά, από την εκτυφλωτική αντανάκλαση του ηλίου πάνω στο πάλλευκο δέρμα και το χρυσαφί μαλλί-διαφήμιση του τιμοτέι. Ασφαλώς, είναι Γερμανός· με την πρώτη ματιά τον κάνεις δεκαέξι με βαρβάτη ανάπτυξη, με την δεύτερη συνειδητοποιείς ότι μπορεί να είναι και τριάντα. Και είναι τόσο ενοχλητικά τέλειος σε όλα, που νομίζεις ότι βλέπεις αναδρομικό σποτάκι από τους Ολυμπιακούς του Μονάχου· κινδυνεύοντας, μάλιστα, να πειστείς πραγματικά ότι ο Χίτλερ είχε δίκιο, η Αρεία φυλή θα θριαμβεύσει και θα μας πάρει, όλους εμάς τους μπάσταρδους σπόρους της επιμειξίας, ο διάολος.

Πιθανόν δεν σας έχω δώσει ακόμη να καταλάβετε τι πάει στραβά με το συγκεκριμένο άτομο· στην αρχή, ούτε εγώ μπορούσα να προσδιορίσω γιατί αγριευόμουνα που τον έβλεπα. Παρατηρώντας τον πιο προσεκτικά, διαπίστωσα ότι το πρόβλημα ήταν ότι ο άνθρωπος θύμιζε κλώνο ή κάτι τέτοιο, ξέρετε, αυτούς που βγαίνουν ενήλικες από μία γυάλα εργαστηρίου στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, μετρημένοι με το υποδεκάμετρο, συμμετρικοί έως αηδίας και, κυρίως, χωρίς κανένα ίχνος φθοράς πάνω τους, σαν να μην τους έχει τσιμπήσει ποτέ ούτε καν κουνούπι: καμία ρυτίδα, καμία ουλή, καμία ατέλεια, με σώμα σαν ζωγραφιά για μάθημα ανατομίας, και με σπιρτόζικο ύφος βατράχου. Ωραίος αλλά πλήρως ντεκαβλέ, σαν παγοκολόνα, και απροσδιορίστου φύλου, χωρίς ωστόσο να είναι θηλυπρεπής (ως άντρας είχε ένα ομολογουμένως τέλειο πρόσωπο, το οποίο, με μια περούκα, θα μπορούσε επίσης να ανήκει σε μία εξίσου τέλεια γυναίκα). Ο άντρας μου, για να καταλάβετε, καταστάλαξε εν τέλει πως επρόκειτο για χερουβείμ ή κάτι τέτοιο –το αντιπαθέστερο, σίγουρα, χερουβείμ από καταβολής κόσμου.

Το χερουβείμ λοιπόν που λέτε (ή «ευγονική» όπως τον ονόμασα αμέσως εγώ), περιφέρεται στην παραλία με ένα στενό κολυμβητικό μαγιουδάκι (μην του ματιάξουμε το πουλί, προφανώς), παίζοντας σαν σκύλος με ένα μπαλάκι μετά του συντρόφου του (ο σύντροφος του το πετάει κι αυτός τρέχει να το πιάσει επιδεικνύοντας την τέλεια γράμμωσή του). Ο οποίος σύντροφος είναι, πώς να το πω; Πώς είναι το χερουβείμ, καμία σχέση. Εγώ, αρχικά, αρνούμαι να αποδεχτώ ότι πρόκειται περί ζευγαριού, διότι εμφανισιακά τουλάχιστον είναι ό,τι πιο αταίριαστο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί (η πλήρης τελειότητα παρέα με το κινούμενο ελάττωμα, για να καταλάβετε). Αναγκάζομαι ωστόσο να παραδεχτώ την πραγματικότητα όταν βλέπω την ευγονική να έχει παρατήσει το μπαλάκι και να σηκώνει αγκαλιά (πώς θα έβγαζε κανείς μια γοργόνα από τη θάλασσα; τέτοια αγκαλιά) το κατά είκοσι τουλάχιστον κιλά βαρύτερο έτερόν του ήμισυ –όχι βέβαια με τη δύναμη της αγάπης (θα ήταν πρακτικά αδύνατο, όσο και να τον αγαπούσε), αλλά με την ευγενική συνδρομή της θαυματουργού άνωσης.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, για να μην γαμηθείς στα γέλια και παρεξηγηθείς κιόλας ως προς την αιτία του γέλιου, αποστρέφεις διακριτικά το βλέμμα· το οποίο πέφτει (φευ!) στην Ελμάιρα, και πλέον δεν υπάρχει σωτηρία.

3. Ο Κωλόφαρδος (ή The Lion King ή είμαι-κουλ-αλλά-κατά-βάθος-δεν-κρατιέμαι) και η Οπτασία

Είναι κι αυτός μεταξύ σαράντα και πενήντα και, παρ’ ό,τι μια χαρά ο άνθρωπος, πόρρω απέχει του να τον χαρακτηρίσεις γόη (Γάλλος ήταν, αλλά για να έχετε μια εικόνα, φανταστείτε τον μέσο αντίστοιχο Έλληνα, με την κοιλίτσα του, το χαλάκι στο στήθος αλλά και σε όλο το υπόλοιπο σώμα κλπ). Η κωλοφαρδία του έγκειται στο γεγονός ότι έχει την ωραιότερη γυναίκα της παραλίας, του νησιού, πιθανόν δε και του διπλανού νησιού, μη σας πω του Αιγαίου ολόκληρου τη δεδομένη στιγμή, η οποία μάλιστα δείχνει να είναι τρελή και παλαβή μαζί του και όλο του κρατά το χέρι. Η γυναίκα, για να καταλάβετε, είναι μία καλλονή γύρω στα σαράντα, που επιπλέον είναι σαν να της έχεις βιδώσει το κεφάλι πάνω στο ωραιότερο σώμα δεκαεξάχρονης που μπορείτε να φανταστείτε.

Το εξαιρετικό αυτό πλάσμα, λοιπόν, περιφέρεται γυμνό, με αθώα χάρη παιδίσκης, πάνω στα βοτσαλάκια, μέσα κι έξω στο νερό, αγνοώντας προφανώς τα ρίγη συγκίνησης που πιθανότατα σκορπάει γύρω της (ναι, ρε γαμώτο, και στο δικό μου άντρα επίσης, ο οποίος είναι έτοιμος να αρχίσει να γαβγίζει κυριολεκτικά στα πόδια της ξεπερνώντας και την ίδια την Ευγονική, αλλά προφανώς συγκρατείται για λόγους στοιχειώδους αξιοπρέπειας). Ο σύζυγος (ο κωλόφαρδος που λέγαμε) φαίνεται απολύτως κουλ που συνοδεύει την Οπτασία. Δεν την ακολουθεί καν στις βόλτες της, γιατί προφανώς βαριέται· αράζει με την ήρεμη περηφάνια του λέοντα πάνω στην πετσετούλα του, απόλυτα ατάραχος φαινομενικά που αυτή γυρνοβολά χωρίς αυτόν. Γρήγορα ωστόσο διαπιστώνει κανείς ότι, μόλις η Οπτασία απομακρυνθεί (έστω και ελάχιστα) πέραν ενός ορισμένου νοητού σημείου, εκείνος ανασηκώνεται (με κουλ και επιβλητικό πάντα τρόπο), την αναζητά με το βλέμμα, την εντοπίζει, και απλώνεται ξανά, φροντίζοντας όμως πλέον να διατηρεί οπτική επαφή (ιδίως, δε, αν κατά τύχη βρίσκεται κάποιος νεαρός προς τη μεριά της). Το πλέον αστείο, δε, είναι ότι μόλις ξαναγυρίσει κοντά του, κι ενώ αυτή φλυαρεί αθώα και χαρούμενα, βρίσκει δεκάδες αφορμές να κουνήσει το χέρι του με τέτοιο τρόπο ώστε, εντελώς τυχαία, να την χουφτώσει ελαφρώς, και μετά το ξανατραβάει, σαν έφηβος που χουφτώνει μια άγνωστη γυναίκα μέσα στο λεωφορείο.

