Κυριακή, 17 Απριλίου 2011
Το ψάρι
Με ρίχνει αυτός ο σκατόκαιρος, ρε πούστη μου.
Πέρσι, σα σήμερα, ξυπνούσα με ένα μεγαλειώδες χανγκόβερ και το νυφικό μου να σέρνεται κάπου στο σαλόνι. Προσπαθούσα να καταλάβω πού βρίσκομαι, τι μέρα είναι, γιατί έχω κάτι μαδημένα πράματα στο κεφάλι μου και τα σχετικά. Μετά συνέφερα και θυμήθηκα, δεν είχε γίνει πυρηνική καταστροφή, δεν είχα συμμετάσχει στα καλλιστεία του αντέννα, δεν με είχαν απαγάγει εξωγήινοι, απλώς είχα παντρευτεί την προηγουμένη, ήταν μεσημέρι, το σπίτι ήταν μουνί, και ήταν ζήτημα ωρών να μου σκάσουν επίσκεψη οι συγγενείς από κάτω, που θα έφευγαν την επομένη κι έπρεπε εννοείται να δουν το σπίτι, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε επειγόντως να συμμαζέψω, να σφουγγαρίσω, να βγάλω τα υπολειπόμενα πέταλα από το κεφάλι μου και να ξυπνήσω επίσης κάποια στιγμή το μωρό, που ήταν πιο τέζα από μένα, να το επαναφέρω στην πραγματικότητα εξηγώντας του όλα αυτά, περί χθεσινών γάμων και επικείμενων κρητικών επισκέψεων, και ξέροντας ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα με πίστευε από το μεθύσι, θα μου έλεγε κάτι του τύπου τι λες ρε μαλάκα και θα έβαζε τα γέλια, οπότε θα του έφτιαχνα ένα καφέ και θα τον παρακαλούσα απλώς να χαμογελάει στο σόι μέχρι να συνέλθει.
Ο καιρός, πάντως, ήταν χάρμα, μια λιακάδα άλλο πράμα, και τις δυο μέρες –να σκεφτείς όταν βαφόμουνα για το γάμο, έξι η ώρα τα απόγεμα, είχα βγει δέκα φορές στο μπαλκόνι σαν την τρελή με τον καθρέφτη, να τσεκάρω μήπως έδειχνα παραβαμμένη στο φως, τόσο πολύ. Σκέψου να παντρευόμουνα με τέτοια μαυρίλα και βρόχα σα χθες και σήμερα, άπαπαπαπα, τζάμπα θα πήγαινε το καημένο το φουστάνι μου, ήθελε ήλιο για να δείξει, άσε που, επαναλαμβάνω, η συννεφιά τέτοια εποχή με ρίχνει ψυχολογικά, ούτε να κουνήσω δε θέλω, βαριέμαι να βγάλω έξω ακόμη και τα σκουπίδια.
Με πήρε λίγο και το παράπονο με την επέτειο, ομολογώ, γιατί θέλαμε να το γιορτάσουμε, αλλά το μωρό δούλευε νύχτα, οπότε δε γινότανε, κοιμήθηκα μόνη μου με την Τούφα, η οποία δε σκαμπάζει από επέτειο γιατί δεν είχε προλάβει καν να γεννηθεί τότε, εμείς φυσικά της εξηγήσαμε το εξαιρετικό της ημέρας, υπερβάλλοντας και λίγο, ότι δηλαδή παντρευτήκαμε ειδικά για να μπορέσουμε να την υιοθετήσουμε μετά (χαίρονται με κάτι τέτοια τα γατιά), εκείνη μας κοίταξε πολύ σοβαρά, μ’ αυτά τα κεχριμπαρί μάτια που κοντεύουν να γίνουν πιο μεγάλα απ’ τα δικά μου, και μετά έκανε πρρρρρρρρρρ όπως κάνει συνήθως, και εκτοξεύτηκε στον απέναντι καναπέ σαν πελώριο χαριτωμένο κανταΐφι –δεν ξέρω τι ακριβώς κατάλαβε, αλλά έχω βάσιμες υποψίες ότι χαίρεται που μένει μαζί μας, ίσως με μισεί λιγάκι όταν παθαίνω κρίση και τη βουτάω εκεί που κοιμάται μακάρια και την τρελαίνω στα ρουφηχτά φιλιά, αλλά με ανέχεται, γιατί αν ήθελε θα μπορούσε να μου έχει βγάλει διακόσιες φορές τουλάχιστον μέχρι τώρα τα μάτια και δεν το κάνει.
Έλεγα ότι θα γιόρταζα την επέτειο και με μπεμπέ στα σκαριά, αλλά δεν.
Τη βγάλαμε με κρασάκι, και ντελίβερι κεμπάπ, τα οποία η Τούφα αρνήθηκε να πλησιάσει (ίσως πρέπει αν με ανησυχεί αυτό), και αυτοσχέδιο λάιβ, με το σύνηθες παρανοϊκό ρεπερτόριο, ευτυχώς έχουμε καλούς γειτόνους και δεν διαμαρτύρονται, το μωρό επιμένει ότι δεν ακουγόμαστε, αλλά ο μακαρίτης γείτονας στο πατρικό μου έλεγε ότι του δίνουμε ζωή που μας ακούει, κι έμενε σε διπλανό σπίτι κι όχι ακριβώς από πάνω, άρα στάνταρ ακουγόμαστε στον πάνω όροφο, επίσης δεν ξέρω πόση ζωή του δίναμε γιατί εν τέλει απεβίωσε, από σάπιο συκώτι και σε προχωρημένη ηλικία βέβαια κι όχι από τις κραυγές μου, υποθέτω, κυρίως από τον καημό για την κόρη του που έφευγε οσονούπω σαραντατεσσάρω χρονώ, ωραίες εποχές, κι ας είχαμε το θάνατο στη διπλανή πόρτα, ο μπαμπάς μου μεράκλωνε κι έβαζε τέρμα τον κουρσάρο όταν κουραζόμασταν, στις μεγάλες δόξες μας ρίχναμε και καμιά γυροβολιά στο σαλόνι (τα θηλυκά μόνο, το μωρό ποτέ, δεν του πάνε αυτά), Σωτηρία Μπέλλου, η αδερφή μου να σουρώνει με δυο γουλιές, ως συνήθως, και να ζητάει Στέλιο, μια φορά είχε βγει από το μπάνιο με την οδοντόβουρτσα στο στόμα για να προλάβει το κομμάτι κι είχε ρίξει μια ζεμπεκιά άλλο πράμα, λιγώσαμε στα γέλια, επικές στιγμές, και καπάκι Tiger Lillies ή τίποτα χειρότερο, ο μπαμπάς δεν καταλάβαινε αλλά γούσταρε τη ζωή του, χανότανε και μ’ αυτά, όπως και με τον Ψαραντώνη, ακούγαμε τον τίγρη και τρίζανε οι τοίχοι, ήμασταν είκοσι, εικοσιδυό, είκοσι τρία, δεν είχα ακόμη ταγέρ στη ντουλάπα μου, δεν έτρεχα σε υπουργικά συνέδρια, δε σκεφτόμουν να κάνω παιδί, η μάνα μου είχε λιγότερα χάλια, ήταν ωραία, το θυμάμαι, μπορεί και να τα εξιδανικεύω εξ αποστάσεως αλλά κατά βάση έτσι ήταν, ωραία.
