Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικροί πνιγμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικροί πνιγμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

travel for fun

Άργησε ωστόσο να καταλάβει πως τα γεγονότα είχαν προκαλέσει το σταμάτημα του εσωτερικού της χρόνου, που ακινητούσε πλέον ως μεσίστιος Ιούνιος απαστράπτων, και σε εξαιρετικές μονάχα περιπτώσεις δεχόταν να προοδεύσει, ελάχιστα πάντα, ένα λεπτό, μια ώρα ή, το περισσότερο, μια ημέρα τη φορά. Μοιραία λοιπόν την προσπερνούσαν οι εποχές, οι ημερομηνίες, ο χρόνος των άλλων· ερμητικά προφυλαγμένη από τη ροή των συμβάντων, επιβίωνε με μικρές δαγκωματιές σ’ ένα φανταστικό παρελθόν κι ένα εμβρυώδες μέλλον, οι αναμνήσεις των οποίων (κατασκευασμένες ή όχι, αδιάφορο), απολύτως δικαιωματικά της ανήκαν. Την τρόμαζαν, πάντως, οι πιθανές επιπτώσεις αυτής της ιδιωτικής στασιμότητας· το ενδεχόμενο, επί παραδείγματι, η ίδια να φθειρόταν στο εξής με ρυθμούς εξαιρετικά αργούς, παρατηρώντας τους οικείους της να παραδίδονται στην προβλεπόμενη επέλαση των ηλικιών τους· ή το ακριβώς αντίθετο, να βάραιναν δηλαδή πολλαπλάσια πάνω της τα μεγάλα διαλείμματα του χρόνου που το μέσα της επέμενε ν’ αγνοεί ως άχρηστα αντικείμενα στοιβαγμένα σ’ ένα κλειστό ντουλάπι, από τα οποία ήταν απλώς δύσκολο πρακτικά ν’ απαλλαγεί ολοκληρωτικά κανείς· και να γερνούσε αστραπιαία (ενάντια σε κάθε φυσικό νόμο προς την αντίστροφη κατεύθυνση) μεταξύ ευσταλών συγγενών και θαλερών φίλων.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

show it to me


Κατάλαβε, εν τέλει, πως ήταν ανάγκη απόλυτη να εφεύρει ένα καινούριο κώδικα για να ζήσει· να χαρτογραφήσει εκ νέου το περιβάλλον, τις αισθήσεις της, το ίδιο της το σώμα· να συμφιλιωθεί με τη διαρκή αγρύπνια της επιθυμίας της (ίσκιος, ίσκιος πουθενά), αυτό το βάρβαρο φως που την έτεμνε και εισχωρούσε και καταύγαζε το μέσα της και την ανύψωνε και την κρεμούσε ανάποδα σαν άνθος προς αποξήρανση. Έπρεπε, το γνώριζε· μα οι παλιές συνήθειες ήταν σε κάποιο βαθμό ισχυρές, κι ήταν φορές που ξεχνιόταν και δοκίμαζε, λόγου χάρη, να χαμογελάσει όπως στο παρελθόν, να συνομιλήσει περί ανέμων και υδάτων με τους παρευρισκόμενους, ή απλώς να καπνίσει στο μπαλκόνι. Αντιλαμβανόταν τότε, ευθύς αμέσως, πόσο μοιραία είχε αλλάξει, και πώς οι λέξεις πια δεν της ανήκαν, και οι κινήσεις, και οι συσπάσεις των μυών του προσώπου της εκτυλίσσονταν σαν άψυχη μελωδία μουσικού κουτιού κουρδισμένου από ένα ανάλγητο χέρι· εξακολουθούσε λοιπόν να χαμογελά, και να συνομιλεί, και να καπνίζει, παραδομένη στη νέα πραγματικότητα που την όριζε, συμφιλιωμένη με τη νόσο, πειθήνια, γνωρίζοντας πως στο εξής το καλοκαίρι θα κακοφόρμιζε ανεξέλεγκτα στο σώμα της, και οι φωτογραφίες του σπιτιού θα αιμορραγούσαν με μικρές εκρήξεις σε προκαθορισμένες ώρες θρυμματίζοντας τις κορνίζες τους. 

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

all of my being is now in pining

κι ήταν κάποιες φορές που σ’ ένιωθα σαν έλκος ζωντανό πάνω στο σώμα μου, εντελώς ξαφνικά, και σε στιγμές ολότελα ανύποπτες, καθώς έκοβα, ας πούμε, το ψωμί με το μεγάλο μαχαίρι της κουζίνας, το καλοκαίρι επέμενε κίτρινο κι οι μέρες μου κυνηγιόντουσαν σαν άλογα κούρσας· σ’ ένιωθα ξαφνικά, και τα μέλη μου νέκρωναν, αιφνιδιασμένοι λαγοί σε προβολείς αυτοκινήτου, το μαχαίρι σφήνωνε στο ψωμί προέκταση του μουδιασμένου χεριού μου, και σκεφτόμουν, με πάσα σοβαρότητα, θα πεθάνω. Καταλάβαινα, ασφαλώς, πως η πιθανότητα ενός επιτόπιου θανάτου μου ήταν εξαιρετικά μικρή, κι επιπλέον, εξαιρετικά άβολη, για ένα πλήθος λόγων που το μυαλό μου αδυνατούσε τη δεδομένη στιγμή να συγκεκριμενοποιήσει μα γνώριζε, σε κάθε περίπτωση, πως υπήρχαν· ωστόσο εξακολουθούσα να σκέφτομαι, και σε κάποιο βαθμό να πιστεύω, πως θα πέθαινα. Στεκόμουν λοιπόν,  ακίνητη με το μαχαίρι πάνω από τον πάγκο, και σκεφτόμουν πως θα ’πρεπε ίσως να σου τηλεφωνήσω, ν’ ακούσω τη φωνή σου ζωντανά για να πειστώ πως ήσουν απλώς εσύ, κι όχι ένας λόγος να πεθάνω χωρίς κανένα, προφανή τουλάχιστον, λόγο, ελπίζοντας πως ο ενεστώτας σου θα ήταν λιγότερο τρομαχτικός απ’ την ανάμνησή σου, αλλά φοβόμουν μήπως δεν πιάσει –τίποτα, είναι η αλήθεια, δεν μου διασφάλιζε την προοπτική μιας συντριπτικής υπεροχής του παρόντος επί του παρελθόντος· το αντίθετο ίσως να συνέβαινε, κρίνοντας από την πρόσφατη συμπτωματολογία μου: τα παραλυθέντα άκρα, την απύθμενη λύπη, τις συντομότατες ευφορικές εξάρσεις, την αυθαίρετη βεβαιότητα, εν τέλει, πως ολόκληρη η ζωή μου είχε συμπυκνωθεί σε μερικά στιγμιότυπα αφής (το χέρι σου στα μαλλιά μου - το χέρι σου στον αστράγαλό μου - το στόμα σου στο λαιμό μου)· κι έπειτα σκεφτόμουν, πως διανύαμε, ειρωνικά ίσως, μια παντελώς αναπόδραστη ηλικία, καθώς δεν θα ’χε κανένα νόημα ν’ αναποδογυρίσει κανείς τα κεράκια της τούρτας από λάθος, ή επιτούτου για να παίξει, κι η πλήρης βεβαιότητα αυτού του ελάχιστου, κωμικού μάλλον αδιεξόδου μού προκαλούσε ένα μικρό πανικό, καθώς συνέχιζα να σε νιώθω πάνω μου απτόν σα ζωντανό έλκος και συνέχιζα να σκέφτομαι, εν πλήρη ηρεμία, θα πεθάνω, κι έψαχνα τις λέξεις για να το πω, να το σημειώσω κάπου, τέλος πάντων, για την περίπτωση που πράγματι θα συνέβαινε, για να μην απορήσουν, τουλάχιστον, υπερβολικά οι άλλοι· μα έτρεμα πως θα μου χρέωναν έναν εφηβικό λυρισμό (κι ήταν αλήθεια, το έκαναν αυτό τα χέρια σου πάνω μου, να μου θυμίζουν λέξεις όπως κορμί και θρόισμα και χελιδόνια) κι εξάλλου, υπενθύμιζα στον εαυτό μου, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πέθαινα προς το παρόν. Άφηνα, τελικά, το μαχαίρι και καθόμουν άπραγη στα πλακάκια της κουζίνας, ήσυχη πολύ, μ’ ένα χάος στα σπλάχνα κι εσένα ζωντανό πάνω μου μα κάπου αλλού, κι αναρωτιόμουν αν θα σου περνούσε ποτέ από το μυαλό, πως θα μπορούσα δηλαδή να κάθομαι έτσι στα πλακάκια σακατεμένη από έρωτα, σφίγγοντας νευρικά στις χούφτες τα δίδυμα νούμερα της προσωπικής μας χρονολογίας, κι ενώ η σάρκα μου αποστήθιζε ψιθυριστά τις εναλλακτικές διαδρομές της αναίρεσής μου (το χέρι σου στα μαλλιά μου - το χέρι σου στον αστράγαλό μου - το στόμα σου στο λαιμό μου), κι έλεγα πως, είτε έτσι είτε αλλιώς, εγώ θα μπορούσα να συνεχίσω την επιδαπέδια απελπισία μου απαράλλαχτα, κι ευτυχισμένη σχεδόν, μ’ αυτή την οδύνη που εξαπλωνόταν ταχύτατα στο αίμα μου σαν ιός, τα σπασμένα νερά μιας δεκαετίας που μ’ εγκατέλειπε αδιάφορα μέσ’ από τα πόδια μου και το καθησυχαστικό βουητό του απορροφητήρα