Εννοείται ότι, παρά το γελοίο του θεάματος, αναγκάζεσαι να δώσεις δίκιο: τόσο στον Κωλόφαρδο, όσο και στον καλό σου δυστυχώς, που κοντεύει να πάθει εξάρθρωση σβέρκου προκειμένου να βλέπει την Οπτασία ακόμη και όταν αυτή στέκεται πίσω του, ή να αλληθωρίσει μόνιμα εξαιτίας της αδυναμίας του να αποφασίσει αν επιθυμεί περισσότερο να καρφωθεί στον τέλειο κώλο της ή στα επίσης τέλεια βυζιά της –ενώ ταυτόχρονα εύχεται ολόψυχα (όπως διαβάζεις καθαρά στο βλέμμα του), να ανοίξει η παραλία και να ρουφήξει τον Κωλόφαρδο, ώστε να αναγκαστεί αυτός να παρηγορήσει την τεθλιμμένη Οπτασία, που θα είναι πλέον μόνη η καημενούλα και θα πρέπει να την φιλοξενήσουμε τουλάχιστον ένα βράδυ στη σκηνή μας, ναι, βεβαίως θα χωράω και εγώ μαζί τους, και μετά…(στο σημείο αυτό, γνωρίζοντας με πλήρη βεβαιότητα ότι αυτά ακριβώς σκεφτόταν, του ρίχνεις μια ελαφριά μπούφλα να του διακόψεις τη φαντασίωση, όχι από κακία ή ζήλεια αλλά για πρακτικούς καθαρά λόγους, ήτοι για να τον προφυλάξεις από το να του μπει το πουλί στο μάτι).


Οφείλω να παραδεχτώ, βέβαια (για να μην είμαι ένα κακεντρεχές πλάσμα που θάβει μονάχα τους άλλους), ότι αν κάποιος άλλος παραθεριστής από την εν λόγω παραλία είχε μια ιδέα παρόμοια με τη δικιά μου, θα περιέγραφε σίγουρα και τον καλό μου, πιθανώς υπό τον γλαφυρό τίτλο Δαμάζοντας την ομπρέλα. Το μικρό αυτό έπος (διότι πραγματικά περί έπους θα επρόκειτο) θα σας μετέφερε τη δραματική ιστορία της εξημέρωσης του άκρως επικίνδυνου ζωικού είδους ομπρέλα θαλάσσης από το μωρό μου που, αφού κατάφερε να μισοσκοτώσει την ομπρέλα μας στην πρώτη του προσπάθεια να την καρφώσει κάτω (έφταιγε, προφανώς, που η ομπρέλα ήταν μάλλον ομπρέλα από αυτές που περνούν από μια τρυπούλα στη μέση των τραπεζιών βεράντας, και όχι απ’ αυτές που καρφώνονται στο έδαφος· και το φοβόμουνα εγώ ότι ήταν μαλακία μου να χαρώ που η ομπρέλα έκανε μόνο 8,90· σε κάθε περίπτωση, προσπάθησα να τον παρηγορήσω αποδίδοντας το τσάκισμα της υπερευαίσθητης ομπρέλας στην ανεξέλεγκτη δύναμη των στιβαρών του μπράτσων), βάλθηκε να επανορθώσει επιδιορθώνοντας την ομπρέλα που εμφανώς δεν σήκωνε επιδιόρθωση, και επιπλέον γυρνούσε τα μέσα έξω και σχεδόν απογειωνόταν εξαιτίας ενός δαιμονισμένου αέρα, απειλώντας να σηκώσει και τον άντρα μου μαζί και να τον κάνει να πετάξει σαν τη Mary Poppins. Το έπος θα σας μιλούσε ακόμα, με τα πλέον ζωηρά χρώματα, για τις ηρωικές προσπάθειες του γυμνού μέλλοντα συζύγου μου (όταν συνειδητοποίησε ότι παρουσίαζε γελοίο θέαμα ήταν μάλλον αργά για να ντυθεί προσωρινά, η ομπρέλα είχε περάσει στην αντεπίθεση) να συγκρατήσει και να καθυποτάξει την ατίθαση ομπρέλα, την οποία είχε εντωμεταξύ με κάποιο τρόπο διορθώσει κάπως, και κατόπιν να τη στερεώσει στο έδαφος στοιβάζοντας γύρω της καλλιτεχνικά κοτρόνες και πέτρες σε διάφορα μεγέθη.

Κι επειδή μια έξυπνη γυναίκα γνωρίζει πολύ καλά πότε ένα γέλιο της κινδυνεύει να την στείλει με συνοπτικές διαδικασίες στον άλλο κόσμο, ο υποθετικός συγγραφέας θα σας διαβεβαίωνε ότι έμεινα απολύτως σοβαρή καθ’ όλη τη διάρκεια των δραματικών αυτών προσπαθειών. Επέζησα, λοιπόν, της οργής του καλού μου (που περιορίστηκε να μουρμουρίσει ότι καλό θα ήταν να κουνήσω τον κώλο μου και να του φέρω καμιά πέτρα ακόμη), για να έχω τη χαρά να τον δω μετά από αρκετή ώρα, ξέπνοο αλλά περήφανο για τη θριαμβευτική του νίκη επί της ομπρέλας, την οποία κατάφερε εν τέλει να στερεώσει, να στρώνεται μακάριος από κάτω με ένα παρατεταμένο «αααααααααααχ» απόλαυσης.

Δεν πρόλαβα ωστόσο να χαρώ για πολύ το όμορφο θέαμα καθώς η δόλια πολύχρωμη ομπρέλα, σε ελάχιστα μόλις δευτερόλεπτα, γλίστρησε σαν να τη ρούφηξε η γη, και προσγειώθηκε στο κεφάλι του μωρού με ένα (πολύ χαριτωμένο, ομολογουμένως) γκντουπ.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

η επιστροφή του Έλληνα μαχητή

Θα μπορούσα να εκδώσω έναν ολόκληρο τόμο, με τις διάφορες απόψεις που έχω ακούσει τους τελευταίους δέκα μήνες σχετικά με το τι θα πάθει ο άντρας μου επειδή πήγε στρατό. Και δεν εννοώ αυτά που πραγματικά μπορούσε να πάθει και όντως έπαθε (πνευμονίες, νοσοκομεία, ένα τραπεζάκι που του έσκασε στο κεφάλι επειδή το κλώτσησε προς άγνωστη κατεύθυνση πάνω στα νεύρα του ένας ΕΠΟΠ –όχι, δεν κάνω πλάκα για το τελευταίο, του συνέβη ΚΑΙ αυτό). Εννοώ τα υπόλοιπα, αυτά που προφανώς συμβαίνουν από καταβολής κόσμου στον κάθε Έλληνα φαντάρο, που φεύγει, ας πούμε, ο Γιαννάκης που όλοι ξέρουμε και αγαπάμε, και επιστρέφει Ψαλιδοχέρης, Φρανκεστάιν, πρεζάκιας στην Oμόνοια, Τζορτζ Κλούνεϊ, Εξολοθρευτής, Σάκης Ρουβάς, κι εγώ δεν ξέρω τι στο διάολο –μια φορά, όχι Γιαννάκης.

Καταρχάς, αφού πήγε στο στρατό, θα γυρίσει άντρας. Ουφ, ευτυχώς. Γιατί ως λαμπατέρ τον είχα πλέον βαρεθεί, και περίμενα πώς και πώς τη μεταμόρφωσή του. Οι φανατικοί υποστηρικτές της επίκτητης στρατιωτικής αντρίλας αντιτείνουν ότι όχι, δεν καταλαβαίνω τι εννοούν. Δηλαδή ναι, ήταν άντρας και πριν το στρατό, αλλά όχι ακριβώς –τώρα θα γίνει κανονικός άντρας. Ντιφάιν «κανονικός», πληζ, να ξέρω τουλάχιστον η έρμη τι να περιμένω. Θα του φυτρώσει δεύτερο πουλί; Φτου γαμώτο, να δω πώς θα το συνηθίσω, μια χαρά βολευόμουν τόσα χρόνια με το ένα.

