Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Μπανανιστάν, αγάπη μου: πολιτικός γάμος και θρήσκευμα (και τα μυαλά στα κάγκελα)

Είναι η μέρα του γάμου σου. Η ώρα είναι 9.40. Έχεις ξυπνήσει προ ολίγου, πίνεις καφέ, και ετοιμάζεσαι να μπεις για μπάνιο άρον-άρον, διότι από τις 11 και μετά ξεκινάει το δράμα μανικιουρίστα-κομμώτρια και δεν συμμαζεύεται. Αίφνης, χτυπά το τηλέφωνο. Και όχι, δεν είναι κάποιο προσφιλές πρόσωπο που ξύπνησε με το νταλκά να σου ευχηθεί πρωινιάτικα η ώρα η καλή. Τουναντίον, είναι η υπάλληλος του Δήμου στην οποία έκανες τα χαρτιά για το γάμο, η οποία σε πληροφορεί παγερότατα (και χωρίς καμία διάθεση για ευχές οποιουδήποτε είδους) ότι έχεις ξεχάσει να συμπληρώσεις το πεδίο θρήσκευμα στις αιτήσεις.

Εσύ, φυσικά, δεν ταράζεσαι, και της εξηγείς απλώς ευγενικά ότι προφανώς δεν το ξέχασες, αλλά το άφησες σκοπίμως κενό διότι δεν επιθυμείς να το συμπληρώσεις. Η κυριούλα επιμένει, όμως, ότι δεν μπορεί να μείνει, λέει, κενό το επίμαχο πεδίο, γιατί δεν θα μπορεί να συμπληρώσει μετά το βιβλίο των γάμων με όλα τα στοιχεία.

Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και της ξαναλές, ηρεμότατα πάντα, ότι δεν επιθυμείς να δηλώσεις κάποιο θρήσκευμα, και μπορούν κάλλιστα να βάλουν μια όμορφη παύλα στο κουτάκι να ησυχάσουν κι αυτοί κι εσύ. Η κυρία το χαβά της, ότι πρέπει να συμπληρωθεί θρήσκευμα, αλλιώς, λέει, δεν θα είναι συμπληρωμένη η αίτηση και –προσέξτε, εδώ αρχίζει η πλάκα– δεν θα σε παντρέψουν το απόγευμα αν δεν λυθεί το συγκεκριμένο θέμα μέχρι τότε.

Στο άκουσμα της συγκεκριμένης απειλής (διότι εμφανέστατα ως απειλή διατυπώνεται) σε πιάνει ένα σφίξιμο στο κρανίο, από αυτά που σαφέστατα προοιωνίζονται εγκεφαλικό επεισόδιο. Παίρνεις δύο βαθιές ανάσες, σε στυλ ασκήσεων ανώδυνου τοκετού, και προσπαθείς να της εξηγήσεις για μια ακόμη φορά, πάρα πολύ ήρεμα και ευγενικά πάντα, ότι είναι τουλάχιστον παράλογο να σου λέει ότι δεν θα σε παντρέψουν πολιτικές αρχές του κράτους επειδή δεν δηλώνεις θρήσκευμα, και ότι σε κάθε περίπτωση εάν επιθυμούσες εξαρχής να ανακατέψεις το θέμα θρησκεία στο γάμο σου θα πήγαινες να σε παντρέψει ο παπάς, ο μουφτής ή ο μάγος της φυλής αναλόγως, πάντως όχι ο δήμαρχος (εννοείται τα τελευταία δεν τα λες για να παραμείνεις ευγενική, λες απλά δεν θα επέλεγα την τέλεση πολιτικού γάμου). Η κυρία δεν ακούει καν τι λες, ωρύεται απλά για το κενό πεδίο φωνάζοντάς σου ότι πρέπει να συμπληρωθεί, έστω και με θρήσκευμα –προσέξτε, γίνεται όλο και πιο ωραίο– διαφορετικό από αυτό που αναγράφει η ταυτότητά σου.

