Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Γκρίνια, μιζέρια, κατάθλιψη (προσοχή, μεταδίδεται)



Με τα Χριστούγεννα δεν το ’χω καθόλου.

Η αδερφή μου υποστηρίζει ότι είμαι απλώς σκατόψυχη. Εγώ, πάλι, λέω πως είναι καθαρά ζήτημα αισθητικής.

Τι να κάνω, με πιάνει μια φρίκη με τους τόνους καρακίτς «διακοσμητικών» που κατακλύζουν τα σπίτια και τους δρόμους, ξέρετε, πλαστικοί αγιοβασίληδες που σκαρφαλώνουν αλά Ρωχάμης στα μπαλκόνια, κακοφτιαφμένα ελαφάκια-διασταύρωση με πολική αρκούδα ή κάτι παρόμοιο, φάτνες, άχυρα, βοσκοί και λοιπά ντεκόρ βουκολικού χαρακτήρα. Για να μην πω για τα λαμπάκια: λαμπάκια, λαμπάκια, λαμπάκια και ξανά λαμπάκια, σε κάθε πιθανό και απίθανο μέρος, άσπρα λαμπάκια, χρωματιστά λαμπάκια, που αναβοσβήνουν σε στυλ φωτορυθμικού μέχρι να σου ’ρθει επιληπτική κρίση, λαμπάκια εδώ, λαμπάκια εκεί, πού στο διάολο βρίσκονται τόσες πρίζες, φυτρώνουν λόγω των ημερών; Και δεν είναι τόσο ότι τα βρίσκω αντιαισθητικά τα λαμπάκια, όσο ότι με πιάνει οικολογική κρίση με το ενεργειακό, συν μια μίνι φοβία ότι μπορεί κάποια από τις μαλακίες να βραχυκυκλώσει έτσι που τα ’χουν να καίνε νυχθημερόν και γίνουμε όλοι κάρβουνο, να είμαστε ασορτί και με το γενικότερο κλίμα του τελευταίου καιρού...

Θα μου πείτε, αφού δεν τα γουστάρεις τα στολίδια και τα λαμπάκια, μην στολίσεις και τελείωσε. Αμ δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα! Διότι άμα τυχαίνει να είσαι το τελευταίο τέκνο που κατοικεί ακόμη με τους γονείς, οφείλεις να φροντίζεις τα γιορτινά υπαρξιακά τους, που έχουν μάλιστα ενταθεί λόγω πρόσφατης μετακόμισης του άλλου τέκνου. Ξέρετε, αυτή η απίθανη χριστουγεννιάτικη ψυχοπλακο-γκρίνια του τύπου εμείς τώρα γεράσαμε, άμα φύγεις κι εσύ δεν θα ξαναστολίσουμε κλπ κλπ, μέχρι να σε κάνουν να νιώσεις αφόρητες τύψεις που σου τη δίνει το έλατο και τα συμπράγκαλά του και να αποφασίσεις να παλέψεις ηρωικά, επί ένα ολόκληρο απόγευμα, με πλαστικά κλαδιά, λαμπάκια (γαμώ την τύχη μου!), κουδουνάκια, αστεράκια, πλαστικά χιόνια (μπλιαχ) και ό,τι άλλη αηδία απαιτεί η περίσταση να κρέμεται πάνω στο γαμω-έλατο, για να χαρούν ο μπαμπάς και η μαμά και να αναβάλουν την αυτοκτονία για του χρόνου ή του παραχρόνου. Και δεν είναι που μάχεσαι με τα κουδουνάκια, είναι που πρέπει και να χαμογελάς όλο ενθουσιασμό με το αποτέλεσμα (ένα πράσινο παλούκι δυο φορές το μπόι μου μέσα στο σαλόνι, τι καλά), καταπνίγοντας φυσικά τα καντήλια που σου έρχονται επειδή η χρυσόσκονη, το πλαστικό χιόνι (μπλιααααχ) και τα υπολείμματα του φελιζόν έχουν μπλεχτεί ανεπανόρθωτα στα ρούχα σου, στα μαλλιά σου, και στη γούνα της γάτας, η οποία σημειωτέον έχει αφηνιάσει με το σούσουρο και τρέχει πάνω-κάτω σαν να της έχουν ρίξει νέφτι.

Ασφαλώς, το αποτέλεσμα σε ανταμείβει τρόπον τινά, γιατί ο μπαμπάς και η μαμά όντως χαίρονται με την αηδιοκόσμηση του σπιτιού και επιτέλους σταματάνε τη γκρίνια. Ωστόσο, αμέσως μετά ξενικά το δεύτερο στάδιο, αυτό των διαπραγματεύσεων με τη μαμά, που χάρηκε κάπως υπέρ του δέοντος και ξετρύπωσε επιπλέον άλλες εκατό μαλακίες για να στολίσετε, λέει, και το υπόλοιπο σπίτι, μην τυχόν και μείνει καμιά γωνιά φυσιολογική και πάθουμε τίποτα λόγω ελλιπούς εορταστικού κλίματος. Κι εσύ τρέχεις ικετεύοντας να προλάβεις τα χειρότερα, με την απαραίτητη πάντα διπλωματία («αυτό το πανέμορφο αγγελάκι, που θυμίζει παρεμπιπτόντως τυραννόσαυρο, θα μπορούσε ίσως να περιμένει για του χρόνου;» ή «ΕΛΕΟΣ, όχι το γιγάντιο κερί πάνω στο πικάπ μου!!!»), ενώ συγχρόνως κυνηγάς το γατί, που σε εκδικείται ανελέητα για την καταστροφή του χώρου του αρπάζοντας τη διακοσμητική κάλτσα από το τζάκι και σέρνοντάς την κάτω από το τραπεζάκι για να την αποτελειώσει με την ησυχία του.

Και πάει στο διάολο η αηδιοκόσμηση. Έχω μετά το άλλο δράμα, τα κάλαντα. Με τα πιτσιρίκια που ξαμολιούνται την παραμονή και βαράνε τα κουδούνια από τις εφτά, κάνοντάς με αφενός να νοσταλγώ τις χρυσές ημέρες του βασιλιά Ηρώδη, αφετέρου να βλαστημάω με την ψυχή μου τον πούστη που εφηύρε τα «μουσικά» κουδούνια σαν το δικό μας (ολόκληρο κοντσέρτο βαράει, σε απίστευτη ένταση και μάλιστα α κ ρ ι β ώ ς έξω από την κρεβατοκάμαρά μου, τόσο που χτες το πρωί νόμιζα μες στον ύπνο μου πως είχα ένα ολόκληρο καμπαναριό μέσα στο κεφάλι μου…). Και δε φτάνει που σε ξυπνάνε αξημέρωτα, τα σκασμένα, πάνω που πήρες άδεια και λες επιτέλους σήμερα δεν θα ξυπνήσω στις έξι. Eίναι που, άμα πεις ας την κάνω την καλή την πράξη κι ανοίξεις την πόρτα, πρέπει να υποστείς τις παντελώς παράφωνες τσιρίδες τους (χάθηκε ο κόσμος να τους κάνουν μια στάλα ωδική στα σχολεία;!) το λιγότερο μέχρι τη δεύτερη στροφή του άσματος, γιατί χαίρονται και παίρνουν φόρα κι άντε μετά να τα σταματήσεις, όσο γλυκά (στην αρχή) ή απειλητικά (όσο συνεχίζουν οι τσιρίδες) πεις «και του χρόνου» δίνοντας τα ψιλά.

Και για να δέσει η χριστουγεννιάτικη τραγωδία μου, έρχονται τα μελομακάρονα. Όχι, αυτά δεν τα αντιπαθώ –τουναντίον: τα λατρεύω. Με αποτέλεσμα να επιδίδομαι κάθε πρωί, μεσημέρι και απόγευμα σε μια καθόλα άνιση μάχη με τη συνείδησή μου, προκειμένου να αποφύγω το σατανικό κουτί που μου κάνει ναζάκια από το τραπέζι της κουζίνας. Όπως ίσως φαντάζεστε, η ρουφιάνα η συνείδησή μου πάντοτε χάνει εξευτελιστικά, ενώ εγώ απομακρύνομαι θριαμβεύτρια ως Ρωμαίος κατακτητής με το μελομακάρονο στο στόμα. Και μπορεί μεν να είμαι ελλιποβαρής και να μην βάζω γραμμάριο ακόμα και με το νιοστό μελομακάρονο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαι και γυναίκα: κοινώς, κομπλεξική με το βάρος που θεωρητικά μπορεί να πάρω. Πράγμα που σημαίνει ότι περνάω τις μισές γιορτές καταβροχθίζοντας μελομακάρονα, και τις άλλες μισές μετρώντας πανικόβλητη πόσα μελομακάρονα καταβρόχθισα. Αφήστε που τις νύχτες ξυπνάω κάθιδρη από κάτι φρικτούς εφιάλτες, στους οποίους εμφανίζομαι λέει το επόμενο καλοκαίρι με μπικίνι στην παραλία και οι λουόμενοι αρχίζουν να με σπρώχνουν προς το νερό, φωνάζοντας «ρίξτε την καημένη τη φάλαινα πίσω στη θάλασσα»…

Καταλάβατε; Κι όλα αυτά, με το μωρό στου διαόλου τη μάνα, να κάνει χριστούγεννα στο στρατόπεδο τρώγοντας προϊστορικές γαλοπούλες, αντί να είναι εδώ να με διαβεβαιώσει ότι όχι, δεν θα παχύνω με μερικές μέρες μελομακαρονοτροφίας αλλά φυσικά ναι, θα με αγαπούσε ακόμη κι αν πάχαινα λόγω των μελομακάρονων, και τα λοιπά και τα λοιπά, όπως σωστά καταλάβατε μ’ έχουν χτυπήσει όλες οι ανασφάλειες και οι γκρίνιες του πλανήτη μαζεμένες, και πολύ θα το ήθελα να επιτεθώ κι εγώ σαν τη γάτα στη χριστουγεννιάτικη κάλτσα να ξεσπάσω, αλλά μάλλον θα φανεί πολύ γελοίο κάτι τέτοιο, οπότε απλώς κάθομαι εδώ και μιζεριάζω, και το μωρό λείπει, ναι το ξέρω ότι το ξαναείπα αυτό, και μην τυχόν και υποθέσετε πως γι’ αυτό μου φταίνε όλα, καμία σχέση, το ότι μου λείπει φρικτά είναι τελείως μα τελείως ανεξάρτητο από το ότι μου προκαλεί αναγούλα αυτό το γούτσου-γούτσου κλίμα των ημερών, άι σιχτίρ…

Ξέρω, σας έπεισα.

Πάω να ξεκρεμάσω τη βρωμο-κάλτσα.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Βενετία part 2

Χορτάσατε Italia; Ελπίζω όχι, γιατί η Luthien, που τα ξέρει από ζωντανή αναμετάδοση, μου έβαλε φυτίλια να σας πω και όσα φοβερά και τρομερά παρέλειψα χτες…

Λοιπόν, για τις Ιταλίδες σας είπα; Όταν μάζευα τα μπαγκάζια μου, η αδερφούλα μου, που ξέρει απ’ αυτά, με προειδοποίησε: Κανόνισε κακομοίρα μου, μη σκάσεις Ιταλία με τίποτα τζην και τα άρβυλα, γιατί θα δεις τις Ιταλίδες και θα γίνεις χώμα. Τι να κάνω κι εγώ το έρμο, σκιάχτηκα, και φρόντισα να πάρω μαζί μου ό,τι πιο κομψό είχα σε ρουχαλάκι, ξέρετε, φουστανάκια, φουστίτσες και τα λοιπά. Τις γόβες εννοείται πως αδίκως τις κουβάλησα –πώς στο διάβολο να βάλεις γόβα και να περπατάς δέκα ώρες στα κανάλια;! (εξαιρείται η αδερφούλα μου, που και στα καλντερίμια των νησιών πηγαίνει με δώδεκα πόντους πέδιλο και γλιτώνει, άγνωστο πώς, την εξάρθρωση αστραγάλου.) Κατά τα άλλα πάντως φρόντισα να είμαι, όσο μπορούσα, κομψή και περιποιημένη.

Το αποτέλεσμα; Πάλι χώμα έγινα! Τι χώμα δηλαδή, κουρνιαχτός! Διότι μπορεί να μην μοιάζουν όλες οι Ιταλίδες εκ φύσεως στη Μόνικα Μπελούτσι, αλλά σίγουρα έχουν όλες τον προσωπικό στυλίστα και κομμωτή τους, ή τουλάχιστον εκπληκτικό γούστο. Και, λογικά, πάρα πολλά λεφτά, συν άπλετο ελεύθερο χρόνο τον οποίο διαθέτουν, προφανώς, αποκλειστικά για φτιάξιμο νυχιών και λοιπά ευγενή σπορ.

Να σας περιγράψω την κατάσταση για να καταλάβετε: περπατάς το απογεματάκι σ’ έναν εμπορικό δρόμο, και διαπιστώνεις σύντομα τις κάτωθι made in Italy πραγματικότητες: 1)όλες οι γυναίκες φοράνε υπέροχα φουστάνια ή φούστες, 2)όλες οι γυναίκες φοράνε τακούνια, 3)όλες οι γυναίκες φοράνε κάλτσες με δαντέλες σε διάφορα μήκη, 4)όλες οι γυναίκες μοιάζουν, γενικά, να το έχουν σκάσει –στυλιστικώς πάντα – από editorial περιοδικού. Για τις μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες, δε, ισχύει η υπ’ αριθμόν 5 διαπίστωση: μυστηριωδώς, έχουν όλες το ίδιο στόμα, ξέρετε, αυτό της Donatella Versace. Και το καλύτερο όλων; Με αυτήν την περιβολή (φουστάνι-κάλτσα-τακούνι), καβαλάνε όλες σχεδόν ποδήλατα, τουλάχιστον στο Τρεβίζο. Η στήλη συνιστά προσοχή στους άρρενες επισκέπτες: μπορεί να νομίσετε ότι πεθάνατε και βρίσκεστε στον παράδεισο!