Εκτός από το εξτρά σετάκι γεννητικών οργάνων, κανονικός άντρας σημαίνει, όπως με πληροφορούν, αιφνίδια λατρεία για το ευγενές άθλημα του ποδοσφαίρου, καθώς επίσης και για τις τιμημένες σωστές αντροπαρέες, εκ των οποίων τα θηλυκά όντα αποκλείονται εκτός κι αν είναι ρωσίδες χορεύτριες. Εννοείται, δε, ότι στην περίοδο της θητείας του θα κάνει τους πιο γαμάτους, καταπληκτικούς και φανταστρουμφικούς φίλους, γιατί πραγματική αντρική φιλία πριν το στρατό δεν νοείται. Οι υπέροχες αυτές φιλίες (με άλλους ταλαίπωρους Έλληνες φαντάρους, πάντα, που βιώνουν ομαδόν τη συγκλονιστική τους μετάβαση από ανήλικο λαμπατέρ σε άνδρα), θα κρατήσουν για πάντα. Θα μου τους κουβαλάει κάθε Κυριακή στο σπίτι, και θα πίνουν αγκαλιά μπύρες δακρύζοντας από συγκίνηση στην ανάμνηση της θητείας τους, ενώ εγώ, γκαστρωμένη και με μια κλαρωτή ρόμπα, θα τηγανίζω μελιτζάνες για μεζέ στην κουζίνα. Αδίκως προσπαθώ να ψελλίσω, η δυστυχισμένη, ότι ο δικός μου νομίζει ότι το τσάμπιονς λιγκ είναι μάρκα προφυλακτικού, ότι όλες του σχεδόν οι φίλες είναι γυναίκες, ότι με τον ένα κολλητό του βρίσκονται για να παίξουν magic ή βιολί, κι ότι δεν τρώει γαμημένες μελιτζάνες με τη μπύρα του.

Συνεχίζουμε. Επειδή ακριβώς θα γυρίσει άντρας, θα πάψει και να είναι παιδί. Κακώς πίστευα, εγώ η αδαής, ότι η ενηλικίωσή του είχε συντελεστεί καμιά δεκαετία πριν. Όοοοχι. Τα νέα επιστημονικά πορίσματα αποδεικνύουν, προφανώς, ότι χωρίς γόπινγκ στα σύνορα την πιπίλα δεν τη φτύνεις. Κι επειδή λοιπόν θα πάψει να είναι και παιδί, όπως ήταν τόσα χρόνια (θυμήστε μου να μηνύσω του εργοδότες του για παράνομη παιδική εργασία, και τον εαυτό μου επίσης για αποπλάνηση ανηλίκου, μη σας πω για παιδοφιλία), κομμένες οι χαζομάρες, τα σαχλαμαρίσματα, τα ναζάκια και όλα τα σχετικά. Τι, τολμάω να πιστεύω ότι θα μου αγοράζει παγωτό χωνάκι όποτε του κάνω ματάκια έξω από το ζαχαροπλαστείο και μετά την απόλυση; Τα προγνωστικά λένε ότι θα μου λέει «άντε μωρή χαμούρα που θες και παγωτό», και θα μου ρίχνει και μια σφαλιάρα να ’ρθω στα ίσα μου.

Τι άλλο; Ά, ναι. Η προσωπικότητά του, γενικά, θα αλλάξει άρδην. Θα γίνει αιφνιδίως ο πιο τακτικός άνθρωπος στον πλανήτη, θα λατρέψει το πρωινό ξύπνημα, θα ενστερνιστεί το χριστιανισμό και τα πατριωτικά μας ιδεώδη, και θα γίνει άτρωτος σε κάθε μορφή τροφικής δηλητηρίασης. Όλα αυτά τα θαυμαστά, βέβαια, θα έχουν ένα κάποιο τίμημα. Πρώτα απ’ όλα, όσο θα είναι στρατιώτης, θα έχει διαρκώς φρικτά νεύρα. Δεν θα μου τηλεφωνεί, αν μου τηλεφωνεί θα μου ρίχνει καντήλια στο τηλέφωνο, θα παθαίνει κρίσεις υστερίας, θα με κερατώσει με τέσσερις πόρνες, μια γκαρσόνα, τρεις υπολοχαγούς και μια προβατίνα, αλλά θα πρέπει φυσικά να τον συγχωρήσω, γιατί το έκανε λόγω έλλειψης και στρες. Όταν έρχεται με άδεια, θα πρέπει να έχω άπειρη υπομονή μαζί του, γιατί πάλι θα έχει φρικτά νεύρα, θα με δέρνει, δεν θα μπορεί να γαμήσει, θα κλωτσάει το σκύλο και θα ουρλιάζει στον ύπνο του (δεν ρώτησα να μου διευκρινίσουν, αν θα κάνει και αρρρρρρρρρρρρργκ βγάζοντας φωτιές από τη μύτη). Α, και φυσικά, θα μου λέει διαρκώς ιστορίες από το στρατό. Το τελευταίο ισχύει τόσο για την περίοδο της θητείας, όσο και για όλη τη μετέπειτα ζωή μας, διότι η εμπειρία είναι τόσο καταπληκτική, που δεν θα την ξεπεράσει ποτέ. Είναι δε πολύ πιθανόν ακόμη και επί το έργον να μην μου λέει ας πούμε «τι μου κάνεις», αλλά «παρουσιάστε, αρμ», ή ό,τι σκατά λένε εκεί πέρα.

Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι όσες φορές ήρθε το καημένο το μωρό μου με άδεια, δεν μπόρεσα να διαγνώσω κάποιο από τα ανωτέρω σημάδια των φοβερών αλλαγών. Ίδιος μου φαινότανε, ρε γαμώτο. Εντάξει, λίγο καταπονημένος, λίγο κουρασμένος, λίγο φρικαρισμένος από την υπερχείλιση τεστοστερόνης εκεί πάνω, αλλά ίδιος. Κι ούτε που γούσταρε να μου λέει καταπληκτικά πράγματα για τη ζωή στη μονάδα, εκτός από ένα δυο ομολογουμένως αστεία ή τραγικά περιστατικά (σαν το τραπεζάκι του ΕΠΟΠ που παραλίγο να τον σκοτώσει, λόγου χάρη). Αλλά όχι: οι γνώστες του θέματος επέμεναν ότι απλώς ήταν νωρίς. Η αλλαγή θα φαινόταν, σε μια βδομάδα, σε ένα μήνα, σε δύο μήνες –σε κάθε περίπτωση, με το πέρας την ένδοξης παραμεθορίου.

Βάσιμα, λοιπόν, έτρεμα κι εγώ να δω τι σόι πράμα θα μου γυρνούσε πίσω από τα σύνορα. Κάποιο μεταλλαγμένο πλάσμα, προφανώς, που θα κατέφθανε καβάλα σ’ ένα φτερωτό τυραννόσαυρο, εν τω μέσω καπνών και τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο. Θα έμπαινε στο σπίτι με μια κλωτσιά, θα με κολλούσε στα γρήγορα τη σύφιλη που θα είχε ψωνίσει στα σύνορα (εις διπλούν μάλιστα, εξαιτίας του δεύτερου πέους), και θα έτρεχε να βγάλει εισιτήριο διαρκείας για τον ολυμπιακό κάνοντας «μπούγκα, μπούγκα».

Περιττό να σας πω, λοιπόν, πόσο ευτυχής είμαι, που ο καλός μου επέστρεψε απλώς καβάλα στη Steed του (θεωρώντας το απολύτως λογικό να οδηγήσει χίλια χιλιόμετρα με μηχανή μέσα σε λιγότερο από δέκα ώρες, κάνοντας τρεις δεκάλεπτες στάσεις για να βάλει βενζίνη), χωρίς κέρατα και ουρά, με ένα πουλί, χωρίς σύφιλη, και εξακολουθώντας να απεχθάνεται παθολογικά το ποδόσφαιρο. Έριξε μια μούτζα κατά τα σύνορα, δήλωσε ότι δεν θέλει να ξαναδεί στη ζωή του κανένα παλιομαλάκα από κει πάνω, με πλάκωσε στα παγωτά, ζούληξε και φίλησε τη γάτα με κίνδυνο να τη σκάσει ή να την κουφάνει, με πήγε τις καλύτερες διακοπές της ζωής μου, και παρουσιάστηκε χτες στην Αυλώνα, απ’ όπου μου τον ξανάστειλαν πίσω για Σαββατοκύριακο.

Κι εγώ θυμήθηκα, επιτέλους, γιατί η ζωή μου είχε τόση πλάκα.

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

επαλήθευση

Αν αγωνιούσε πραγματικά για κάτι στην προοπτική μιας ολιγοήμερης επανασύνδεσης, ήταν για την επαλήθευση ή μη της αναμνήσεως.