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

no dawn no day



Απέκτησε, τελικώς, την ψευδαίσθηση ότι η ζωή δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε, τέλος πάντων, αρχικά υποθέσει· πιθανότητες περιέπλεκαν τις απλούστερες καθημερινές της δραστηριότητες· για να βγει, φερειπείν, από το μπάνιο στο σαλόνι, σκόνταφτε στα κουβαριασμένα ενδεχόμενα πάνω στο χαλί. Περνούσε τις μέρες της, ασφαλώς, περιμένοντας το τηλέφωνο να χτυπήσει· έχοντας απολέσει τη γνώση πως τα τηλεφωνήματα είχαν προ πολλού υποκατασταθεί εν μέρει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· συνεπώς, η πιθανότητα επικοινωνίας συμπαρέσυρε συνήθως κατ’ ανάγκη διαφημίσεις απορρυπαντικών, παιδικών τροφών και μαγικών αναλγητικών, καθώς και την έκθεση στα αιτήματα φιλίας ατόμων παντελώς αγνώστων της. Πίστευε, για ένα διάστημα, πως η ποίηση, ενδεχομένως, θα την έσωζε· πως οι λέξεις θα μπορούσαν, ίσως, να την απεγκλωβίσουν, να εξαναγκάσουν το τηλέφωνο να χτυπήσει ή έστω (κι αυτό θα της ήταν, στ’ αλήθεια, αρκετό) να κάνουν το χρόνο περισσότερο υποφερτό. Γιατί είχε αποκτήσει, επίσης, την κακή συνήθεια να υπολογίζει το χρόνο σε μικρά ανάποδα βήματα από και προς το σώμα του· πριν και μετά τις λέξεις του· ή και διαγωνίως διασχίζοντας τις σπηλαιώδεις σιωπές του· να ρυθμίζει την αναπνοή της ισορροπώντας ανάμεσα στους πόλους του, έρμαιο ενός πανίσχυρου μαγνητικού πεδίου που την κρατούσε μετέωρη (χωρίς πόνο, βεβαίως, χωρίς επιπρόσθετες εξάρσεις, χωρίς υποτίτλους) σε μια χρονική στιγμή αδιευκρίνιστη (ούτε μέρα, ούτε νύχτα)· ένα μικρό ζώο μουμιοποιημένο μέσα σε παγετώνα. Απέφευγε λοιπόν, το κατά δύναμιν, τις σκέψεις, τις υποθέσεις, τις διατυπώσεις· απέκλειε εξ ορισμού τις φωτογραφίες· έπινε και κοιμόταν αποκλειστικά στη βεράντα κάτω από μια μικρή χάρτινη ομπρέλα. Έτρεμε τη λήθη –μόνο αυτήν. Η ασθένεια, βεβαίως, επέλαυνε σταθερά· τα άκρα της γέμιζαν μικρές γαλάζιες φλέβες, που όλο πύκνωναν και προόδευαν προς τον κορμό, σαν να επέκειτο η μεταμόρφωσή της σε ωκεανό. Εκείνη ήξερε, ασφαλώς, πως περί άλλου επρόκειτο· επέμενε ωστόσο με κάποια φιλαρέσκεια να περιβάλλει τη νέα της όψη με ταιριαστά αξεσουάρ (ένα μαντήλι γαλάζιο, ένα καπέλο, ένα ζευγάρι γάντια)· και παρακολουθούσε ήρεμη καθώς τα έπιπλα φούσκωναν κι έσκαγαν μεριές-μεριές από την υγρασία. Και θυμόταν, όλο θυμόταν· επιμελώς· ψυχαναγκαστικά σχεδόν· ρυθμικά· με μια μνήμη ρετρό χαρτονένια σαν κιτρινισμένη καρτ-ποστάλ· το σώμα της όλο, ένα μονοπάτι με σημαδεμένες κρυψώνες· ίσκιος πουθενά.     

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

when the cold winds blow

κι ήταν φορές που θα μπορούσα, με λίγη προσπάθεια ή μια βοήθεια μικρή από τις περιστάσεις (να τύχει να μ’ αγγίξεις, ας πούμε, δυο φορές στο ίδιο σημείο), να μπερδέψω το όλο πράγμα με την ευτυχία· να ισχυριστώ πως φόβος ουδείς με διαγούμιζε μήτε μνήμη θανάτου· κι η αναπνοή μου μια πρόφαση να συνεχίσω να υπάρχω στο εξαιρετικό μεταίχμιο της επιθυμίας σου. Κι ήξερα πως σε ύπνο μέσα σε συναντούσα και πως με μια δρασκελιά θα με πρόφταινες, αν ήθελες, προτού καταποντιστώ –μα ήταν όλα προς στιγμήν ωραία κι εγώ έτοιμη και κουρασμένη λαχταρούσα μόνο μια περισπωμένη να κοιμηθώ ανάμεσα στα χόρτα. Ψιλόβρεχε μια βροχή κρουστή σα τζάμι σπασμένο· μάκραιναν τα μαλλιά μου· τα σπλάχνα μου άδειαζαν· γυρισμένη τα μέσα έξω έσταζα πευκοβελόνες σα ρούχο που το τινάζει κάποιος σ’ ένα μπαλκόνι· και με κοιτούσες ίσια μέσα στα μάτια  ενώ γύρω μας ο κόσμος γκρεμιζόταν αθόρυβα, θεαματικά και αμετάκλητα, κι ήταν όλο τόσο εξωπραγματικό που σκέφτηκα  ήρεμα, όνειρο, ας είναι, και συνειδητοποίησα πως σε κοιτούσα κι εγώ ευθεία στα μάτια ώρα πολλή κι ήμουν, ωστόσο, ζωντανή. Κι απελπίστηκα τότε βίαια και πραγματικά, πως ελπίδα δεν υπήρχε να πάψω, να μην είμαι, και πως θα ’πρεπε σε λίγο να ξυπνήσω, ή να ξανακοιμηθώ, ό,τι από τα δύο, και να περπατήσω ξανά μονάχη στη λεωφόρο, να μ’ αγκαλιάσουν τα παιδιά και να ποτίσω τη βουκαμβίλια προσβλέποντας πάντοτε πως ίσως, ίσως εφέτος


Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

I had everything I needed to commit suicide


κι όταν η απόσταση μεγάλωνε, σε ονειρευόμουν σε κάτι όνειρα απλοϊκά χολυγουντιανής αισθητικής· περπατούσαμε, ας πούμε, σε μια προκυμαία γεμάτη κόσμο με ορίζοντα γκρίζο τρώγοντας μαλλί της γριάς  ξαφνικά σειρήνες χτυπούσαν έσκαγαν βόμβες και γέμιζε το σκηνικό ανθρώπους που μας γάζωναν με αυτόματα από όλες τις μεριές το ζαχαρένιο μου σύννεφο βαφόταν κόκκινο από το αίμα κάποιου αγνώστου και πετούσε με μια βίαιη ριπή αέρα ανέμελο πάνω από τη θάλασσα, κι εγώ το κοιτούσα συγκρατώντας με τα δυο χέρια το ψάθινο καπέλο μου και σου φώναζα, ατάραχη τελείως, μόνο για ν’ ακουστώ πάνω από τις στριγκλιές και το πανδαιμόνιο, αύριο ίδια ώρα, μετά μου έδινες ένα φιλί κινηματογραφικό κάτω από κάποια δυσδιάκριτη επιγραφή που είχε προκύψει ξαφνικά εντελώς πάνω από τα κεφάλια μας κι ενώ το μακελειό εξακολουθούσε απομακρυνόσουν με βήματα αργά πάνω στην προκυμαία, και καθόλου δεν ανησυχούσα, καθώς γύρω σωριάζονταν πτώματα κι αυτοκίνητα λαμπάδιαζαν μα τίποτα δε μας ακουμπούσε, τότε αιφνιδίως παρατηρούσα που φορούσες ένα μπλουζάκι βυσσινί κι αμέσως άνοιγε ο ορίζοντας στα δύο και με κατάπινε και μ’ έφτυνε αμάσητη στα μισά της κόλασης