Για να καταλάβετε για τι ασύλληπτο επίπεδο κομψότητος μιλάμε, να σας πω για μια κυριούλα που πετύχαμε, καμιά πενηνταριά χρονών το λιγότερο, η οποία είχε βγει μεσημεριάτικο έξω, με μια πατερίτσα, και κούτσαινε πολύ άσχημα. Φανταστείτε τι θα φορούσε μια Ελληνίδα, ας πούμε, στην αντίστοιχη περίπτωση: τη φόρμα και τα αθλητικά της, μπας και γλιτώσει το δεύτερο διάστρεμμα; Αμ δε! Η κυριούλα κυκλοφορούσε με την πατερίτσα της και κατακόκκινο cocktail dress, βαμμένη, χτενισμένη και, μην ξεχνιόμαστε, με ψηλοτάκουνα!!!

Επιστρέφω στην περιγραφή του εμπορικού δρόμου το όμορφο απογεματάκι: περπατάς, κοιτάς γύρω σου, κι αρχίζεις ν’ αναρωτιέσαι αν όλοι οι Ιταλοί άντρες είναι για κάποιο μυστήριο λόγο διαζευγμένοι ή, χτύπα ξύλο, χήροι. Γιατί κανένας δεν έχει δίπλα του γυναίκα, παρά μόνο το καροτσάκι με το μωρό ή/και το πιτσιρίκι απ’ το χέρι, ενώ επιπλέον βαστάνε και κάτι τεράστιες σακούλες. Α, και δεν περπατούν, αλλά είναι συνήθως σταματημένοι (παρκαρισμένοι, για την ακρίβεια, με το καρότσι και τις τσάντες) έξω από κάποιο κατάστημα ρούχων ή καλλυντικών. Σύντομα διαπιστώνεις τι ακριβώς συμβαίνει, όταν βγαίνει δηλαδή κάποτε η υπέρκομψη Ιταλίδα σύζυγος από το εκάστοτε μαγαζί, αγκαλιά με άλλες τόσες σακούλες, τις οποίες φορτώνει στο σύζυγο και συνεχίζει. Για να τον παρκάρει έξω από το επόμενο μαγαζί…

Σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς μου βάσει όσων είδα, τα 2/3 τουλάχιστον του οικογενειακού προϋπολογισμού στον ιταλικό βορρά πηγαίνουν, το δίχως άλλο, στα έξοδα καλλωπισμού και ενδυμασίας της συζύγου. Αναρωτιέστε για το υπόλοιπο 1/3; Ε, αυτό πηγαίνει σίγουρα στους σκύλους! Σκύλο να δουν τα μάτια σου! Τι σκύλο, δηλαδή, που οι περισσότεροι ήταν κάτι μινιατούρες, ξέρετε, αυτά τα ποντικοειδή πλάσματα, τα οποία τα κυκλοφορούν όλοι και παντού, και μάλιστα στολισμένα χειρότερα από τις Ιταλίδες: τι ρουχαλάκια, τι περιλαίμια με στρας, τι κοτσιδάκια, πραγματική κουταβο-πασαρέλα. Κι όταν λέμε ότι μπαίνουν παντού, εννοούμε παντού, στα λεωφορεία, στα φαρμακεία, στα εστιατόρια, στα σούπερ-μάρκετ –κανονικός εφιάλτης, κάτι σαν τον πλανήτη των πιθήκων σε διασκευή: ο πλανήτης των σκύλων! Μην με παρεξηγήσετε, κι εγώ φιλόζωη είμαι –αλλά να σε κυνηγάνε με το τουφέκι μην τυχόν και καπνίσεις (σε κάποια εστιατόρια το απαγόρευαν ακόμη και στον εξωτερικό χώρο!), και μετά να σου αμολάει ο άλλος στα μούτρα τον κοπρίτη, του πούστη, παραπάει!

Και σαν να μην μου έφτανε η ψυχολογική μου καταρράκωση ως γυναίκα απ’ όλα αυτά (που ήμουν δηλαδή, παρά τις προσπάθειές μου, πολύ χειρότερα ντυμένη όχι μονάχα από τις Ιταλίδες, αλλά και από τα κατοικίδιά τους), ήρθε και ο έλεγχος στο αεροδρόμιο να με αποτελειώσει. Διότι μπορεί στο Ελ.Βενιζέλος και στην Τσεχία (πετούσαμε μέσω Πράγας) να μας ζήτησαν απλώς να βγάλουμε τις ζώνες μας, αλλά στη Βενετία παραλίγο να μας κάνουν έρευνα σωματικής κοιλότητας! Για να καταλάβετε το δράμα μου, πάω η καημένη να περάσω από το μηχάνημα, και με σταματάει μία αλλόφρων υπάλληλος τσιρίζοντας κάτι (στα ιταλικά, φυσικά). Εγώ πανικοβάλλομαι, προσπαθώ να καταλάβω τι στο διάολο θέλει, αυτή εξακολουθεί να φωνάζει και να χειρονομεί, δείχνοντας τα παπούτσια μου τώρα, με τα πολλά καταλαβαίνω ότι θέλει να βγάλω τις μπότες μου να τις περάσουν από το μηχάνημα μαζί με τις χειραποσκευές. Παθαίνω μία φρίκη, ελπίζω ότι κατάλαβα λάθος, και ότι δεν θα χρειαστεί πραγματικά να σκύβω με το φουστάνι –ήθελα και μίνι, τρομάρα μου μαύρη! – μέσα στον κόσμο να ξεκουμπώνω μισό μέτρο μπότα, αλλά η κάργια εκεί, ανένδοτη, να φωνάζει σινιόρα και σινιόρα. Τι να κάνω κι εγώ, παίρνω βαθιά ανάσα, κάθομαι (προσπαθώντας να μην το σκάσει καμιά καλτσοδέτα από το φουστάνι και νευρασθενιάσω τελείως), και βγάζω τις μπότες, βρίζοντας εννοείται για άλλη μια φορά την τύχη μου, τα αεροδρόμια, τη διεθνή τρομοκρατία, τον εφευρέτη της μπότας, και φυσικά το μαλάκα τουρίστα που χασκογελάει δίπλα μου για το ανέλπιστο θέαμα.

Κι εκεί που, μετά την πρώτη σύγχυση, το έχω πάρει απόφαση ότι θα τη βγάλω τη ρημάδα τη μπότα κι εντάξει, δεν τρέχει τίποτα, τρώω το δεύτερο και καταλυτικό σοκ, καθώς βρίσκομαι αντιμέτωπη με τη δραματική λεπτομέρεια που είχα ξεχάσει: τα ριγέ ροζ σοσονάκια που είχα φορέσει τελευταία στιγμή (πάνω από τις υπέροχες μαύρες δυχτυωτές μου κάλτσες) για να μη με χτυπήσει, λέει, η μπότα στο ταξίδι….

Ε, εκεί είναι που βαράς διάλυση. Διότι ένα πράγμα να γίνεις τουλάχιστον μετρίως ρεζίλι ως σέξυ θηλυκό, κι άλλο να εξευτελιστείς εντελώς βολτάροντας μέσα στο αεροδρόμιο με πολύχρωμα μπεμπέ καλτσάκια! Και να έχεις και το μέλλοντα σύζυγο από δίπλα που, αντί να σε συμπονέσει για την τραγωδία που ζεις, το βρίσκει το όλο πράγμα πάρα πολύ αστείο κι αρχίζει να χτυπιέται από τα γέλια, ενώ εσύ, τρελαμένη, πετάς τις γαμημένες μπότες στο καλάθι του ελέγχου και περνάς από το μηχάνημα, ελπίζοντας να σου τις επιστρέψουν εντός 30 δευτερολέπτων το πολύ για να μην σκάσεις κυριολεκτικά από το κακό σου.

Αλλά επειδή, σύμφωνα με το γνωστό νόμο, ό,τι μπορεί να πάει στραβά σε μια κατάσταση, θα πάει, οι μπότες σου ξεμένουν (γιατί σε μένα; Ε; γιατί;) πίσω από καμιά δεκαριά άλλα καλαθάκια με χειραποσκευές, κι εσύ αναγκάζεσαι να τις περιμένεις σε κατάσταση υστερίας για ένα πεντάλεπτο περίπου, ή όσο τέλος πάντων χρόνο χρειάζονται οι γύρω σου άνθρωποι για να εμπεδώσουν την αλληλουχία κίτρινης και πράσινης ρίγας πάνω στη ροζ κάλτσα σου.

Ηθικά διδάγματα:

α) Μην παντρευτείτε Ιταλίδα, θα σας ξετινάξει.

β) Οι ιταλικοί σκύλοι την έχουν σαφώς καλύτερα από τους Ιταλούς καπνιστές.

γ) Προσέχετε τι κάλτσες φοράτε για να ταξιδέψετε…

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Βενετία

Εντάξει, το παραδέχομαι, είμαι επιεικώς ασυγχώρητη: είχα τάξει ποστ για τις γόνδολες και σας συνέδεσα με Κάιρο κοντά ένα μήνα τώρα… Το γιατί δεν είναι του παρόντος να σας το αναλύσω, ας πούμε πως πέσανε ζόρια γενικότερα, αναχωρήσεις, αλλαγές, διάφορες μαλακίες, χρειάστηκε ένας άλφα χρόνος προσαρμογής. Όχι πως προσαρμόστηκα, δηλαδή. Απλώς, καταστάλαξα πως το πρόγραμμα “δεν τρώω-ακούω Amanda- κοιμάμαι δεκατέσσερις ώρες την ημέρα” δεν θα βελτίωνε την κατάσταση, τη δικιά μου ή κανενός άλλου, κι επέστρεψα θέλοντας και μη στα καθημερινά μου. Λιγάκι μουδιασμένη, αλλά σε κάθε περίπτωση ζωντανή.

Λοιπόν, κομμένα τα υπαρξιακά μου. Ώρα να σας πω τα περί Venezia –ό,τι μου έρχεται, τέλος πάντων, αυτή τη στιγμή από το ταξίδι.

Θα ξεκινήσω με τα στραβά και ευτράπελα, μπας και γελάσετε λιγάκι. Γιατί μπορεί γενικά το ταξίδι μας να ήταν μια μαγεία, αλλά ο άγιος Αρτέμιος (τον ξεχάσατε αυτόν;) φαίνεται πως μου τη φύλαγε για όσα του ’σουρα πριν φύγω… Οι εκδικητικές του τάσεις άφησαν ευτυχώς ήσυχο τον κινητήρα του αεροπλάνου, επηρέασαν όμως προφανώς κάποιον υπάλληλο του αεροδρομίου, που παραβίασε τη βαλίτσα μας και έκλεψε τι; Όχι, πείτε, τι; Τα τσιγάρα μας! Και στ’ αρχίδια μου τα 20 ευρώ, αλλά καπνίζουμε βλέπετε κι οι δυο ελληνική μάρκα και δεν αντέχουμε τους ξένους καπνούς. Διαπίστωσα την έλλειψη τη δεύτερη μέρα –και όλο το υπόλοιπο ξενοδοχείο μαζί μου, υποθέτω, που άκουσε τα καντήλια που έριχνα, αρχικά στα ελληνικά (διαμαρτυρόμενη στον άντρα μου για την τύχη μας), κατόπιν στα αγγλικά (διαμαρτυρόμενη στον έντρομο ρεσεψιονίστ για τους άθλιους αλήτες του αεροδρομίου), και τελικά σε αυτοσχέδια ιταλικά (προς τους παρευρισκόμενους Ιταλούς που προσπαθούσαν να καταλάβουν γιατί ουρλιάζω). Τέλος πάντων, επιβιώσαμε με κάτι αισχρά Stuyvesant, σκεφτείτε πως έξι μέρες δύο άτομα κάναμε με το ζόρι δύο πακέτα, αλλά πάει στο διάολο, περνούσαμε υπέροχα. Τόσο που χάρισα τη ζωή στο ρεσεψιονίστ-αντιπαθητικό αντικαπνιστή ο οποίος, αφού ξεπέρασε το σοκ από τις φωνές μου και κατάλαβε τι μας είχε συμβεί, παρατήρησε με μελιστάλαχτη χαιρεκακία πως δεν πειράζει, θα είναι καλύτερο για την υγεία μας…