Διότι ανάμνηση, ασφαλώς, υπήρχε. Για την ακρίβεια, υπήρχαν πλείστες όσες αναμνήσεις, μεγαλύτερης ή μικρότερης εντάσεως και ευκρίνειας, αναμνήσεις που εκτείνονταν και πέραν της κοινής τους δεκαετίας, αυθαιρέτως παραμορφώνοντας την προ εκείνου εποχή (μα δεν μπορεί να ήμουν εγώ, ξεκαρδιζόταν στα γέλια ακούγοντας τις περιγραφές της, δεν γνωριζόμασταν ακόμη τότε, είναι προφανές, με μπερδεύεις με κάποιον άλλον, τον Γ. υποθέτω ή τον Τ., ή κάποιον άλλον τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο –εκείνη ασφαλώς επέμενε, πεισμωμένη, πως περί εκείνου επρόκειτο, ήταν σίγουρη, πώς ήταν δυνατόν λοιπόν να μη το θυμάται, είχαν περάσει μάλιστα τόσο όμορφα, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν φωτογραφίες, εκατοντάδες φωτογραφίες, επιμελώς ταξινομημένες σε πολυσέλιδα άλμπουμ ή σκόρπιες, φωτογραφίες έγχρωμες και μαυρόασπρες, σε κάθε πιθανή τοποθεσία και πόζα, δικές του μόνο ή άλλες που ήταν μαζί (μα δεν μπορεί να είμαι εγώ, τρόμαζε βλέποντας κάποιες εξ αυτών, σκέψου το, είναι παντελώς αδύνατο, πρέπει να είναι κάποιος άλλος, ο Γ. υποθέτω ή ο Τ., ή κάποιος άλλος τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο, είναι πράγματι παράλογο, δεν γνωρίζω αυτό το μέρος, δεν κατοικούσα καν στη χώρα εκείνη τη χρονιά –εκείνη ασφαλώς επέμενε, χαμογελώντας, πως ήταν εκείνος, φαινόταν ολοκάθαρα στη φωτογραφία, πώς ήταν δυνατόν να μην το βλέπει, είχε βγει μάλιστα τόσο ωραίος, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν, τέλος, οι τρομεροί εφιάλτες, που προσδιορίζονταν ως τέτοιοι από την δική του απουσία απ’ την εκάστοτε πλοκή τους, συνεπώς η ανάμνηση ήταν υπαρκτή, ειδάλλως δεν θα μπορούσε να αντιλαμβάνεται την απουσία, κι ο ακατάσχετος τρόμος θα ήταν παντελώς αναίτιος.


Εκείνο που έμενε, λοιπόν, να διαπιστωθεί εκ του σύνεγγυς (και καθώς η φρικώδης παράταση της διάστασης προοδευτικώς εξασθένιζε κάθε βεβαιότητα) δεν ήταν η ίδια η ανάμνηση, αλλά το περιεχόμενο αυτής, η σύμπτωσή του δηλαδή ή μη με το πρόσωπο, η αντιστοίχιση της ανακαλούμενης συγκινήσεως με το ρίγος της άμεσης επαφής. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν η πρώτη φορά που αμφέβαλλε· συνέβαινε συχνά (κατά τη διάρκεια χωρισμών κατά πολύ μικρότερων, ασήμαντων στην πραγματικότητα, ενός εικοσιτετραώρου, ας πούμε, ή κάποτε και μερικών ωρών) να μην είναι σίγουρη, πως όντως υπήρχε εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν (με το ίδιο δέρμα, δηλαδή, το ίδιο σώμα, τα ίδια μάτια, κι ικανός να της μεταδώσει, χωρίς προσπάθεια, τον ίδιο ανεξήγητο πανικό)· πως δεν ήταν διαστροφή δική της να τον εφευρίσκει, έτσι ακριβώς, υπό την επήρεια υπερβολικά πολλών ουίσκυ με πάγο, μοντάροντάς τον κατόπιν τεχνηέντως στο παρελθόν μισής τουλάχιστον ζωής, κι αποφασίζοντας κάθε φορά πως επρόκειτο περί τόσο τέλειας, από κάθε άποψη, αυθαιρεσίας, που απλώς επιβαλλόταν να πεισθεί για την ύπαρξή της προκειμένου να επιβιώσει.


Εννοείται πως η ανάμνηση επαληθευόταν, κάθε φορά, με το πέρας δηλαδή του εκάστοτε χωρισμού (το επόμενο πρωί, λόγου χάρη, ή στο αμέσως επόμενο ραντεβού, ή ανοίγοντας απλά μια πόρτα που είχε κλείσει πίσω του για ν’ αλλάξει ρούχα): όντως υπήρχε, εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν, κι ο πανικός ήταν πράγματι ο ίδιος, η οδύνη ήταν ακριβώς η ίδια· έβαζε τα κλάματα που τον έβλεπε, κι εκείνος γελούσε, με πλήρη άγνοια της αφόρητης τελειότητάς του, και της ανακάτευε περνώντας τα μαλλιά, καθησυχάζοντάς την τρυφερά κι αδιάφορα, όπως καθησυχάζει κανείς ένα σκυλάκι του σαλονιού με νεύρα ευαίσθητα λόγω ορμονικών διαταραχών.


Εντούτοις, αμφέβαλλε εκ νέου κάθε φορά, κι ανησυχούσε εκ νέου, με απαράλλαχτη ένταση, για την επικείμενη επαλήθευση ή διάψευση, και δεν ήξερε τι έτρεμε περισσότερο, να διαπιστώσει δηλαδή πως εκείνος δεν υπάρχει και θα πρέπει να ζήσει χωρίς αυτόν, ή το αντίστροφο.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

a man in black



Ασφαλώς, θα μπορούσε να προσπαθήσει. Υποκρινόμενη πως δεν φοβόταν, δεν προμάντευε, δεν εγνώριζε• σαν η αποτυχία να μην ήταν βέβαιη• σαν να μην ήταν προδιαγεγραμμένο το ασύμπτωτο των εμμονών.

Ίσως, εν τέλει, να μην ήταν καν τόσο επώδυνο στην πράξη: θα έγραφε το προς με ευανάγνωστους κεφαλαίους χαρακτήρες (η κλινική αναγραφή του ονόματος δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες, την αλλόκοτη διεύθυνση την γνώριζε από μνήμης)• σκοπίμως θα παρέλειπε τα δικά της στοιχεία, ναρκισσιστικά επικυρώνοντας μιαν αυθαιρέτως δεδομένη αποκλειστικότητα (κανείς άλλος δεν θα του έγραφε, δεν θα μπορούσε να του γράψει, άλλωστε ήταν ολωσδιόλου αμφίβολο πως κάποιος άλλος γνώριζε, τη δεομένη στιγμή, την ακριβή του θέση στο χάρτη)• τέλος, θα σφράγιζε τον παλαιό λευκό φάκελο με τη ριγέ μπλε μπορντούρα, θα κολλούσε το γραμματόσημο, θ’ άφηνε την επιστολή να γκρεμιστεί μέσα στο ταχυδρομικό κουτί.

Κατόπιν, θα μπορούσε μονάχα να περιμένει, αδυνατώντας πλέον να επέμβει στην εξέλιξη της τραγωδίας, ευχόμενη ωστόσο, πιθανώς, κάποια σωτήρια τυχαιότητα να εμποδίσει την παράδοση του φακέλου (ένα σφάλμα των ταχυδρομικών υπαλλήλων, μια φυσική καταστροφή, μια ευφυής στρατιωτική λογοκρισία), κι έχοντας ήδη αποφασίσει πως, σε αντίθετη περίπτωση, θ’ αρνιόταν με θράσος οποιαδήποτε σχέση με την αποστολή του επίμαχου γράμματος –που, προφανώς, εκείνη μονάχα θα μπορούσε να έχει συγγράψει και αποστείλει• ωστόσο, η έλλειψη απτών αποδείξεων θα επέτρεπε, κατά πάσα πιθανότητα, μια βεβιασμένη αθώωσή της λόγω αμφιβολιών.

