Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

μου τη δίνει



Με μια μικρή καθυστέρηση, ανακάλυψα την πρόσκληση της Luthien να σας πω 5 πράγματα που μου τη δίνουν.

Περιττό να σας πω ότι με πετυχαίνετε στην πλέον εμπνευσμένη στιγμή για να βγάλω τη γκρίνια και τη μιζέρια μου προς τους πάντες και τα πάντα, μιας και τυχαίνει να υποφέρω από όλα τα σχετικά σύνδρομα συγχρόνως: προεμμηνορροϊκό, Α.Π.Π.Α. (για τους μη γνωρίζοντες, Αναγκαστική Περίοδος Παρατεταμένης Αγαμίας, την παραμεθόριό μου μέσα), έλλειψη ελεύθερου χρόνου, άγχος για εξετάσεις (ναι, πάλι, μερικά πράγματα δεν τελειώνουν ποτέ), μίνι υπαρξιακό, και μερικά ακόμη που δεν είμαι σίγουρη για την προέλευση και την ονομασία τους, έχουν πάντως απτά αποτελέσματα στο ούτως ή άλλως εύθραυστο νευρικό μου σύστημα.

Φορέστε όλοι τα κράνη σας, ξεκινάμε:

1. Τα καλώδια του mp3 και του handsfree μου που, παρά τις δραματικές μου προσπάθειες να τα τυλίγω σωστά, επιμένουν να μπλέκονται δέκα φορές την ημέρα σε κόμπους, φιόγκους, γόρδιους δεσμούς και λοιπά διαστροφικά συμπλέγματα, με αποτέλεσμα να περνάω περισσότερο χρόνο προσπαθώντας να τα ξεμπλέξω μέσα στο βαγόνι του ηλεκτρικού απ’ όσο τελικά ακούω μουσική ή μιλάω στο κινητό. Επίσης, τα καλώδια των mp3 και των handsfree όλων των άλλων συνεπιβατών μου που, με κάποιο μυστηριώδη τρόπο, παραμένουν εκνευριστικά τακτοποιημένα, με αποτέλεσμα να είμαι πάντα η μόνη ηλίθια που προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεμπλέξει τα δικά της, δίνοντας ταυτοχρόνως ένα μάταιο αγώνα να μην τσακιστεί σε κάθε σταμάτα-ξεκίνα του συρμού. Επίσης, η άκρως σαδιστική εμμονή των ίδιων πάντα καλωδίων να μπλέκονται (αφού τέλος πάντων έχω καταφέρει να τα ξεμπλέξω και να τα βάλω στα αυτιά μου) στα μαλλιά, τα σκουλαρίκια, τα κασκόλ και τους γιακάδες μου, και οι συνακόλουθες απέλπιδες προσπάθειές μου να τα βγάλω από πάνω μου χωρίς να ξεμαλλιαστώ ή να στραγγαλιστώ όταν φτάνω στη δουλειά.

2. Το καταραμένο φως των δοκιμαστηρίων, που για κάποιο άγνωστο λόγο μετατρέπει τα ίχνη κυτταρίτιδας στον κώλο μου σε σεληνιακή επιφάνεια που εκτείνεται μέχρι τα γόνατά μου, και τα τρία αμελητέα σπυράκια στη μούρη μου σε άπειρες φρικτές κοκκινίλες που βγάζουν μάτι. Με αποτέλεσμα να μπαίνω μέσα στη χαρά και την αυτοπεποίθηση να προβάρω το υπέροχο φουστάνι μου, και να βγαίνω πλήρως καταρρακωμένη, με σαφείς τάσεις αυτοκτονίας και διερωτώμενη πώς δεν ξερνούσαν οι περαστικοί στη θέα μου όση ώρα περπατούσα στο δρόμο αγνοώντας πως είμαι τελικά ένα τέρας της φύσης. Εννοείται ότι το φουστάνι το έχω σουτάρει με μια μελοδραματική κίνηση στην έκπληκτη υπάλληλο κατά την άτακτη φυγή μου από το δοκιμαστήριο.