Πριν το σόου βέβαια με τα κλεμμένα τσιγάρα, είχαμε το άλλο, με το απολεσθέν δεκάευρω. Το εν λόγω σκηνικό διαδραματίστηκε με το που πατήσαμε το πόδι μας Βενετία, στο αεροδρόμιο, και είχε ως εξής: Θέλαμε, τα καημένα, να αγοράσουμε κάρτα για τοπικό καρτοτηλέφωνο. Βρίσκουμε ένα αυτόματο μηχάνημα, που έπαιρνε χαρτονόμισμα των 10 ή των 20 ευρώ. Βάζουμε μέσα ένα δεκάευρω, και το γαμημένο μηχάνημα αρχίζει να αναβοσβήνει πως δεν διαθέτει κάρτες των 10 ευρώ, παρακαλούμαστε να βάλουμε άλλα 10. Το θέμα είναι πως άλλο δεκάευρω δεν είχαμε, οπότε αρχίσαμε να ψάχνουμε το κουμπάκι που θα μας επέστρεφε, όπως είναι λογικό, τα 10 ευρώ που βάλαμε. Quess what, τέτοιο κουμπάκι δεν είχε! Όπως καταλαβαίνετε, μου γυάλισε το μάτι, όχι για τα 10 ευρώ αλλά για τη μαλακία του πράγματος. Ο καημένος ο άντρας μου λέει άσ’το να πάει στο διάολο, εγώ πεισμώνω και του λέω όχι βρες έναν υπάλληλο (ιταλομαθής αυτός, βλέπετε) να ρωτήσεις. Με αφήνει, λοιπόν, μπροστά στο μηχάνημα παρέα με τη βαλίτσα μας, ρωτάει έναν υπάλληλο, του λέει από κει πηγαίνετε, και πάει. Περνάνε πέντε λεπτά, δέκα λεπτά, ένα τέταρτο, ο άντρας μου άφαντος, εγώ έχω αρχίσει να φρικάρω, χτυπάει το κινητό μου επιτέλους και είναι εκείνος, μου λέει έλα είμαι στην παραπέρα αίθουσα και δεν με αφήνουν να ξαναμπώ στις αφίξεις! Το πάρτυ, τώρα, ήταν ότι εγώ δεν μπορούσα με την καμία να μετακινήσω τη βαλίτσα που, ροδάκια-ξεροδάκια, ζύγιζε τα μισά μου κιλά τουλάχιστον. Ν’ ακούω τον δικό μου από το τηλέφωνο να φωνάζει στον υπάλληλο «μα είναι μέσα η γυναίκα μου και η βαλίτσα μου!» (τόσα ιταλικά τα πιάνω), να ουρλιάζω εγώ «πες στο μαλάκα ή να σε βάλει μέσα ή να ’ρθει να μου κουβαλήσει τη βαλίτσα», ως συνήθως γίναμε θέαμα. Τελικά ουδείς συγκινήθηκε από το δράμα μας, κι αναγκάστηκα όχι μόνο ν΄αφήσω το δεκάευρω στο ληστρικό μηχάνημα, αλλά και να εξευτελιστώ δημόσια σπρώχνοντας, σέρνοντας και κλωτσώντας σχεδόν την ασήκωτη βαλίτσα μέχρι την άλλη αίθουσα, σταματώντας ανά ένα μέτρο για να λαχανιάσω, να ξελαχανιάσω και να βρίσω τους πούστηδες τους Ιταλούς, τα αεροδρόμια, τις τηλεκάρτες, τα δεκάευρα, την τύχη μου και, πρωτίστως, τα όπου γης καταραμένα αυτόματα μηχάνηματα.

Για να κλείσω με τις αναποδιές, αναφέρω συνοπτικά πως παραλίγο να πέσω, το ζώον, μέσα σε ένα κανάλι –και ΟΧΙ, αυτό δεν θα ήταν καθόλου αστείο. Σε περίπτωση που αναρωτιέστε πώς τα κατάφερα, βάλτε με το νου σας τι θα έκανε ένα βλαμμένο τριών χρονών και θα καταλάβετε: βλέπουμε ένα ωραίο σπιτάκι απέναντι, θέλουμε να το φωτογραφίσουμε, και ξεκινάμε μέσα στην τρελή χαρά να κατεβούμε φουριόζοι τα σκαλάκια που οδηγούν στο νερό για να έχουμε καλύτερη θέα. Ότι τα σκαλάκια έχουν δύο δάχτυλα βρύα και γλίτσα πάνω, ούτε το σκεφτόμαστε, ούτε το βλέπουμε. Ας είναι καλά ο ήρωάς μου που πρόλαβε και με βούτηξε, από τα μαλλιά σχεδόν, και ήταν και τόσο καλός που κρατήθηκε και δεν με έσπασε στο ξύλο μετά (στη θέση του, θα το είχα κάνει να ξεθυμάνω).

Μην ξεχάσω βέβαια να σας πω πως, εκτός της τρομάρας με την παρ’ ολίγον μοιραία μου βουτιά στο κανάλι, πέρασα και τη φρίκη της ζωής μου στα αεροπλάνα, τα οποία τα τρέμω. Στην πρώτη απογείωση μάλιστα κόντεψα να πάθω αποπληξία, και σχεδόν εξάρθρωσα από το σφίξιμο το χέρι του καλού μου, ο οποίος προσπαθούσε, φιλότιμα ομολογουμένως, να μου αποσπάσει την προσοχή πετάγοντας ατάκες του τύπου «αγάπη μου, είμαι gay», «έχω ένα παιδί από προηγούμενη σχέση», «τα ’χω με την αδερφή σου» κλπ κλπ. Εμένα βέβαια ποσώς μ’ ενδιέφεραν εκείνη την ώρα όλα αυτά. Ιδίως όταν ένιωσα το αεροπλάνο να γέρνει στο πλάι (έκανε στροφή για να πάρει πορεία, όπως μου εξήγησαν μετά), είχα παγώσει στο κάθισμα με διεσταλμένες κόρες και επαναλάμβανα «πέφτει, το ήξερα εγώ, πέφτει»…

Κατά τα άλλα, ήταν όλα υπέροχα. Εγώ χάζεψα στην κυριολεξία με τα κανάλια, τα γεφυράκια, τα παλιά σπίτια, τις μάσκες και τις κούκλες. Σκεφτείτε πως τις δύο πρώτες ημέρες καταφέραμε να γυρίσουμε ΟΛΗ τη Βενετία (πλην των νησιών) με τα πόδια. Κυριολεκτικά μου πείραξε τα μυαλά το μέρος –είχα αρχίσει να νιώθω λιγάκι αλλόκοτα, σαν να είχα εγκλωβιστεί μέσα σε κομεντί ένα πράγμα. Το προσπάθησε βέβαια και ο άντρας μου που με πήγε με κλειστά μάτια στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και μου έπεσε το σαγόνι. βοήθησε και ο πλανόδιος βιολιστής στη στοά. και η μέτρια συννεφιά που ταίριαζε τόσο με τα χρώματα. και τα κόκκινα αναρριχητικά παντού. και, και, και…

Ήταν ίσως λιγάκι υπερβολικό να περπατάμε δέκα ώρες τη μέρα συνεχόμενα, αλλά τι να κάνω, ήταν τόσο ρομαντικά! Το ρομάντζο στο περπάτημα μάς έμεινε, βέβαια, γιατί γυρνούσαμε στο ξενοδοχείο τόσο τέζα που σχεδόν κοιμόμασταν με τα ρούχα, αλλά χαλάλι. Εγώ ευχαρίστως θα γύριζα στον ίδιο ρυθμό και τις υπόλοιπες μέρες, δεν το χόρταινα το μέρος (ούτε τις πίτσες, εννοείται, ούτε τα ζυμαρικά με θαλασσινά ή προσούτο, ούτε τις πανακότες, ούτε τα παγωτά, ευτυχώς που έχω καλό μεταβολισμό δηλαδή), αλλά ο καημένος ο άντρας μου έφριξε απ’ το πολύ περπάτα, πάτησε πόδι πως δεν θ’ αφήσει αυτός τα κόκαλά του στα βενετσιάνικα σοκάκια επειδή εγώ είμαι τρελή κι έχω καταπιεί τη ντούρασελ, και με πήγε τις υπόλοιπες μέρες Τρεβίζο και Βερόνα όπου, όπως σωστά είχε υπολογίσει, σήκωσα μεν τα μαγαζιά (τι φταίω εγώ που είχε παντού υπέροχα παπούτσια και θεϊκές φούστες, ε, τι φταίω;) αλλά περπατήσαμε σαφώς λιγότερο.

Στη Βερόνα, ασφαλώς, κάναμε και όλα τα σχετικά σαχλορομαντικά: πήγαμε στο σπίτι της Ιουλιέτας, γράψαμε τα ονόματά μας στο διάδρομο (άλλο σόου αυτό, ο καλός μου σκαρφαλωμένος σαν τον Ταρζάν πάνω στην καγκελόπορτα για να βρει χώρο να γράψει), μέχρι μπρελόκ καρδούλες Romeo&Juliet αγοράσαμε (εντάξει, κράξτε με, το αξίζω) για το σπίτι που θ’ ανοίξουμε του χρόνου… Κανονικό παραλήρημα, δηλαδή, αν σκεφτείτε πως υπό νορμάλ συνθήκες το ίνδαλμά μου είναι αυτή στο ανέκδοτο που της λέει ο τύπος «αγάπη μου, κοίτα πόσα αστέρια στον ουρανό» κι αυτή του απαντάει «όντως, της πουτάνας γίνεται».

Το ότι το ταξίδι με χάζεψε, εξάλλου, αποδεικνύεται περίτρανα από το γεγονός ότι επιβίωσα θαυμάσια έξι ολόκληρες ημέρες χωρίς Iggy, ακούγοντας από παντού βιολιά και όπερες. Παραλίγο θα έτρωγα στη μάπα και κονσέρτο Vivaldi (λύσσαξε το μωρό μου να πάμε, ακολούθησε ο αναμενόμενος παρανοϊκός διάλογος «έλεος, ούτε ο Molko λάιβ να ήταν», «άθλια ακουλτούριαστη ιερόσυλη!», «καμένε ξενέρωτε», «καλά πάμε για παγωτό», «σ’ αγαπώ»), αλλά ευτυχώς για μένα τελείωνε πολύ αργά και θα είχαμε πρόβλημα επιστροφής (μέναμε στο κοντά στο Mestre, ένα 40λεπτο με τη συγκοινωνία από τη Βενετία), οπότε τη γλίτωσα.

Τη μεγαλύτερη πλάκα, πάντως, τη σπάσαμε με τους ντόπιους και την ασύλληπτη γλωσσομάθειά τους. Διακρίναμε τέσσερις κατηγορίες αγγλομαθών Ιταλών, ανάλογα με την αντίδρασή τους στην κρίσιμη ερώτηση do you speak English?. Κατηγορία πρώτη: δεν καταλαβαίνουν καν τι ρώτησες, και είτε σε αγνοούν είτε συνεχίζουν απτόητοι την πάρλα στα ιταλικά. Κατηγορία δεύτερη: σου απαντούν (στα ιταλικά) «λίγο», μόνο και μόνο για να διαπιστώσεις ότι καταλαβαίνουν μόνο το yes και το no κι αυτά με το ζόρι. Τρίτη κατηγορία: σου απαντούν yes, και προσπαθούν να συνεννοηθούν με γνώσεις A junior, φτιάχνοντας προτάσεις με μισό ρήμα, κανένα υποκείμενο και συμπληρώνοντας τα υπόλοιπα με έξαλλες χειρονομίες . Τέταρτη και χειρότερη κατηγορία: σου απαντούν με στόμφο but of course, κι αρχίζουν να μιλάνε σε μία ακατάληπτη διάλεκτο, που υποθέτω πως ήταν αγγλικά με ιταλική προφορά, ανάμεικτα με ιταλικά, και λίγα γαλλικά ενίοτε, έτσι για να σου δείξουν πως έχουν ένα εύρος γνώσεων οι άνθρωποι… Έφριξα κι εγώ η γυναίκα από ένα σημείο και μετά και το έπαιζα μουγκή, αφήνοντας τον καλό μου να συνεννοείται στα ιταλικά να ξεμπερδεύουμε.

Απαπα, μονότερμα σας έχω πάρει… Κι επειδή την ατμόσφαιρα ούτως ή άλλως αδυνατώ να σας την περιγράψω (όσοι έχετε πάει, καταλαβαίνετε), πάρτε μερικές φωτογραφίες μπόνους.































Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

5 ερωτήσεις

Λοιπόν, για να μην έχετε την αγωνία (όσοι διαβάσατε το προηγούμενο ποστ εννοώ), ευλόγησε ο άγιος Αρτέμιος και τις πήραμε τις ταυτότητες, τα κλείσαμε τα εισιτήρια, βρήκαμε ξενοδοχείο και πετάμε τα χαράματα. Εμείς βέβαια για μεθαύριο θέλαμε (μπας και μου περνούσε και το κρύωμα που βρήκε την ώρα να με πιάσει!) αλλά δεν βρίσκαμε επιστροφή, οπότε θέλοντας και μη τρέχω τώρα και δε φτάνω...

Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι ο φίλτατος profusion με κάλεσε σε παιχνιδάκι, και παρ' όλο που δεν προλαβαίνω για την ακρίβεια ούτε να φτύσω (εκκρεμεί σιδέρωμα, μπάνιο, αποτρίχωση, φτιάξιμο βαλίτσας, μη σας πω ότι φιλοδοξώ να προλάβω να βάψω και τα νύχια μου) είπα να ανταποκριθώ άμεσα, διότι το μαγαζί θα κλείσει για μια βδομάδα και θα χάσουμε την επικαιρότητα...

Αν κατάλαβα καλά, πρέπει να παραθέσω 5 ερωτήσεις σε 5 συγκεκριμένους αποδέκτες. Στα πεταχτά, λοιπόν:

Ερώτηση σε φιλόσοφο: Μόλις βρείτε το νόημα της ζωής, θα μου κάνετε ένα τηλεφωνάκι να μου το πείτε κι εμένα;

Ερώτηση σε έναν παλιό έρωτα: Λυπάμαι, αλλά δεν κάνω ποτέ ερωτήσεις η απάντηση στις οποίες με αφήνει παγερά αδιάφορη.

Ερώτηση σε ένα μέντιουμ: Ήμουν όντως ο Αττίλας στην προηγούμενη ζωή μου ή βαυκαλίζομαι;

Ερώτηση σε ένα παιδί: Πώς με κόβεις, έχω προοπτικές να γίνω καλή μαμά;

Ερώτηση στον καθρέφτη: Πόσα θες για να με δείξεις με βυζιά;


Καλούνται masterpcm, Luthien και Μ.

Άντε, άντε ξεκουμπίζομαι μπας και προλάβω να συγυριστώ...