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Schiele

το ξέρω πως θα ζήσω έτσι στο εξής σ’ αυτούς Τους άσπρους τοίχους με τα χελιδόνια Να γκρεμίζονται στην κοιλιά μου τα τετράδιά μου Σκισμένα τα κίτρινα Μουγκρητά μου κλειδωμένα στο ντουλάπι ματαίως Περιμένοντας το χειροκρότημα με το αυτί μου Κολλημένο στα πλακάκια για τις αφικνούμενες αμαξοστοιχίες το έκζεμα θα με δικαιολογείς της προκαλεί, σαφώς, κάποιον εκνευρισμό οι γείτονες Θα με κοιτάζουν επιτιμητικά δεν θα γνωρίζω Καλοκαίρι ή χειμώνας μονάχα Θα ψάχνω τις παπαρούνες κάτω απ’ τα σεντόνια τους δεινοσαύρους Που άργησαν θα συλλαβίζω Τ’ όνομά σου σε ξένες γλώσσες μπερδεύοντάς το Μ’ άλλα ονόματα τοπωνύμια και νούμερα επταψήφια θα επινοώ Νέες γεωγραφίες μπουσουλώντας στην τελευταία μου Προσπάθεια να σ’ εντυπωσιάσω θα δεις θα είναι κάτι Σαν πρώτο ραντεβού σαν ακροβατικό ελέφαντα θα ισορροπήσω Τις απελπισίες μου θα ράψω Τις σάρκες μου που κρέμονται δε θα φωνάζω Τη νύχτα το έκζεμα, βέβαια θα υπερθεματίζει η μητέρα οι νοσοκόμες Θα μου χαϊδεύουν στοργικά τα μαλλιά δεν θα με νοιάζει θα ξαπλώνω Πάλι στο πάτωμα έρχεται θα σου λέω και θα ’χεις Ένα βλέμμα βάραθρο όπως oι αυτοπροσωπογραφίες του Schiele πολύ αργότερα Θα με θυμάσαι Δεκάξι χρονώ μ’ εκείνο το φτηνό φουστάνι να ποζάρω με τον ώμο έξω Γύρω μου Σαραβαλιασμένα μηχανάκια μπουκάλια μπύρας κι εκείνα Τα βαριά τσιγάρα που πνιγόμουνα και γελούσα ωραία Που θα είναι ν’ ακινητώ στους αιώνες σ’ αυτή τη στάση όταν κανείς Δεν θα γνωρίζει πλέον την τοποθεσία μου θα ξύνω Τοίχους από τα μέσα βυθισμένη Μέχρι τη μέση σε πράσινα βότσαλα με μια θλίψη ήμερη Βολική σαν πτυσσόμενη ομπρέλα δεν θα κλαίω Εκτός μονάχα όταν σε νιώθω να περνάς απ’ έξω μ’ εκείνες τις ψηλές μπότες που μ’ αρέσαν Κάποτε Ίσως επιχειρήσω να σου γράψω να σου ζητήσω Δηλαδή συγγνώμη που προέκυψα μια τέτοια αμήχανη διάψευση ενώ όλοι Δικαίως προέβλεπαν μια καθώς πρέπει τουλάχιστον συμβίωση μία οικογενειακή Συγκέντρωση ανά έτος ένα μωρό μια στήλη πιθανόν στην τοπική εφημερίδα το ξέρω Πως σε μπερδεύω πάλι έτσι που τα λέω ανάκατα είναι Που βιάζομαι να προλάβω πριν σε πάρει ο ύπνος και το τραίνο Σφυρίξει πάλι βιάζομαι Να σου πω τώρα που ακόμη το ξέρω Πως σ’ αγάπησα έστω Με τούτη την αγάπη χαρτοπόλεμο τους ασθματικούς ρόγχους τα βράγχια στα πλευρά μου και πως δεν είχα Άλλο τρόπο να υπάρξω Δεν κατάφερα Ν’ αλλάξω δέρμα σπλάχνα κόκαλα να μην είμαι Έτσι μια κούκλα στρεβλή πασαλειμμένη κραγιόνια φοβάμαι Ωστόσο πως δεν έχει νόημα κατ’ ουσίαν που ήδη Σου γνέφω μέσα από τη γυάλα απ’ έξω Ξανθά κορίτσια σου χαμογελούν με μαλλιά Σγουρά και μαλακά δάχτυλα κι είναι ώρα Να επιστρέψω επιτέλους στα τραίνα μου το βυθό Με τα κοχύλια την άδεια Μήτρα τελευταία στάση μου.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

το υδρόβιο έντομο

αδυνατώ να θυμηθώ Πώς τον έλεγαν βάσιμα ωστόσο Υποθέτω πως την δεδομένη στιγμή εγνώριζα όχι Πως είχαν βέβαια κάποια σημασία Τα ονόματα εννοώ αρκούσε Τη δεδομένη πάντοτε στιγμή η βεβιασμένη Γνώση των σωμάτων το δέρμα Που έτριζε σα γυαλί κάτω απ’ το δάχτυλο κουδούνιζε Μεριές θρυμματισμένο Στην κίνηση κι έτρεμα Μην τον σακατέψω άδικα ευτυχώς Εκείνος έδειχνε Να μη φοβάται Τα αιματηρά μου ενδεχόμενα τον τρόμο Που έπαιζε μπάλα στο στομάχι μου το παραμιλητό μου Σε γλώσσες που δεν κατείχα εκείνος Έδειχνε πράγματι ν’ απολαμβάνει τη συγκυρία Παράδοξα ευγενής Έβγαζε τα τσιγάρα από την τσέπη να μην τσαλακωθούν Τρεις μέρες συνέχεια μπορεί Και τέσσερις δεν θυμάμαι πλέον Μασούσε κάτι τσίχλες που μύριζαν κανέλα κι έκαιγαν Σαν λόγος που δεν ειπώθηκε πάνω στα χείλη θυμάμαι Το σούρσιμο των ρούχων σαν ζωντανά που παραμέριζαν τρομαγμένα σε πρόσταγμα το χέρι του Ν’ ανοίγει δρόμους στην κοιλιά μου την πόρπη Της ζώνης που χτυπούσε ρυθμικά Σαν πένθιμη καμπάνα πάνω στα δοκάρια το γκρίζο κτήριο με τις πράσινες πόρτες την υγρασία Να στάζει από παντού και χάρηκα θα πλημμυρήσουν Τα κόκαλά μου Ανήμερα τ’ Άη-Γιάννη να προσπαθώ Να πνιγώ και να μη μου βγαίνει θα έπρεπε Να ’μαι τουλάχιστον ευγνώμων που κάποιος σκέφτηκε να με παρηγορήσει Χειρουργικά δίχως Περιστροφές μ’ εκείνο Το λειψό χαμόγελο των αγοριών που μεγαλώνουν Από λάθος σαφέστατα Τα γνώριζα ήδη όλα την επικείμενη Δεκαετία σαν να την είχα Εκ των προτέρων σεργιανίσει μέσα-έξω τρεις φορές και γνώριζα Δεν θα μεγάλωνα άλλο θα φορούσα Το ίδιο νούμερο εσαεί θα επιβίωνα Της υγρασίας σκαλωμένη στο σακάκι σου ένα υδρόβιο Έντομο που άλλαξε ακούσια Περιβάλλον θα σε θυμόμουν Με λεπτομέρειες τρομακτικές με αναμνήσεις που δεν θα έπρεπε Να μου ανήκουν τριώ Χρονώ επτά εννέα κι ας ήσουν Δώδεκα νομίζω που σε είδα εσύ Δεν μ’ είχες δει και σίγουρα Δεν θα με πίστευες αν σου ’λεγα Τότε εννοώ Πως είχε ήδη γίνει Πως σε γνώριζα πως θα σου χώριζα στο μέλλον Τα σπλάχνα στα δύο θα προσπαθούσαμε Μισή ζωή να το χαρακτηρίσουμε ως ατύχημα να πούμε Πως κατά βάθος δεν συνέβη Πως μας φάνηκε κι άλλα πολλά Μπορούσα να σου πω αλλά δεν μίλησα σε κοίταζα Μόνο μέσα απ’ το τζάμι και δεν έμπαινα Στον κόπο καν να λυπηθώ δεν θα ’χε Νόημα εξάλλου και τώρα Να μ’ απειλεί αυτή η παράλογη υγρασία να μη στέργει Τουλάχιστον να μ’ εξοντώσει να πρέπει να μαζέψω Μες στην παλάμη μου την προκαταβολή Του χρόνου αυτή που δεν την ήθελα και τι ειρωνεία Να μου μπερδεύουν όλοι την ηλικία μου Πριν και μετά να με κρεμούν Σαν ρούχο στο ενδιάμεσο ούτε Παιδί ούτε γυναίκα υδρόβιο έντομο σ’ ένα κατάστεγνο κουτί τα υπόλοιπα όλα Ήταν απλώς φιλοφρονήσεις αστεία της στιγμής να κοιμηθώ Τα βράδια δίχως φασαρίες όταν έβρεχε κι εγώ Θυμόμουν αίφνης κι έλεγα Θα φύγω μα οι άλλοι ήξεραν Συμβιβαζόμουν εύκολα και σώπαινα αρκεί Να μου ’λεγες δεν πειράζει ή κάτι τέτοιο Εν τέλει Αναδιπλώθηκα ήσυχα μες στο κουτί μου κι αν ψάξετε Στις φωτογραφίες σας θα δείτε λείπω Αφήνοντας μια βολική παύλα στη θέση μου ένα σκιτσάκι Μονοκοντυλιά κι αυτό Για λίγο μόνο σταδιακά Τα χρώματα θα θρέψουν γύρω από την απουσία μου θα κλείσουν Όπως κλείνει Τρύπα στη σάρκα δίχως ασημένιο κρίκο μέχρι τότε Θα συνεχίσετε να μ’ εφευρίσκετε για λόγους Πρωτίστως πρακτικούς με το μπλε μου φόρεμα το λάπτοπ τις κατσαρόλες μου τα σημάδια στα μπράτσα ή κάποτε Στη σάλα με τη μαμά προσεκτικά Να ισιώνω τις κορνίζες στον τοίχο.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