Αναρωτιέμαι αν θα προλάβουμε καμιά τέτοια παρέα ακόμα, ή θα ’μαστε πάντα κουρασμένοι τα σαββατοκύριακα, και το μωρό θα λείπει με νυχτερινό, και θα τρέχουνε χίλιες δουλειές, όλο θέλω να τους μαζέψω και δεν κάθεται, κι ο πατέρας μου κουράζεται πιο εύκολα, η μάνα μου θα φρίξει με τη βαβούρα, εμείς ζευγαρώσαμε όλοι και βγαίνουμε σαν άνθρωποι σε κανονισμένες εξόδους, στρωμένα πράματα, έτσι είναι, φαντάζομαι καμιά φορά, να ξανακάνουμε κανένα τέτοιο και να σέρνεται κανένας μπέμπης στο πάτωμα, ή δυο, δεν ξέρω αν γίνεται, ή πώς θα ’μαστε, αν θα κλαίμε πάλι με τη Μπέλλου, αν θα θυμάται κανείς το στερεοφωνικό βήχα του μπαρμπα-Μήτσου στη βεράντα, τη Γιώτα που την έκανε έτσι πρόωρα χαμογελώντας απόκοσμα, αν θα με σουβλίζει καμιά τομή από καισαρική και δε θα μπορώ να φέρω σβούρες, το μόνο σίγουρο, θα φεύγουμε μετά καθένας για το σπίτι του, αντί να μοιραζόμαστε σε δωμάτια και καναπέδες όπως-όπως, κι ο πατέρας μου δε μας αφήνει πια να μαζέψουμε πιάτα, στα σπίτια σας λέει, αγριεύει το μάτι του και δε σηκώνει αντιρρήσεις, ούτε που ξέρω τι μ’ έπιασε και τα θυμήθηκα κυριακάτικο όλα αυτά, τις παρέες και τους πεθαμένους, μελλούμενα και περασμένα, ή τι μου φταίει, και δεν είμαι ακριβώς λυπημένη, μόνο νιώθω πως κάτι μου γλιστράει σαν ψάρι μες απ’ τα χέρια μου αφήνοντας μια πολύχρωμη ιριδίζουσα σκόνη, τινάζω τα δάχτυλά μου να φύγει και γεμίζει ο τόπος, νομίζω είναι η βροχή, το μωρό κοιμάται, θέλω να πάρω τον πατέρα μου να τον ρωτήσω αν θυμάται αλλά θα με ρωτήσει τι πράμα, κι άντε να του εξηγώ, για το ψάρι και τη σκόνη και τον καιρό –άσε που έχω όντως ένα κάρο δουλειές, πλυντήρια και μαγειρέματα, να βουρτσίσω την Τούφα που ξεμαλλιάστηκε πάλι, να σιδερώσω κι ένα φουστάνι για το γραφείο αύριο.
Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011
Ο Διάδοχος, το έκζεμα και η πασχαλινή πάπια
Θέλω να ξεράσω όποτε βλέπω τους στίχους που έχουνε κοτσάρει, με μεγάλα γράμματα, στο μετρό και στις στάσεις των λεωφορείων –ακριβώς εκεί που τον υπόλοιπο καιρό (και ξανά πάλι από αύριο) μοστράρουν μπισκότα, καπότες και ηλεκτρικές σκούπες.
Να ξεράσω κυριολεκτικά όμως, με την έννοια, που να νομίζουν οι γύρω ότι προσβλήθηκα αίφνης από οξεία θανατηφόρα γαστρεντερίτιδα, και ν’ ανοίξουν γύρω μου κύκλο είκοσι μέτρων τουλάχιστον.
Και μετά να τους μουτζώσω όλους και να φύγω.
Εννοείται ότι δεν ξερνάω έτσι εύκολα, με τις εκάστοτε φρικαλεότητες του έξω κόσμου δηλαδή· και αλίμονο, σε κάθε περίπτωση, δε θα καταδεχόμουν ποτέ να ξεράσω πάνω στις γόβες μου· το πολύ-πολύ, άμα δω ποτέ πραγματικά τα σκούρα, να πάω παραδίπλα να πεθάνω αξιοπρεπώς, σε κάποια χαριτωμένη στάση, να γλιτώσω κι εγώ και οι γύρω μου από τα εγκεφαλικά μου βραχυκυκλώματα. Από την άλλη σκέφτομαι, θα μπορούσα να κόψω τις γόβες (να βάλω κάτι άλλο σε παπούτσι βρε αδερφέ, επιτρέποντας στον εαυτό μου την πολυτέλεια να ξεράσει χωρίς τύψεις ότι διέπραξε αισθητικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας), αλλά έλα που έχω το μωρό, που δε μου λέει ποτέ ευθέως βάλε δεκάποντες γόβες ή μη βάλεις τις μπότες σου, αλλά παίρνει μία τόσο ανεπανάληπτη έκφραση αγαλλίασης όποτε με βλέπει πάνω στις πρώτες, και επίσης μία τέτοια φάτσα συντριβής όποτε με βλέπει με τις δεύτερες (ή με ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι οι πρώτες), που δεν μου κάνει καρδιά· εξάλλου, απολύτως συνειδητά, η προτεραιότητά μου σε σχέση με ο,τιδήποτε άλλο την τελευταία δεκαετία και βάλε είναι το μωρό (ως το μόνο πράγμα που, βάσει θεωρητικής θεμελίωσης και εμπειρικής τεκμηρίωσης, αξίζει τον κόπο), οπότε άμα ποτέ (λέω, άμα) δείτε καμιά μαλακισμένη να περπατάει στην Ερμού, ή σε κανένα άλλο δρόμο με ανάλογο ανάγλυφο, με γόβα στιλέτο-ουρανοξύστη, μπορείτε βάσιμα να υποθέσετε ότι ήμουν εγώ.