[Ο παραλήπτης, σε κάθε περίπτωση, δεν θα αποτέφρωνε την επιστολή. Δεν επρόκειτο, άλλωστε, περί ερωτικού σημειώματος. Κι εκείνος δεν ήταν πλέον έφηβος• δεν ήταν καν βέβαιη πως είχε υπάρξει τέτοιος στο παρελθόν, παρ’ όλο που οι αναμνήσεις της συνηγορούσαν, φυσικά, υπέρ αυτού του ενδεχομένου (το εξαιρετικό ανεπίγνωστο κάλλος, η άυλη σχεδόν σιλουέτα, οι δερμάτινες μπότες, ο θόρυβος από τα μηχανάκια –αν και ο τελευταίος στοίχειωνε όλες συλλήβδην τις εφηβικές της αναμνήσεις, ασχέτως δηλαδή με τα εκάστοτε πρόσωπα, τώρα που το ξανασκεφτόταν, ήταν αυτός που στο μυαλό της ταξινομούσε συγκεκριμένα τμήματα μνήμης στην εν λόγω τρομερή περίοδο), και δεν αποκλείεται να ήταν όντως έτσι, να είχε δηλαδή προσωρινά απλώς βρεθεί, ενήλικας εξαρχής, μέσα στην πρόχειρη σκηνοθεσία μιας σκονισμένης εφηβείας με μακό μαύρο φανελάκι. Θυμόταν καθαρά τον εαυτό της να τρέχει πίσω του στα διαλείμματα του σχολείου, πανικόβλητη από έρωτα, δίχως αίμα, με το λιωμένο κραγιόν και τα τσιγάρα στην κωλότσεπη, υπνωτισμένη απ’ τις ηλεκτροφόρες σιωπές του, τη διαρκή απειλή συμπαντικής συντέλειας που τον περιέβαλλε, ντοπαρισμένη από την κατά τα φαινόμενα αδιαφορία του, απροσμέτρητα δυστυχής, κι απελπισμένη με την γνήσια απελπισία των δεκαέξι χρόνων –δεν αποφάσισε ποτέ, αν επιθυμούσε περισσότερο να πεθάνει η ίδια ή να τον σκοτώσει.]

Ήταν παρήγορο, εννοείται, που εν τέλει είχε βρεθεί γι’ αυτήν μια κάποια εναλλακτική διέξοδος, που μπορούσε να σκέφτεται ασφαλώς θα μπορούσα μετά από κάθε τηλεφώνημα• είχε βρει μάλιστα τον παλαιό αεροπορικό φάκελο, τον κρατούσε με φροντίδα σ’ ένα συρτάρι του γραφείου της, άγραφο• αν μη τι άλλο θα μπορούσε στο μέλλον, και όταν πλέον η αναγκαιότητα των επιστολών θα είχε εξαλειφθεί, να τον παρουσιάσει ως τεκμήριο των προθέσεών της –ήλπιζε, ωστόσο, πως μέχρι τότε το ζήτημα θα είχε απλώς ξεχαστεί.


Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

επιστολή

«Επιτέλους, δεν σου ζητώ παρά ένα γράμμα. Και, σου ’χω πει χίλιες φορές, είναι η τελευταία –καταλαβαίνεις; – η τελευταία μου ευκαιρία να λάβω ένα.»


Καταλάβαινε, φυσικά. Την προφανή απλότητα του αιτήματος, τη δικαιολογημένη αγανάκτηση για την επί μακρόν αδιαφορία από μέρους της, την πιθανολογούμενη μη αναστρέψιμη βλάβη.


Θα μπορούσε (σκεφτόταν, τερματίζοντας παρ’ όλα αυτά τη συνδιάλεξη δίχως ίχνος ταραχής) ένας κακοπροαίρετος νους να προσάψει μια κάποιαν αυθαιρεσία στο τελευταίο τμήμα του ισχυρισμού, συγκεκριμένα στη βεβαιότητα με την οποία διατυπωνόταν αυτό το περί «τελευταίας ευκαιρίας», θεωρώντας δεδομένο ένα (κατ’ ανάγκην υποθετικό, σκεφτόταν, και πάλι δίχως ταραχή) μέλλον, από το οποίο θ’ απουσίαζε οποιαδήποτε υπόνοια αλγεινής απόστασης· διότι ένα γράμμα προϋποθέτει, ως γνωστόν, μιαν ελάχιστη απόσταση μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη, απόσταση που να υπαγορεύει την συγγραφή, αποστολή και ανάγνωση του γράμματος, αλλιώς η όλη υπόθεση στερείται, προφανώς, ενδιαφέροντος· συνεπώς, το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής επιστολής προϋπέθετε έναν μελλοντικό χωρισμό τους ο οποίος, όμως, δεν θα προέκυπτε ποτέ (είχε εκείνος αποφασίσει) ή, αν τέλος πάντων προέκυπτε (είχε εκείνη αποφασίσει) τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα δεν θα επιβίωναν του γεγονότος ώστε να ανταλλάσσουν επιστολές.


Δεν καταλάβαινε, μονάχα, για ποιον ακριβώς λόγο επρόκειτο περί ευκαιρίας, και μάλιστα για τον συγκεκριμένο άνθρωπο, που είχε, όπως ήξερε καλά, συνειδητά και βαθύτατα περιφρονήσει αλληλογραφίες, ακόμη και ανταλλαγές τηλεφωνικών αριθμών, σ’ όλους ανεξαιρέτως τους αξιομνημόνευτους τουλάχιστον χωρισμούς της μέχρι τότε ζωής του, και ήταν αρκετοί, δεν θα είχε νόημα, έλεγε, αφού έφευγα· κρατούσε μόνο κάποιο –παράδοξο, συνήθως– θυμητικό, ένα κασκέτο, ένα σκίτσο, μια καθ’ όλα αδιάφορη φωτογραφία, σ’ ένα συρτάρι που ποτέ σχεδόν δεν άνοιγε· βάσιμα υπέθετες πως δεν θυμόταν, μα σε στιγμές εντελώς τυχαίες ξεχύνονταν τα ονόματα, οι περιγραφές, αναμνήσεις τρομακτικής ομολογουμένως λεπτομέρειας, και δεν ήξερες πια τι να υποθέσεις· αλλά επρόκειτο, ασφαλώς, για άτομο για το οποίο κάθε υπόθεση καθίστατο εξ ορισμού εξαιρετικά επίφοβη.


Ωστόσο, το θέμα εν προκειμένω ήταν η ίδια η επιστολή, που έπρεπε (επιβαλλόταν, κατά τα φαινόμενα) να υπάρξει, μα ήταν αδύνατο, κι εκείνη δεν ήξερε γιατί, ή πάντως δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει, όχι τουλάχιστον με πειστικά επιχειρήματα, ουδείς (και σίγουρα όχι εκείνος) δεν θα την πίστευε αν έλεγε μου λείπουν οι λέξεις· ήταν γνωστό σ’ όσους την ήξεραν πως οι λέξεις ήταν πάντα με το μέρος της, τα μακροσκελή κείμενα παντός είδους ήταν σαφώς η ειδικότητά της, έχοντας στην πορεία του χρόνου εξασφαλίσει γι’ αυτήν ένα πλήθος ετερόκλητων όσο και αμφιλεγόμενων επιτευγμάτων: αρχικά, τη σχολική της πρόοδο· αργότερα, τον γνήσιο τρόμο επιλεγμένων απροσάρμοστων εφήβων, εξαιρετικού ή όχι κάλλους, που έκαιγαν (ήταν βέβαιη) αμέσως μετά την πρώτη ανάγνωση τα ερωτικά της σημειώματα, σοφά προνοώντας για ένα ενήλικο μέλλον στο οποίο η ανάμνηση και μόνο της πιθανότητας να υπήρξαν κάποτε αποδέκτες ενός τόσο εξωφρενικού αισθήματος θα ισοδυναμούσε, το δίχως άλλο, με όψιμη μεν, αλλά ισόβια καταστροφή· την είσοδό της κατόπιν στο πανεπιστήμιο και, ακόμη πιο μετά, την εξασφάλιση της εργασίας της· κατά καιρούς, την αμφίβολη επιδοκιμασία διαφόρων (σχετικών ή άσχετων) που αρέσκονταν να την χαρακτηρίζουν σε σχετικές συζητήσεις με κωμικούς προσδιορισμούς όπως ενδιαφέρουσα ή ταλαντούχα, κάποτε και με το άκρως τρομακτικό υποσχόμενη.