φωτογραφία

ουδέποτε κατάλαβα πώς συνέβαινε Πάντα στην πλέον κρίσιμη στιγμή Το τακούνι μου να σφηνώνεται στη σχάρα του υπονόμου άλλοτε σ’ ένα μικρό ράγισμα στις πλάκες του πεζοδρομίου και ν’ αποσπάται Βίαια από το πέλμα το παπούτσι Αιφνίδια παραπατώντας να επιστρέφω στις ελάχιστες διαστάσεις μου περισσότερο πλέον Να μη σε φθάνω ή ακόμη χειρότερα ν’ ακινητοποιούμαι Δέσμια του εδάφους να σε βλέπω Ν’ απομακρύνεσαι με τρόμο υποπτευόμενη πως χαμογελούσες Ειρωνικά ή το πολύ με συγκατάβαση στην πολλοστή αποτυχία μου Εννοείται Πως αραδιάζω τώρα ψέματα Ερμηνείες δικές μου αυθαίρετες επί των καταστροφικών εκείνων γεγονότων Δεν είχα ακόμη φορέσει τακούνια τότε ούτε καν κραγιόν εξόν Μια φορά που έβαψα τα χείλη μου για σένα γνωρίζοντας με βεβαιότητα πως δεν θα ’σαι εκεί Η Μαρία μόνο το πρόσεξε και ασφαλώς Κατάλαβε ήθελε να με φωτογραφήσει να σου ταχυδρομήσει Τη φωτογραφία με το κραγιόν που ήταν για σένα που θα έλειπες και δεν την άφησα Φοβήθηκα την ασαφή αιωνιότητα μιας πόζας ανυπεράσπιστης Παντελώς στα χέρια σου στην άλλη άκρη της χώρας με το κραγιόν στο ακίνητο χαμόγελο Ήλπιζα βέβαια οδυνηρά να σου το πει να περιγράψει την απόχρωση του κόκκινου το σάπιο αίμα στα φίλτρα των τσιγάρων μου αφού Το υποπτευόμουν βάσιμα από τότε δεν θα το έβλεπες ποτέ από κοντά και τα σημάδια θα ’ταν μόνο Μονάχα Στα φίλτρα των τσιγάρων μου Δεν ξέρω δεν έμαθα αν τελικά σου είπε κάποτε Οι νύχτες μου βέβαια προδιαγράφονταν ήδη τρομερές το ίδιο βράδυ Δαγκωνόμουν μ’ ένα αγόρι με ωραία πόδια και δερμάτινο μπουφάν με προέτρεπε να χύσω με τη στιγμιαία Τρυφερή έγνοια του αγνώστου που απλώνει το χέρι να σηκώσει κάποιον που στραβοπάτησε στο δρόμο αγνοώντας φυσικά το κάταγμα Εγώ Με πλήρη αχαριστία να του ανοίγω πληγές στην πλάτη Τον αγαπάς μου είπε αργότερα η Μαρία κι είχε φρίκη έκπληκτη η φωνή της λες κι ανακάλυπτε Μοιραίο μαθηματικό λάθος ντράπηκα βαθιά Σαν να μου καταλόγιζαν έγκλημα δίχως ποινή κι ακόμη δεν την είχα ρωτήσει αν σου ’χε πει για το κραγιόν και τη φωτογραφία Που δεν την άφησα να τραβήξει Θα μου πεις τι τα σκαλίζω αυτά μετά από τόσα χρόνια όπως Ανά πενταετία περίπου συναντιόμαστε Θα συναντιόμαστε Τυχαία Λέγοντας τα άκρως αναγκαία κοινοποιώντας αρραβώνες γάμους εγκυμοσύνες τα τελευταία επαγγελματικά μας νέα Και το αγόρι με τα ωραία πόδια δεν έχω ιδέα τι απέγινε αν κατοικεί ακόμα στις δυτικές συνοικίες αν θυμάται στο ελάχιστο Τις πληγές το σπέρμα του πάνω στα ρούχα μου Η Μαρία ασφαλώς θα καταλάβαινε Πως ήμουν αφόρητα λυπημένη τρία καλοκαίρια στη σειρά Με μια καυστική υποδόρια λύπη που ακόμη ξεβάφει στα φουστάνια μου με τον ιδρώτα Τη συνάντησα κι εκείνη τυχαία μετά από χρόνια αγόραζε Διακοσμητικά λουλούδια για το σπίτι Ένα τεράστιο μεταλλικό μπουκέτο τη βοήθησα να το μεταφέρει μέχρι το ταξί με ρωτούσε για σένα αν σ’ έβλεπα Ακόμη Δεν ρώτησε αν σ’ αγαπούσα Ήθελα να της πω Πως τελικά μετάνιωσα για τη φωτογραφία κι αν μπορούσε αν δηλαδή της ήταν εύκολο Να την τραβούσε εκείνη τη στιγμή έστω με καθυστέρηση επτά Ή έξι χρόνων έστω Δίχως κραγιόν Με άλλο χρώμα στα μαλλιά την υποψία καν της πρώτης ρυτίδας Δεν είπα εννοείται τίποτε τη φίλησα την έβαλα στο αυτοκίνητο Το πελώριο συρμάτινο κλαδί εξείχε από το παράθυρο της κούνησα το χέρι όπως έστριβαν και σκέφτηκα Με μια τρομακτικήν απάθεια πως στο εξής θα μεγάλωνα διαρκώς Χωρίς ελπίδα αναστροφής χωρίς Την πολυτέλεια των άγνωστων στοργικών αγοριών τις τρομερές νύχτες Και πως δεν ήξερα καν αν υπήρχα τουλάχιστον ως ανάμνηση ή πόθος ανεκπλήρωτος Ως υποθετική έστω φωτογραφία σ’ ένα άδειο συρτάρι ως εμμονή Που κακοφόρμισε σε λάθος δεκαετία.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

επαλήθευση


Αν αγωνιούσε πραγματικά για κάτι στην προοπτική μιας ολιγοήμερης επανασύνδεσης, ήταν για την επαλήθευση ή μη της αναμνήσεως.

Διότι ανάμνηση, ασφαλώς, υπήρχε. Για την ακρίβεια, υπήρχαν πλείστες όσες αναμνήσεις, μεγαλύτερης ή μικρότερης εντάσεως και ευκρίνειας, αναμνήσεις που εκτείνονταν και πέραν της κοινής τους δεκαετίας, αυθαιρέτως παραμορφώνοντας την προ εκείνου εποχή (μα δεν μπορεί να ήμουν εγώ, ξεκαρδιζόταν στα γέλια ακούγοντας τις περιγραφές της, δεν γνωριζόμασταν ακόμη τότε, είναι προφανές, με μπερδεύεις με κάποιον άλλον, τον Γ. υποθέτω ή τον Τ., ή κάποιον άλλον τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο –εκείνη ασφαλώς επέμενε, πεισμωμένη, πως περί εκείνου επρόκειτο, ήταν σίγουρη, πώς ήταν δυνατόν λοιπόν να μη το θυμάται, είχαν περάσει μάλιστα τόσο όμορφα, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν φωτογραφίες, εκατοντάδες φωτογραφίες, επιμελώς ταξινομημένες σε πολυσέλιδα άλμπουμ ή σκόρπιες, φωτογραφίες έγχρωμες και μαυρόασπρες, σε κάθε πιθανή τοποθεσία και πόζα, δικές του μόνο ή άλλες που ήταν μαζί (μα δεν μπορεί να είμαι εγώ, τρόμαζε βλέποντας κάποιες εξ αυτών, σκέψου το, είναι παντελώς αδύνατο, πρέπει να είναι κάποιος άλλος, ο Γ. υποθέτω ή ο Τ., ή κάποιος άλλος τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο, είναι πράγματι παράλογο, δεν γνωρίζω αυτό το μέρος, δεν κατοικούσα καν στη χώρα εκείνη τη χρονιά –εκείνη ασφαλώς επέμενε, χαμογελώντας, πως ήταν εκείνος, φαινόταν ολοκάθαρα στη φωτογραφία, πώς ήταν δυνατόν να μην το βλέπει, είχε βγει μάλιστα τόσο ωραίος, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν, τέλος, οι τρομεροί εφιάλτες, που προσδιορίζονταν ως τέτοιοι από την δική του απουσία απ’ την εκάστοτε πλοκή τους, συνεπώς η ανάμνηση ήταν υπαρκτή, ειδάλλως δεν θα μπορούσε να αντιλαμβάνεται την απουσία, κι ο ακατάσχετος τρόμος θα ήταν παντελώς αναίτιος.

Εκείνο που έμενε, λοιπόν, να διαπιστωθεί εκ του σύνεγγυς (και καθώς η φρικώδης παράταση της διάστασης προοδευτικώς εξασθένιζε κάθε βεβαιότητα) δεν ήταν η ίδια η ανάμνηση, αλλά το περιεχόμενο αυτής, η σύμπτωσή του δηλαδή ή μη με το πρόσωπο, η αντιστοίχιση της ανακαλούμενης συγκινήσεως με το ρίγος της άμεσης επαφής. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν η πρώτη φορά που αμφέβαλλε· συνέβαινε συχνά (κατά τη διάρκεια χωρισμών κατά πολύ μικρότερων, ασήμαντων στην πραγματικότητα, ενός εικοσιτετραώρου, ας πούμε, ή κάποτε και μερικών ωρών) να μην είναι σίγουρη, πως όντως υπήρχε εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν (με το ίδιο δέρμα, δηλαδή, το ίδιο σώμα, τα ίδια μάτια, κι ικανός να της μεταδώσει, χωρίς προσπάθεια, τον ίδιο ανεξήγητο πανικό)· πως δεν ήταν διαστροφή δική της να τον εφευρίσκει, έτσι ακριβώς, υπό την επήρεια υπερβολικά πολλών ουίσκυ με πάγο, μοντάροντάς τον κατόπιν τεχνηέντως στο παρελθόν μισής τουλάχιστον ζωής, κι αποφασίζοντας κάθε φορά πως επρόκειτο περί τόσο τέλειας, από κάθε άποψη, αυθαιρεσίας, που απλώς επιβαλλόταν να πεισθεί για την ύπαρξή της προκειμένου να επιβιώσει.

Εννοείται πως η ανάμνηση επαληθευόταν, κάθε φορά, με το πέρας δηλαδή του εκάστοτε χωρισμού (το επόμενο πρωί, λόγου χάρη, ή στο αμέσως επόμενο ραντεβού, ή ανοίγοντας απλά μια πόρτα που είχε κλείσει πίσω του για ν’ αλλάξει ρούχα): όντως υπήρχε, εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν, κι ο πανικός ήταν πράγματι ο ίδιος, η οδύνη ήταν ακριβώς η ίδια· έβαζε τα κλάματα που τον έβλεπε, κι εκείνος γελούσε, με πλήρη άγνοια της αφόρητης τελειότητάς του, και της ανακάτευε περνώντας τα μαλλιά, καθησυχάζοντάς την τρυφερά κι αδιάφορα, όπως καθησυχάζει κανείς ένα σκυλάκι του σαλονιού με νεύρα ευαίσθητα λόγω ορμονικών διαταραχών.