Τώρα θα λέτε, κατά πάσα πιθανότητα, ότι πάλι μου τη βάρεσε, αλλά παραδόξως είμαι μια χαρά. Περνάω λίγο φάση, πιθανόν –αλλά, με τα μικρά ψήγματα προσωπικής σοφίας που αποκτά κανείς με το πέρασμα του χρόνου, μπορώ πλέον να αποφανθώ με βεβαιότητα ότι τη μισή μου τουλάχιστον ζωή, περνάω, είμαι ή ετοιμάζομαι να μπω σε κάποιου είδους φάση, οπότε δεν έχει νόημα να το κάνω θέμα. (Στην υποθετική περίπτωση που δεν σας έφτασαν τα άνωθεν ομφαλοσκοπικά μου και σας ενδιαφέρει, για κάποιο άγνωστο λόγο, κατά πάσα πιθανότητα επειδή δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε τη συγκεκριμένη στιγμή, να μάθετε περισσότερα, συνεχίστε την ανάγνωση· ειδάλλως, προτείνω κατανάλωση αλκοόλ, πλύσιμο πιάτων ή σεξουαλική δραστηριότητα).
Κατ’ αρχάς, προσπαθώ να αναπαραχθώ. Η περίοδος αναπαραγωγής μου ξεκίνησε, όπως ήταν λογικό, το Γενάρη, με μακρόσυρτα νιαουρίσματα στην ταράτσα και συνεχείς επαναλήψεις της αξέχαστης ατάκας (κλητική κύριου ονόματος), εγώ πότε θα γίνω μάνα. Εννοείται ότι, σε πείσμα της τρομακτικής φοβίας που με βασάνιζε όταν δεν ήθελα να γίνω μάνα (ότι δηλαδή θα συλλάβω το Μαγκάιβερ μυρίζοντας απλώς άντρα από απόσταση μισού μέτρου), όταν όντως μπήκα στο τριπάκι να το επιδιώκω, το πράγμα αποδείχθηκε κομματάκι πιο περίπλοκο· και αρκετά αγχογόνο, επίσης.
Το δράμα ξεκινάει με τις εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου, που σαν μορφωμένος άνθρωπος αποφάσισα να κάνω πριν ξεκινήσω την όλη διαδικασία, και οι οποίες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο μεν, αλλά όταν τις είδα γραμμένες στο χαρτί με έπιασε μια φρίκη (σαν σαλεμένη που είμαι) ότι θα βρεθώ να πάσχω από εκατό διαφορετικά πράγματα που δεν ήξερα τι ακριβώς είναι, και που θα με κάνουν να κυοφορήσω τουλάχιστον το Άλιεν (όταν με το καλό καταφέρω να το πιάσω, πάντα). Βγήκαν οι ρημαδοεξετάσεις, τις πήρα αγκαλιά και πήγα στο γιατρό, να μου πει αν θα ζήσω και αν θα γλιτώσω τη μοίρα της Σιγκούρνι Γουίβερ ή όχι· ο γιατρός τους έριξε μισή ματιά και άρχισε να γελάει, και μου είπε να πάω σπιτάκι μου και να ξαναενοχλήσω την ιατρική κοινότητα όταν μείνω έγκυος, προσθέτοντας (με χάχανα, πάντα, και μια λοξή ματιά στο έκζεμα από το οποίο κινδυνεύω να μείνω χωρίς δέρμα στα χέρια) την απείρου κάλλους ατάκα ότι δεν με βλέπει πάντως να μένω, στην κατάστασή μου· εγώ τον ρώτησα θιγμένη ποια είναι, δηλαδή, η κατάστασή μου, για να εισπράξω ένα φροϋδικό ύφος και τη συμβουλή να διαχειριστώ το άγχος μου. Εξανέστην, φυσικά, και απαίτησα να μου πει (κρύβοντας τεχνηέντως τα χέρια μου) πώς δηλαδή διέγνωσε ότι έχω εγώ άγχος από είκοσι δευτερόλεπτα που με είδε, στο σημείο αυτό τα γέλια του γιατρού πρέπει να ενόχλησαν το διπλανό γραφείο κι εγώ αποδέχτηκα την ήττα μου, γιατί έχω σιχαθεί να μου κάνουν ανάλογες διαγνώσεις, και να μη με πιστεύουν ότι είμαι εξαιρετικά ήρεμη σε σχέση με άλλες περιόδους της ζωής μου· μάζεψα το έκζεμα, το βιβλιάριο και τις εξετάσεις κι εξαφανίστηκα, έχοντας τουλάχιστον αποκομίσει την πολύτιμη γνώση ότι δεν έχω στίγμα, τοξόπλασμα, μπέρι-μπέρι και μερικά ακόμα αδιευκρίνιστα πράματα.
Δράματος συνέχεια: Από τη στιγμή που έλαβα το (περιπαικτικό, έστω) οκέι της επιστήμης, άρχισε αυτόματα η περίοδος της κατά φαντασίαν εγκυμοσύνης. Έκοψα τα πέντε τσιγάρα που καπνίζω τη μέρα, τον καφέ, το αλκοόλ, τα σουβλάκια, τα σάντουιτς απ’ έξω, το βερνίκι νυχιών και το άζαξ για τα τζάμια (το τελευταίο το αντικατέστησα με το πολύ αποτελεσματικότερο ομολογουμένως, και επίσης οικολογικότατο, βρεγμένο πανάκι μικροϊνών –για τα υπόλοιπα, δυστυχώς, δεν κατάφερα να ανακαλύψω υποκατάστατο), διότι σκεφτείτε, ας πούμε, να ήμουν επτά ωρών, ή δύο ημερών, έγκυος, και να έπινα νεσκαφέ και να πείραζε η καφεΐνη το μπεμπέ, ή να κολλούσα τοξόπλασμα από άπλυτο μαρούλι, και τα λοιπά και τα λοιπά. Επίσης, με έπιασε φοβία με τη μηχανή (γιατί σκέψου να ήμουν έγκυος από το προηγούμενο βράδυ και να πέφταμε σε λακούβα και να πείραζε ο κραδασμός το μπεμπέ), τη γυμναστική (γιατί πού ξέρω αν κάνει να βαράω πουσάπς αν είμαι έγκυος από το περασμένο Σάββατο) και τον κουβά της σφουγγαρίστρας (γιατί μου πέφτει η μέση να τον σηκώσω και σκέψου να βλάψω το έμβρυο). Όπως πολύ σωστά έχετε ήδη υποθέσει, η εν λόγω κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα α) να μου γίνουν τα νεύρα κρόσσια, β) να πειστεί όλος μου ο περίγυρος ότι είμαι ήδη έγκυος και τους λέω ψέματα, γιατί αποκλείεται να έκανα τέτοια παρανοϊκά πράγματα εκ των προτέρων, γ) να καταφέρω να πάθω, τον πρώτο μήνα, ένα πρώτης τάξεως ανεμογκάστρι, με συμπτώματα που είκοσι εννιά κατασκευαστές πλυντηρίων (μεταξύ των οποίων μαμάδες, θειάδες, πεθερές, γιαγιάδες και ο ζαχαροπλάστης της γειτονιάς, στον οποίο έτρεχε το μωρό νυχτιάτικα για παρφέ παγωτό) αξιολόγησαν με πλήρη βεβαιότητα ως ενδεικτικά εγκυμοσύνης, και να φάω εν τέλει την ψυχρολουσία διαπιστώνοντας ότι ουδόλως ήμουν έγκυος (για να το διαπιστώσω έτρεχα σαν την τρελή και στήθηκα μία ώρα ουρά στο μοναδικό εφημερεύον φαρμακείο σε μέρα απεργίας των φαρμακοποιών για να αγοράσω κλίαρ μπλου· ο δε δύσμοιρος φαρμακοποιός, αν κρίνω από το συμπονετικό βλέμμα που μου έριξε, θα νόμιζε μάλλον ότι ήμουν κανένα φρικαρισμένο δεκαεπτάχρονο που ετοιμαζόταν να πηδήξει από τον έβδομο αν όντως διαπίστωνε εγκυμοσύνη).