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Η κατάρα του αγίου Αρτεμίου, ο σωσίας του Jean Claude Van Damm και άλλες περιπέτειες

Με το χριστιανικό εορτολόγιο δεν έχω ιδιαίτερες σχέσεις. Με το ζόρι γνωρίζω πότε γιορτάζουνε δυο-τρία ονόματα, κι αυτά μόνο και μόνο εξαιτίας στενών συγγενών και φίλων. Ούτε κι έχω τη συνήθεια να κοιτάζω το ημερολόγιο για να δω μπας κι έχει κανείς τη γιορτή του, κι ας παρεξηγούνται ενίοτε διάφοροι γνωστοί, που αρνούνται να πιστέψουν ότι όντως δεν ήξερα ότι ήταν της αγίας Ελένης, του οσίου Σουλπικίου ή όποιου τέλος πάντων μπορεί να είναι κάθε φορά. Στην τελική, με τα κάθε είδους θρησκευτικά δεν ασχολούμαι από πεποίθηση. Και μέχρι σήμερα το πρωί, ήμουν βέβαιη πως η επιλογή μου αυτή δεν μπορούσε να με βλάψει –στο εγκόσμιο, τουλάχιστον, επίπεδο, μιας και στο υπερκόσμιο τυχαίνει να μην πιστεύω.

Έλα όμως που έκανα λάθος! Μέγα λάθος! Γιατί ξέρετε τι είναι σήμερα; Πώς;;; Δεν ξέρετε;;; Θα σας πω εγώ να μάθετε και να το θυμάστε καλά, γιατί ποτέ δεν ξέρετε τι μπορεί να σας βρει… Λοιπόν, σήμερα είναι του αγίου Αρτεμίου. Ναι, ναι, καλά ακούσατε, του αγίου Αρτεμίου. Και μην βιαστείτε να πείτε «στ’ αρχίδια μου, δεν ξέρω κανέναν Αρτέμιο», γιατί δεν αποκλείεται να σας βγει σε κακό, όπως βγήκε και σε μένανε…

Ξέρετε, καλοί μου άνθρωποι, τι κάνει ο άγιος Αρτέμιος; Δεν ξέρετε; Να το μάθετε, λοιπόν: ο άγιος Αρτέμιος προστατεύει τους μπάτσους. Ναι, μάλιστα, αυτό. Γιατί δηλαδή, να μην έχουν κι οι καημένοι οι μπάτσοι ένα προστάτη; Ε, έχουν τον άγιο Αρτέμιο. Και δεν ξέρετε τι άτιμο πράμα είναι ο άγιος Αρτέμιος!

Πιθανότατα θα νομίζετε ήδη ότι τρελάθηκα και τα ’βαλα με τον άγιο μεσημεριάτικα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ο άγιος τα ’βαλε μαζί μου, επιβουλευόμενος αφενός την ψυχική μου γαλήνη, αφετέρου τις διακοπές μου στη Βενετία, μην σας πω και την ίδια μου την ελευθερία (διότι παρ’ ολίγον πάνω στα νεύρα μου να κάνω κανένα φόνο, κι άντε μετά ν’ αποδείξεις πως έφταιγε ο άγιος να σε βγάλουν απ’ τα σίδερα). Αλλά θα προσπαθήσω να ηρεμήσω και να πάρω τα πράγματα από την αρχή...

Λοιπόν, η κατάσταση έχει ως εξής: Είπα, η γυναίκα, μιας και τελείωσε αισίως το θέμα των εξετάσεών μου (ναι, ναι, πέρασα, συγχαρητήρια δέχομαι αλλά σε άλλο ποστ), μιας και φεύγει κι ο μέλλων σύζυγος φαντάρος τον άλλο μήνα, να κανονίσω ένα ταξιδάκι αναψυχής, μέχρι τη Βενετία ας πούμε. Ε, για να ταξιδέψεις εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως γνωστόν, χρειάζεσαι ταυτότητα από τις καινούριες. Έλα όμως που εμείς δεν είχαμε απ’ αυτό το πράγμα και, μιας και η φαεινή για το ταξίδι μας ήρθε ξαφνικά, βρεθήκαμε να τρέχουμε την τελευταία στιγμή. Με παρακολουθείτε;

Πάω λοιπόν, η γυναίκα, την Παρασκευή στους μπάτσους να ρωτήσω τι χρειάζομαι για να βγάλω ταυτότητα. Μου λένε τι δικαιολογητικά θέλει, «και πότε θα την πάρω;» ρωτάω, «αυθημερόν» μου λένε. Επειδή όμως, ως ενήλικας Έλληνας πολίτης, γνωρίζω πως το «αυθημερόν» των δημοσίων αρχών μας μπορεί να σημαίνει και τα επόμενα Χριστούγεννα, χαμογελάω με το χαμόγελο της crest στο όργανο, και τον ξαναρωτάω: «Με συγχωρείτε, επειδή πρέπει να ταξιδέψω στο εξωτερικό στα μισά της επόμενης εβδομάδας, είναι β έ β α ι ο ότι αν έρθω τη Δευτέρα το πρωί θα πάρω την νέα ταυτότητα;». «Βεβαιότατο, δεσποινίς», μου λέει το όργανο. Και δεν σταματάει εκεί: γεμάτος προθυμία, ο πεφωτισμένος φύλακας της τάξης ανοίγει το ημερολόγιο του, λέγοντάς μου «ένα λεπτό να τσεκάρω, γιατί κάποια στιγμή μέσα στην ερχόμενη βδομάδα έχουμε αργία».

Και τσεκάρει, το αναμμένο σπίρτο της αστυνομικής μας αρχής. Και με διαβεβαιώνει να μην ανησυχώ καθόλου, γιατί η αργία τους ΔΕΝ είναι τη Δευτέρα.

Μήπως αρχίσατε να καταλαβαίνετε πού κολλάει ο άγιος Αρτέμιος;;; Για να μην έχετε καμία αμφιβολία, συνεχίζω τη διήγηση του δράματος μου:

Ξεκινάω πρωί-πρωί, αγκαζέ με το έτερον ήμισυ και τρελαμένη από το άγχος γιατί εκκρεμούν δέκα χιλιάδες δουλειές. Πάμε, βγάζουμε φωτογραφίες (χάρηκα κιόλας, τρομάρα μου, γιατί μου βγήκαν ωραίες, στην παλιά σαν ΠΙΚΠΑ ήμουνα), μαζεύουμε ό,τι κωλόχαρτο χρειάζεται, και κατευθυνόμαστε προς το τμήμα. Για να μη χάνουμε χρόνο, μπαίνω εγώ στο ΚΕΠ, που είναι ακριβώς απέναντι, για μια δικιά μου δουλειά και στέλνω το μωρό στους μπάτσους να ξεκινήσει με τα χαρτιά του και να τον βρω εκεί. Ε, πάνω που ετοιμάζομαι να βγω από το ΚΕΠ αφού πήρα την υπογραφή που ήθελα, μπαίνει μέσα το μωρό και μου λέει «ταυτότητες γιοκ».

Στο σημείο αυτό, οι αναγνώστες παρακαλούνται να επιστρατεύσουν την κινηματογραφική τους φαντασία προκειμένου να απολαύσουν, ει δυνατόν σε slow motion, τις σκηνές που ακολούθησαν. Κατ’ αρχάς, με το που ακούω την καταραμένη φράση, παθαίνω, μένω κάγκελο. «Και γιατί;;;» ρωτάω τόσο δυνατά, που γυρνάει όλο το ΚΕΠ να δει τι συμβαίνει. Ο άντρας μου σηκώνει τους ώμους σε ένδειξη πλήρους άγνοιας, αλλά μια καλή γιαγιούλα που κάθεται παρακεί σπεύδει να μας πληροφορήσει «α, μα σήμερα είναι του αγίου Αρτεμίου, προστάτη της αστυνομίας μας!».

Όπως ίσως φαντάζεστε, το να κινδυνεύω να χάσω το ταξίδι μου εξαιτίας μιας γραφειοκρατικής μαλακίας θα μου έπεφτε πολύ ούτως ή άλλως, αλλά το να μου καταστρέφει τα σχέδια ο άγιος Αρτέμιος, ε, αυτό πραγματικά δεν μπορούσε το νευρικό μου σύστημα να το αντέξει. Μου γυάλισε το μάτι, μου σηκώθηκε το φρύδι (το ένα, το έχω από το μπαμπά αυτό όταν τα παίρνω), μου στράβωσε το στόμα, μου ανέβηκε η πίεση, γενικά στο τσακ ήμουν ν’ αρχίσει να γυρνάει το κεφάλι μου σβούρες σαν το κοριτσάκι στον Εξορκιστή. Ευτυχώς κατόρθωσα να κρατηθώ και να μην ξεσπάσω, μέσα στο ΚΕΠ και ιδίως μπροστά στη γιαγιούλα, και πω τη γνώμη μου για τον άγιο Αρτέμιο, γι’ αυτόν που σκαρφίστηκε τις αργίες των μπάτσων και για τους μπάτσους τους ίδιους, γιατί θα με βλέπατε τώρα στο μεσημεριανό δελτίο του STAR υπό τον τίτλο δαιμονισμένη σε δημόσια υπηρεσία.

Τέλος πάντων, παίρνω βαθιά ανάσα, εξέρχομαι του ΚΕΠ κοπανώντας τις γόβες μου στο πεζοδρόμιο σαν τον Αττίλα τον κατακτητή (που υποθέτω πως δεν θα φορούσε γόβες, ιδίως τουήντ με ροζ φιογκάκι, αλλά ποιος τις χέζει τώρα κάτι τέτοιες λεπτομέρειες), και περνάω απέναντι σε κατάσταση μισο-υστερίας, αγνοώντας φανάρια, φορτηγά που κινδυνεύουν να με πατήσουν και μηχανάκια που μου κορνάρουν, το μωρό που προσπαθεί να με προλάβει, και γενικά το σύμπαν ολόκληρο το οποίο μισώ εκείνη τη στιγμή γιατί συνωμοτεί εναντίον των πολυπόθητων διακοπών μου στη Βενετία (πούστη Coelho με τις αισιόδοξες μαλακίες σου), για να ρωτήσω το φρουρό, για τον οποίο προφανώς ο άγιος Αρτέμιος έκανε εξαίρεση αφήνοντάς τον να δουλεύει σα μαλάκας, αν τέλος πάντων αύριο μπορώ να έρθω για τις γαμωταυτότητες ή όχι.

Σημειωτέον πως, στην σύντομη πλην έξαλλη πορεία μου προς το φυλάκιο, είμαι προετοιμασμένη ψυχολογικά να αντικρίσω το φρουρό που είχα δει και τις προάλλες, τουτέστιν έναν λιγδιάρη, καραφλό, παχύσαρκο, ντιπ αγράμματο και καράβλαχο μπάτσο (τυπικό βλαχονομικό που έλεγε και το ανυπέρβλητο πλαθολόγιο λέξεων), του οποίου και μόνο η ενθύμηση της μορφής (πέραν της αδυναμίας ως προν την συνεννόηση) μου προκαλούσε αηδία. Δεδομένων των νεύρων που είχα εκείνη τη στιγμή, ήμουν έτοιμη να ξεσπάσω πάνω του με την παραμικρή αφορμή.

Στρίβω λοιπόν στο φυλάκιο με φόρα κανιβάλου και το μάτι ακόμη να γυαλίζει, και τι βλέπω, η γυναίκα; Όχι, πείτε, τι βλέπω; Τον αηδιαστικό βλαχονομικό να έχει μεταμορφωθεί (μεγάλη η χάρη του αγίου Αρτεμίου!) σε έναν εικοσιπεντάχρονο σωσία του Jean Claude Van Damm, στο πιο ωραίο και στο πιο μελαχρινό φανταστείτε τώρα, ένστολο βεβαίως, με γυαλί ρέιμπαν, σώμα απιστεύτου και τα πόδια ανοιχτά στην καρέκλα σε πολύ μα πολύ (μα πολύ) σέξι στάση.

Εντάξει, φτύστε με, περιφρονήστε με, σκεφτείτε ό,τι θέλετε για μένα. Σας ορκίζομαι πως καθόλου μα καθόλου δεν χωνεύω ιδεολογικώς τα σώματα ασφαλείας, αλλά με το uniform, τι να κάνω, έχω ένα θέμα. Κι επίσης, από τα έξι μου, άμα δω ωραίο αρσενικό ανοιγοκλείνουν τα ρουθούνια μου σαν τα γατάκια στις διαφημίσεις γατοκονσέρβας.

Φανταστείτε λοιπόν τώρα, πως μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου έγινε η δικιά μου μεταμόρφωση (μεγάλη η χάρη του αγίου Αρτεμίου!) από βάρβαρο και δυνάμει κανίβαλο σε γλυκιά, προσηνή, χαριτωμένη και χαμηλοβλεπούσα νεαρά. Για την ακρίβεια, μου κοπήκανε τα γόνατα έτσι ξαφνικά που τον είδα (είμαι κι ευαίσθητη τα πρωινά), θόλωσε το μάτι μου (αυτό που προηγουμένως γυάλιζε), φρέναρα επιτόπου πάνω στα τακούνια, έφτιαξα στα πεταχτά το μαλλί και ρώτησα πολύ-πολύ γλυκά αν θα μπορούσα αύριο να έρθω να αλλάξω την ταυτότητά μου…

Δεδομένου ότι το μανάρι απάντησε καταφατικά, και θέλοντος πάντα του αγίου Αρτεμίου, ελπίζω αύριο να πάρουμε στα χέρια μας τις καινούριες ταυτότητες, να βγάλουμε εισιτήρια, να κλείσουμε το ξενοδοχείο και να καταφέρουμε να πάμε στη Βενετία. Wish me luck…(κι εγώ, βρε, σας υπόσχομαι ποστ για τις γόνδολες).