Δεν έλεγε, λοιπόν, τίποτα. Δεν επιχειρούσε να δικαιολογηθεί, δεν υποσχόταν, δεν απέκλειε ρητά. Αρνιόταν όμως, στην πράξη, και μάλιστα για κάτι τόσο απλό φαινομενικά, στο κάτω-κάτω, γνώριζε καλά πως το επίμονο αίτημα δεν είχε προεκτάσεις, δεν υπήρχε καμιά συγκεκριμένη απαίτηση σχετικά με το περιεχόμενο της επιστολής, θα μπορούσε επομένως να γράψει κάτι εξαιρετικά ανώδυνο, δύο-γραμμές ίσως ή τρεις, τι κάνεις, μου λείπεις, σε περιμένω, ελπίζω να είσαι καλά, κάτι τέτοιο, ή κάτι ακόμη πιο εύκολο, μια τυχαία παράγραφο από ένα τυχαίο βιβλίο, ο,τιδήποτε, άλλωστε ποτέ δεν θα γινόταν συζήτηση επ’ αυτού, το ήξερε, αλλά και πάλι δεν το έκανε, δεν ήξερε γιατί, ή πάντως δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει, όχι τουλάχιστον με πειστικά επιχειρήματα, ουδείς (και σίγουρα όχι εκείνος) δεν θα την πίστευε αν έλεγε μου λείπει η προσφώνηση, διότι βέβαια η προσφώνηση δεν θα μπορούσε να παραληφθεί, μα είναι το λιγότερο γελοίο αυτό που λες, θα έλεγαν όλοι, και πρώτα εκείνος, θα μπορούσε απλώς να γράψει το όνομά του, ασφαλώς και θυμόταν το όνομα, μ’ ένα μου ας πούμε στο τέλος, ή έστω μια ρετρό αισθηματική κλητική, πολυαγαπημένε μου, ας πούμε, ή κάτι παρόμοιο, ή μωρό μου ή, εναλλακτικά, κάτι πιο ερωτικό, που οι άλλοι πιθανώς θα ονόμαζαν χυδαίο, αλλά οι άλλοι δεν είχαν σημασία, υπήρχαν τέλος πάντων τόσες επιλογές, αλλά δεν μπορούσε· κι έτσι αρνιόταν, για πρώτη φορά, σιωπηρά, με πείσμα· αυτή που, προκειμένου για εκείνον, συμμορφωνόταν (με νοσηρή σχεδόν εμμονή) σε κάθε εντολή, ικανοποιούσε κάθε αίτημα, διατυπωμένο ή υπονοηθέν, ακόμη κι όσα είχαν εκφραστεί με την πλέον ελαφρά διάθεση (δεν είχε ξαναφορέσει, ας πούμε, παντελόνι, απ’ όταν της είπε, αστειευόμενος περίπου, πως οι γυναίκες θα έπρεπε να φορούν μονάχα φουστάνια, γιατί του άρεσαν περισσότερο· δεν φορούσε πλέον ακόμη και απόντος εκείνου, σκεπτόμενη πως, αν την έβλεπε, το φόρεμά της θα του άρεσε περισσότερο και, ιδίως, πως θα καταλάβαινε πως για εκείνον μόνο το είχε φορέσει, ασχέτως που δεν υπήρχε περίπτωση να την δει, ή να καταλάβει, και που πιθανώς θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα τον ενδιέφερε πραγματικά, το τι φορούσε δηλαδή ή δεν φορούσε εκείνη και γιατί)· αυτή, που θα μπορούσε κάλλιστα να του ταχυδρομήσει ένα κομμάτι σάρκας, αν της το ζητούσε, κι ανησυχώντας για ένα πράγμα μόνο, αν δηλαδή εκείνος θα έβρισκε στο μέλλον την ουλή της αποκρουστική.


Και το εκκρεμές αίτημα πολλαπλασίαζε την αγωνία, που εκτεινόταν πλέον, πέραν της απεχθούς διάρκειας του χωρισμού, και στην ορατή ημερομηνία λήξης του, καθώς το πέρας της διάστασης θα ισοδυναμούσε και με απώλεια της ευκαιρίας, για όποιο λόγο κι αν εθεωρείτο τέτοια, και γνώριζε πως δεν θα της το συγχωρούσε, ούτε κι εκείνη θα το συγχωρούσε στον εαυτό της, και πως οι λέξεις, έχοντας λιποτακτήσει σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή θα όφειλαν, το λιγότερο, να την εγκαταλείψουν δια παντός.

Κυριακή, 07 Ιουνίου 2009

Ναυαγοσώστες, τατουάζ, η Φρουτοπία και ο τρόμος




Είναι πλέον δεδομένο: το σύμπαν εργάζεται ακούραστα προς την κατεύθυνση του να με κάνει να φουντάρω ή, έστω, να φορέσω το άσπρο συνολάκι με τα μακριά μανίκια που λέει και η Μ –κι εμένα, δυστυχώς, δεν μου πάνε καν τα λευκά, και στο δημαρχείο με μαύρο θα πάω, άντε μπλε-μωβ το πολύ, και θα πέσουν δυο-τρία εγκεφαλικά εννοείται από το σόι του γαμπρού αλλά τι να κάνουμε, αυτό βέβαια είναι θέμα άλλου ποστ, με τίτλο είμαι-μια-κότα-και-μισή-και-θέλω-γάμο-τώρα-τώρα-ΤΩΡΑ, αλλά μη με κάνετε να ξεφεύγω από το θέμα μου, προσπαθώ να σας πω για τη συνωμοσία του σύμπαντος εναντίον μου.

Λοιπόν. Δεν μου φτάνει η τρέλα που κουβαλάω από μοναχή μου, η προϊούσα αγαμία που έχει κάνει τον εγκέφαλό μου πουρέ, ο κακοήθης όγκος στην κύστη του Dave που με κάνει να λιώνω από τύψεις (δεν μου το βγάζετε από το κεφάλι ότι τον μάτιασα λόγω της ανελέητης καύλας που αποπνέει), το καινούριο cd του Bryan που έδωσε σε μένα φρέσκο λόγο κατάθλιψης και στους γείτονές μου νέα πειστήρια περί της παράνοιάς μου (την έχω καταβρεί να τραγουδάω στο μπάνιο in a bag you will be before the day is over), ήρθαν και οι πρόσφατες επαγγελματικές ανησυχίες των κολλητών μου να αποτελειώσουν το ήδη φλέγον υπαρξιακό μου.

Να σας εξηγήσω. Ναι, είμαι πολύ χαρούμενη που μπήκα στο δημόσιο, μην τρελαθούμε. Η πίστη μου βγήκε στο διάβασμα για να πω ότι θα έχω, αν όχι πολλά φράγκα, τουλάχιστον μια κάποια εργασιακή ασφάλεια, ένα νορμάλ ωράριο κλπ. Εξάλλου, τα ’χουμε ξαναπεί, στη δικηγορική θα ταίριαζα όσο κι ο Καρβέλας στο γνωστό άθλιο άσμα. Θα μου πείτε τώρα, και ταιριάζεις δηλαδή σε δημόσια υπηρεσία; Ε, τέλος πάντων, εκεί τουλάχιστον έχω λιγότερους περιορισμούς, και περισσότερο δημιουργικό ελεύθερο χρόνο. Όπως και να ’χει, δεδομένων των επιλογών που είχα στην πεζή πραγματικότητα [που σαμπόταρε, η ρουφιάνα, τα φιλόδοξα εναλλακτικά μου σχέδια α)να κατακτήσω τον πλανήτη, β)να κάνω καριέρα στη μαφία ως σύζυγος ενός άλλου Andy Garcia, γ)να γίνω νταλικέρης στην Αμερική και να οδηγώ μερόνυχτα σε αχανείς δρόμους με το in the death car στο τέρμα, ή δ)στη χειρότερη περίπτωση, να εξελιχθώ σε ροκ σταρ παγκοσμίου φήμης και να τα κονομάω τρελά ενώ οι θαυμαστές μου θα με αποθεώνουν μέχρι τα εξήντα μου, οπότε και θ’ αποσυρθώ στην Καραϊβική μαζί με δυο-τρεις εικοσάχρονους μαροκινούς για παρέα], μια χαρούλα ευχαριστημένη είμαι.