Ο δεύτερος μήνας πέρασε με ανάλογους (αν και λίγο πιο προσγειωμένους, ευτυχώς) ρυθμούς. Στον τρίτο (και τρέχοντα) κούνησα το κεφάλι μου, συνήλθα, και αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή που μου έδωσαν και οι είκοσι εννιά κατασκευαστές πλυντηρίων (μεταξύ των οποίων μαμάδες, θειάδες, πεθερές, γιαγιάδες, ο ζαχαροπλάστης της γειτονιάς, η κυρία από πάνω, η σύζυγος του φαρμακοποιού και ο γυναικολόγος), δηλαδή να επιστρέψω στα φυσιολογικά μου (εφόσον αυτά δεν περιλαμβάνουν χρήση κρακ, ας πούμε, ή ηρωίνης) και να αρχίσω να ασχολούμαι με το θέμα όταν ο Διάδοχος μας τιμήσει με την έλευσή του. Και το έκανα. *ανάβει τσιγάρο*
Αυτά τα ολίγα περί αναπαραγωγής. Κατά τα άλλα, την παρούσα φάση στοιχειοθετούν διάφορα άλλα παλαβά, όπως ότι με βάρεσε, προφανώς, η άνοιξη (λες και άλλες χρονιές δεν είχε άνοιξη) και μου την έδωσε, ξαφνικά, ότι δεν έχω, λέει, τίποτα χρωματιστό (μπρρρ) στη ντουλάπα μου, και αγόρασα ένα φλούο γαλάζιο φουλάρι με λουλουδάκια, που το μωρό το είδε και γούρλωσε τα μάτια του ρωτώντας τι έκανα στη γυναίκα του, εγώ ουδόλως πτοήθηκα και το φόρεσα στο γραφείο σε ένα υπέροχο, διακριτικότατο τεράστιο φιόγκο στο λαιμό, για να κατουρηθούν όλοι στα γέλια και να δηλώσει η θεά συνάδελφος (επηρεασμένη από το επικείμενο πάσχα, προφανώς) ότι είμαι σαν πολύ χαριτωμένη πάπια και να με δουλεύουν επί δύο εικοσιτετράωρα· επίσης μία φούξια μπλούζα (που το μωρό δε βρήκε το κουράγιο να σχολιάσει), και ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες –συνεπώς είναι πλέον επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι βαίνω προς πλήρη κρίση προσωπικότητας, και έχω το ακαταλόγιστο για ο,τιδήποτε φορέσω, καθώς και για ό,τι τυχόν διαβάσετε στο παρόν ιστολόγιο, κατά την προσεχή περίοδο.
Και πήρα όρκο ότι δεν θα ξανασκεφτώ το μελλοντο-μπεμπέ προτού γίνει όντως μπεμπέ, και ότι γενικότερα θα κατεβάσω λίγο τους διακόπτες πριν καεί καμιά ασφάλεια και τρέχουμε. Η χρωματοθεραπεία, πάντως, παίζει να πιάνει, γιατί το έκζεμα σαν με με ξέχασε τις τελευταίες βδομάδες.
Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011
Schiele
Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011
το υδρόβιο έντομο
Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011
φωτογραφία
Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010
imperfections
Εντάξει, είμαι τελειομανής. Από τη φύση μου, τι να πω –μάλλον το έχει το ζώδιο. Είμαι ακριβώς αυτή η μαλακισμένη κατηγορία ανθρώπου που μπορεί ας πούμε να κάνει ένα καταπληκτικό τραπέζι με είκοσι τέλεια φαγητά, να φάνε όλοι μέχρι σκασμού και να λένε γεια στα χέρια σου, κι επειδή έκαψε και τρία από τα εκατό κεφτεδάκια, αν τον ρωτήσεις πώς πήγε το τραπέζι αυτό μόνο θα σου πει, «χάλια, έκαψα τα κεφτεδάκια». Κι όχι μόνο θα το πει, αλλά θα το σκέφτεται και δέκα μέρες μετά –ότι απέτυχε, ρεζιλεύτηκε και ξεφτιλίστηκε ως οικοδεσπότης, κι έδωσε δικαίωμα να πούνε ότι δεν μπορεί να τηγανίσει ένα κεφτέ.
Γελάτε; Τραστ μι, δεν έχει καθόλου πλάκα. Το σύνδρομο καμένο κεφτεδάκι (όπως το ονομάζω βάσει της αυτοσχέδιας κωδικοποίησης των διαφόρων νευρώσεών μου, άκρως απαραίτητης για να βγάζω μια στοιχειώδη έστω ψυχαναλυτική άκρη στις νηφάλιες στιγμές μου) είναι, όπως και να το κάνουμε, κομματάκι βάρβαρο. Εξαντλητικό, εξοντωτικό, ανθρωποβόρο, πώς το λένε; Και –το χειρότερο– εξόχως σπαστικό για τους άλλους ανθρώπους γύρω σου. Οι οποίοι πρέπει να σε υπομείνουν όσο γκρινιάζεις αυτομαστιγωνόμενη ή, ακόμα κι αν καταφέρεις να το βουλώσεις, να τρώνε στη μάπα το άκρως μελοδραραματικό αφήστε-με-τώρα-είμαι-μια-αποτυχία-και-μου-αξίζει-να-υποφέρω ύφος σου, για όση ώρα πάρει μέχρι να σου περάσει (και συνήθως παίρνει πολλή). Εννοείται, δε, ότι κατά καιρούς αυτομαστιγώνεσαι και για το ίδιο το γεγονός της περιοδικής αυτομαστίγωσής σου (διότι συνειδητοποιείς φυσικά πόσο νοσηρή και ενοχλητική είναι ενίοτε η στάση σου προς τη ζωή, και νιώθεις ένα περιφερόμενο ελάττωμα και γι’ αυτό).