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

περί δακρύων



Με το κλάμα είχα πάντοτε ένα θέμα. Όχι ότι δεν κλαίω, δοθείσης της ευκαιρίας (ξέρετε κανέναν υστερικό που να μην κλαίει πού και πού;). Συνήθως, κλαίω από τα νεύρα μου –όταν δηλαδή τα πάρω για κάποιο λόγο τόσο πολύ, που το σκέτο ουρλιαχτό, το γαμωσταύρισμα ή η μπουνιά στην πόρτα δεν επαρκούν για να συνεχίσω τη ζωή μου χωρίς να αποτελώ ιδιαίτερο κίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο.

Αυτό το είδος κλάματος (το «υποκατάστατο μπουκέτου», όπως συνηθίζω να το λέω), δεν πληροί, βέβαια, από συναισθηματική άποψη, τις προϋποθέσεις του ρήματος κλαίω, στο βαθμό που αυτό είθισται να συνδέεται με τη θλίψη, την απελπισία κι όλα τα σχετικά λυπηρά. Υπό αυτήν την έννοια, του κλαίω από λύπη τέλος πάντων, είναι που έχω το θεματάκι που σας έλεγα στην αρχή –το οποίο θέμα είναι, κυρίως, ένα πρόβλημα συγχρονισμού.

Δεν ξέρω πόσο αστείο μπορεί να ακούγεται αλλά, στην μέχρι σήμερα πορεία της ζωής μου, βεβαιώθηκα πέραν αμφιβολίας πως πάσχω από μια μυστήρια αδυναμία να κλάψω όταν πρέπει –ή όταν υποτίθεται, τέλος πάντων, πως πρέπει. Μου ψοφούσε ένα γατί, ας πούμε, το έπαιρνα πάρα πολύ ελαφρά, και σε άσχετο παντελώς χρόνο, μέρες μετά ή και βδομάδες ίσως, μου ’ρχοταν μια ανάποδη και μ’ έπαιρναν τα ζουμιά δίχως προφανή λόγο. Μου ανακοίνωναν έναν αναμενόμενο αλλά καθ’ όλα τραγικό θάνατο, έλεγα «οκ», ντυνόμουν με τερατώδη ψυχραιμία για την κηδεία, μου ’ρχοταν να ξεράσω με τις υστερίες των άλλων, για ν’ αρχίσω τελικά τους λυγμούς ψιλοξέμπαρκα και με κάτι παντελώς ηλίθιες λεπτομέρειες και αφορμές, με το χρώμα των λουλουδιών, μ’ ένα λεκέ του καφέ στο φουστάνι μου ή μ’ ένα ξένο τάφο. Για τον πρώτο μου έρωτα θυμήθηκα να κλάψω σπαρακτικά με καθυστέρηση μιας επταετίας τουλάχιστον.

Γενικά, έχω την τάση να κλαίω ανεπίκαιρα. τόσο αναδρομικά, συνήθως, που ενίοτε δεν θυμάμαι γιατί κλαίω –για την παρελθούσα αιτία, ας πούμε, την τωρινή υπενθύμιση ή για κάποια από τις διάφορες ενδιάμεσες συντριβές. Δεν ξέρω αν το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι δεν κλαίω τη «σωστή» στιγμή ή στο γιατί τελικά κλαίω όταν κλαίω. αν με δέρνει κάποια υποσυνείδητη μαγκιά του τύπου όχι-δεν-θα-κλάψω-τώρα-που- το-περιμένετε ή αν ψάχνω κατά καιρούς πάτημα να ξεσπάσω για λόγους πολλαπλούς και πιθανώς ασύνδετους. αν τέλος πάντων μου έχει γαμηθεί, για κάποιο άγνωστο λόγο, εκ γενετής το σύστημα πρόσληψης και εξωτερίκευσης της οδύνης. Και δεν καίγομαι κιόλας να μάθω, ομολογώ.

Ξέχασα να σας πω πως, μερικές φορές, κλαίω και προκαταβολικά. Μην πάνε στο μυαλό σας τίποτα δραματικές περιπτώσεις, αναφέρομαι σε απλούστατα πραγματάκια, εντελώς καθημερινά, όπως το να κλαις στις αρχές του καλοκαιριού για το επερχόμενο φθινόπωρο ή μπροστά στην πρώτη ρυτίδα για τις αναπόφευκτες μελλοντικές. Επισημαίνω πως δεν βρίσκω κανέναν απολύτως ρομαντισμό στην εν λόγω ανόητη συνήθεια, ομολογώντας πως με κατατάσσει απλώς στους αθεράπευτα γαμώψυχους, όπως πολύ σωστά λέει και ο άντρας μου.

Ο οποίος, τώρα που το θυμήθηκα, φεύγει για στρατό σε τριάντα μέρες. Και μην τολμήσετε να υποθέσετε ότι κλαίω για το γεγονός.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Παραμύθια

Η Μ με κάλεσε να πω ένα παραμύθι.

Ομολογώ ότι το όλο θέμα μου προκάλεσε αρχικά ένα μίνι πανικό, του οποίου επακολούθησε μια υστερική σχεδόν κρίση γέλιου, λες και μου ζήτησαν να γράψω πραγματεία πάνω στην αναπαραγωγή του σολομού ή κάτι τέτοιο. Έχοντας προ πολλού αποκηρύξει τα παραμύθια και τις αμφιλεγόμενες δυνάμεις τους, η πρώτη μου σκέψη ήταν ν’ αποφύγω ευγενικά το σκόπελο της προσκλήσεως, προφασιζόμενη φόρτο εργασίας, πονοκέφαλο, διάστρεμμα καρπού ή ο,τιδήποτε άλλο θα μπορούσε να με απαλλάξει από την επικίνδυνη αποστολή.

Κάπως αργότερα, και με μεγαλύτερη ψυχραιμία πλέον, προσπάθησα να θυμηθώ ποια τέλος πάντων υπήρξε γενικά η σχέση μου με τα παραμύθια. Με θυμάμαι, πολύ μικρή ακόμη, να πωρώνομαι μέχρι αηδίας με τα χειρότερα του Άντερσεν, και μάλιστα με πλήρη συνείδηση πως όσα διάβαζα ήταν τελείως μα τελείως αρρωστημένα, καταθλιπτικά σε βαθμό νοσηρότητας και σε κάθε περίπτωση παντελώς ακατάλληλα για παιδικό ανάγνωσμα. Μεγαλώνοντας λίγο, ανακάλυψα το επόμενο στάδιο των διεστραμμένων παραμυθιών δια χειρός Oscar Wilde, κι εκεί πραγματικά κόλλησα.

Θυμάμαι ακόμη ένα καταραμένο μικροσκοπικό βιβλιαράκι, τρισχαριτωμένο κι ολότελα αθώο εμφανισιακά, με τίτλο ένα παραμυθάκι για χειμώνα και καλοκαίρι ή κάπως έτσι. Εδώ και πάμπολλα χρόνια δεν έχω ιδέα πού μπορεί να έχει παραπέσει, και δυστυχώς δεν θυμάμαι ούτε το συγγραφέα. Ξέρω πάντως με βεβαιότητα πως το παραμυθάκι αυτό κατάφερε να με κατεδαφίσει ψυχολογικά σε πολύ κρίσιμη ηλικία, πείθοντάς με για το αναπόδραστο των χωρισμών και, ακόμη χειρότερα, για τη μόνιμη τάση των ανθρώπων να χρυσώνουν το χάπι (στον εαυτό τους ή στους άλλους, αδιάφορο), εξωραΐζοντας τα κάθε λογής συναισθηματικά ναυάγια με ευφάνταστες διανοητικές κατασκευές του τύπου χωρίσαμε-μεν-αλλά-το-βαθύτερο-είναι-μας-παραμένει-μαζί κι άλλες τέτοιες αηδίες.

Το θέμα είναι πως, μ’ αυτά και μ’ εκείνα, ανέπτυξα τελικά μιαν αλλεργία στη γενικότερη έννοια παραμύθι. Βεβαιώθηκα περί αυτού μια διετία περίπου πριν, όταν ένα πιτσιρίκι με παρακάλεσε να του διηγηθώ την (αγαπημένη μου, ομολογώ) μικρή σειρήνα και το καλύτερο που μπόρεσα να κάνω, όσο κι αν προσπάθησα, ήταν μια διήγηση χειρότερη κι από πρόχειρη περίληψη βραζιλιάνικου σήριαλ.

Τέλος πάντων, και για να μην σας ζαλίσω περισσότερο με τα παραμυθο-ψυχολογικά μου, αποφάσισα να παίξω στο παιχνίδι με τον μόνο τρόπο που βλέπω δυνατό, τουτέστιν με ζαβολιά: καταφεύγω σε παλιό μου κείμενο. Παραμύθι σίγουρα δεν είναι αλλά μη βαράτε, είναι ό,τι πλησιέστερο μπόρεσα να βρω…

Η ΣΦΑΙΡΑ

Γενικά, δεν ήταν παρά ένα κορίτσι όπως όλα τ’ άλλα. Πιο μικροκαμωμένο ασφαλώς από τον μέσο όρο, μα κατά τ’ άλλα ολωσδιόλου κοινότυπο. Αν μάλιστα εξαιρούσε κανείς την χωρίς καμιά παθολογική αιτιολογία σιωπή της, δεν θα μπορούσε, νομίζουμε, να της καταλογιστεί καμία απολύτως ιδιορρυθμία. Απ’ όσο θυμόταν τον εαυτό της, ουδέποτε κατάφερε να προκαλέσει εντύπωση, θετική ή αρνητική· γι’ αυτό βέβαια μπορεί να ευθύνονται μια στάλα και οι διαστάσεις που αναφέραμε πιο πριν. Όχι πως την ενοχλούσε αυτό, η αδυναμία των άλλων να την παρατηρήσουν δηλαδή, απλώς με τον καιρό άρχισε, πώς να το πούμε, να ξεχνά και η ίδια την ύπαρξή της και τις πράξεις της, άνοιγε για παράδειγμα το παράθυρο κι εκπλησσόταν, όταν αργότερα μια βίαιη ριπή αέρα έστελνε τη γυάλα με τα ψάρια κομμάτια στο πάτωμα. Η μαμά κατά καιρούς φώναζε, πως είχε μειωμένη αυτοεκτίμηση ή κάτι τέτοιο – μα αυτό ήταν ψέμα, το μόνο που πράγματι ένιωθε εκείνη, μια αδυναμία να επηρεάσει τη ροή των πραγμάτων, έτσι που κυλούσε ο κόσμος γύρω της κι εναλλάσσονταν τα πρόσωπα, τα σκηνικά και οι εποχές, όπως όταν πατάμε το κουμπί στο βίντεο κι αρχίζει η εικόνα να τρέχει. Κι εξακολουθούσε να εκπλήσσεται, και να περνά αφηρημένη ανάμεσα στους επισκέπτες του σπιτιού σαν άτριχο κατοικίδιο ή, για τους πιο καλοπροαίρετους, σαν μια -κωμική λιγάκι- παρατεταμένη παιδική ηλικία.

Τότε, τέλος πάντων, που υπήρξε πράγματι παιδί, κι ανίδεη ακόμη για την επερχόμενη στασιμότητα, τη μαγική σφαίρα την κρατούσε κρυφή απ’ όλους. Επιμελώς την εξαφάνιζε κάτω από τα σκεπάσματα τη νύχτα, αγρυπνώντας, κάποτε, ως το ξημέρωμα στην προσπάθειά της να την ισορροπήσει, έστω για μια στιγμή, στα δάχτυλα του αριστερού ποδιού. Την ημέρα η σφαίρα ζούσε, τρυφερά προστατευμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα, μέσα στην πολύχρωμη χαρτονένια κούτα για τα παιχνίδια. Όλα θα μπορούσε αδάκρυτη να τα στερηθεί, την κουρδιστή μπαλαρίνα με τη ροζ τούλινη φούστα, το τραίνο, ακόμη και το μαϊμουδάκι με την αστεία φάτσα, τη σφαίρα όμως ποτέ. Κι ας απορούσαν οι μεγάλοι, τις λιγοστές φορές που την τσάκωναν αγκαλιά με το γυάλινο αντικείμενο, τι στο καλό της έβρισκε και γιατί την παρατηρούσε με τις ώρες εκστατική, με το δέος σχεδόν εκείνο της θρησκευτικής κατάνυξης. Εκτός από μουγκό, είναι και βλαμμένο, μουρμούριζε μέσα από τα δόντια της φουρκισμένη η νονά της, θεωρώντας το προσωπική προσβολή που η μικρή σνομπάριζε έτσι απροκάλυπτα τα δικά της ακριβά δώρα.

Όμως η διάφανη σφαίρα ήταν τα πάντα, τόσο υπέροχα ρευστή στη διαύγειά της και δεκτική στα όνειρα κάθε είδους, παραμυθητική μέσα στην αψεγάδιαστη στρογγυλάδα της για όλα τ’ άλλα τα τόσο μα τόσο ατελή. Γλιστρούσε στο δέρμα της λεία σαν ερωτικό χάδι (αυτό δεν ήξερε ακόμα τι ήταν, σίγουρα όμως το υποψιαζόταν), κρύα και λυτρωτική όπως το άγγιγμα του θανάτου (αυτό το ήξερε καλά, ήταν μόλις τεσσάρων χρονών όταν άγγιξε με το μικρό της δείκτη τα παγωμένα μάτια του ψόφιου σκύλου της, άσε το παιδί να μάθει, είχε πει ο πατέρας της, η μαμά είχε γυρίσει το πρόσωπο από την άλλη αηδιασμένη, κι εκείνη, νιώθοντας το αμετάκλητο κρύο, είχε σταματήσει το κλάμα την ίδια στιγμή). Η σφαίρα ήταν η τρομακτική πιθανότητα του απίθανου, το εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το επισφαλές θαύμα, η πολύτιμη κλωστή που την κρατούσε ευτυχή δέσμια του μαγικού και του αόρατου. Η γυάλινη σφαίρα, δίχως καμιά προφανή χρησιμότητα, ήταν η μόνη εκδοχή που κανείς δεν θα μπορούσε με σιγουριά να κατονομάσει.