Εντούτοις, αμφέβαλλε εκ νέου κάθε φορά, κι ανησυχούσε εκ νέου, με απαράλλαχτη ένταση, για την επικείμενη επαλήθευση ή διάψευση, και δεν ήξερε τι έτρεμε περισσότερο, να διαπιστώσει δηλαδή πως εκείνος δεν υπάρχει και θα πρέπει να ζήσει χωρίς αυτόν, ή το αντίστροφο.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

a man in black



Ασφαλώς, θα μπορούσε να προσπαθήσει. Υποκρινόμενη πως δεν φοβόταν, δεν προμάντευε, δεν εγνώριζε• σαν η αποτυχία να μην ήταν βέβαιη• σαν να μην ήταν προδιαγεγραμμένο το ασύμπτωτο των εμμονών.

Ίσως, εν τέλει, να μην ήταν καν τόσο επώδυνο στην πράξη: θα έγραφε το προς με ευανάγνωστους κεφαλαίους χαρακτήρες (η κλινική αναγραφή του ονόματος δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες, την αλλόκοτη διεύθυνση την γνώριζε από μνήμης)• σκοπίμως θα παρέλειπε τα δικά της στοιχεία, ναρκισσιστικά επικυρώνοντας μιαν αυθαιρέτως δεδομένη αποκλειστικότητα (κανείς άλλος δεν θα του έγραφε, δεν θα μπορούσε να του γράψει, άλλωστε ήταν ολωσδιόλου αμφίβολο πως κάποιος άλλος γνώριζε, τη δεομένη στιγμή, την ακριβή του θέση στο χάρτη)• τέλος, θα σφράγιζε τον παλαιό λευκό φάκελο με τη ριγέ μπλε μπορντούρα, θα κολλούσε το γραμματόσημο, θ’ άφηνε την επιστολή να γκρεμιστεί μέσα στο ταχυδρομικό κουτί.

Κατόπιν, θα μπορούσε μονάχα να περιμένει, αδυνατώντας πλέον να επέμβει στην εξέλιξη της τραγωδίας, ευχόμενη ωστόσο, πιθανώς, κάποια σωτήρια τυχαιότητα να εμποδίσει την παράδοση του φακέλου (ένα σφάλμα των ταχυδρομικών υπαλλήλων, μια φυσική καταστροφή, μια ευφυής στρατιωτική λογοκρισία), κι έχοντας ήδη αποφασίσει πως, σε αντίθετη περίπτωση, θ’ αρνιόταν με θράσος οποιαδήποτε σχέση με την αποστολή του επίμαχου γράμματος –που, προφανώς, εκείνη μονάχα θα μπορούσε να έχει συγγράψει και αποστείλει• ωστόσο, η έλλειψη απτών αποδείξεων θα επέτρεπε, κατά πάσα πιθανότητα, μια βεβιασμένη αθώωσή της λόγω αμφιβολιών.

[Ο παραλήπτης, σε κάθε περίπτωση, δεν θα αποτέφρωνε την επιστολή. Δεν επρόκειτο, άλλωστε, περί ερωτικού σημειώματος. Κι εκείνος δεν ήταν πλέον έφηβος• δεν ήταν καν βέβαιη πως είχε υπάρξει τέτοιος στο παρελθόν, παρ’ όλο που οι αναμνήσεις της συνηγορούσαν, φυσικά, υπέρ αυτού του ενδεχομένου (το εξαιρετικό ανεπίγνωστο κάλλος, η άυλη σχεδόν σιλουέτα, οι δερμάτινες μπότες, ο θόρυβος από τα μηχανάκια –αν και ο τελευταίος στοίχειωνε όλες συλλήβδην τις εφηβικές της αναμνήσεις, ασχέτως δηλαδή με τα εκάστοτε πρόσωπα, τώρα που το ξανασκεφτόταν, ήταν αυτός που στο μυαλό της ταξινομούσε συγκεκριμένα τμήματα μνήμης στην εν λόγω τρομερή περίοδο), και δεν αποκλείεται να ήταν όντως έτσι, να είχε δηλαδή προσωρινά απλώς βρεθεί, ενήλικας εξαρχής, μέσα στην πρόχειρη σκηνοθεσία μιας σκονισμένης εφηβείας με μακό μαύρο φανελάκι. Θυμόταν καθαρά τον εαυτό της να τρέχει πίσω του στα διαλείμματα του σχολείου, πανικόβλητη από έρωτα, δίχως αίμα, με το λιωμένο κραγιόν και τα τσιγάρα στην κωλότσεπη, υπνωτισμένη απ’ τις ηλεκτροφόρες σιωπές του, τη διαρκή απειλή συμπαντικής συντέλειας που τον περιέβαλλε, ντοπαρισμένη από την κατά τα φαινόμενα αδιαφορία του, απροσμέτρητα δυστυχής, κι απελπισμένη με την γνήσια απελπισία των δεκαέξι χρόνων –δεν αποφάσισε ποτέ, αν επιθυμούσε περισσότερο να πεθάνει η ίδια ή να τον σκοτώσει.]

Ήταν παρήγορο, εννοείται, που εν τέλει είχε βρεθεί γι’ αυτήν μια κάποια εναλλακτική διέξοδος, που μπορούσε να σκέφτεται ασφαλώς θα μπορούσα μετά από κάθε τηλεφώνημα• είχε βρει μάλιστα τον παλαιό αεροπορικό φάκελο, τον κρατούσε με φροντίδα σ’ ένα συρτάρι του γραφείου της, άγραφο• αν μη τι άλλο θα μπορούσε στο μέλλον, και όταν πλέον η αναγκαιότητα των επιστολών θα είχε εξαλειφθεί, να τον παρουσιάσει ως τεκμήριο των προθέσεών της –ήλπιζε, ωστόσο, πως μέχρι τότε το ζήτημα θα είχε απλώς ξεχαστεί.


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

επιστολή


«Επιτέλους, δεν σου ζητώ παρά ένα γράμμα. Και, σου ’χω πει χίλιες φορές, είναι η τελευταία –καταλαβαίνεις; – η τελευταία μου ευκαιρία να λάβω ένα.»

Καταλάβαινε, φυσικά. Την προφανή απλότητα του αιτήματος, τη δικαιολογημένη αγανάκτηση για την επί μακρόν αδιαφορία από μέρους της, την πιθανολογούμενη μη αναστρέψιμη βλάβη.

Θα μπορούσε (σκεφτόταν, τερματίζοντας παρ’ όλα αυτά τη συνδιάλεξη δίχως ίχνος ταραχής) ένας κακοπροαίρετος νους να προσάψει μια κάποιαν αυθαιρεσία στο τελευταίο τμήμα του ισχυρισμού, συγκεκριμένα στη βεβαιότητα με την οποία διατυπωνόταν αυτό το περί «τελευταίας ευκαιρίας», θεωρώντας δεδομένο ένα (κατ’ ανάγκην υποθετικό, σκεφτόταν, και πάλι δίχως ταραχή) μέλλον, από το οποίο θ’ απουσίαζε οποιαδήποτε υπόνοια αλγεινής απόστασης· διότι ένα γράμμα προϋποθέτει, ως γνωστόν, μιαν ελάχιστη απόσταση μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη, απόσταση που να υπαγορεύει την συγγραφή, αποστολή και ανάγνωση του γράμματος, αλλιώς η όλη υπόθεση στερείται, προφανώς, ενδιαφέροντος· συνεπώς, το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής επιστολής προϋπέθετε έναν μελλοντικό χωρισμό τους ο οποίος, όμως, δεν θα προέκυπτε ποτέ (είχε εκείνος αποφασίσει) ή, αν τέλος πάντων προέκυπτε (είχε εκείνη αποφασίσει) τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα δεν θα επιβίωναν του γεγονότος ώστε να ανταλλάσσουν επιστολές.

Δεν καταλάβαινε, μονάχα, για ποιον ακριβώς λόγο επρόκειτο περί ευκαιρίας, και μάλιστα για τον συγκεκριμένο άνθρωπο, που είχε, όπως ήξερε καλά, συνειδητά και βαθύτατα περιφρονήσει αλληλογραφίες, ακόμη και ανταλλαγές τηλεφωνικών αριθμών, σ’ όλους ανεξαιρέτως τους αξιομνημόνευτους τουλάχιστον χωρισμούς της μέχρι τότε ζωής του, και ήταν αρκετοί, δεν θα είχε νόημα, έλεγε, αφού έφευγα· κρατούσε μόνο κάποιο –παράδοξο, συνήθως– θυμητικό, ένα κασκέτο, ένα σκίτσο, μια καθ’ όλα αδιάφορη φωτογραφία, σ’ ένα συρτάρι που ποτέ σχεδόν δεν άνοιγε· βάσιμα υπέθετες πως δεν θυμόταν, μα σε στιγμές εντελώς τυχαίες ξεχύνονταν τα ονόματα, οι περιγραφές, αναμνήσεις τρομακτικής ομολογουμένως λεπτομέρειας, και δεν ήξερες πια τι να υποθέσεις· αλλά επρόκειτο, ασφαλώς, για άτομο για το οποίο κάθε υπόθεση καθίστατο εξ ορισμού εξαιρετικά επίφοβη.