Αν, τώρα, με φαντάζεστε σαν κανένα κακόμοιρο πλάσμα τίγκα στην ανασφάλεια και τη μιζέρια, πέσατε έξω. Όσοι ομοιοπαθείς αναγνωρίζετε τον εαυτό σας στην ανωτέρω περιγραφή, θα ξέρετε πολύ καλά ότι, όση ώρα δεν αυτομαστιγωνόμαστε, οι κύριοι και κυρίες γουόνα-μπι-Πέρφεκτ σφύζουμε από αχαλίνωτη αυτοπεποίθηση (μιλάμε για καλάμι τρία μέτρα τουλάχιστον). Είμαστε θεοί. Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ο κόσμος εξακολουθεί να περιστρέφεται μόνο και μόνο επειδή εμείς του ρίχνουμε καμιά σκουντιά πού και πού. Είμαστε υπέροχοι, ικανότατοι, σούπερ ενδιαφέροντες, αναντικατάστατοι, γαμώ τα παιδιά. Φτύστε μας –να μη μας ματιάξετε.
Μοιραία, το σύνδρομο της τελειότητας βαραίνει όλο και περισσότερο στους ώμους σου καθώς πολλαπλασιάζονται οι ρόλοι. Στα εφτά, ας πούμε, αρκούσε απλώς να είμαι η καλύτερη μαθήτρια (όχι καλή, όχι πολύ καλή, όχι άριστη, αλλά η καλύτερη της τάξης, και της δίπλα τάξης, και της παραδίπλα αν ήταν δυνατόν, σε σημείο αν έκανα ποτέ τίποτα λάθος να αναστατώνονται οι δάσκαλοι ότι είμαι άρρωστη ή ότι ζω καμιά αιφνίδια οικογενειακή τραγωδία). Στα δεκατρία, μαζί με το αριστείο των τριών τμημάτων, έπρεπε να είμαι και γκόμενα. Στα δεκάξι, και ερωμένη. Στα δεκαεφτά, να αριστεύσω στις Πανελλαδικές, να μπω Νομική Αθήνας συγκεκριμένα (ο,τιδήποτε άλλο θα ήταν αποτυχία), ταυτοχρόνως δε να είμαι η τέλεια πωλήτρια-γλάστρα για να βγάζω τα καλσόν και τα τσιγάρα μου. Τα επόμενα δέκα χρόνια (σωρευτικά, ανάκατα και εν συντομία): να περιφέρομαι τέλεια επί δέκα ώρες πάνω σε δωδεκάποντα· να φτιάχνω τέλειο μουσακά και σπιτικά κουλουράκια· να μπω στην «τέλεια» (δεδομένων των προοπτικών που είχα) δουλειά, διαβάζοντας επί δύο χρόνια σα φρενοβλαβής· να σκαρφαλώνω τέλεια μάντρες και κάγκελα, με τα δωδεκάποντα στα δόντια και τη φούστα φιόγκο, για να ακολουθήσω τους κάφρους στο άλσος/πάρκο/ρεματιά/ραχούλα/βράχο που θα αράζαμε στις τρεις το πρωί να πιούμε ένα κασόνι μπύρες· να αποσύρομαι με τέλειο δεντρεχειτίποτα ύφος, πάντα με τα δωδεκάποντα στα δόντια, για να επιστρέψω στη φύση μέρος της ανωτέρω μπύρας, έρποντας σχεδόν μέσα σε θάμνους/δέντρα/τσουκνίδες/βράχους, με κίνδυνο να με φάνε/δαγκώσουν/τσιμπήσουν τυχόν σκύλοι/φίδια/αράχνες/βατράχια ή να με βιάσει κανένας περιφερόμενος ανώμαλος (ενώ οι κάφροι την πετούσαν έξω για να κατουρήσουν με πλήρη ασφάλεια και άνεση τα γειτονικά δεντράκια, γιατί όλοι άντρες είμαστε σ’ αυτήν την παρέα και δεντρεχειτίποτα)· να (προσπαθώ να) αποκτήσω το τέλειο μπούτι παρά την ανωτέρω μπύρα· να τελειώσω πρώτη τη δεύτερη σχολή· να κάνω την πεθερά μου να με λατρέψει· να επιβιώσω της καψούρας μου· να μην αυτοκτονήσω κάπου στο ενδιάμεσο. Εσχάτως (και μαζί με όλα τα προηγούμενα): να μάθω να κάνω το σπίτι να αστράφτει σε χρόνο ντετέ, για να μου μένει χρόνος για α)την καλλιέργεια του πνεύματός μου, β)το βάψιμο των νυχιών μου, γ)την παρασκευή νέων ειδών τέλειων σπιτικών κουλουρακίων και πρωτίστως δ)το αγαπημένο μου σπορ εκστατική ενατένιση του μωρού. Α, και να κοιμάμαι εννοείται στο μεταξύ για να μη με βλέπει το μωρό με μαύρους κύκλους.
Εννοείται, ασφαλώς, ότι στα διαλείμματα της παράνοιάς μου φθονώ θανάσιμα τους υπόλοιπους φυσιολογικούς ανθρώπους, που δεν νιώθουν ότι έχουν διαπράξει έγκλημα κατά της ανθρωπότητας επειδή το πάτωμά τους έχει δυο τρίχες, και που μπορούν να εμφανιστούν μια φορά με τζην και πουλόβερ στους συναδέλφους/φίλους/γνωστούς τους χωρίς να ερωτηθούν (καλοπροαίρετα, βέβαια) αν είναι άρρωστοι, ή να παραγγείλουν σουβλάκια χωρίς φρικτές τύψεις επειδή δεν πρόλαβαν να μαγειρέψουν δύο φαγητά στη φανταστρουμφική χύτρα τους γυρνώντας από τη δουλειά. Και που δεν υποφέρουν καθημερινά στην ιδέα ότι δεν είναι οι Pussycat Dolls (και οι έξι, ή όσες είναι τέλος πάντων) για να μην πλήξει ποτέ το μωρό που τους παντρεύτηκε.
Εννοείται, επίσης, ότι το κυνήγι της τελειότητας από μέρους μου είναι μια απελπισμένη μάχη με ανεμόμυλους. Ξεψαρώστε, δεν είμαι τόσο καταπληκτική γκόμενα. Ούτε φυσική καλλονή, ούτε η Βέφα Αλεξιάδου, ούτε η Chasey Lain, ούτε καν ο Iggy Pop. Απλώς, προσπαθώ. Να βλέπομαι στοιχειωδώς, να μαγειρεύω υποφερτά, να έχω ένα ανθρωπινό σπίτι, να έχει κάποιο νόημα το ότι αναπνέω, τέτοια πράματα.
