Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

deja vu


Κι έτσι ο χρόνος στρογγυλοποιήθηκε πλήρως, με την πανομοιότυπη επανάληψη να προηγείται της επιτυχούς αφομοιώσεως των παρελθόντων γεγονότων, ως επιμένων εφιάλτης ή συνέχεια κακόγουστου σήριαλ μετά από σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα.
Τουλάχιστον ήταν όλα γνώριμα πλέον, οι άσπροι θάλαμοι, η ατελείωτη αναμονή στους παγωμένους διαδρόμους, η εξευτελιστική αφαίρεση των προσωπικών αντικειμένων, ο ξανθός φαντάρος στο αναψυκτήριο, τα σωληνάκια που παραβίαζαν θρασύτατα το δέρμα, οι προβλεπόμενες ώρες εισόδου, οι αλλεπάλληλες κλήσεις των διαφόρων ενδιαφερομένων, το σκέτο ουίσκι ως αποτρεπτικό μιας καθ’ όλα ανεπιθύμητης κατάρρευσης.
Ακόμα και ο διάλογοι ήταν ίδιοι, τηλεφωνικοί και διά ζώσης, οι εκατέρωθεν σπασμωδικές παραινέσεις για υπομονή, οι βεβιασμένοι χαριεντισμοί που επιχειρούσαν να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα, η αλάνθαστη απαγγελία του ιστορικού στους γιατρούς, η μονολεκτική συνεννόηση με τους φρουρούς στην πύλη, πρωτίστως, οι ανώφελες εκφράσεις λατρείας λίγο πριν το τέλος του εκάστοτε επισκεπτηρίου.
Ασφαλώς ήταν κάπως πιο εύκολα έτσι, με την εκ των προτέρων δηλαδή γνώση που απέτρεπε τα ενδεχόμενα λάθη, για παράδειγμα (και δεδομένου πως η ένστολη χυδαιότητα του περιβάλλοντος επέβαλλε, το δίχως άλλο, την απόρριψη του όρου εραστής), έλεγε συνειδητά ο αρραβωνιαστικός μου, για ν’ αποφύγει μιαν αξιόμεμπτη ασυνέπεια σε σχέση με τα έγγραφα εισαγωγής.
Το πιο σημαντικό, γνωρίζοντας πια με βεβαιότητα πως το αναψυκτήριο δεν διέθετε σταχτοδοχεία, έσβηνε –χωρίς καμιάν αμηχανία πλέον– το τσιγάρο της μέσα στο ποτήρι με το υπόλειμμα του καφέ.

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

και μη χειρότερα (το σύνδρομο της Πολυάννας)



Σήμερα θυμήθηκα την Πολυάννα.

Όσοι από σας έχουν αναμετρηθεί στο μακρινό παρελθόν με το εν λόγω παιδικό ανάγνωσμα και τα τρομακτικά του σήκουελ θα μπουν, υποθέτω, ευκολότερα στο κλίμα της σημερινής αναρτήσεως. Για τους υπόλοιπους, που πιθανότατα αναρωτιούνται τι στην ευχή εστί Πολυάννα, εξηγώ πως πρόκειται για ένα αηδιαστικό κοριτσάκι, ηρωίδα μιας σειράς εξίσου αηδιαστικών (για την ακρίβεια, διεστραμμένων) παιδικών βιβλίων, ο πρώτος και πιο δημοφιλής τόμος της οποίας τιτλοφορείται Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς –αν και ο ορθός τίτλος θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να είναι πρέζα όμορφη.