Ωστόσο, το θέμα εν προκειμένω ήταν η ίδια η επιστολή, που έπρεπε (επιβαλλόταν, κατά τα φαινόμενα) να υπάρξει, μα ήταν αδύνατο, κι εκείνη δεν ήξερε γιατί, ή πάντως δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει, όχι τουλάχιστον με πειστικά επιχειρήματα, ουδείς (και σίγουρα όχι εκείνος) δεν θα την πίστευε αν έλεγε μου λείπουν οι λέξεις· ήταν γνωστό σ’ όσους την ήξεραν πως οι λέξεις ήταν πάντα με το μέρος της, τα μακροσκελή κείμενα παντός είδους ήταν σαφώς η ειδικότητά της, έχοντας στην πορεία του χρόνου εξασφαλίσει γι’ αυτήν ένα πλήθος ετερόκλητων όσο και αμφιλεγόμενων επιτευγμάτων: αρχικά, τη σχολική της πρόοδο· αργότερα, τον γνήσιο τρόμο επιλεγμένων απροσάρμοστων εφήβων, εξαιρετικού ή όχι κάλλους, που έκαιγαν (ήταν βέβαιη) αμέσως μετά την πρώτη ανάγνωση τα ερωτικά της σημειώματα, σοφά προνοώντας για ένα ενήλικο μέλλον στο οποίο η ανάμνηση και μόνο της πιθανότητας να υπήρξαν κάποτε αποδέκτες ενός τόσο εξωφρενικού αισθήματος θα ισοδυναμούσε, το δίχως άλλο, με όψιμη μεν, αλλά ισόβια καταστροφή· την είσοδό της κατόπιν στο πανεπιστήμιο και, ακόμη πιο μετά, την εξασφάλιση της εργασίας της· κατά καιρούς, την αμφίβολη επιδοκιμασία διαφόρων (σχετικών ή άσχετων) που αρέσκονταν να την χαρακτηρίζουν σε σχετικές συζητήσεις με κωμικούς προσδιορισμούς όπως ενδιαφέρουσα ή ταλαντούχα, κάποτε και με το άκρως τρομακτικό υποσχόμενη.

Δεν έλεγε, λοιπόν, τίποτα. Δεν επιχειρούσε να δικαιολογηθεί, δεν υποσχόταν, δεν απέκλειε ρητά. Αρνιόταν όμως, στην πράξη, και μάλιστα για κάτι τόσο απλό φαινομενικά, στο κάτω-κάτω, γνώριζε καλά πως το επίμονο αίτημα δεν είχε προεκτάσεις, δεν υπήρχε καμιά συγκεκριμένη απαίτηση σχετικά με το περιεχόμενο της επιστολής, θα μπορούσε επομένως να γράψει κάτι εξαιρετικά ανώδυνο, δύο-γραμμές ίσως ή τρεις, τι κάνεις, μου λείπεις, σε περιμένω, ελπίζω να είσαι καλά, κάτι τέτοιο, ή κάτι ακόμη πιο εύκολο, μια τυχαία παράγραφο από ένα τυχαίο βιβλίο, ο,τιδήποτε, άλλωστε ποτέ δεν θα γινόταν συζήτηση επ’ αυτού, το ήξερε, αλλά και πάλι δεν το έκανε, δεν ήξερε γιατί, ή πάντως δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει, όχι τουλάχιστον με πειστικά επιχειρήματα, ουδείς (και σίγουρα όχι εκείνος) δεν θα την πίστευε αν έλεγε μου λείπει η προσφώνηση, διότι βέβαια η προσφώνηση δεν θα μπορούσε να παραληφθεί, μα είναι το λιγότερο γελοίο αυτό που λες, θα έλεγαν όλοι, και πρώτα εκείνος, θα μπορούσε απλώς να γράψει το όνομά του, ασφαλώς και θυμόταν το όνομα, μ’ ένα μου ας πούμε στο τέλος, ή έστω μια ρετρό αισθηματική κλητική, πολυαγαπημένε μου, ας πούμε, ή κάτι παρόμοιο, ή μωρό μου ή, εναλλακτικά, κάτι πιο ερωτικό, που οι άλλοι πιθανώς θα ονόμαζαν χυδαίο, αλλά οι άλλοι δεν είχαν σημασία, υπήρχαν τέλος πάντων τόσες επιλογές, αλλά δεν μπορούσε· κι έτσι αρνιόταν, για πρώτη φορά, σιωπηρά, με πείσμα· αυτή που, προκειμένου για εκείνον, συμμορφωνόταν (με νοσηρή σχεδόν εμμονή) σε κάθε εντολή, ικανοποιούσε κάθε αίτημα, διατυπωμένο ή υπονοηθέν, ακόμη κι όσα είχαν εκφραστεί με την πλέον ελαφρά διάθεση (δεν είχε ξαναφορέσει, ας πούμε, παντελόνι, απ’ όταν της είπε, αστειευόμενος περίπου, πως οι γυναίκες θα έπρεπε να φορούν μονάχα φουστάνια, γιατί του άρεσαν περισσότερο· δεν φορούσε πλέον ακόμη και απόντος εκείνου, σκεπτόμενη πως, αν την έβλεπε, το φόρεμά της θα του άρεσε περισσότερο και, ιδίως, πως θα καταλάβαινε πως για εκείνον μόνο το είχε φορέσει, ασχέτως που δεν υπήρχε περίπτωση να την δει, ή να καταλάβει, και που πιθανώς θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα τον ενδιέφερε πραγματικά, το τι φορούσε δηλαδή ή δεν φορούσε εκείνη και γιατί)· αυτή, που θα μπορούσε κάλλιστα να του ταχυδρομήσει ένα κομμάτι σάρκας, αν της το ζητούσε, κι ανησυχώντας για ένα πράγμα μόνο, αν δηλαδή εκείνος θα έβρισκε στο μέλλον την ουλή της αποκρουστική.

Και το εκκρεμές αίτημα πολλαπλασίαζε την αγωνία, που εκτεινόταν πλέον, πέραν της απεχθούς διάρκειας του χωρισμού, και στην ορατή ημερομηνία λήξης του, καθώς το πέρας της διάστασης θα ισοδυναμούσε και με απώλεια της ευκαιρίας, για όποιο λόγο κι αν εθεωρείτο τέτοια, και γνώριζε πως δεν θα της το συγχωρούσε, ούτε κι εκείνη θα το συγχωρούσε στον εαυτό της, και πως οι λέξεις, έχοντας λιποτακτήσει σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή θα όφειλαν, το λιγότερο, να την εγκαταλείψουν δια παντός.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

deja vu


Κι έτσι ο χρόνος στρογγυλοποιήθηκε πλήρως, με την πανομοιότυπη επανάληψη να προηγείται της επιτυχούς αφομοιώσεως των παρελθόντων γεγονότων, ως επιμένων εφιάλτης ή συνέχεια κακόγουστου σήριαλ μετά από σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα.
Τουλάχιστον ήταν όλα γνώριμα πλέον, οι άσπροι θάλαμοι, η ατελείωτη αναμονή στους παγωμένους διαδρόμους, η εξευτελιστική αφαίρεση των προσωπικών αντικειμένων, ο ξανθός φαντάρος στο αναψυκτήριο, τα σωληνάκια που παραβίαζαν θρασύτατα το δέρμα, οι προβλεπόμενες ώρες εισόδου, οι αλλεπάλληλες κλήσεις των διαφόρων ενδιαφερομένων, το σκέτο ουίσκι ως αποτρεπτικό μιας καθ’ όλα ανεπιθύμητης κατάρρευσης.
Ακόμα και ο διάλογοι ήταν ίδιοι, τηλεφωνικοί και διά ζώσης, οι εκατέρωθεν σπασμωδικές παραινέσεις για υπομονή, οι βεβιασμένοι χαριεντισμοί που επιχειρούσαν να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα, η αλάνθαστη απαγγελία του ιστορικού στους γιατρούς, η μονολεκτική συνεννόηση με τους φρουρούς στην πύλη, πρωτίστως, οι ανώφελες εκφράσεις λατρείας λίγο πριν το τέλος του εκάστοτε επισκεπτηρίου.
Ασφαλώς ήταν κάπως πιο εύκολα έτσι, με την εκ των προτέρων δηλαδή γνώση που απέτρεπε τα ενδεχόμενα λάθη, για παράδειγμα (και δεδομένου πως η ένστολη χυδαιότητα του περιβάλλοντος επέβαλλε, το δίχως άλλο, την απόρριψη του όρου εραστής), έλεγε συνειδητά ο αρραβωνιαστικός μου, για ν’ αποφύγει μιαν αξιόμεμπτη ασυνέπεια σε σχέση με τα έγγραφα εισαγωγής.
Το πιο σημαντικό, γνωρίζοντας πια με βεβαιότητα πως το αναψυκτήριο δεν διέθετε σταχτοδοχεία, έσβηνε –χωρίς καμιάν αμηχανία πλέον– το τσιγάρο της μέσα στο ποτήρι με το υπόλειμμα του καφέ.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