3. Τα forward mail. ΌΛΑ τα forward mail. Όχι, όχι μόνο τα απύθμενης μαλακίας που απειλούν ότι θα προσγειωθεί μια αγελάδα στο κεφάλι μου ή θα με βιάσουν εξωγήινοι αν δεν τα προωθήσω. Ναι, και αυτά που σας φάνηκαν τόσο απίστευτα αστεία, συγκινητικά, ενδιαφέροντα ή πετυχημένα που δικαίως ίσως θεωρήσατε ότι θα ήθελα κι εγώ να τα δω. Μισώ τα forward mail από πεποίθηση. Τα μισώ γιατί βλέπω αυτό το γαμημένο νούμερο στο inbox και μπαίνω σαν μαλάκας περιμένοντας να διαβάσω κάποιο τέλος πάντων μήνυμα που να με αφορά ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ και που το έστειλε κάποιος για να πει κάτι σε ΜΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ. Και όχι, δεν γουστάρω ανά πάσα στιγμή να δω φωτογραφίες υφάλων ή κροκοδείλων, να διαβάσω για τη διεθνή αμνηστία, να μάθω ποια από τα γιαούρτια που τρώω είναι μεταλλαγμένα, να μεταδώσω το μήνυμα της πρόληψης του καρκίνου του μαστού, να βρω το παιδάκι που απήχθη στη Νότια Κορέα ή να γελάσω με το χι ηλίθιο ανέκδοτο. Δε θέλω, ρε παιδί μου, δε θέλω, ΔΕ ΘΕΛΩ.

4. Οι ομπρέλες. Οι δικές μου πρωτίστως, και εν συνεχεία και όλου του υπόλοιπου πλανήτη. Οι δικές μου γιατί είναι όντα ύπουλα, μνησίκακα, επικίνδυνα και, κυρίως, άχρηστα. Κατ’ αρχάς, μου μαγκώνουν το δάχτυλο (άγνωστο πώς) όποτε πάω να τις ανοίξω. Μετά που τις ανοίγω, διαπιστώνω πάντα ότι είναι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ξεχαρβαλωμένες (ναι, ακόμη κι όταν πήρα ΕΠΙΤΟΥΤΟΥ την ηλίθια εμπριμέ ομπρέλα φεύγοντας επειδή πίστευα ότι είναι σε καλή κατάσταση κι ότι δεν θα ρεζιλευτώ πάλι κρατώντας μια ομπρέλα που κάνει κούρμπα προς τα πάνω αντί προς τα κάτω, που οι μισές της γωνίες έχουν ξηλώσει και το ύφασμα πετάει στον αέρα, ή που δεν κλείνει λόγω σπασμένου μηχανισμού και περπατάω μετά το πέρας της μπόρας με ένα παλούκι ένα μέτρο παραμάσχαλα). Όταν προσπαθώ να τις κλείσω, μου ξαναμαγκώνουν το (ήδη μαγκωμένο από το άνοιγμα) δάχτυλο. Μετά που (πιστεύω ότι) τις έχω κλείσει, ο γαμημένος αυτόματος μηχανισμός των πιο εξελιγμένων μοντέλων αποφασίζει να εκδηλώσει την επαναστατικότητά του και ανοίγει αιφνιδίως κάνοντας «παφ» την ώρα που εγώ στέκομαι αμέριμνη, με αποτέλεσμα όχι μόνο να κινδυνεύω να σκοτώσω το διπλανό μου αλλά και να κάνω μία μίνι πτήση στο πλάι μαζί με την ομπρέλα αλά Mary Poppins. Περιττό να πω ότι, σε κάθε περίπτωση, η χρήση της ομπρέλας αποδεικνύεται παταγωδώς μάταιη, αφού για κάποιο περίεργο λόγο τα καταφέρνω πάντα να βρέχομαι, ολικά ή τοπικά, κι αν παραδόξως την έχω γλιτώσει κι έχω παραμείνει στεγνή την ώρα που κλείνω την ομπρέλα, θα τα καταφέρω στάνταρ αφηρημένη να κολλήσω το μουσκεμένο σκατόπραμα στο μπούτι μου καθώς στέκομαι, και θα βραχώ τελικά χειρότερα απ’ ό,τι αν δεν είχα την ομπρέλα. Όσο για τις ομπρέλες των υπολοίπων, τις μισώ προφανώς γιατί είναι τόσο άκακες, συνεργάσιμες και αποτελεσματικές στα χέρια όλων των άλλων.