Παίρνεις τρεις βαθιές ανάσες, λες μισό λεπτό παρακαλώ, σκεπάζεις το ακουστικό με το χέρι σου να μην ακουστεί το γκντουπ και κοπανάς το κεφάλι σου στο σύνθετο δίπλα για να ξελαμπικάρεις. Επιστρέφεις στη γραμμή. Πού ήμαστε; Α, μάλιστα. Στο θρήσκευμα που αναγράφει η ταυτότητά σου. Επιχειρείς μία ευγενική νύξη στο γεγονός της κατάργησης αυτού του στοιχείου στις ταυτότητες εδώ και κάτι χρόνια. Η κυρία προφανώς αγνοεί το γεγονός, διότι δεν απαντά καν στο επιχείρημά σου, απλά συνεχίζει το βιολί της.

Απελπίζεσαι. Σκέφτεσαι δεν πάει στο διάολο και αποφασίζεις να λύσεις το θέμα έστω και ανορθόδοξα, διότι κοντεύει δέκα κι εσύ είσαι ακόμη άπλυτη και με τον καφέ μισοπιωμένο. Της λες λοιπόν ότι οκ, δεν ασπάζεσαι κάποιο θρήσκευμα, ούτε εσύ ούτε ο άντρας σου, κι άμα θέλει ντε και καλά να γράψει κάτι ας βάλει όποια λέξη θεωρεί εκείνη ότι περιγράφει τη συγκεκριμένη κατάσταση. Η κυρία σκαλώνει. Δηλαδή τι, να γράψω «άθεοι»; Έτοιμη να λιποθυμήσεις, της ξαναλές ότι δεν σε αφορά η λέξη και να το περιγράψει όπως θέλει, ας το ζωγραφίσει κιόλας άμα γουστάρει.

Στο σημείο αυτό, ο σουρεαλισμός της υπόθεσης χτυπάει νέα, εξωφρενικά ύψη: Αποδέχεστε την ύπαρξη του θεού; Γιατί αν την αποδέχεστε αλλά δεν ασπάζεστε το επίσημο θρήσκευμα, να γράψω «άθρησκοι».

Απομένεις για μερικά δευτερόλεπτα αποσβολωμένη, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσεις το γεγονός ότι η ώρα είναι δέκα και κάτι, παντρεύεσαι στις εφτά, έχεις μανικιούρ στις έντεκα, δεν έχεις προλάβει να κάνεις μπάνιο, και μια υπάλληλος του δήμου σε ψυχαναλύει από τηλεφώνου ρωτώντας αν αποδέχεσαι την ύπαρξη του θεού και αναλύοντας την εννοιολογική διαφορά μεταξύ άθεου και άθρησκου. Εννοείται ότι έχεις κρατηθεί τόση ώρα και δεν έχεις ουρλιάξει ότι τυχαίνει να είσαι νομικός, ότι έχεις κάνει μαθήματα επί μαθημάτων για τη συνταγματικότητα του συγκεκριμένου θέματος και ότι αυτή δεν ξέρει τι της γίνεται, διότι ποιος σε ξεμπλέκει μετά δέκα ώρες πριν το γάμο. Συγκεντρώνεις τα υπολείμματα της ψυχραιμίας σου και της ξαναλές λοιπόν, όσο πιο σταθερά γίνεται, ότι γνωρίζεις ότι η αναγραφή αυτού του στοιχείου δεν είναι, χμ, πώς να το πούμε, απαραίτητη, το συγκεκριμένο πεδίο στην αίτηση είναι απλώς κατάλοιπο παλαιότερων εποχών, και ότι βασικά (με όλο το σεβασμό προς το άτομό της πάντα, διευκρινίζεις, και ναι, καταλαβαίνοντας ασφαλώς ότι εκείνη προσπαθεί απλώς να διεκπεραιώσει τα καθήκοντά της σωστά) δεν είναι, πώς να το πούμε πάλι κομψά, θεμιτό (δες λες νόμιμο να μη φρικάρει) να απαιτεί από έναν πολίτη τη δήλωση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, πόσο μάλλον για να την καταγράψει σε επίσημο κρατικό έγγραφο.

Αυτό ήταν, την πάτησες. Η κυριούλα έχει φρυάξει κανονικά και ουρλιάζει στη διπλανή της τ’ ακούς;;; Αυτή εδώαυτή εκεί είσαι εσύ, προφανώς) λέει ότι δεν είναι υποχρεωμένη να μας πει τίποτα! Προσπαθείς να πεις μα αλλά είναι πολύ αργά. Τόλμησες να αμφισβητήσεις την κυριούλα, και η κυριούλα το έβαλε σκοπό της ζωής της να σε γαμήσει, ω ναι, την ημέρα του γάμου σου. Θα έρθετε τώρα εδώ, σου λέει σαδιστικά, να γράψετε ιδιοχείρως αυτό που θέλετε στην αίτησή σας, διαφορετικά ο γάμος σας το απόγευμα δεν θα γίνει.