Αλλά, πώς να το κάνεις, είναι κάτι στιγμές που στη βαράει –το πρωί ας πούμε, εκεί που βάζεις κραγιόν μπροστά στον καθρέφτη, και περνάει αιφνιδιαστικά από το μυαλουδάκι σου (τυπωμένη σε υπηρεσιακό έγγραφο, για να ’χουμε και σωστή σκηνοθεσία) η φράση «είμαι δημόσιος υπάλληλος». Και σου ’ρχεται, όσο να ’ναι, ένα μίνι εγκεφαλικό, μια τάση έστω να ουρλιάξεις, όχι απαραίτητα από φρίκη, αλλά τουλάχιστον από έκπληξη, που πρόλαβες και τα τακτοποίησες όλα τόσο ωραία από τόσο νωρίς, μετά σκέφτεσαι, είναι όντως νωρίς ή όχι, μετά κολλάς τη μούρη σου στον καθρέφτη να βεβαιωθείς μαζοχιστικώς πως ναι, όντως ψιλοφαίνεται αυτή η σκατορυτίδα αριστερά στο στόμα σου το πρωί, λες δε γαμιέται, αλλά ακόμη θέλεις να ουρλιάξεις, και δεν μπορείς γιατί οι υπόλοιποι κοιμούνται, άσε που κατά βάθος δεν έχει και νόημα, καλωδιώνεσαι τουλάχιστον με το Marilyn να ουρλιάζει στα αυτιά σου μέχρι να φτάσεις Ταύρο, κατεβαίνεις από το τραίνο συμφιλιωμένη με την ιδέα (και του δημοσίου, και της ρυτίδας), κλείνεις το Marilyn μπαίνοντας στο κτήριο για ν’ αρχίσεις τις αναγκαίες καλημέρες, και είναι όλα οκ.

Με παρακολουθείτε; Πάνω, λοιπόν, που τα σκέφτεσαι όλα αυτά τα όμορφα, σου έρχεται από την Κρήτη το προσφιλέστατο τέρας, ανήκον στην ούτως ή άλλως εξωτική για σένα συνομοταξία των μαθηματικών, και σου λέει το υπέρτατο, ότι σκοπεύει να πάρει δίπλωμα ναυαγοσώστη. Σ’ ακούει όλο το βαγόνι να χτυπιέσαι από τα γέλια με το καταπληκτικό αστείο, μετά συνειδητοποιείς ότι μιλάει σοβαρά, προβάρεις νοερά την απύθμενου σουρεαλισμού φράση «ο κολλητός μου είναι ναυαγοσώστης», ξαναχτυπιέσαι από τα γέλια, εν τέλει το χωνεύεις, άλλοι ζούνε με το ένα πόδι στο Baywatch κι εγώ, ναι, εγώ, έγινα δημόσιος υπάλληλος.

Θα μου πείτε τώρα πάλι, και τι ήθελες, να γίνεις κι εσύ ναυαγοσώστης; Που, εντάξει, κολυμπάς μεν, αλλά άμα δεις κανένα μπαρμπούνι νομίζεις ότι είδες καρχαρία και σε τραβάνε έξω μισοπνιγμένη να βγάζεις νερά από τη μύτη; Όχι βέβαια. Τότε; Δεν ξέρω. Υποθέτω ζηλεύω που κάποιος σκέφτηκε να γίνει ναυαγοσώστης μετά τα 25 του, και που το βρίσκει παντελώς νορμάλ, και που εμένα τα πιο extreme του βιογραφικού μου είναι μια ερασιτεχνική συμμετοχή σε μπάντα της κακιάς συμφοράς και κάτι σκουλαρίκια που επιμένω να κρατάω ίσα-ίσα για να μου τη λένε στη δουλειά.

Και πάνω που προσπαθείς να εμπεδώσεις την ιδέα της ναυαγοσωστικής, έρχεται το χαρισματικό πλάσμα και σου λέει ότι ετοιμάζεται για καριέρα στα tattoo (άντε, κοριτσάρα, να χτυπήσεις ένα και σε μένα κάποτε), οπότε φυτρώνουν άλλα τρία κεφάλια στο υπαρξιακό σου, ιδίως αν προσθέσεις το γεγονός ότι η Luthien δεν πρόλαβε καν, ηλικιακά, τη Φρουτοπία.

Καταλάβατε; Και το μοναδικό μου αντίδοτο στον τρόμο χίλια τόσα χιλιόμετρα μακριά, και το μαλλί του, μισό μέτρο καταρράχτης, σ’ ένα κουτί με ναφθαλίνη στη ντουλάπα μου.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

όχι, δεν γλιτώσατε




Καλέ, ήρθε όντως για τα καλά η άνοιξη! Ποια άνοιξη, δηλαδή, το καλοκαίρι κοντεύει να μπει στη λίμνη κι εγώ, χαμένη στη μιζέρια μου, δεν το κατάλαβα. Φουντώσανε τα χορτάρια, τα βατραχάκια κοάζουν, οι ακρίδες προπονούνται για την επόμενη Ολυμπιάδα κι εγώ εκεί, χαμπάρι! Ο Νάρκισσος, εννοείται, μια χαρούλα την περνούσε τόσον καιρό χωρίς την ενοχλητική αφεντιά μου, μουλιάζοντας μακάριος στο γαλαζοπράσινο βασίλειό του. Νομίζω σπάστηκε λιγάκι που ξαναγύρισα, και μάλιστα έτσι αιφνιδιαστικά. Πέταξε από την έκπληξη το Hawaiian Tropic του (ναι ρε, ποιος σας είπε ότι οι πνιγμένοι δεν καίγονται;), πετυχαίνοντας μάλιστα κατακέφαλα ένα διερχόμενο γυρίνο, τον οποίο δεν μπορέσαμε δυστυχώς να σώσουμε, παρά το παρατεταμένο CPR. «Αιωνία του η μνήμη», δήλωσε (λιγάκι αδιάφορα, είναι η αλήθεια) ο Νάρκισσος –αν κι εγώ, για να είμαι ειλικρινής, δεν πολυκατάλαβα γιατί είναι πρόβλημα ένας πρόωρα σπαζοκεφαλιασμένος γυρίνος σε μια λίμνη που, ούτως ή άλλως, κυκλοφορεί ένας all-time-classic κατάνεκρος, αλλά τέλος πάντων. «Αμήν», είπα, έτσι για να πω κάτι, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στους σαφέστατα βελτιωμένους κοιλιακούς του Νάρκισσου, που πρέπει όσο έλειπα να το έριξε και στο fitness λόγω εποχής. «Ξεκόλλα το μυαλό σου, ρε!», με πήρε από τα μούτρα εκείνος. «Εντάξει, είπαμε, το ’χεις χάσει από τη στέρηση, αλλά αυτό, κούκλα, λέγεται νεκροφιλία!» Κιτρίνισα, πρασίνισα, σαν τα νερά ένα πράγμα, πήγα κάτι να πω για να το σώσω, αλλά ο Νάρκισσος έσκασε στα γέλια και δεν πρόλαβα. «Εγώ φταίω, αχάριστο πλάσμα, που ψάχνω τόσον καιρό να βρω ποιος σ’ έπνιξε», παραπονέθηκα, μόνο και μόνο για να εισπράξω ένα δεύτερο κύμα γέλιου. «Στ’ αρχίδια μου ποιος», μού πέταξε ωραίος και ανέμελος πριν ξαναβουτήξει, παρατώντας με σύξυλη στην όχθη.

Λοιπόν, καλώς σας βρίσκω, μου λείψατε. Όπως ήδη θα διαπιστώσατε, αν για κάθε ημέρα στο στρατό ο καλός μου χάνει (κατά τα λεγόμενά του) 2 μονάδες IQ λόγω περιβάλλοντος, εγώ σίγουρα χάνω καθημερινά 2 μονάδες από την αντίστοιχη κλίμακα της ψυχικής ισορροπίας. Κοινώς ναι, είμαι πιο σαλταρισμένη απ’ ό, τι με θυμάστε, αν με θυμάστε, σε κάθε περίπτωση πάντως σας προειδοποιώ για να εγκαταλείψετε εγκαίρως τη σελίδα, αν δηλαδή δεν το έχετε ήδη κάνει.