[Περιττό να διευκρινίσω ότι οι σκατοομπρέλες κάνουν κόμμα με τα σκατοκαλώδια (βλ. αριθμός 1) με αποτέλεσμα να μπλέκονται μεταξύ τους και να δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τη ζωή μου. Η σιχαμένη συνεργασία τους με φέρνει συνήθως στην εντελώς pathetic κατάσταση να προσπαθώ να ξεμπλέξω το handsfree από το αριστερό μου σκουλαρίκι, ενώ η ομπρέλα, την οποία προσπαθώ να ισορροπήσω μαγκώνοντάς τη μεταξύ του λαιμού και του δεξιού μου ώμου, γλιστρά και με χτυπά στο κεφάλι, κι ενώ φυσικά ο συνομιλητής μου με βρίζει γιατί το μικρόφωνο του handsfree έχει πέσει πολύ χαμηλά και δεν ακούει τίποτα.]

5. Η απροσδιόριστη, σιχαμένη, εμετική και γλοιώδης κατηγορία σύγχρονης ελληνικής μουσικής που καλείται συμπούρμπουλη «έντεχνο» και οι πάσης φύσεως οπαδοί της. Το φαινόμενο είναι πολυδιάστατο: ο κάθε χαμένος «στιχουργός» βγάζει τα παιδικά του ψυχολογικά τραύματα φλομώνοντας τον κοσμάκη με ποιητικίζουσες (μπρρρρ) κακότεχνες παπαριές και νομίζει ότι έγινε ας πούμε Τριπολίτης το λιγότερο. Ο ίδιος (ή κάποιος άλλος, αναλόγως) τις πακετάρει σε μια (στην καλύτερη περίπτωση) συμπαθητική μουσικούλα, κι έρχεται κι ένας (όχι απαραίτητα κακός) ερμηνευτής που κλαίει, σφίγγεται και βγάζει κορώνες προσπαθώντας να σώσει το μη δεκτικό σωτηρίας. Και φυσικά οι ακροατές παραληρούν κατασυγκινημένοι ανατριχιάζοντας με την «ποίηση» που φτάνει στ’ αυτιά τους. Και τα τυπάκια αυτά εξαπλώνονται σαν την πανούκλα, με το ανάλογο στυλάκι φυσικά (βλέπε και τι λέει η Luthien σχετικά, αν και εκείνη μάλλον θα με έδερνε αν άκουγε ποιους κατατάσσω ασυζητητί – είμαι ανελέητη, τι να κάνω– στην εν λόγω κατηγορία), κι ο κάθε κακομοίρης χαίρεται με την απείρου βάθους κουλτούρα και ποιότητα των ασμάτων τους, κι αδυνατεί να καταλάβει ότι κάτι ΔΕΝ είναι αυτοδικαίως ποιοτικό απλώς και μόνο επειδή δεν είναι ντιπ σκυλοποπ/σκυλολαϊκό, ή επειδή ο ερμηνευτής έχει αξιόλογη φωνή. Κι επειδή δεν θέλω να με περάσετε για φασίστα, εγώ πρόβλημα δεν έχω, καθένας ακούει ό,τι θέλει αλλά, σας ικετεύω, ονομάστε το κάπως αλλιώς και, κυρίως, ξεκαβαλήστε το καλάμι.


Εννοείται ότι ο κατάλογος της γκρίνιας δεν τελειώνει εδώ, αλλά λέω να σεβαστώ τους κανόνες του παιχνιδιού και να μην συνεχίσω επ’ άπειρον, γιατί ειδάλλως θα χρειαστώ περγαμηνή.

Κάνω πάσα να γκρινιάξουν, αν θέλουν, ο masterpcm, η stassa, και φυσικά η Μ που στάνταρ θα μεγαλουργήσει –αν και για την τελευταία παραπέμπω ούτως ή άλλως στο κορυφαίο (και εκτενέστατο)13 ή δεν είμαι το Google.