Το θέμα, τώρα, είναι ότι και τα τέρατα σαν την πάρτη μου κάποτε κινδυνεύουν, πώς το λένε, να κλατάρουν. Και τότε επαναστατούν, διεκδικώντας με πάθος αλλοτινής σουφραζέτας το (αυτονόητο, μάλλον) δικαίωμά τους στο καμένο κεφτεδάκι. Εμένα, συγκεκριμένα, δε μου βγήκε με κεφτεδάκι ακριβώς, αλλά με γατί.
Τώρα ξέρω, σας μπέρδεψα. Πλιζ αλάου μι του εξπλέιν. Έχω ένα θέμα με τις γάτες. Μεγάλωσα με λεφούσια γάτες από τα εννιά μου περίπου, με ανεξίτηλα συμπτώματα σαν του Μόγλη που τον μεγάλωσαν οι λύκοι (όπως να ζαρώνω δίπλα στα καλοριφέρ του σχολείου και να τρίβω ασυναίσθητα το κεφάλι μου στον τοίχο όταν νύσταζα, με αποτέλεσμα να γελάει μαζί μου όλη η τάξη) και εξίσου ανεξίτηλα σημάδια από ιστορικές γρατζουνιές. Μιλάω στις γάτες στο δρόμο σαν τις τρελές γιαγιάδες, μπορεί να μπουκάρω σε ξένη αυλή με κίνδυνο να με περάσουν για διαρρήκτη για να χαϊδέψω την υπέροχη τριχόμπαλα που εντόπισα στο βάθος του κήπου. Μπορώ να φιλήσω ένα μπάσταρδο γατί βουτηγμένο στις λάσπες, την ίδια στιγμή που αν ερχόμουν σε επαφή με τον πιο πλυμένο σκύλο του κόσμου θα έτρεχα να βουτήξω ολόκληρη στο μπεταντίν. Μπορώ να καταπιώ ένα σύννεφο γατότριχας χωρίς να βήξω, αγαπώ τους ψύλλους, το τοξόπλασμα είναι παιδικός μου φίλος. Χρειάζομαι τουλάχιστον μία γάτα στο χώρο που ζω, περίπου όπως χρειάζομαι το πικάπ ή το νες καφέ μου.
Μετά το γάμο, λοιπόν, το μόνο πράγμα που με φρίκαρε ήταν η έλλειψη γάτας. Η Γάτα, εννοείται (η πιο υπέροχη από όλες τις υπέροχες γάτες που είχα ποτέ, υπαίτια για το πιο βαθύ παράσημό μου πάνω από το δεξί γόνατο, με αυτοκρατορικό τσαμπουκά τίγρης –σταματάω το εγκώμιο πριν βαρεθείτε) έμεινε στους γονείς μου. Είχα ψελλίσει την επιθυμία μου να πάρω μία αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο δεδομένου του τέλειου σύμπαντος στο οποίο έχω συνηθίσει τον περίγυρό μου, η ιδέα πήρε τουλάχιστον τις διαστάσεις υιοθεσίας ρινόκερου: που θα μου γρατζουνίσει τα καινούρια έπιπλα, θα μου καταστρέψει τις πανάκριβες κουρτίνες, θα γεμίσει τον τόπο τρίχες, θα με επιβαρύνει με τη φροντίδα της, θα είναι έξοδο, θα με γρατζουνάει και θα πηγαίνω σαν πρεζάκιας με σημάδια στη δουλειά, θα με κολλήσει τοξόπλασμα (που δε γίνεται αν δεν τρώει ωμό κρέας αλλά έχω βαρεθεί να το εξηγώ αυτό στον κόσμο, εξάλλου αν δεν έχω ήδη τοξόπλασμα θα πρόκειται περί θαύματος) και θα κινδυνέψει η μελλοντική εγκυμοσύνη μου, θα φάει το μελλοντικό μωρό μας, που ίσως γεννηθεί και με θανατηφόρα αλλεργία στις γάτες, θα μου καταστρέφει τις διακοπές και τα λοιπά και τα λοιπά. (Επίσης, θα κλάνει φωτιές, θα ληστεύει τράπεζες, θα βιάζει τον περιπτερά, μια μέρα θα λυσσάξει και θα μας κόψει το λαιμό, θα μας πιει το αίμα, θα βάλει φωτιά στην πολυκατοικία και θα μεταναστεύσει στο Μπαγκλαντές).
Έτσι, με χίλιους ανθρώπους να μου τα λένε όλα αυτά σαν άκρως πιθανά σενάρια, παραιτήθηκα από την ιδέα της γάτας. Και επιβίωσα. Για πέντε ολόκληρους μήνες. Το θέμα πήρε σοβαρές διαστάσεις όταν είδα τη Σούκι στο Τρου Μπλαντ να παίρνει τη γάτα της στο κρεβάτι και (μεταξύ μας) κόντεψα να μπήξω τα κλάματα. Την επομένη γούρλωσα τα μάτια μου στο μωρό και του είπα ότι χρειάζομαι μία γάτα. Και το μωρό (που είναι μεν των σκύλων αλλά λατρεύει και τις γάτες, κι επίσης κάνει τα πάντα εύκολα στη ζωή και επιμελείται διαρκώς της επιβίωσής μου) γέλασε όπως γελάει πάντα και μου είπε ότι θα μου πάρει γάτα, σαν να του ζήτησα φουστάνι, και τη βάφτισε εκ των προτέρων, για να μην αλλάξω γνώμη, και σε τρεις μέρες απέκτησα μια υπέροχη μπέμπα Περσίας με χρυσά μάτια, από αυτές που πάντα ήθελα αλλά όλοι μου έλεγαν απαπαπαπά είναι ένας φρικτός τρίχινος μπελάς (αν κι εγώ ανέκαθεν τις έβρισκα μια τεράστια τρίχινη ευτυχία).