Φυσικά εκείνη δεν τα σκεφτόταν όλα τούτα με αυτές ακριβώς τις λέξεις, πασαλειβόταν όμως κάθε Κυριακή με το κόκκινο κραγιόν της μαμάς και γέμιζε το γυαλί φιλιά, πιστεύοντας, με την αφέλεια της ηλικίας της, στην κτητική δύναμη των σημαδιών. Όταν αργότερα, πολύ αργότερα, κάθε προσδοκία θαύματος αναχώρησε ανεπιστρεπτί, η σφαίρα απόμεινε να ηχεί μελωδικά στην τσέπη του πανωφοριού της προσκρούοντας, με την παραμικρή κίνηση, στα κλειδιά της εξώπορτας. Με τον καιρό η σφαίρα άρχισε να βαραίνει όλο και περισσότερο, μέχρι που εκείνη, εξουθενωμένη από το φορτίο που την υποχρέωνε να σέρνει σχεδόν κάθε της βήμα, θρυμμάτισε προσεκτικά το γυαλί πάνω στον πάγκο της κουζίνας και το κατάπιε. Το παράτολμο εγχείρημα δεν είχε, παραδόξως, κανένα δυσάρεστο αποτέλεσμα. Τα μικροσκοπικά κομματάκια κουδούνισαν για λίγο κατηφορίζοντας στον οισοφάγο της, κι έπειτα σίγησαν για πάντα.

Από τότε όμως, και σε χρόνους ολότελα ανύποπτους, της ξέφευγαν κάτι ελάχιστοι φθόγγοι, μικρά ντροπαλά φωνήεντα στην αρχή και μετά πνιγμένα σύμφωνα, και κολυμπούσαν στο δωμάτιο ξαποσταίνοντας στην ταπετσαρία και σχηματίζοντας λέξεις. Οι λέξεις στον τοίχο πλήθαιναν, όλο πλήθαιναν, αυτόνομα εντελώς διαλέγοντας τη σειρά και τη διάταξή τους κι εκείνη, μην μπορώντας να πράξει κάτι άλλο, άρχισε να αντιγράφει τις λέξεις στο χαρτί.

Όταν τη ρώτησαν, από πότε έγραφε ποιήματα και γιατί, έντρομη συνειδητοποίησε ότι δεν γνώριζε την απάντηση.

Α, να μην ξεχάσω: καλούνται να πάρουν τη σκυτάλη, αν γουστάρουν, η σπιτόγατα, η Luthien, ο κακός μπελάς και ο κύριος profusion.

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Genocide

"




Με τα ζωάκια έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Επί του παρόντος, έχω…. μμμμ… μισό να υπολογίσω…. 6 γάτες, εκ των οποίων η μία κοιμάται μαζί μου και γενικά απολαμβάνει προνόμια μωρού. Όσον αφορά στον αριθμό, διευκρινίζω ότι είναι 6 απλώς και μόνο επειδή η 7η, 8η και 9η εξαφανίστηκαν τους τελευταίους μήνες (λόγω αδιευκρίνιστων ατυχημάτων, προφανώς). Επίσης, διατηρώ μία σαρκοφάγα χελώνα (τρώει friskies γαλοπούλας μαζί με τα γατιά) την οποία καλά θα κάνω να συμπεριλάβω στη διαθήκη μου, διότι όπως τα υπολογίζω είναι κάτω από 30 ετών, πράγμα που σημαίνει ότι θα με θάψει ανετότατα, κι εμένα και τους απογόνους μου πιθανώς. Στο παρελθόν δε, έχουν περάσει από την οικία: ένα κουνέλι που μου το έδωσαν για θηλυκό, απεδείχθη αρσενικό και είχε το βίτσιο να πηδάει τον τότε γάτο μας, και το οποίο έφτασε αισίως την επταετία. ένα δανεικό χρυσόψαρο (μεγάλη ιστορία), η Κλειώ, που ψόφησε σε χρόνο-ρεκόρ. ένα μπάσταρδο κουτάβι (διασταύρωση πίτμπουλ, ντογκ ντε μπορντό και σχιζοφρενή κροκοδείλου ή κάτι τέτοιο) που ευτυχώς κατάφερα να χαρίσω πάνω στη βδομάδα πριν με ακρωτηριάσει στην κυριολεξία. ένα σπουργίτι που είχε πέσει από φωλιά και ματαίως προσπάθησα να σώσω. διάφορα γατάκια που μάζεψα από τα σκουπίδια και επίσης μου ψόφησαν στα χέρια ίσα-ίσα για να κλαίω και να κάνω μαύρους κύκλους. τέλος, ένα τρισχαριτωμένο ποντίκι-εισβολέας, για χάρη του οποίου οργανώθηκε ολόκληρη επιχείρηση σύλληψης-απελευθέρωσης προκειμένου να γλιτώσει την άθλια μοίρα της φάκας (τελικά το πιάσαμε με ένα θεαματικό μπλονζόν μέσα σε μια γλάστρα και το αμολήσαμε στο διπλανό πάρκο).

Όπως θα έχετε ήδη καταλάβει, δεν είμαι απλά φιλόζωη, αλλά ανήκω στην κατηγορία του άρρωστου μαλάκα που προσπαθεί να βγάλει με το κουτάλι (και στη συνέχεια να στεγνώσει στον ήλιο) το μικροσκοπικό μυγάκι που έκανε βουτιά στη σαλάτα του, κι αν δεν τα καταφέρει κλαίει λες και του πέθανε ασθενής πάνω σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς. Θυμάστε μήπως εκείνο το παιδικό ποιηματάκι που έλεγε κάτι του τύπου ποτέ δεν θα πειράξω τα ζώα τα καημένα κλπ; Ε, η έμπνευση δική μου ήταν και μου την κλέψανε. Με τη μόνη διαφορά ότι εγώ το έχω προχωρήσει κάπως το πράγμα, και όπου ζώα συμπληρώνω αυθαιρέτως έντομα, σκουλήκια, κοχύλια, μανιτάρια και ο,τιδήποτε άλλο τέλος πάντων θεωρείται, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, ζωντανό και άρα άξιο σεβασμού και προστασίας. Μέχρι μια ετοιμοθάνατη νυχτερίδα είχα ψαρέψει πριν μερικά χρόνια από την πισίνα του κάμπινγκ όπου κάναμε διακοπές, και με το ζόρι με κρατούσανε να μην της κάνω CPR.

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως, με τέτοια αποθέματα καλοσύνης προς τα ζωντανά πλάσματα, έχω κλείσει ήδη σουίτα στον παράδεισο. Η μαύρη αλήθεια, όμως, είναι πως έχω μάλλον καταφέρει να μετατρέψω την παρούσα ζωή μου σε μίνι κόλαση, ιδίως κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Εξηγούμαι: όταν έχεις την τύχη να κατοικείς σε ισόγειο με κήπο, ένα ολόκληρο σύμπαν από μαμούνια καραδοκεί και με πρώτη ευκαιρία μπουκάρει στο σπίτι από παράθυρα και μπαλκονόπορτες. Κι ενώ το να σκοτώνεις μια ακρίδα στον κήπο σου είναι σαφώς από άσκοπο έως σαδιστικό και άθλιο, το να κοιτάζεις μισή ώρα την κατσαρίδα που σου κουνάει τις κεραίες της από το νιπτήρα δίνοντας μάχη με τη συνείδησή σου «να τη λιώσω, να μην τη λιώσω, να τη λιώσω, να μην τη λιώσω» μέχρις ότου η κατσαρίδα την κάνει με την ησυχία της για να αναπαραχθεί σε κάποια γωνιά του σπιτιού, δικαίως χαρακτηρίζεται αυτοκαταστροφική ηλιθιότητα. Το ίδιο και το να λυπάσαι το κουνούπι που μόλις σου ήπιε το αίμα δημιουργώντας σου ένα τεράστιο πρήξιμο (είμαι και αλλεργική, πανάθεμά με), κι αν τελικά το σκοτώσεις να κοιμάσαι με τις τύψεις ότι άφησες ορφανή μια οικογένεια.

Τέλος πάντων, για να μην παρανοήσω τελείως έχω κατασταλάξει σε έναν προσωπικό κώδικα δεοντολογίας όσον αφορά στα δικαιώματα των πάσης φύσεως ζωυφίων: δεν σκοτώνω τίποτα αν δεν με απειλεί άμεσα με τσίμπημα ή δεν με ενοχλεί πάρα μα πάρα πολύ (βλ. ορδές κατσαριδών). Ο εν λόγω κώδικας καλύπτει ικανοποιητικά τις περισσότερες περιπτώσεις, επιτρέποντάς μου να διατηρώ καθαρή την συνείδησή μου. Ενίοτε, όμως, τα πράγματα περιπλέκονται οδυνηρά…

Ότι θα μπορούσα να σκοτώσω εγώ ένα αθώο μικρό πεταλουδάκι της νύχτας, φαντάζει επιστημονική φαντασία και κάτι περισσότερο. Όταν το πρώτο πεταλουδάκι έκανε την εμφάνισή του στο δωμάτιό μου, μπορώ να πω ότι σχεδόν το βρήκα χαριτωμένο. Θα έλεγα πως βρήκα χαριτωμένα και τα υπόλοιπα πέντε που εμφανίστηκαν τις επόμενες ημέρες, κάνοντας μάλιστα ένα τρικούβερτο καυγά με την καημένη τη μάνα μου, την οποία παραλίγο να δικάσω για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας επειδή σκότωσε ένα νομίζοντας πως είναι κουνούπι. Σύντομα, τα πέντε πεταλουδάκια έγιναν δεκαπέντε, ενώ άρχισα να παρατηρώ κάτι μικρά γκρίζα κουκούλια στους τοίχους που κουνιόντουσαν ελαφρά. Αν και το όλο πράγμα είχε αρχίσει να μου φαίνεται κομματάκι αηδιαστικό, διατήρησα την ψυχραιμία μου, προσέχοντας μάλιστα να μην λιώσω κατά λάθος κανένα κουκούλι και σκοτώσω το νεογέννητο. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν παρά μικροσκοπικές πεταλουδίτσες.

Με την πάροδο των εβδομάδων και δίχως να το πολυκαταλάβω, το σπίτι μου εξελίχθηκε σε ένα πρώτης τάξεως μαιευτήριο νυχτοπεταλουδών. Την ημέρα, ομολογώ, το πρόβλημα ήταν κυριολεκτικά ανεπαίσθητο, καθώς τα σκασμένα φτερωτά κοιμόντουσαν στους τοίχους σαν αγγελούδια. Μόλις άρχιζε ωστόσο να σουρουπώνει, δαιμονιζόντουσαν όλα μαζί κι άρχιζαν να μαθαίνουν πτήση. Εγώ, βεβαίως, ήμουν εκείνη την περίοδο χωμένη μέχρι το λαιμό στο διάβασμα, οπότε πού μυαλό ν’ ασχοληθώ με τέτοιες λεπτομέρειες. Εξακολουθούσα λοιπόν να κάνω αμέριμνη τις βόλτες μου μέσα στο σπίτι, αγκαλιά με τις σημειώσεις των μαθημάτων μου και αποστηθίζοντας διάφορες αηδίες περί δημόσιας διοίκησης.

Όταν κάποιο βράδυ, κι ενώ απήγγειλα το αναθεωρημένο άρθρο 102 για την τοπική αυτοδιοίκηση, ένα πεταλουδάκι πήρε λάθος στροφή καταλήγοντας μέσα στο ρουθούνι μου, άρχισα ομολογουμένως να ταράζομαι κάπως. Για την ακρίβεια, άφησα ένα ουρλιαχτό αλά Τζόνυ Βαϊσμίλερ και φύσηξα με λύσσα το πεταλουδάκι έξω από το ρουθούνι μου, αδιαφορώντας μάλιστα παντελώς για το κατά πόσο πνίγηκε ή όχι από την ξαφνική (αμυντική, υποθέτω) υπερέκκριση μύξας. Λίγη ώρα αργότερα, κι αφού ζύγισα με ψυχραιμία πλέον την κατάσταση, αποφάσισα να κάνω ένα διάλειμμα στο διάβασμα και να προσπαθήσω να εξώσω όσα από τα καταραμένα φτερωτά μπορούσα. Ελλείψεως απόχης, και σε μια ευτυχή κρίση εφευρετικότητας, εφοδιάστηκα με ένα μεγάλο ποτήρι κι ένα φύλλο χαρτί που θα χρησίμευε ως καπάκι κι άρχισα να παίζω το πιάσε-την-πεταλούδα-στο-ποτήρι-και-βγάλτην-στον-κήπο. Το χαρτί βέβαια τσάκιζε επιτρέποντας στις πεταλούδες να το σκάνε ύπουλα, οπότε το αντικατέστησα με ένα cd.

Η μέθοδος αυτή απεδείχθη εξαιρετικά αποτελεσματική. Εντός μισής περίπου ώρας, είχα καταφέρει αισίως να μειώσω τον αριθμό των ιπτάμενων μικρών τεράτων τουλάχιστον κατά δέκα. Υπέμεινα στωικά τα πάντα: τις απότομες εν πτήσει στροφές τους που μ’ έκαναν να κουτουλάω πάνω στον τοίχο στην προσπάθειά μου να τα τσακώσω. τα αηδιαστικά τους φτεροκοπήματα μέσα στο ποτήρι. το ανεξήγητο πείσμα τους να μη θέλουν να βγουν από το ποτήρι όταν επιτέλους τα ελευθέρωνα στον κήπο στο στυλ του φινάλε του free Willy. ακόμη και το (μη δεκτικό περιγραφής) βλέμμα που μου έριξε ο πατέρας μου όταν, έξαλλος την πέμπτη φορά που με είδε να βγαίνω στον κήπο αγκαλιά με το ποτήρι, με ρώτησε τι στο διάβολο κάνω και του απάντησα με τρομερή σοβαρότητα «μαζεύω πεταλούδες της νύχτας και τις βγάζω στον κήπο να παίξουν».