Με πίεση 27 πλέον, αρχίζεις να την παρακαλάς κυριολεκτικά να λογικευτεί, προσπαθώντας να της εξηγήσεις ότι έχεις γάμο με σαράντα καλεσμένους, κλεισμένο εστιατόριο, νυφικό, και κομμώτρια που σε περιμένει σε μισή ώρα, διότι είναι η γαμημένη μέρα του γάμου σου και προφανώς δεν προλαβαίνεις να πας από εκεί εκείνη τη στιγμή, αλλά η κυριούλα, ασυγκίνητη, επαναλαμβάνει το τελεσίγραφό της και σε συνδέει με Κάιρο. Τέλος της συνδιάλεξης.

Για να μην σας κουράζω περισσότερο, το θέμα έληξε με το μωρό να τρέχει πανικόβλητο στο δημαρχείο (ενώ εγώ έκανα μπάνιο κλαίγοντας από τα νεύρα μου που δεν γεννήθηκα μετά από διακόσια χρόνια στη Σουηδία) για να παίξει το παιχνίδι των τρελών και να γράψει το εκπληκτικό άθεοι στην αίτηση (που εμένα προσωπικά μου ακούγεται κάπως σαν να δηλώνω α-ολυμπιακός), με την παραδιπλανή κυριούλα να σχολιάζει με γουρλωμένα μάτια ότι δεν το έχει ξαναδεί αυτό γραμμένο, και να τον παρακαλάει με δέος να της λύσει μια απορία λέει μόνο, αν το Πάσχα κάναμε Ανάσταση ή όχι. Δυστυχώς δεν βρισκόμουν εκεί εγώ να της εξηγήσω ότι το Πάσχα συγκεκριμένα σφάζουμε τη γάτα μας και ρουφάμε με καλαμάκι το αίμα της μέχρι να ξημερώσει, παίζοντας ανάποδα στο πικάπ το Hotel California που ως γνωστόν βρίθει κρυμμένων σατανιστικών μηνυμάτων.

Καταλήξαμε λοιπόν αμφότεροι με μία υπέρτατη ληξιαρχική πράξη γάμου, η οποία γράφει άθεοι με κεφαλαία γράμματα. Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά δε μας εκφράζει και ο όρος, ρε πούστη μου. Διότι μπορεί κάλλιστα να με χαρακτηρίζει άθεη άμα θέλει ο παπάς της γειτονιάς μου, που θεωρεί δεδομένο ας πούμε το θέμα θεός, αλλά εγώ α- κάτιπουδεντοεφηύραεγώκαιουδόλωςμεαφορά/απασχολείγιαυτόμημουταπρήζετεπληζ δεν γουστάρω να αυτοχαρακτηρίζομαι. Ή τουλάχιστον το βρίσκω τραγελαφικό -ιδίως, δε, το να το βλέπω γραμμένο σε ένα επίσημο έγγραφο που με αφορά, μαζί με το επίθετο, την υπηκοότητα και τα λοιπά πραγματικά στοιχεία μου, λες κι ο θεός είναι κάτι στάνταρ ρε παιδάκι μου, σαν την ομάδα αίματος να πούμε, και δηλώνω βάσει επιστημονικών δεδομένων τάδε ή τάδε, θετικό ή αρνητικό.

Δεν ξέρω (δεν μου το διευκρίνισε, δυστυχώς, η κυριούλα) αν ως άθεοι που είμαστε πλέον με τη βούλα προβλέπεται να έρθει ο δήμος να σημαδέψει την πόρτα μας, ή να μας κάνουν τατουάζ κανένα κέρατο σε εμφανές σημείο για να πληροφορείται ο κόσμος.