Έχω ξανά ρούχα γεμάτα τρίχες, μια τεράστια γρατζουνιά στο μπούτι (σκαρφαλώνει για να μου κλέψει τις χαρτοπετσέτες) και γατοτροφή στο ντουλάπι με τον πουρέ και τις κονσέρβες. Έχω σηκώσει την καλή κουρτίνα για να μην τη χαλάσει τώρα που είναι μικρή και παίζει, το σαλόνι δείχνει κάπως λιγότερο τέλεια από πριν αλλά δε με νοιάζει. Και στον καναπέ τράβηξε μια-δυο κλωστούλες αλλά επίσης δε με νοιάζει, μόνο εγώ τις διακρίνω ούτως ή άλλως. Και είμαι ευτυχισμένη, με την κουρτίνα καραγκιοζ-μπερντέ και το γρατζουνισμένο καναπέ, σαν να συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι ο καναπές ούτως ή άλλως θα γρατζουνιόταν κάποτε, όπως κι εμείς, και δεν έχει νόημα να προσπαθώ να μας κρατήσω ανέπαφους, δεν ξέρω τι σόι στροφή πήρε το μυαλό μου, και σήμερα μου ψιλοχάλασε το φαΐ κι έβαλα τα γέλια, και το μωρό νόμιζε ότι τρελάθηκα, γιατί κανονικά θα έπρεπε να φρικάρω, κι έκατσα κάτω και προσπαθούσα να του εξηγήσω, όλο αυτό απ’ την αρχή, για τα αριστεία μου στο σχολείο και τη γάτα και τις γρατζουνιές στον καναπέ, και μπέρδεψα φυσικά τη γλώσσα μου και είπα κάτι πολύ ακατανόητο, και το μωρό που μιλάει μια φορά στα χίλια χρόνια σοβαρά με σταμάτησε και μου είπε ότι εννοώ ότι μπορώ να είμαι ευτυχισμένη με μία ατελή ζωή, και με άφησε μαλάκα, και του είπα στ’ αστεία γράψ’ το κάπου αυτό γιατί την επόμενη φορά δεν θα θυμάμαι πάλι τι εννοώ, αλλά το μωρό σηκώθηκε και το έγραψε σ’ ένα χαρτάκι και το κόλλησε στο ψυγείο, ήθελα να τον σταματήσω αλλά δε σταματάς το βασιλιά της πόλης σε τέτοιες ιστορικές στιγμές, βασικά θέλαμε μάλλον να ουρλιάξουμε και οι δύο, γιατί σ’ αυτό το σπίτι ξερνάμε αμφότεροι με τα αποφθέγματα και τον Κοέλο (ή όπως προφέρεται) και το γλάρο Ιωνάθαν και όλα τα συναφή βαρύγδουπα περίπου όσο ξερνάμε και με τον Πλιάτσικα, και κοιταχτήκαμε έντρομοι για μια στιγμή, αλλά επειδή το μωρό είναι, όπως είπαμε, ο βασιλιάς της πόλης και λύνει όλα τα προβλήματα, έγραψε «πέος» από κάτω με κεφαλαία γράμματα, κι έτσι αποφασίσαμε σιωπηρά ότι το χαρτάκι μπορεί να μείνει στο ψυγείο.
Από βδομάδα θα πάω τη μικρή για εμβόλια.
Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010
Σούπερ ζωδιακό αφιέρωμα: άνδρες καρκίνοι (και πώς να σας παλέψουν οι άλλοι)
Πώς σας αναγνωρίζουμε:
Όχι, δεν χρειάζεται να μας πείτε την ημερομηνία γέννησής σας. Είναι αυτή η αλλόκοτη αύρα που σας περιβάλλει, αυτό το μοναδικό κράμα ευαισθησίας, μίρλας, γκρίνιας και παράνοιας, που κάνει τους μυημένους να σας αναγνωρίζουν διαισθητικά προτού καλά-καλά ανοίξετε το στοματάκι σας. Είστε στάνταρ, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, καλλιτεχνική και κουλτουριάρικη φύση. Διαβάζετε πολύ (συνήθως παρανοϊκά πράγματα), βλέπετε ταινίες (πάντα παρανοϊκές), ακούτε περίεργες μουσικές. Ανατρέπετε όλους τους νόμους της ψυχοσύνθεσης των δύο φύλων, που θέλουν τους άντρες simple-minded και τις γυναίκες άπατα πηγάδια υπαρξιακών προβληματισμών. Είστε ολόκληροι ένας μεγάλος υπαρξιακός προβληματισμός, μια διαρκής αγωνία, μια υποβόσκουσα κατάθλιψη. Διασκεδάζετε με έναν εντελώς δικό σας τρόπο, που όσοι δεν σας γνωρίζουν καλά αδυνατούν συνήθως να αναγνωρίσουν ως διασκέδαση (λίγοι θα υποπτευθούν, λόγου χάρη, ότι στον καναπέ του κλαμπ όπου έχετε καταρρεύσει αμίλητοι, και ακινητείτε επί ώρες ατενίζοντας το κενό, περνάτε πραγματικά μια χαρούλα• αν και δεν αποκλείεται να πεταχτείτε και σαν ξεβιδωμένα πάνω και να χορέψετε μέχρι πρωίας, βγάζοντας κατά διαστήματα περίεργες κραυγές). Η ζωή είναι άδικη μαζί σας, σκληρή, άπονη και κακούργα. Είστε μόνοι, κανείς δεν σας καταλαβαίνει (εξαιρούνται οι φίλοι-σύντροφοι που περιγράφονται παρακάτω και οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ανάλογα συμπτώματα παράνοιας, αλλιώς θα έτρεχαν μακριά σας να σωθούν). Οι προθέσεις σας διαρκώς παρεξηγούνται, αφού σπανίως μπαίνετε στον κόπο να εκπέμψετε κοινώς κατανοητά σήματα, αλλά πιστεύετε ακράδαντα ότι οι άλλοι πρέπει να μαντεύουν με κάποιο τρόπο αυτά που κρύβετε στο βάθος του μυαλού σας. Έχετε χάσει άπειρες ευκαιρίες στη ζωή σας, γιατί μέχρι να τελειώσετε το διαλογισμό σας περί του αν είναι καλύτερα να δράσετε με τον τρόπο άλφα ή τον τρόπο βήτα το πουλάκι έχει πετάξει, κι εσείς έχετε πιθανότατα εξαντληθεί από τη διανοητική υπερπροσπάθεια• κατόπιν, εξαντλείστε ακόμα χειρότερα αναλύοντας για ώρες/μέρες/χρόνια/δεκαετίες το γιατί πράξατε όπως πράξατε (ή μάλλον το γιατί δεν πράξατε όπως δεν πράξατε) στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είστε υποχόνδριοι. Τρώτε συχνότατα αναίτιες φρίκες για την υγεία σας, πιστεύετε ότι πάσχετε από κάτι απίθανο, ότι επίκειται το τέλος σας, σηκώνετε μοϊκάνα, αλλά κατά βάθος ηδονίζεστε με την ιδέα ότι κάτι μπορεί να έχετε. Είστε επιρρεπείς στο αλκοόλ και τις καταχρήσεις γενικά (και μετά ξαναφρικάρετε για την υγεία σας που, αν και θαυμάσια, εσείς πιστεύετε ότι έχει πάρει την κατιούσα). Είστε ανασφαλείς. Ζηλεύετε φρικτά. Υποφέρετε πάρα πολύ συχνά –και πώς να μην υποφέρετε, μέσα στη σκληρή κακούργα κοινωνία, με τους σκληρούς κακούργους ανθρώπους που σας περιστοιχίζουν;