Επειδή όμως η πουτάνα η ζωή είναι άδικη πολύ συχνά, οι ανθρωπιστικές μου ενέργειες δεν στάθηκαν αρκετές να με απαλλάξουν από το μαρτύριο. Οι πεταλούδες εξακολούθησαν να πολλαπλασιάζονται μέσα στο δωμάτιό μου, αναγκάζοντάς με, όσο δύσκολο κι αν μου ήταν, να σκληρύνω την τακτική μου. Το νέο δόγμα ήταν: ό,τι πετάει ζει, κανένα έλεος για τα κουκούλια. Παρακαλώντας λοιπόν τη μαμά φύση να με συγχωρήσει για την περίπου βρεφοκτονία που διέπραττα, σάρωσα με την ηλεκτρική ότι κουκούλι εντόπισα σε τοίχους και ταβάνια. Ε, τι στο κέρατο, φαντάστηκα ότι τα ήδη ζωντανά θα ψοφολογούσαν εν ευθέτω χρόνω με την έλευση του φθινοπώρου.

Για να μην σας τα πολυλογώ, διαψεύστηκα και σε αυτό. Τα κουκούλια επανεμφανίστηκαν ακάθεκτα, όπως οι εξωγήινοι που ξαναγεννιούνται στις ταινίες τρόμου, και τα μικρά σμήνη των πεταλουδών άρχισαν να παίρνουν διαστάσεις πολεμικής αεροπορίας. Ο κόμπος έφτασε στο χτένι σήμερα το απόγευμα όταν, βγάζοντας μια πλυμένη και σιδερωμένη μπλούζα από ένα ανοικτό ράφι, τέσσερα ή πέντε πεταλουδάκια απογειώθηκαν μαζεμένα και με πέτυχαν στα μούτρα.

War is war, μουρμούρισα μέσα από τα σφιγμένα δόντια μου, κι έβαλα στην πρίζα την ηλεκτρική. Σκέφτηκα να βαφτώ πρώτα με τα ινδιάνικα χρώματα του πολέμου, να φορέσω μια στολή παραλλαγής ή έστω να φωνάξω αέρααααααα έτσι για το εφέ, αλλά η αναμπουμπούλα της μάχης δεν μου το επέτρεπε. Ρούφηξα ανελέητα ό,τι κουνιόταν κι ό,τι δεν κουνιόταν σε τοίχους, πατώματα, παράθυρα και γωνίες (μαζί μ’ ένα μαξιλάρι που είδα κι έπαθα να το ξεσφηνώσω από τη σκούπα, αλλά χαλάλι). Στους πρώτους φόνους ομολογώ πως δείλιαζα λίγο κι έκλεινα τα μάτια –μετά από λίγο, αφού είχα γευτεί το πρώτο αίμα, η μάχη με συνεπήρε νεκρώνοντας τα όποια υπολείμματα οίκτου μου, μέχρι του σημείου να ρουφάω με το στόμιο της σκούπας στον αέρα τις πεταλουδίτσες που πετούσαν εκείνη την ώρα. Η καταστροφική μανία μου δεν άφησε σχεδόν τίποτα ζωντανό. Αν είχα δηλαδή εύκαιρο, δεν το ’χα σε τίποτα να τους ρίξω και ναπάλμ και χέστηκα αν θα καιγόταν μαζί και το σπίτι.

Τώρα, μια ώρα περίπου μετά τη γενοκτονία που διέπραξα, είμαι ανίκανη να νιώσω τύψεις. Παρ’ όλα αυτά, είμαι βέβαιη πως στιγματίστηκα ανεπανόρθωτα από τις φρικτές μνήμες του πολέμου, και πως στο μέλλον οι λέξεις πεταλούδα, κουκούλι, ηλεκτρική σκούπα και ρουφάω θα μου ξυπνούν τα τραύματα με απρόβλεπτες συνέπειες. Αν λοιπόν με δείτε ποτέ να κοπανιέμαι σε κανένα τοίχο κλαίγοντας και παραληρώντας μ’ ένα πολυβόλο στο χέρι, ως άλλος βετεράνος Σταλόνε στο Ράμπο first blood , θα ξέρετε την αιτία…

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

friday I'm in love

το ζόρι είναι μέχρι να καταλάβεις πως συνέβη μετά το όλο θέμα απλοποιείται έως φρίκης εννοώ τι ψάχνεις τώρα αφού αναπνέουμε ακόμη τι γυρεύεις μια ή δυο μπύρες πέντε δεκατρείς στ’ αρχίδια μου στην τελική σου είπα αφού αναπνέουμε ακόμη μισοί ολόκληροι ποιος νοιάζεται αρκεί που υποθέτω πως υπάρχεις υποθέτω πως μ’ αγαπάς ακόμη με την αγάπη εκείνη των δεκάξι ξέρεις κι εγώ το ξέρω θα τη βγάλουμε μισοί ολόκληροι ασύμπτωτοι με τα μαλλιά σου στο κουτί τα δάχτυλά μου μες στα μάτια τις νύχτες ν’ αλυχτάνε στα πεζοδρόμια στ’ αρχίδια μου σου είπα θα τη βγάλουμε κομμάτια μπουσουλώντας μέσα στα σχολικά τετράδιά μας μη μου κλαις –

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

τέλος



Μετά, συνήθιζε να βγαίνει. Όχι τίποτα σπουδαίο, ως το περίπτερο ας πούμε, για τσιγάρα, ή κι ακόμη πιο κοντά, μέχρι το σπίτι του τρελού στη γωνία. (Θυμόταν ολοκάθαρα το χτύπημα του μπαστουνιού του στις πλάκες, ουδέποτε κατάλαβε γιατί το κουβαλούσε πάντοτε μαζί του, δυο μέτρα άντρας, ευθυτενής, παρά τη γενειάδα στο στέρνο του, ασφαλώς η στήριξη ήταν περιττή, μα εκείνος χτυπούσε επίμονα, σε κάθε βήμα, σα για να ξυπνήσει κάποιον, τέλος πάντων, ο τρελός είχε από χρόνια πλέον πεθάνει, ο χτύπος ακόμη την ξυπνούσε τα μεσημέρια.) Σε κάθε περίπτωση, έβγαινε, περπατούσε το τετράγωνο πάνω-κάτω, μια ή δυο φορές, ενίοτε ξεχνούσε ν’ αγοράσει τα τσιγάρα, γυρνούσε σπίτι και κλείδωνε δυο φορές πίσω της την πόρτα, ωραία έλεγε κι ας μην ήταν σίγουρη πως ήταν όντως καλύτερα έτσι.
Γιατί η σύντομη έξοδος επιβεβαίωνε αυτό που ήδη υποψιαζόταν, πως εξακολουθούσε δηλαδή να υφίσταται, ολόκληρη κατά πάσα πιθανότητα και δίχως κάποια προφανή παραμόρφωση ή αιμορραγία. Ψαχουλευόταν καλού-κακού να σιγουρευτεί, σαφώς, τίποτα δεν έμοιαζε να λείπει, ο γείτονας την είχε καλησπερίσει αδιάφορα, τα παιδιά στο πάρκο είχαν συνεχίσει το παιχνίδι τους παρά τη διέλευσή της, κανείς δεν είχε βάλει τις φωνές στη θέα της, κανείς δεν κάλεσε ασθενοφόρο, την πυροσβεστική ή την αστυνομία, ωραία ξανάλεγε κι ας μην ήξερε αν το προτιμούσε που ήταν έτσι.
Και συνέχιζε με τις συνήθεις δραστηριότητες του υπολοίπου της ημέρας, αφήνοντας παραπλεύρως το γεγονός, ημιτελέστατο όπως είχε περίτρανα γι’ άλλη μια φορά αποδειχθεί, ο χρόνος εξακολουθούσε να κυλάει, οι προθεσμίες να τρέχουν, η βρύση το ίδιο, τα φώτα ν’ ανάβουν με το πάτημα του διακόπτη, τα παιδιά να τσιρίζουν στο πάρκο, οι μουσικές ν’ αντιστοιχούν σ’ εφιάλτες. Ασφαλώς, ήταν όλα τα ίδια, εκείνη, τα πράγματα, έχοντας επιβιώσει της καταστροφής ως άτρωτες κατ’ ουσίαν απελπισίες, δίχως ουλές, δίχως εγκαύματα ή εμφανείς ρωγμές, δίχως καν πρησμένα μάτια.
Έτσι, καμία απόδειξη δεν θα μπορούσε ποτέ να επιστρατευτεί, κανείς ποτέ δεν θα την πίστευε, ακόμη κι αν είχαν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες, πόσο μάλλον που ήταν μόνη, η εκδοχή της θα κατέρρεε υπό το –μικρό, έστω– βάρος του κορμιού της, πώς στ’ αλήθεια να τους πείσεις πως δεν υπάρχεις, όχι, θα ’ταν τόσο μάταιο να το επιχειρήσει, εν τέλει δεν αποκλείεται να πειθόταν στην πορεία η ίδια για το αντίστροφο. Επέζησα του τέλους θα έγραφε πολύ αργότερα, σε μια στιγμή ελάσσονος βέβαια εμπνεύσεως και δίχως να θυμάται σε τι ακριβώς αναφερόταν.
Οι κριτικοί θα μιλούσαν –δικαίως– για αμφιβόλου ποιότητος μελοδραματισμό.

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Απολογισμός

Το βράδυ κοιμήθηκα με κουβερτούλα. Πολύ θα ήθελα και τη γάτα (που εκτίμησε την κουβερτούλα και ήρθε στο κρεβάτι, τα σκέτα σεντόνια δεν της αρέσουν), αλλά εκείνη την έκανε μετά από λίγο. Η κουβέρτα, ευτυχώς, αποφάσισε να μείνει –όχι τίποτα άλλο, αλλά η πολλή μοναξιά μου φέρνει εφιάλτες.

Και η αλλαγή των εποχών, επίσης. Μην φανταστείτε πως μελαγχόλησα που φεύγει το καλοκαίρι και τα λοιπά, άλλωστε δεν ήταν και το καλύτερο της ζωής μου, νομίζω ανακουφίζομαι που φεύγει και δεν θα σκάω μέσα στο σπίτι χωρίς air-condition. Απλώς, είναι ένας τρόπος να συνειδητοποιώ τον καιρό που περνάει, ξέρετε, ρίχνω μια ματιά στην χρονική πραγματικότητα (λέει να το κάνεις πού και πού, όσο τρομακτικό κι αν είναι). Πού φθάσαμε, πού ακριβώς είμαι, τι έπεται –όσο μπορεί κανείς να προβλέψει, εννοείται.

Λοιπόν, οι φήμες με θέλουν να πλησιάζω επισήμως τα 25, πολύ μικρή για ρυτίδες, πολύ μεγάλη για τρέλες, κακός συνδυασμός, να μην ξέρεις τι ακριβώς πρέπει να κάνεις, προς τα πού να γείρεις, 20+ ή 30- ; Κρέμα ματιών, ας πούμε, να βάζω ή να μη βάζω; Πάντως για να φοβάμαι το σκοτάδι είμαι σίγουρα πολύ μεγάλη. Και για ν’ αλλάξω επαγγελματικές κατευθύνσεις, επίσης, είναι αργά. Πιθανόν να είναι αργά και για ένα piercing ακόμη που ήθελα, το σκέφτομαι κι ανατριχιάζω, πώς στο διάβολο τις έκανα τις τρύπες μερικά χρόνια πριν και δε μ’ ένοιαζε; Επίσης υποθέτω είναι αργά να εξελιχθώ πραγματικά σε ο,τιδήποτε κατά καιρούς σκέφτηκα πως θα μπορούσα ίσως να πάρω στα σοβαρά, σχέδιο, μουσικές, διάφορα τέτοια που όπως όλοι λένε δεν έχουν ψωμί, ε, καλά, πήγα στη Νομική, δεν έχει ιδιαίτερη διαφορά, δουλειά πάλι δεν έχω, δεν πήγα ποτέ να βγάλω την άδεια, τι να την έκανα, πυροβολήστε με καλύτερα αλλά μην με βάλετε να παριστάνω το δικηγόρο.

Ερασιτέχνης σε όλα, λοιπόν. Κι ας με έχουνε οι φίλοι για τη «φιλόλογο» της παρέας, ούτε αυτό δεν είμαι. Έστω. Περιμένω να γίνω δημόσιος υπάλληλος, αν περάσω στο διαγωνισμό, αν δεν περάσω θα βρω δουλειά και θα περιμένω να περάσω στον επόμενο διαγωνισμό, έχω πάθει ανοσία στο διάβασμα, και στην ιδέα επίσης ενός γραφείου σε δημόσια υπηρεσία, εντάξει, μην φανταστείτε πως ονειρευόμουν να γίνω αστροναύτης, θα επιζήσω. Πάντως η προοπτική του δημοσίου, υποθέτω, με καθιστά αυτομάτως πολύ μεγάλη και για τις μπλε ανταύγειες που ήθελα να κάνω και λυπόμουνα πάντα τα λεφτά, πάνε σε υπουργείο με μπλε ανταύγειες; Δεν πάνε.