Το στόρι έχει ως εξής: η Πολυάννα είναι ένα δαιμονισμένο επτάχρονο σίχαμα (στον πρώτο τουλάχιστον τόμο, γιατί στους επόμενους προοδευτικά φτάνει σχεδόν μέχρι την κασέλα). ένα κατατρεγμένο, αδικημένο, θεόφτωχο, πεντάρφανο, γκαντεμιασμένο και κακοποιημένο νιάνιαρο που, ενώ η σκληρή του μοίρα το χτυπά αλύπητα (μα πολύ αλύπητα), εκείνο επιμένει να χαίρεται σα μαλακισμένο –για την ακρίβεια, εφευρίσκει λόγους να είναι ευχαριστημένη σε κάθε δύσκολη περίσταση, εξ ου και η έννοια του περίφημου «παιχνιδιού της χαράς». Για να καταλάβετε για πόσο νοσηρό κόνσεπτ μιλάμε, έχουν πεθάνει ας πούμε όλα του τα αδερφάκια, πεθαίνει κατόπιν και η μαμά του, και το τερατάκι γυρίζει και λέει (κατόπιν νουθεσίας του μπαμπά-πάστορα) «είμαι ευχαριστημένη που ο καλός θεούλης πήρε τη μαμά μου στον ουρανό, για να φροντίζει τα αδερφάκια μου που τη χρειάζονται περισσότερο από μένα». Εν συνεχεία βέβαια ψοφάει και ο στοργικός πατέρας, αλλά η μικρή εκεί, πάλι βρίσκει μια μαλακία να την κάνει χαρούμενη, του τύπου «είμαι ευχαριστημένη που πέθανε μόνο ο μπαμπάς μου και δεν έγινε πυρηνική έκρηξη να καταστραφεί όλος ο πλανήτης». Και πάει λέγοντας, με αλλεπάλληλες δυστυχίες, δεινά, σεισμούς, λοιμούς, καταποντισμούς και τα λοιπά, που αδυνατούν φυσικά να κάμψουν το ηθικό της ηρωίδας, η οποία μεγαλώνει, πηδιέται, παντρεύεται, γεννοβολά, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο κάνει με αμείωτη πάντα ευτυχία και ικανοποίηση, στη βάση του συλλογισμού «είμαι ευχαριστημένη που με κουτσούλησε ένα περιστέρι, γιατί σκέφτομαι πως θα μπορούσε να με έχει χέσει πατόκορφα ένας βροντόσαυρος».

Έχετε πειστεί πως παραληρώ; Κάθε άλλο, αγαπητοί αναγνώστες. Μακάρι, δηλαδή, να παραληρούσα, αλλά δεν. Έχω πολύ βάσιμους, και ανησυχητικούς ταυτόχρονα, λόγους που θυμήθηκα την Πολυάννα: έπιασα με φρίκη τον εαυτό μου να βαδίζει στα χνάρια της…

Εξηγούμαι, για να μην σας παιδεύω άλλο με υπαινιγμούς: από την αρχή του χρόνου και λίγο πιο πριν, γαμιέται κυριολεκτικά ο Δίας. Δεν ξέρω αν φταίει ο ανάδρομος Ερμής, ο Μητσοτάκης, η πανσέληνος, ο ΣΥΡΙΖΑ, η κακιά γλωσσοφαγιά, το ωροσκόπιό μου ή απλώς η μαύρη μου η μοίρα. δεν ξέρω αν, ποιος και γιατί με έχει μουτζώσει. πάντως, ό,τι μπορεί να πάει στραβά στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό, πηγαίνει. Κι εγώ έχω φρικάρει τόσο που, αντί να καταριέμαι την ατυχία μου και να κατεβάζω καντήλια, όπως είναι το φυσικό μου, έχω πέσει σε μια τρελή μοιρολατρία του στυλ «και μη χειρότερα», και νιώθω σχεδόν προνομιούχα που μ’ έχουν πλακώσει εδώ και δυο μήνες όλες οι μαλακίες μαζεμένες, γιατί θα μπορούσε ας πούμε να μου είχε πέσει κι ένα τούβλο στο κεφάλι να με σκοτώσει αλλά τη γλίτωσα.