[Εννοείται δε ότι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν δηλαδή δεν παντρευόμουν με κόσμο και νταούλια την ίδια μέρα, κι αν δεν είχα το κώλυμα ότι μας είχαν κάνει χάρη ως προς τη μέρα και ώρα του γάμου (κανονικά παντρεύουν Δευτέρα-Τετάρτη δώδεκα με δύο), την οποία χάρη ικανούς τους είχα, βάσει των διαθέσεών τους, να την πάρουν πίσω και να βρεθώ εκτεθειμένη σε δύο σόγια, με μερικές χιλιάδες ευρώ πεταμένα και το γάμο μου κατεστραμμένο, θα τους είχε πάρει όλους ο διάολος και θα είχα φτάσει στο δήμαρχο, ή σε όποιον τέλος πάντων πάνω από την κυριούλα είχε το μορφωτικό επίπεδο να διευθετήσει το (ανύπαρκτο) θέμα νομίμως. Δυστυχώς λόγω των συνθηκών αναγκαστήκαμε να το παίξουμε τρελοί, και ειλικρινά εύχομαι ώρες-ώρες να μην είχα συνείδηση του πόσο γαμημένα μπανανιακό και ανήκουστα γελοίο είναι αυτό που άφησα να συμβεί, γιατί θέλω να σπάσω το κεφάλι μου στον τοίχο.

Την επόμενη φορά πάντως που θα με πετύχετε να εξανίσταμαι με τίποτα ψιλοπράγματα (πολιτικούς όρκους, παπάδες στη βουλή, αν θα παντρεύονται και οι ανώμαλοι που λέει και ο μπάρμπας μου και κάτι τέτοιες μαλακίες), ρίχτε μου μια μπούφλα να συνέλθω, ή στείλτε με πακέτο, σας παρακαλώ, σε κάποιο ευρωπαϊκό κράτος, ή έστω στην Ελλάδα του 2200, γιατί δεν την παλεύω καθόλου.]

10 σχόλια:

stassa είπε...

Τζεντάι παιδί μου, δηλώνουνε.

(Τώρα μεταξύ μας, αυτό που συνέβη είναι αισχρό. Είδες τί κουφάλες που είναι; Παρηγορήσου εσύ όμως, γιατί αυτή θα παντρεύτηκε κάνα μαλάκα που δεν του σηκώνεται αν δεν την ντύσει παπαδάκι, και μάλιστα παίρνει μετά τηλέφωνο και τη μαμά του να της πει οτι η κυριούλα δεν ξέρει να κάνει πίπες, μαμά ουά ουά έλα εσύ να της δείξεις).

stassa είπε...

Ρε συ, σοβαρά τώρα. Αν είναι δυνατόν.

Νάρκισσος είπε...

Πάλι καλά που δεν μας ζήτησαν και δήλωση κοινωνικών φρονημάτων, λέω εγώ.

Άμα ξεβαρεθώ πάντως θα σκανάρω το χαρτάκι να το δείτε, έχει πολύ γέλιο.

Αν και με τα μυαλά που κουβαλάει ο κόσμος, ομολογώ ότι δεν μου φάνηκε και πολύ διασκεδαστικό που το πήγε ας πούμε το μωρό στη δουλειά του, μπορεί να έπεφτε σε κανέναν που θα φοβόταν ότι θα μεταμορφωθεί σε νυχτερίδα και θα τους πιει το αίμα...

Νάρκισσος είπε...

By the way: το Τζεντάι το πρότεινε και το μωρό, καθώς και ο ένας κουμπάρος επίσης. XD

Lúthien είπε...

Τσκ τσκ τσκ......
Αόρατη Ροζ Μονόνερως παιδάκι μου! :P

Νάρκισσος είπε...

Πουαντιγιέ δε γίνεται;

DaisyCrazy είπε...

Αχ τι σπαστικιά υπάλληλος! Έχεις δίκιο της άξιζε να πας στον ανώτερο της μέχρι και το δήμαρχο για να βρεις το δίκιο σου... αλλά θα έβρισκες; Καλύτερα αυτή η βλακεία στο πιστοποιητικό. Προφανώς είναι εντελώς αναχρονιστικό και έπρεπε ήδη να έχει βγει απ'την αίτηση. Μια που είσαι δικηγόρος μπορείς να το ψάξεις για να μη βρεθούν κι άλλες νύφες στην ίδια κατάσταση τη μέρα του γάμου!

Όπως και να'χει να ζήσετε!

Νάρκισσος είπε...