I tell you we must die





Το είχε προ πολλού υποψιαστεί: η διάψευση ήταν μια διαδικασία προοδευτική.
Θα πεθάνω, είχε σκεφτεί, με όλη την ηδονή της γελοιότητας μιας τέτοιας προφανέστατης υπερβολής –που δεν έπαυε, ωστόσο, να φαντάζει ως η πλέον πιθανή εκδοχή συνεπειών.
Ασφαλώς δεν απεβίωσε. θα όφειλε, μάλιστα, να παραδεχτεί πως δεν είχε καν προσπαθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Τουναντίον, συνέχιζε να τρέφεται (στοιχειωδώς, έστω), να καπνίζει (σαφώς περισσότερο), να κοιμάται (έναν ύπνο άσπρο, δίχως όνειρα, μ’ αυτό ήταν κάτι με το οποίο είχε από καιρό συμβιβαστεί).
Εξακολουθούσε πάντως κατά διαστήματα να εκπλήσσεται, και μάλιστα σε στιγμές καθ’ όλα ανύποπτες, κατεβαίνοντας τις σκάλες στη δουλειά επί παραδείγματι, κι ακούγοντας το χτύπο των καινούριων τακουνιών της να την ακολουθεί σαν επίμονο αδέσποτο, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στο κλιμακοστάσιο, μα έπρεπε να έχω πεθάνει, σκεφτόταν, με κάποια ανακούφιση είναι η αλήθεια –που ήταν ακόμη ζωντανή, ή που συνειδητοποιούσε πως δεν θα ’πρεπε να είναι, δεν μπορούσε ν’ αποφανθεί επ’ αυτού.
Κι επέμενε να καταφεύγει σ’ ερωταποκρίσεις ανώδυνες το κατά δύναμιν, είσαι καλά, όχι, βέβαια, παίρνεις τα φάρμακά σου, την άλλη βδομάδα, θέλεις κάτι να στείλω, καλά είμαι, μέχρι το πέρας της εκάστοτε τρομερής συνδιάλεξης, άκουγε τη γραμμή να κλείνει κι εκπλησσόταν πάλι με το παράλογο της όλης υποθέσεως, να ξέρει πως θα έπρεπε να πεθάνει, προσωρινά έστω, εκτάκτως, διακεκομμένα, ως το επόμενο τηλεφώνημα τουλάχιστον και την εκ νέου έναρξη της αγωνίας.
Υπέθετε βάσιμα πως, στην πορεία, θα συμβιβαζόταν πλήρως με την ιδέα της παράδοξης αυτής επιβίωσης, θα ήταν ευγνώμων ίσως για την ανέλπιστη ελαστικότητα της οδύνης, το αυτοβούλως επιμηκυνόμενο κενό που κάλυπτε μ’ επιτυχία τερατώδεις χιλιομετρικές αποστάσεις, την αδυναμία των οφθαλμών της ν’ απορρίψουν τη θέαση του ακρωτηριασμένου τοπίου.
Κι ήταν έτοιμη, ανά πάσα στιγμή, ν’ αρνηθεί κατηγορηματικά πως σκοπίμως απέφευγε το μεγάλο καθρέφτη του διαδρόμου.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών




Η πιο περίπλοκη πλευρά του θέματος ήταν, εν τέλει, τα αντικείμενα.
Πράγματα που έπρεπε να μαζευτούν στο όριο της εξαντλήσεως του όποιου διαθέσιμου χρόνου, διεκδικώντας μια περισσότερο ή λιγότερο τρομακτική εκδοχή πιθανής χρησιμότητας (παραπεμπτικά, εσώρουχα, το βιβλιάριο υγείας, το κουτί της αντιβίωσης με το ανεπίδεκτο αποστηθίσεως όνομα, το σπρέι των εισπνοών για το ενδεχόμενο μιας καθ’οδόν επιδείνωσης), ανάκατα, μέσα σε κακόγουστες τσάντες που επιστρατεύονταν εκτάκτως, ατάκτως ερριμμένα στο πορτ-μπαγκάζ υπό το κράτος της γενικής αναστάτωσης, μισή περίπου ώρα προ της πανηγυρικής επελάσεως του νέου έτους, με το συγκεχυμένο σάουντρακ των τελευταίων υπενθυμίσεων όσων θα έμεναν στο σπίτι, το χαρτί του φρουραρχείου το πήρες, την ακτινογραφία μην ξεχάσετε, το πορτοφόλι σου, φράσεις που προσπαθούσαν μάταια να τρυπώσουν στο αυτοκίνητο ενώ οι πόρτες έκλειναν ήδη με το βρόντο του πανικού, εναερίως διαμελίζοντας ρήματα και ανώφελα σημεία στίξεως.
Υπήρχαν, ασφαλώς, οι εσωτερικές παραινέσεις προς εαυτόν, να θυμηθώ, να θυμάμαι, (όσα θα έπρεπε σύντομα να ειπωθούν, τις ώρες λήψης των διαφόρων φαρμάκων, την αλλεργία στην ασπιρίνη, τα ιλιγγιώδη ύψη του υδράργυρου), να μην ξεχάσω, να μην ξεχάσω, να μην ξεχάσω, να μην τα πω λάθος, να μην τρέμω, πρωτίστως, να μην καταρρεύσω.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, το αμφιβόλου προελεύσεως ουίσκι, κατεβασμένο μονορούφι μισό λεπτό πριν από την έξοδο, κατά κάποιο τρόπο βοηθούσε. Έπρεπε να είχα βάλει δύο.
Από το αυτοκίνητο φαίνονταν τα πυροτεχνήματα. Να μην ξεχάσω, να μην τα μπλέξω, πρωτίστως, να μην τρέμω.
Πέρασαν με τέσσερα κόκκινα.
Έπρεπε να είχα βάλει δύο.
Τέσσερα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, θα έτρεμε τελικά, ωστόσο δεν θα ξεχνούσε. Θα ενημέρωνε τον αιφνιδιασμένο γιατρό της εφημερίας με τερατώδη ακρίβεια, καταφέρνοντας να ακουστεί πάνω από τα ελαφρολαϊκά που σηματοδοτούσαν, παρά την ιδιαιτερότητα του χώρου, την αλλαγή του χρόνου, παραμερίζοντας τις μακιγιαρισμένες νοσοκόμες που εύχονταν θορυβωδώς στα κινητά τους καλή χρονιά σε ξαδέρφες, γκόμενους και μανάδες, θα παρέδιδε σωστά όλα τα απαραίτητα ιατρικού και γραφειοκρατικού ενδιαφέροντος έγγραφα, θ’ απαγκιστρωνόταν αξιοπρεπώς από το χακί μπουφάν όταν ο γιατρός τής έλεγε πρέπει να περάσετε έξω.
Πρωτίστως, δεν θα κατέρρεε.
Και θα περίμενε υπομονετικά στο διάδρομο κάτι λιγότερο από μιαν αιωνιότητα, παρέα πάντοτε με τα άγαρμπα πακεταρισμένα αντικείμενα, τα μισά εκ των οποίων θα μάθαινε αργότερα πως δεν προβλέπονται, νιώθοντας με τετραπλασιασμένες εντάσεις τους ορούς και τις σύριγγες που τρυπούσαν τους λευκούς βραχίονες έναν διάδρομο πιο μέσα, τη δυσλειτουργία των πνευμόνων, το παραλήρημα του πυρετού σ’ ένα σώμα που, για λόγους εντελώς τεχνικούς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά κυριολεξία δικό της.
Ευτυχώς δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει πως, ελλείψει νομικού δεσμού γάμου, δεν θα μπορούσε καν να πει είναι ο άντρας μου.

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

friday I'm in love

το ζόρι είναι μέχρι να καταλάβεις πως συνέβη μετά το όλο θέμα απλοποιείται έως φρίκης εννοώ τι ψάχνεις τώρα αφού αναπνέουμε ακόμη τι γυρεύεις μια ή δυο μπύρες πέντε δεκατρείς στ’ αρχίδια μου στην τελική σου είπα αφού αναπνέουμε ακόμη μισοί ολόκληροι ποιος νοιάζεται αρκεί που υποθέτω πως υπάρχεις υποθέτω πως μ’ αγαπάς ακόμη με την αγάπη εκείνη των δεκάξι ξέρεις κι εγώ το ξέρω θα τη βγάλουμε μισοί ολόκληροι ασύμπτωτοι με τα μαλλιά σου στο κουτί τα δάχτυλά μου μες στα μάτια τις νύχτες ν’ αλυχτάνε στα πεζοδρόμια στ’ αρχίδια μου σου είπα θα τη βγάλουμε κομμάτια μπουσουλώντας μέσα στα σχολικά τετράδιά μας μη μου κλαις –

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

τέλος



Μετά, συνήθιζε να βγαίνει. Όχι τίποτα σπουδαίο, ως το περίπτερο ας πούμε, για τσιγάρα, ή κι ακόμη πιο κοντά, μέχρι το σπίτι του τρελού στη γωνία. (Θυμόταν ολοκάθαρα το χτύπημα του μπαστουνιού του στις πλάκες, ουδέποτε κατάλαβε γιατί το κουβαλούσε πάντοτε μαζί του, δυο μέτρα άντρας, ευθυτενής, παρά τη γενειάδα στο στέρνο του, ασφαλώς η στήριξη ήταν περιττή, μα εκείνος χτυπούσε επίμονα, σε κάθε βήμα, σα για να ξυπνήσει κάποιον, τέλος πάντων, ο τρελός είχε από χρόνια πλέον πεθάνει, ο χτύπος ακόμη την ξυπνούσε τα μεσημέρια.) Σε κάθε περίπτωση, έβγαινε, περπατούσε το τετράγωνο πάνω-κάτω, μια ή δυο φορές, ενίοτε ξεχνούσε ν’ αγοράσει τα τσιγάρα, γυρνούσε σπίτι και κλείδωνε δυο φορές πίσω της την πόρτα, ωραία έλεγε κι ας μην ήταν σίγουρη πως ήταν όντως καλύτερα έτσι.
Γιατί η σύντομη έξοδος επιβεβαίωνε αυτό που ήδη υποψιαζόταν, πως εξακολουθούσε δηλαδή να υφίσταται, ολόκληρη κατά πάσα πιθανότητα και δίχως κάποια προφανή παραμόρφωση ή αιμορραγία. Ψαχουλευόταν καλού-κακού να σιγουρευτεί, σαφώς, τίποτα δεν έμοιαζε να λείπει, ο γείτονας την είχε καλησπερίσει αδιάφορα, τα παιδιά στο πάρκο είχαν συνεχίσει το παιχνίδι τους παρά τη διέλευσή της, κανείς δεν είχε βάλει τις φωνές στη θέα της, κανείς δεν κάλεσε ασθενοφόρο, την πυροσβεστική ή την αστυνομία, ωραία ξανάλεγε κι ας μην ήξερε αν το προτιμούσε που ήταν έτσι.
Και συνέχιζε με τις συνήθεις δραστηριότητες του υπολοίπου της ημέρας, αφήνοντας παραπλεύρως το γεγονός, ημιτελέστατο όπως είχε περίτρανα γι’ άλλη μια φορά αποδειχθεί, ο χρόνος εξακολουθούσε να κυλάει, οι προθεσμίες να τρέχουν, η βρύση το ίδιο, τα φώτα ν’ ανάβουν με το πάτημα του διακόπτη, τα παιδιά να τσιρίζουν στο πάρκο, οι μουσικές ν’ αντιστοιχούν σ’ εφιάλτες. Ασφαλώς, ήταν όλα τα ίδια, εκείνη, τα πράγματα, έχοντας επιβιώσει της καταστροφής ως άτρωτες κατ’ ουσίαν απελπισίες, δίχως ουλές, δίχως εγκαύματα ή εμφανείς ρωγμές, δίχως καν πρησμένα μάτια.
Έτσι, καμία απόδειξη δεν θα μπορούσε ποτέ να επιστρατευτεί, κανείς ποτέ δεν θα την πίστευε, ακόμη κι αν είχαν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες, πόσο μάλλον που ήταν μόνη, η εκδοχή της θα κατέρρεε υπό το –μικρό, έστω– βάρος του κορμιού της, πώς στ’ αλήθεια να τους πείσεις πως δεν υπάρχεις, όχι, θα ’ταν τόσο μάταιο να το επιχειρήσει, εν τέλει δεν αποκλείεται να πειθόταν στην πορεία η ίδια για το αντίστροφο. Επέζησα του τέλους θα έγραφε πολύ αργότερα, σε μια στιγμή ελάσσονος βέβαια εμπνεύσεως και δίχως να θυμάται σε τι ακριβώς αναφερόταν.
Οι κριτικοί θα μιλούσαν –δικαίως– για αμφιβόλου ποιότητος μελοδραματισμό.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

