Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

επαλήθευση


Αν αγωνιούσε πραγματικά για κάτι στην προοπτική μιας ολιγοήμερης επανασύνδεσης, ήταν για την επαλήθευση ή μη της αναμνήσεως.

Διότι ανάμνηση, ασφαλώς, υπήρχε. Για την ακρίβεια, υπήρχαν πλείστες όσες αναμνήσεις, μεγαλύτερης ή μικρότερης εντάσεως και ευκρίνειας, αναμνήσεις που εκτείνονταν και πέραν της κοινής τους δεκαετίας, αυθαιρέτως παραμορφώνοντας την προ εκείνου εποχή (μα δεν μπορεί να ήμουν εγώ, ξεκαρδιζόταν στα γέλια ακούγοντας τις περιγραφές της, δεν γνωριζόμασταν ακόμη τότε, είναι προφανές, με μπερδεύεις με κάποιον άλλον, τον Γ. υποθέτω ή τον Τ., ή κάποιον άλλον τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο –εκείνη ασφαλώς επέμενε, πεισμωμένη, πως περί εκείνου επρόκειτο, ήταν σίγουρη, πώς ήταν δυνατόν λοιπόν να μη το θυμάται, είχαν περάσει μάλιστα τόσο όμορφα, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν φωτογραφίες, εκατοντάδες φωτογραφίες, επιμελώς ταξινομημένες σε πολυσέλιδα άλμπουμ ή σκόρπιες, φωτογραφίες έγχρωμες και μαυρόασπρες, σε κάθε πιθανή τοποθεσία και πόζα, δικές του μόνο ή άλλες που ήταν μαζί (μα δεν μπορεί να είμαι εγώ, τρόμαζε βλέποντας κάποιες εξ αυτών, σκέψου το, είναι παντελώς αδύνατο, πρέπει να είναι κάποιος άλλος, ο Γ. υποθέτω ή ο Τ., ή κάποιος άλλος τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο, είναι πράγματι παράλογο, δεν γνωρίζω αυτό το μέρος, δεν κατοικούσα καν στη χώρα εκείνη τη χρονιά –εκείνη ασφαλώς επέμενε, χαμογελώντας, πως ήταν εκείνος, φαινόταν ολοκάθαρα στη φωτογραφία, πώς ήταν δυνατόν να μην το βλέπει, είχε βγει μάλιστα τόσο ωραίος, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν, τέλος, οι τρομεροί εφιάλτες, που προσδιορίζονταν ως τέτοιοι από την δική του απουσία απ’ την εκάστοτε πλοκή τους, συνεπώς η ανάμνηση ήταν υπαρκτή, ειδάλλως δεν θα μπορούσε να αντιλαμβάνεται την απουσία, κι ο ακατάσχετος τρόμος θα ήταν παντελώς αναίτιος.

Εκείνο που έμενε, λοιπόν, να διαπιστωθεί εκ του σύνεγγυς (και καθώς η φρικώδης παράταση της διάστασης προοδευτικώς εξασθένιζε κάθε βεβαιότητα) δεν ήταν η ίδια η ανάμνηση, αλλά το περιεχόμενο αυτής, η σύμπτωσή του δηλαδή ή μη με το πρόσωπο, η αντιστοίχιση της ανακαλούμενης συγκινήσεως με το ρίγος της άμεσης επαφής. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν η πρώτη φορά που αμφέβαλλε· συνέβαινε συχνά (κατά τη διάρκεια χωρισμών κατά πολύ μικρότερων, ασήμαντων στην πραγματικότητα, ενός εικοσιτετραώρου, ας πούμε, ή κάποτε και μερικών ωρών) να μην είναι σίγουρη, πως όντως υπήρχε εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν (με το ίδιο δέρμα, δηλαδή, το ίδιο σώμα, τα ίδια μάτια, κι ικανός να της μεταδώσει, χωρίς προσπάθεια, τον ίδιο ανεξήγητο πανικό)· πως δεν ήταν διαστροφή δική της να τον εφευρίσκει, έτσι ακριβώς, υπό την επήρεια υπερβολικά πολλών ουίσκυ με πάγο, μοντάροντάς τον κατόπιν τεχνηέντως στο παρελθόν μισής τουλάχιστον ζωής, κι αποφασίζοντας κάθε φορά πως επρόκειτο περί τόσο τέλειας, από κάθε άποψη, αυθαιρεσίας, που απλώς επιβαλλόταν να πεισθεί για την ύπαρξή της προκειμένου να επιβιώσει.

Εννοείται πως η ανάμνηση επαληθευόταν, κάθε φορά, με το πέρας δηλαδή του εκάστοτε χωρισμού (το επόμενο πρωί, λόγου χάρη, ή στο αμέσως επόμενο ραντεβού, ή ανοίγοντας απλά μια πόρτα που είχε κλείσει πίσω του για ν’ αλλάξει ρούχα): όντως υπήρχε, εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν, κι ο πανικός ήταν πράγματι ο ίδιος, η οδύνη ήταν ακριβώς η ίδια· έβαζε τα κλάματα που τον έβλεπε, κι εκείνος γελούσε, με πλήρη άγνοια της αφόρητης τελειότητάς του, και της ανακάτευε περνώντας τα μαλλιά, καθησυχάζοντάς την τρυφερά κι αδιάφορα, όπως καθησυχάζει κανείς ένα σκυλάκι του σαλονιού με νεύρα ευαίσθητα λόγω ορμονικών διαταραχών.

Εντούτοις, αμφέβαλλε εκ νέου κάθε φορά, κι ανησυχούσε εκ νέου, με απαράλλαχτη ένταση, για την επικείμενη επαλήθευση ή διάψευση, και δεν ήξερε τι έτρεμε περισσότερο, να διαπιστώσει δηλαδή πως εκείνος δεν υπάρχει και θα πρέπει να ζήσει χωρίς αυτόν, ή το αντίστροφο.