@DaisyCrazy:
Κατ' αρχάς, ευχαριστώ πολύ για τις ευχές. :)

Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα δεν ήταν η (όντως σπαστικιά) συγκεκριμένη υπάλληλος, αλλά η αγραμματοσύνη/άγνοια/καφρίλα που μας δέρνει γενικότερα. Γιατί το θέμα με τη συγκεκριμένη κυριούλα (ασχέτως του όντως απαράδεκτου, αγενέστατου και γαμάω-και-δέρνω τρόπου της) ήταν ότι ΟΝΤΩΣ πίστευε ότι χρειαζόταν το συγκεκριμένο πράγμα, κάπως σαν τον αριθμό ταυτότητάς μου ας πούμε. Κοινώς; Δεν ήξερε να κάνει τη δουλειά της.

Δεν είναι η αγένεια το θέμα, είναι πώς να το πω πάλι, η καφρίλα (πολύ λάθος όρος, ομολογώ, αλλά δεν ξέρω πως αλλιώς να το εκφράσω). Διότι η άλλη υπάλληλος λόγου χάρη, αυτή που ρώτησε τον αντρα μου το κορυφαίο περί ανάστασης, καθόλου αγενής δεν ήταν, ίσα-ίσα πολύ γλυκομιλητη απ' ό,τι μου είπε. Αλλάζει κάτι; Ή εγώ δηλαδή ανήκω σε άλλη συνομοταξία που θεωρώ αδιανόητο να βγαίνεις και να ρωτάς δημόσια τους ξένους ανθρώπους αν κάνουν ανάσταση, αν βάφουν αυγά ή τι χρώμα σώβρακο φοράνε;

Κι εγώ είμαι της γνώμης ότι θέλει ψάξιμο το θέμα, και βεβαίως θα βρω το δίκιο μου αν το ψάξω, και βασικά δεν με νοιάζει τόσο να το βρω για το κωλόχαρτο, αλλά μπας και καταλάβουν πέντε άνθρωποι ότι αυτά τα πράγματα δεν είναι λογικά το 2010. Από την άλλη, ενίοτε νιώθω σαν εξωγήινη:

Γκάλοπ Νο1: η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων παρόμοιου μορφωικού επιπέδου στα οποία περιέγραψα τι συνέβη, αγανάκτησαν μεν με την υπάλληλο, με βρήκαν δε κάπως υπερβολική, του τύπου "έλα μωρέ κι εσύ καημένη ας βάζατε χριστιανοί ορθόδοξοι να τελειώνατε".

Γκάλοπ Νο2: η ανωτέρω συντριπτική πλειοψηφία και πάλι, ενώ ήταν πολύ "προχώ" ως προς το ότι εννοείται δεν τρέχει τίποτα-γούστο μου και καπέλο μου να πιστεύω ό,τι θέλω-καλά έκανα και είπα άθεη κλπ, όταν συνειδητοποίησαν ότι η λεξούλα αυτή είχε ΓΡΑΦΤΕΙ και περαστεί επισήμως σε αρχείο, άλλαξαν ύφος, ψιλοφρίκαραν και μου είπαν αυθόρμητα ότι όχι, δεν έκανα καλά.

Και όποιος μπορεί ας μου ερμηνεύσει λογικά τα 1 και 2, πριν σαλτάρω εντελώς.

stassa είπε...

Να καταλάβω, αν το μωρό είχε απαντήσει "την Ανάσταση τρώμε αρνί" θα του είχαν πει "ε, τότε είστε Χριστιανοί".

Τα γκάλοπ σου μου φέραν όμως μια κατάθλιψη ρε γαμώτο... :(

Ο αδίστακτος κουμπάρος Β' είπε...

Εκεί που είχα μετανιώσει που δεν ήρθα καμιά ώρα νωρίτερα για να δω τον κουμπάρο να ξυρίζεται και να ντύνεται κι όλο το τζέρτζελο που γινότανε εκείνη την ημέρα λίγον πριν την τελετή, τώρα λέω γιατί να μην ήμουνα εκεί να βάλω την κυριούλα στη θέση της κι ας μην είμαι νομικός.

Μην ξεχνάμε ότι ένας καλός κουμπάρος πρέπει να ηρεμεί τους μελλόνυμφους και να αντιμετωπίζει αυτές τις καταστάσεις!

Ζητώ συγγνώμη που δεν την έκανα να βλαστημήσει την ώρα και τη στιγμή που πήρε τηλέφωνο, για να μην πω που γεννήθηκε!!!