τέλος εποχής

Παράξενα που υπήρξαμε

στο φευγαλέο βλέμμα των περαστικών

μια ελάχιστη αναγνώριση αξιώνοντας.

Νύχτες πολλές ν’ αποδεχτούμε

μπρος στον καθρέφτη το είδωλό μας

επίμονα πασκίσαμε - λοιπόν;

Μοιραία, η αντανάκλασή μας κάποτε

ταιριάζει στου τοπίου την προοπτική.

Μονάχα το περίγραμμα ελάχιστα

το δράμα παραλλάσσει ως εφιάλτης

απ’ την κορνίζα περισσεύει πολυγωνικός.

Αλλά το πλέον αλγεινό

στο μέλλον όταν το χέρι με μια κίνηση

κοφτή επιδέξια τη χάρτινη βεντάλια

θα κλείσει την εικόνα τσαλακώνοντας

και θ’ απομείνει θρόισμα της ζωγραφιάς

σφήκα σφιγμένη στην παλάμη η φράση.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Τρεις εκδοχές

α.
Αλίμονο αυτής της πόλης η ρυμοτομία
Πέραν αμφιβολίας στάθηκε μοιραία
Εννοώ
Τι φταίξιμο να ρίξεις και σε ποιον
Που ανάμεσα στα κτίρια το δρόμο χάσαμε


β.
Ουδέποτε διασταυρωθήκαμε δε νιώσαμε
Κάτω απ' την άσφαλτο το μαγικό σημείο
Πάντοτε ο χρόνος ως λαθεύει κι απομένουν
Ορφανεμένα βλέμματα στις κόγχες -α!
Θυμάσαι
Αιφνίδια κάποτε σαν σπαρταρά στην τσέπη
Τ' 'αγγιγμα που δεν πρόλαβες και χρόνια
Σαπίζει στην εξώπορτα -το ξέρεις

γ.
Κανείς δεν έφταιξε φριχτή μονάχα μια
Του περιβάλλοντος συνέπεια αναπόδραστη

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

το κίτρινο πουλόβερ

Η ουρά ήταν τεράστια. Άφησα δυο-τρεις που χώθηκαν από το πλάι να πάρουν τη σειρά μου, επίτηδες, το ’θελα να καθυστερήσω, να δώσω στον εαυτό μου την πολυτέλεια μιας μικρής έστω παράτασης, και τι έγινε, σκέφτηκα, σε τούτη τη μετά χρόνον εποχή που μόλις ξεκινούσε, τα επιπλέον δευτερόλεπτα να χύνονται σα ρύζι από σκισμένη σακούλα. Φοβόμουν –το πρωτόγνωρο θέαμα, υποθέτω, δεν ήξερα τι ακριβώς θ’ αντίκριζα, σαν την πρώτη φορά που ξεκουμπώθηκε άντρας μπροστά μου, αλλόκοτος συνειρμός αλήθεια, τελικά δεν ήταν τόσο φοβερό, ο άντρας εννοώ, ούτε κι εσύ μέσα στο μπεζ ταγιέρ σου, παστωμένη στο μέικ-απ, διόλου δεν τρόμαξα, σκέφτηκα μόνο πως θα σου πήγαινε καλύτερα το κίτρινο πουλόβερ, εκείνο το καναρινί που φορούσες ενίοτε στη δουλειά, και σε θαύμαζα που μπορούσες να περιφέρεσαι έτσι απλά εντός ενός τόσο εξωφρενικού χρώματος, ουδέποτε το ’χα τολμήσει κι ας ήμουν δυο δεκαετίες πιο μικρή. Δεν είμαι βέβαιη αν σε φίλησα, θαρρώ πως όχι, νομίζω έσφιξα μονάχα το αριστερό μανίκι του σακακιού, ενώ εξακολουθούσα ν’ απορώ για την επιλογή του ρούχου, μα ήταν επιτέλους τόσο μα τόσο άχαρο, τόσο καθωσπρέπει, έτσι μου ’ρχόταν ν’ αποκαταστήσω φωναχτά στην ομήγυρη το ενδυματολογικό σου γούστο, να ξετρυπώσω τη φωτογραφία με το μαύρο μακρύ σου φόρεμα, το κόκκινο κραγιόν, έναν αιώνα πριν αυτά ή παραπάνω, μα δεν προλάβαινα, μ’ έσπρωχναν ελαφρά οι άλλοι της ουράς, έριξα ένα τελευταίο βλέμμα και προχώρησα, υπνωτισμένα σχεδόν, παράξενο, δεν είχα τρομάξει στο ελάχιστο, σου ’μοιαζε τόσο η κέρινη τούτη κούκλα μέσα στο κουτί, έτσι όμορφα τακτοποιημένη, τα μάτια κλειστά, ένα υπερμέγεθες παιδικό παιχνίδι στη συσκευασία του, νόμιζα πως αν σήκωνα κάθετα το φέρετρο θ’ άνοιγες τα μάτια αυτόματα. Συνειδητοποίησα πως έσφιγγα ακόμη τα λουλούδια στο χέρι, ασυναίσθητα, δεν ήξερα τι να τα κάνω, δεν είχα προσέξει τι τα κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις, εν τέλει έμαθα πως τα ρίχνουν καθώς κατεβαίνει το κουτί, μαζί με το χώμα, έδωσα αγώνα να φθάσω μπροστά, ήμουν μικρόσωμη και με παραμέριζαν, δεν έφθανα να τα πετάξω από πάνω, σε θυμήθηκα ένα μήνα περίπου πριν στο ίδιο μέρος, όρθια τότε, και στο κουτί ο πατέρας σου, ενενήντα χρονώ και βάλε, πάντα θ’ αναρωτιέμαι πώς τα κατάφερες να παραβρεθείς, να δεις την όλη παράσταση γνωρίζοντας πως ήδη πρόβαρες τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ψύχραιμη μέχρι αηδίας, απ’ την αρχή, τότε που γύρισες απ’ το πολυκατάστημα με το άρωμά σου στo μικρότερο μπουκάλι, «σκέφτηκα δεν τα προλαβαίνω τα πενήντα ml» είχες πει, αυτά βεβαίως όσο δεν σε πείραζαν ακόμη τ’ αρώματα, αργότερα έκοψες τα πάντα, μέχρι και το βερνίκι των νυχιών, «η μυρωδιά του ασετόν» έλεγες, τελευταία φορά στα ξέβαψε η μάνα μου κι έστρεφες το κεφάλι από την άλλη μη σε πάρουν οι αναθυμιάσεις. Εντωμεταξύ το κουτί δε φαινόταν πια, ο κόσμος έφευγε για τον καφέ, σκόνταψα ανάμεσα στα μνήματα, και σε θυμόμουν πάλι με το κίτρινο πουλόβερ, το καναρινί, το κόκκινο μαλλί σ’ εκκεντρική αντίθεση, φωσφορική πινελιά μέσα στο μετρό, σ’ είχα ζηλέψει που ήσουν έτσι χρωματιστή, χαρούμενο γκράφιτι σε γκρίζο τοίχο, λυπόμουν που δεν σ’ είχα βγάλει μια φωτογραφία, θα την έδειχνα τώρα στο παιδί, του ’πες πως τα μαλλιά σου κάηκαν στο κομμωτήριο, μια σταλιά παιδί, τι να κάνεις. Τόσο σου μοιάζει που φορές μου ’ρχεται να τον διώξω να μην τον βλέπω, τρέμω τη μέρα που θα με ρωτήσει «ήξερες τη μαμά», ώσπου να μεγαλώσει δεν θα σε καλοθυμάται, ούτε κι εγώ μπορεί, τι θα του πω, θα ξεκινήσω ανάποδα, το πίσω-μπρος, η κάθοδος θα ’ναι σαφώς μια αρχή, κάπως σαν μια φορά κι έναν καιρό, θα συνεχίσω μ’ όποιες λέξεις μου προκύψουν, μόνο για το φρικτό ταγιέρ δεν θα του πω, συγχώρα μου το ψέμα, θα πω σου φόρεσαν το κίτρινο πουλόβερ.