Το πάρτυ ξεκίνησε με το μωρό στο χακί: Ένιωθα περίπου τυχερή που αρρώσταινε σε κάθε άδεια απ’ όταν μπήκε, γιατί λέει θα τον είχα τουλάχιστον κοντά να τον φροντίζω. Μετά, που χόντρυναν τα πράγματα και κάναμε μαύρες γιορτές στα νοσοκομεία, έλεγα «πάλι καλά, υπάρχουν και χειρότερα», γιατί τη σκαπουλάραμε και δεν μας βρήκε (όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί) κανένα ανεπανόρθωτο κακό. Περάσαμε του κόσμου την ταλαιπωρία από εγκληματική αμέλεια, αδιαφορία και λάθος χειρισμούς των διαφόρων υπευθύνων, κι αντί να θέλω να τους γαμήσω όλους, ήμουν πανευτυχής που τα κατάφεραν απλώς να τον βγάλουν έξω όρθιο. Έφτασα να νιώθω ευγνώμων που έγιναν τελικά, με ασυγχώρητη καθυστέρηση έστω, τα νόμιμα και αυτονόητα όσον αφορά στις απαλλαγές και τα λοιπά. Λέω δεν πειράζει που τον στέλνουν, παρ’ όλα όσα παίχτηκαν, στον Έβρο, γιατί θα μπορούσαν, επί παραδείγματι, να τον στέλνουν και στην Κύπρο, στο Νότιο Πόλο ή στη Μαδαγασκάρη. Δεν διαμαρτύρομαι που δεν του έδωσαν (ήμαρτον!) φοιτητική άδεια μια μέρα να δώσει ένα μάθημα που χρωστάει για πτυχίο, γιατί είναι τουλάχιστον καλά και δε γαμιέται το εξάμηνο. Στο τέλος, θα είμαι ευγνώμων που θα απολυθεί ζωντανός, γιατί θα μπορούσαν, θεωρητικά, να τον βιάσουν, να τον σκοτώσουν, να τον τεμαχίσουν και να τον κάνουν λουκάνικα Φρανκφούρτης κατά τη διάρκεια της θητείας...

Στο ίδιο πλαίσιο, αισθάνθηκα πάρα πολύ τυχερή που με πήρε σβάρνα πριν δυο βδομάδες με την όπισθεν ένας μαλάκας που πάρκαρε, γιατί τη γλίτωσα απλώς με μελανιασμένα γόνατα και δεν έσπασα τίποτα να τρέχω. Ένιωσα, δε, σχεδόν ευγνωμοσύνη για το μαλάκα που βγήκε και με άρχισε στα γαμωσταυρίδια αντί να με μαζέψει (τρόμαξε, λέει!), γιατί μετά το πήρε πίσω και μου ζήτησε συγγνώμη, το χρυσό μου.

Και σήμερα το πρωί που μου κλέψανε το πορτοφόλι εν ψυχρώ μέσα στο τραίνο, είπα πάλι καλά που είχα μέσα μόνο (!) ενενήντα ευρώ και όχι όλο μου το μισθό ας πούμε, ή που δεν μου βούτηξαν και το κινητό να δέσει το πράγμα και να πω ότι είμαι όντως γκαντέμα. Υποθέτω, βέβαια, πως και σε αυτήν τη περίπτωση θα είχα πει πάλι καλά που δεν μου επιτέθηκε ο Αντεροβγάλτης να με κάνει σουβλάκι μέσα στο βαγόνι, να γεμίσει και ο τόπος αίματα...

Κι αν η κολλητή μου, που διαπνέεται από χριστιανικό πνεύμα ιωβείου υπομονής, το θεωρεί όλο αυτό μια καθ’ όλα θετική αισιόδοξη στάση ζωής, εγώ έχω αρχίσει να το βρίσκω παραλογισμό, μιζέρια και τσακισμένα νεύρα. Γιατί έχω πειστεί, για κάποιο άγνωστο λόγο, πως όλα μπορούν ή πρέπει να μου πάνε κακά, ψυχρά κι ανάποδα, κι επομένως αφού δεν μου συμβαίνει κάτι εξωφρενικά τραγικό πρέπει να λέω κι ευχαριστώ, κάπως έτσι.

Πείτε μου, τώρα, εσείς, πού τελειώνει η νορμάλ αισιοδοξία και πού αρχίζει το σύνδρομο της Πολυάννας, γιατί ο σκορπιός μέσα μου τα ’χει παίξει και θέλει επειγόντως ψυχανάλυση…