Οι φίλοι σας:
Κατά πάσα πιθανότητα, κάνετε χωριό με τα νερά, που κουβαλάνε την ίδια τρέλα. Βέβαια, άλλο άνδρα καρκίνο δύσκολα θα ανεχθείτε στο περιβάλλον σας, γιατί θα ενώσετε τις δυστυχίες και τους προβληματισμούς σας και θα σας πέσει βαρύ το πακέτο –το χειρότερο, θα κλέβει την προσοχή από εσάς διεκδικώντας για τον εαυτό του την αμέριστη συμπαράσταση, κατανόηση και συμπάθεια του περίγυρου. Μάλλον τους αποφεύγετε από ένστικτο αυτοσυντήρησης καθώς, στη θεωρητική περίπτωση που θα κολλούσατε με ομοιοπαθή, θα ακινητούσατε επί αιώνες στον ίδιο καναπέ αναλύοντας τα μυστήρια της ζωής, του σύμπαντος και της δαιδαλώδους ψυχοσύνθεσής σας, μέχρι να βρουν οι αρχαιολόγοι τους σκελετούς σας δίπλα-δίπλα μισό εκατομμύριο χρόνια μετά. Πιθανότατα δεν το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά στο χειρότερό εφιάλτη σας μετοικείτε στο φανταστικό χωριό που κατοικείται αποκλειστικά από ομοίους σας, και φρικάρετε χειρότερα και από τον Καλαμάρη στο γνωστό επεισόδιο του Μπομπ Σφουγγαράκη. Κολλάτε ακαριαία με ψαράκια και σκορπιούς (θηλυκού κατά προτίμηση γένους, ώστε να έχουν και την ανάλογη δόση μητρικής τρυφερότητας απέναντί σας• εξάλλου, η προαναφερθείσα δαιδαλώδης ψυχοσύνθεση προσομοιάζει από μόνη της στη γυναικεία ψυχολογία), που συμμερίζονται όπως είπαμε την τρέλα σας και γουστάρουν μαζοχιστικά τις επανειλημμένες γεωτρήσεις στα εσώψυχά σας (επί τη ευκαιρία, σκάβουν λίγο και στα δικά τους παρανοϊκά βάθη). Ιδίως με τις σκορπίνες έχετε μια αυτόματη έλξη, γιατί πάσχουν από τα σύνδρομα τα-έχω-φιλοσοφήσει-όλα και εγώ-θα-σώσω-τον-κόσμο-και-σένα-μαζί, και μπορούν να σας ακούν αγόγγυστα για χίλιες ώρες και να σας συζητάνε για άλλες τόσες (για να μην πούμε και ότι, ως γνήσια ναρκισσιστικά όντα που είναι, κολακεύονται και οι ίδιες αφάνταστα από το ενδιαφέρον που τους δείχνετε). Όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι θέλουν να σας σκοτώσουν, ή έστω να τρέξουν έντρομοι μακριά σας για να γλιτώσουν.
Οι ερωτικοί σας σύντροφοι:
Παρομοίως. Κατά 99%, τα έχετε με καρκίνο, ιχθύ ή σκορπιό. Με τους ιχθείς είναι το συνηθέστερο και πλέον ευτυχές ταίριασμα, γιατί είναι ανεκτικοί μέχρι αηδίας και πονοψυχιάρηδες και θα σας ανεχθούν/συμπαρασταθούν/χαρίσουν τη ζωή στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων. Αν ερωτευτήκατε σκορπίνα, πράγμα επίσης πολύ πιθανό για τους λόγους που προαναφέραμε, προσέχετε γιατί είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα σας σκοτώσει, ή έστω θα σας χτυπήσει πολύ άσχημα, ή τέλος πάντων ο έρωτάς σας θα λήξει άδοξα κάποια μέρα που εσείς θα θέλετε αγκαλιά και συζήτηση για τη σχέση σας μετά το σεξ κι εκείνη θα σας ρίξει μια μούτζα και θα τρέξει αλλόφρων στο σαλόνι να πιει μπύρες και να κοιμηθεί μουρμουρίζοντας χριστοπαναγίες. Όλοι οι υπόλοιποι σύντροφοι θα σας πληγώσουν ανεπανόρθωτα.
Πώς σας αντέχουμε:
Με αμέριστη υπομονή, αγάπη, στοργή, προδέρμ και πατ-πατ στο κεφαλάκι. Βασικά, αν δεν σας έχουμε σκοτώσει εξαρχής και σας συναναστρεφόμαστε, σας λατρεύουμε και δεν κάνουμε χωρίς εσάς. Είστε, πώς να το κάνουμε, ενδιαφέροντες και γοητευτικοί (κατά πάσα πιθανότητα είμαστε μάλλον γυναίκες που το πιστεύουμε αυτό, τα κλασικά αρσενικά όντα παίζει να θέλουν να σας πυροβολήσουν, ή απλά αποκοιμιούνται αλλάζοντας κανάλια ενώ τους εξιστορείτε τα βάσανά σας ή τον ψυχαναλυτικού τύπου προβληματισμό που σας γεννήθηκε καθώς παρακολουθούσατε το πέταγμα μιας πεταλούδας κοντά στη φλόγα ενός κεριού ή κάτι παρόμοιο). Μαθαίνουμε να μη θεωρούμε ψυχασθενική οποιαδήποτε συζήτηση. Σας ποτίζουμε, πίνουμε κι εμείς μαζί σας και εν τέλει περνάμε τζάμι (και ξερνάμε, παρέα ή χώρια, τις πρώτες πρωινές ώρες). Προσέχουμε τι σας λέμε, γιατί δεν αποκλείεται να σας γεννήσει κάποιο καινούριο βασανιστικό ερώτημα στον εγκέφαλό σας, που θα σας κρατήσει άυπνους για τρία βράδια στη σειρά και πιθανόν να θέλετε να σας το λύσουμε δέκα χρόνια μετά, που εμείς δεν θα θυμόμαστε καν για ποιο πράγμα μιλάτε. Δεν παρεξηγούμε όταν κάνετε μισή χιλιετία να δώσετε σημεία ζωής, το ξέρουμε ότι στο βάθος του μυαλού σας μας αγαπάτε και μας σκέφτεστε. Τέλος, επισκεφτόμαστε ψυχίατρο (αν δεν το κάνετε ήδη εσείς), γραφόμαστε σε κάποιο group therapy, προμηθευόμαστε καλά ψυχοφάρμακα.
(τέρας, αν το διαβάσεις, μην μείνεις άυπνος, και στείλε μου φιλάκια)