Είμαι πολύ μικρή για να κάνω παιδιά, όλοι συμφωνούν, εγώ πάλι νομίζω πως είμαι ήδη μεγάλη, δεν ξέρω, τα ’χω θαλασσώσει σ’ αυτό το θέμα, δεν έχω ιδέα. Είμαι πολύ μικρή για αυτά που γράφω, μου λένε κατά καιρούς, άντε να τους εξηγήσεις πως έχουν λάθος, αυτά τα «ώριμα» που λένε τα ’γραφα στα δεκάξι, μετά την έχασα τη μπάλα, πού να ξαναβρείς ορίτζιναλ απελπισίες.

Τέλος πάντων. Φτάνει με τις ηλικίες. Τι αναμένεται, πέραν της επιτυχίας ή αποτυχίας στο ξεκίνημα της δημοσιοϋπαλληλικής μου σταδιοδρομίας; Ο άντρας μου φεύγει φαντάρος, ωραία μαλακία κι αυτή, μετά τα νυχτερινά το κωλόνησο, τουλάχιστον έχω συνηθίσει στις απουσίες, θα τη βγάλω καθαρή φαντάζομαι. Είπαμε, έρχεται και χειμώνας και θα ’ρχεται η γάτα στο κρεβάτι. Κι εγώ θα έχω καινούριες εμπειρίες, κάπου θα δουλεύω, δημόσιο ή αλλού, θα προσπαθήσω να προσαρμοστώ σ’ ένα περιβάλλον κι ως συνήθως θα αποτύχω, με τις γυναίκες δεν κολλάω, με τους άντρες επιβάλλεται να κρατάς πισινή, γενικά η κοινωνικότητά μου είναι λιγάκι γάμησέ τα, τι να κάνω, θέλω την ησυχία μου, κι οι φίλοι μου περιέργως επιλέγουν άλλα μέρη της χώρας για να ζήσουν, ή σε κάθε περίπτωση έχουν άλλους ρυθμούς, οι σχέσεις εξ αποστάσεως και δια msn είναι το καλύτερο ενδεχόμενό μου πλέον.

Αυτά. Στο σπίτι το καμπανάκι σημαίνει «τέλος εποχής», η αδερφή μου ήδη έφυγε, εγώ αισίως φεύγω του χρόνου, άτσαλη κατάσταση, οι γονείς γαντζώνονται πάνω μου υστερικά, εγώ νιώθω πως ήδη δεν ανήκω πια εδώ, το δωμάτιό μου φαντάζει απομεινάρι ενός αναίτια παρατεταμένου παρελθόντος, οι κούκλες μου ακόμη στα ράφια, ο κολλητός μου απ’ το λύκειο στη φωτογραφία, έχω καμιά επταετία να τον δω, μπορεί και να ’χει πέσει τόσο στην πρέζα που να μην με θυμάται καν, οι κασέτες μου σε χάρτινα κουτιά από γόβες που αγόρασα πολύ μετά που τα κασετόφωνα έγιναν μουσειακό είδος, και να βρω κασετόφωνο πολύ αμφιβάλλω αν θα παίζουν ακόμη καλά, δεν πειράζει, έχω άπειρα γίγα mp3, προσαρμόστηκα αναγκαστικώς, έκοψα και την αλληλογραφία, με περνούσανε οι άλλοι για τρελή, στείλε e-mail ρε άρρωστη, χώθηκα λοιπόν επιτυχώς στην τεχνολογία, έμαθα να στέλνω e-mail, δεν μπορώ να γράψω μου λείπεις σε arial γραμματοσειρά, έπαψα να το γραφω, είναι πιο εύκολα έτσι, οι λέξεις που δεν αρθρώνονται δεν υπάρχουν, ξεχνιέσαι, ναι, είναι σαφώς καλύτερα, τελικά πολύ τα εκτιμώ στην πορεία τα νέα μέσα, δε βλέπετε, άνοιξα και μπλογκ, ας διαβάζει όποιος θέλει, στις λογοτεχνικές κλίκες δεν κολλάω ούτως ή άλλως, εξαιρετική η συλλογή σας δια τηλεφώνου, θερμά ευχαριστώ για την κριτική σας στο τάδε περιοδικό, κι από κοντά να σε κοιτάνε σαν δαιμονισμένη λόγω ηλικίας ή γιατί δεν φοράς γυαλιά σαν φοιτήτρια θεολογίας, άι σιχτίρ, το πήρα απόφαση πως δεν πολυκολλάω πουθενά, ανέκαθεν, οι κυριλέ μ’ έβρισκαν φρικιό, τα φρικιά μ’ έβρισκαν κυριλέ, τα κορίτσια κάφρο και τ’ αγόρια κορίτσι, μπερδεύτηκα στο τέλος κι εγώ, τα παράτησα, ό,τι καταλάβει καθένας, στην τελική ποιος ενδιαφέρεται να ξέρει, και γιατί θα ’πρεπε.

Άλλο ένα καλοκαίρι πίσω μου.

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

τέλος εποχής

Παράξενα που υπήρξαμε

στο φευγαλέο βλέμμα των περαστικών

μια ελάχιστη αναγνώριση αξιώνοντας.

Νύχτες πολλές ν’ αποδεχτούμε

μπρος στον καθρέφτη το είδωλό μας

επίμονα πασκίσαμε - λοιπόν;

Μοιραία, η αντανάκλασή μας κάποτε

ταιριάζει στου τοπίου την προοπτική.

Μονάχα το περίγραμμα ελάχιστα

το δράμα παραλλάσσει ως εφιάλτης

απ’ την κορνίζα περισσεύει πολυγωνικός.

Αλλά το πλέον αλγεινό

στο μέλλον όταν το χέρι με μια κίνηση

κοφτή επιδέξια τη χάρτινη βεντάλια

θα κλείσει την εικόνα τσαλακώνοντας

και θ’ απομείνει θρόισμα της ζωγραφιάς

σφήκα σφιγμένη στην παλάμη η φράση.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Απιστίας συμπτώματα

Μια κοινωνική προσφορά του Νάρκισσου στο γυναικείο αναγνωστικό κοινό

Πίστευα ότι τα είχα δει πλέον όλα όσον αφορά στις μαλακίες που δημοσιεύουν τα λεγόμενα «γυναικεία» περιοδικά, έντυπα ή ηλεκτρονικά. Ε, λοιπόν, λάθος! Φαίνεται πως πάντα υπάρχει περιθώριο για ένα βήμα παραπέρα στο ένδοξο μονοπάτι της γκομενίστικης ηλιθιότητας. Απόδειξη, τα «συμπτώματα της απιστίας» που πέτυχα κατά τύχη στο womenonly (όπου women διάβαζε και: κρετίνοι).

Έχετε υπόνοιες ότι ο καλός σας σάς τα φοράει; Δώστε τέρμα στην αμφιβολία με σύμμαχο την έγκριτη επιστημονική μελέτη της εν λόγω ιστοσελίδας, που επισημαίνει 32 ατράνταχτες αποδείξεις ότι ο σύντροφός σας «ποτίζει» παραλλήλως δεύτερη πορτοκαλιά. Πιστός στην αποστολή του της κοινωνικής προσφοράς, ο Νάρκισσος αναδημοσιεύει τα κυριότερα σημεία του ανυπέρβλητου κερατο-καταλόγου κάνοντας τις απαραίτητες προσθήκες, για να μάθετε επιτέλους αν υπάρχει κάποιος λόγος που τελευταία κουτουλάτε περνώντας την εξώπορτα.

Ξεκινάμε με μια ομαδοποίηση μερικών παρεμφερών σημείων: Δεν μιλάτε πια. Ζείτε μαζί σαν ξένοι. / Έχει γίνει ψυχρός και αδιάφορος για τα συναισθήματα σου./ Αδιαφορεί για σένα, για τα παιδιά σας και την καθημερινή σας ζωή./ Δεν τον ενδιαφέρει καθόλου το μέλλον της σχέσης σας./ Δεν σου δείχνει τρυφερότητα πια./ Δεν σου λέει πια "σ' αγαπώ"./Το ενδιαφέρει περισσότερο να δει τηλεόραση ή να διαβάσει εφημερίδα απ' το να κουβεντιάσετε ή να κάνετε έρωτα.

Εμείς συμπληρώνουμε:

· Όποτε περνάει από μπροστά σας, σας ρίχνει ροχάλα.

· Σας δέρνει.

· Δέρνει τα παιδιά.

· Κλωτσάει το σκύλο.

· Ενώ εσείς του κάνετε αισθησιακό striptease, εκείνος βλέπει champions league.

· Του λέτε «σ’ αγαπώ» και απαντά μέσα από τα δόντια του «τράβα ψόφα μωρή καριόλα».

· Το μωρό βήχει κι αυτός του βουλώνει το στόμα με σελοτέιπ.

Λοιπόν: Αν κάποια από αυτές τις ενδείξεις ταλανίζει την καθημερινότητά σας, είναι καιρός να περάσει από το μυαλό σας ότι ίσως δεν είσαστε πλέον ο μοναδικός πόλος της ερωτικής του έλξης.

Συνεχίζουμε: Σου φαίνεται αδιάφορος και αφηρημένος την ώρα του σεξ.

Αναλύουμε λίγο περισσότερο:

· Όταν κάνετε σεξ, σας βάζει μια χαρτοσακούλα στο κεφάλι.

· Σας βάζει από πάνω και όση ώρα εσείς κάνετε rodeo, εκείνος λύνει Sudoku.

· Είναι τόσο αφηρημένος, που προσπαθείτε μονίμως να βγάλετε το πουλί του από τον αφαλό ή από το μάτι σας.

· Είναι τόσο αδιάφορος για τις σεξουαλικές σας περιπτύξεις, που πρέπει να του επισημάνετε εσείς ότι τελείωσε.

· Σας φωνάζει «Σύλβια» κατά τη διάρκεια του σεξ.

· Τον φωνάζετε «Ντέιβιντ» κατά τη διάρκεια του σεξ και δεν αντιδρά.

· Διακόπτετε το σεξ για να σηκώσετε το τηλέφωνο που χτύπησε και εκείνος δεν το αντιλαμβάνεται, αλλά συνεχίζει ανοίγοντας τρύπα στο στρώμα.

Ακονίστε τις αισθήσεις σας! Αν διαισθάνεστε ο,τιδήποτε από τα προαναφερθέντα, θορυβηθείτε.

Παρακάτω: Όταν μιλάει στον ύπνο του αναφέρει συχνά ένα συγκεκριμένο γυναικείο όνομα.

Πιο συγκεκριμένα:

· Παραμιλάει λέγοντας «Σύλβια».

· Παραμιλάει λέγοντας «Σύλβια, τι μου κάνεις.»

· Παραμιλάει λέγοντας «Σύλβια, τι σου κάνω.»

· Παραμιλάει λέγοντας «Σύλβια, θα χωρίσω το συντομότερο την κάργια την ……… (συμπληρώνετε με το μικρό σας όνομα) και θα φύγουμε μαζί στις Μπαχάμες.»

Αν ακούσετε κάτι τέτοιο κατά τη διάρκεια της νύχτας, έχετε λιγάκι το νου σας. Μην υπερβάλλετε, βέβαια: στο κάτω-κάτω, για ένα παραμιλητό πρόκειται. Δεν αποκλείεται να έβλεπε ο άνθρωπος ένα αθώο όνειρο με τη γάτα των παιδικών του χρόνων που ονομαζόταν Σύλβια. Για να βεβαιωθείτε, ρωτήστε τον ήρεμα το επόμενο πρωί μήπως είχε στο παρελθόν κάποιο κατοικίδιο με το όνομα Σύλβια. Αν απαντήσει καταφατικά, δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας.

(ΠΡΟΣΟΧΗ -Απαραίτητη διευκρίνιση: τα 2 προηγούμενα points δεν ισχύουν αν τυχαίνει να ονομάζεστε εσείς Σύλβια.)

Φαίνεται ξαφνιασμένος όταν ξυπνάει το πρωί. Πιθανόν να μην είναι σίγουρος σε ποια κρεβατοκάμαρα βρίσκεται. Κατά τη γνώμη του Νάρκισσου, το απλό σάστισμα στο ξύπνημα δεν συνιστά επαρκή ένδειξη. Δεν αποκλείεται όμως να συμβαίνει πράγματι κάτι το ύποπτο, αν:

· με το που ανοίγει τα μάτια του και σας βλέπει δίπλα του στο κρεβάτι αρχίζει να κλαίει με σπαρακτικούς λυγμούς.

· αρχίζει να σας ταρακουνάει ουρλιάζοντας μέσα από τους λυγμούς «τι έκανες στη Σύλβια, φέρ’ την πίσω αμέσως.»

· πηδάει έξω από το παράθυρο μόλις του πείτε γλυκά «καλημέρα, αγάπη μου».

· σηκώνεται και κατουράει μέσα στη ντουλάπα αντί για την τουαλέτα: προφανώς μπερδεύει την κρεβατοκάμαρά σας με κάποιον άλλο χώρο.

Τώρα που γνωρίζετε όλα τα ύποπτα σημάδια, μπορείτε να προετοιμάσετε καταλλήλως την άμυνά σας ενάντια στον κίνδυνο να μετατραπείτε σε τάρανδο. Η στήλη μας συνιστά, για καλύτερα αποτελέσματα, να τυπώσετε τον κατάλογο και να τον κουβαλάτε μαζί σας ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορείτε να ελέγχετε ευκολότερα τις εκάστοτε ενδείξεις. Κυκλώστε με κόκκινο στυλό τον αριθμό κάθε συμπτώματος που εντοπίζετε, και αν εντός μίας εβδομάδας οι κόκκινοι κύκλοι υπερβαίνουν τους δέκα στον αριθμό, πάρτε το απόφαση ότι είναι καιρός να συζητήσετε ανοιχτά με τον αγαπημένο σας.

HAVE A NICE WEEKEND