Και ναι, γύρισα –τι περίεργο!– για να γκρινιάξω. Να παραπονεθώ, να κλαφτώ, να κάνω αυτό το παρατεταμένο εκνευριστικό «μμμμμμμμμμμμμμμ!!!!» σαν τα τρίχρονα που μόλις τους έπεσε το παγωτό τους, να πω «γιατί σ’ εμένα ρε πούστη μου», να κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να σκάσω, να παρακαλέσω κάποιον να μου κάνει πατ-πατ, όλα αυτά. Αναρωτιέστε τι έχω; Μην ανησυχείτε. Βασικά, δεν έχω τίποτα.

Ας ξεκινήσουμε από το κυριότερο: ΔΕΝ ΕΧΩ άντρα. Έχω δηλαδή, αλλά εκεί που είναι, πώς το λένε, δεν πιάνεται. Θα έλεγα ότι έχω εραστή δι’ αλληλογραφίας (που είναι και ρομαντικό, έστω κι αν δεν χουφτώνεται), αλλά επειδή μιζέριασα τόσο που δεν μου βγαίνει να του γράψω, δεν έχω ούτε απ’ αυτό. Θα έλεγα ότι έχω εραστή διά τηλεφώνου, αλλά έχει πάντα τόσους μουρλούς να ουρλιάζουν για διάφορους λόγους γύρω του την ώρα που μιλάμε, που ούτε τηλεφωνικό σεξ δεν μπορούμε να κάνουμε, γιατί θα καταντήσει το λιγότερο παρτούζα, και μάλιστα θορυβώδης. Θα έλεγα ότι έχω μια ευκαιρία να ανακαλύψω τουλάχιστον τη μαγεία του cybersex, έστω του cyber-foreplay, όταν κατά τύχη βγει και πάει σε κανένα internet café, αλλά είμαι τόσο γκαντέμα που, μια φορά που με διαβεβαίωσε ότι καθόταν σε απόμερο τραπεζάκι όπου κανείς δεν έβλεπε την οθόνη του και προσπάθησα (με κίνδυνο φυσικά να πάθω λουμπάγκο) να βγάλω μισή γάμπα στην κάμερά μου, πέρασαν ακριβώς εκείνη τη γαμημένη στιγμή τρεις φαντάροι από πίσω του, είδαν το ψήγμα της γάμπας (προτού με πιάσει η –άσχετη με τους φαντάρους– κράμπα και γκρεμοτσακιστώ σχεδόν από την καρέκλα μου) κι άρχισαν να ουρλιάζουν «μαλάκες τρέξτε, έχει μία που δείχνει μπούτια», με αποτέλεσμα αφ’ ενός να με βρίζει ο καλός μου τρεις μέρες, αφ’ ετέρου να ρεζιλευτώ παντελώς (έστω και ανώνυμα) στη μισή βορειοανατολική Ελλάδα.

Το τόσο παρατεταμένο «δεν-έχω-άντρα», δε, έχει καταλήξει σε ένα γενικότερο τρομακτικό «δεν-έχω-libido» ή αλλιώς «μεταμορφώθηκα-σε-μουλάρι» αίσθημα, το οποίο αδυνατούν πλέον να αντιμετωπίσουν ακόμη και οι δραστικότερες των μεθόδων, όπως το να περάσω σε fast-forward όλες τις ταινίες του Jean Claude Van Damme (ναι, εξαιρουμένων των 2 όπου ΔΕΝ δείχνει τον κώλο του) μέχρι να φτάσω στην επίμαχη γυμνή σκηνή. Σκεφτείτε ότι δεν γουστάρω καν να δω για χιλιοστή εξηκοστή πέμπτη φορά το Rambo first blood, βαριέμαι να ξαναδώ την πάλαι ποτέ λατρευτή μου πασαρέλα σιδεροδέσμιων μαναριών Oz, και αποφεύγω να κοιτάξω τη συλλογή από φωτογραφίες του Jonathan Rhys Meyers γιατί φοβάμαι πολύ ότι θα πω «έλα μωρέ, είναι ολίγον τι φλώρος».

Συνεχίζω. ΔΕΝ ΕΧΩ ρούχο να βάλω, γιατί έχει γεμίσει ο τόπος με σιχαμένα θεόκοντα τσίτια ή αθλιο-ντεκολτέ «σφηκοφωλιά» (μπλιααααααχ) τα οποία αρνούμαι εκ πεποιθήσεως να αγοράσω, με αποτέλεσμα να γυρνάω σαν το κοράκι μες στον ήλιο με τα αρχαία μαύρα φουστανάκια μου (που τουλάχιστον, επιμένω για να παρηγορηθώ, θυμίζουν φουστάνια και όχι αφοδράριστα συνολάκια του λουκ μόλις-με-βίασαν-και-πάω-στο-τμήμα-για-κατάθεση). ΔΕΝ ΕΧΩ νορμάλ τρόπο να μετακινηθώ, γιατί έχουν κλείσει λόγω έργων όλοι σχεδόν οι σταθμοί του ΗΣΑΠ που με εξυπηρετούν, και ο μοναδικός που έμεινε είναι πάντα τόσο πήχτρα που μοιραία κινδυνεύω κάθε φορά να κατέβω στον προορισμό μου έγκυος και να μην το έχω καταλάβει κιόλας. ΔΕΝ ΕΧΩ καν τη γάτα πια μαζί μου στο κρεβάτι, γιατί μπήκε ανάμεσά μας ένα σιχαμένο καλαθάκι που κάναμε το λάθος να βάλουμε σε μια γωνιά του δωματίου μου, και το οποίο η γάτα λάτρεψε και κοιμάται μονίμως εκεί, παρά τα ικετευτικά «ψι-ψι-ψι» και τις υποσχέσεις μου για ολονύχτιο σούπερ-μασάζ που επαναλαμβάνω μάταια κάθε βράδυ μπας και τη συγκινήσω…

ΔΕΝ ΕΧΩ καν να λέω ότι είδα live το Gahan, αφού ο ηλίθιος βρήκε να τεζάρει, ως γνωστόν, ανήμερα της συναυλίας, και μείναμε με το εισιτήριο (πώς λέμε με το πουλί) στο χέρι και με τη φευγαλέα ανάμνηση του κώλου-έργου τέχνης να κουνιέται ανά τέταρτο στη γιγαντοοθόνη. Το μόνο που αποκόμισα από τη μη-συναυλία ήταν ένα γενναίο βράχνιασμα (αφού μια ώρα τουλάχιστον πριν φάμε την ήττα της ακύρωσης έπεφτε σύρμα από τους μπροστινούς ανά πεντάλεπτο και ουρλιάζαμε κι εμείς σαν αφιονισμένα στην ιδέα ότι θα βγουν) κι ένα παρ’ ολίγον στραμπούληγμα αστραγάλου γιατί, χαριτωμένη καθώς είμαι πάντα, κόντεψα να τσακιστώ στην προσπάθειά μου να βγω από το terra vibe ισορροπώντας ανεπιτυχώς πάνω στη ριγμένη καγκελόπορτα. Ευτυχώς που βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος και με μάζεψε πριν σκοτωθώ με το πόδι σφηνωμένο ανάμεσα στα κάγκελα, αν και με κοίταξε με τόσο οίκτο που καταρρακώθηκε η γυναικεία μου αυτοπεποίθηση μέχρι το 2012, αλλά τέλος πάντων.

Για να μην επεκταθώ στα διαχρονικότερα «δεν έχω» μου, όπως βυζιά, συγκρότημα να βασανίζω, ελπίδα να γίνω dj, υπομονή ν’ αντέξω τη βλακεία του κόσμου, προζάκ όταν τα χρειάζομαι, πιθανότητα να με συμπαθήσει η πεθερά μου, τη δυνατότητα να δολοφονήσω τα ¾ του ελληνικού «μουσικού» στερεώματος χωρίς να πάω φυλακή, και τα λοιπά και τα λοιπά.

Αυτά για σήμερα, συν το τραγουδάκι που, όπως θα καταλάβατε, με εκφράζει αυτή τη στιγμή απόλυτα. Α, και για να ανανεωθούμε λίγο, μια πιο φλοράλ εικονίτσα πνιγμού, έτσι βρε για να σας φτιάξω τη μέρα…