Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Το ψάρι



Με ρίχνει αυτός ο σκατόκαιρος, ρε πούστη μου.

Πέρσι, σα σήμερα, ξυπνούσα με ένα μεγαλειώδες χανγκόβερ και το νυφικό μου να σέρνεται κάπου στο σαλόνι. Προσπαθούσα να καταλάβω πού βρίσκομαι, τι μέρα είναι, γιατί έχω κάτι μαδημένα πράματα στο κεφάλι μου και τα σχετικά. Μετά συνέφερα και θυμήθηκα, δεν είχε γίνει πυρηνική καταστροφή, δεν είχα συμμετάσχει στα καλλιστεία του αντέννα, δεν με είχαν απαγάγει εξωγήινοι, απλώς είχα παντρευτεί την προηγουμένη, ήταν μεσημέρι, το σπίτι ήταν μουνί, και ήταν ζήτημα ωρών να μου σκάσουν επίσκεψη οι συγγενείς από κάτω, που θα έφευγαν την επομένη κι έπρεπε εννοείται να δουν το σπίτι, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε επειγόντως να συμμαζέψω, να σφουγγαρίσω, να βγάλω τα υπολειπόμενα πέταλα από το κεφάλι μου και να ξυπνήσω επίσης κάποια στιγμή το μωρό, που ήταν πιο τέζα από μένα, να το επαναφέρω στην πραγματικότητα εξηγώντας του όλα αυτά, περί χθεσινών γάμων και επικείμενων κρητικών επισκέψεων, και ξέροντας ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα με πίστευε από το μεθύσι, θα μου έλεγε κάτι του τύπου τι λες ρε μαλάκα και θα έβαζε τα γέλια, οπότε θα του έφτιαχνα ένα καφέ και θα τον παρακαλούσα απλώς να χαμογελάει στο σόι μέχρι να συνέλθει.

Ο καιρός, πάντως, ήταν χάρμα, μια λιακάδα άλλο πράμα, και τις δυο μέρες –να σκεφτείς όταν βαφόμουνα για το γάμο, έξι η ώρα τα απόγεμα, είχα βγει δέκα φορές στο μπαλκόνι σαν την τρελή με τον καθρέφτη, να τσεκάρω μήπως έδειχνα παραβαμμένη στο φως, τόσο πολύ. Σκέψου να παντρευόμουνα με τέτοια μαυρίλα και βρόχα σα χθες και σήμερα, άπαπαπαπα, τζάμπα θα πήγαινε το καημένο το φουστάνι μου, ήθελε ήλιο για να δείξει, άσε που, επαναλαμβάνω, η συννεφιά τέτοια εποχή με ρίχνει ψυχολογικά, ούτε να κουνήσω δε θέλω, βαριέμαι να βγάλω έξω ακόμη και τα σκουπίδια.

Με πήρε λίγο και το παράπονο με την επέτειο, ομολογώ, γιατί θέλαμε να το γιορτάσουμε, αλλά το μωρό δούλευε νύχτα, οπότε δε γινότανε, κοιμήθηκα μόνη μου με την Τούφα, η οποία δε σκαμπάζει από επέτειο γιατί δεν είχε προλάβει καν να γεννηθεί τότε, εμείς φυσικά της εξηγήσαμε το εξαιρετικό της ημέρας, υπερβάλλοντας και λίγο, ότι δηλαδή παντρευτήκαμε ειδικά για να μπορέσουμε να την υιοθετήσουμε μετά (χαίρονται με κάτι τέτοια τα γατιά), εκείνη μας κοίταξε πολύ σοβαρά, μ’ αυτά τα κεχριμπαρί μάτια που κοντεύουν να γίνουν πιο μεγάλα απ’ τα δικά μου, και μετά έκανε πρρρρρρρρρρ όπως κάνει συνήθως, και εκτοξεύτηκε στον απέναντι καναπέ σαν πελώριο χαριτωμένο κανταΐφι –δεν ξέρω τι ακριβώς κατάλαβε, αλλά έχω βάσιμες υποψίες ότι χαίρεται που μένει μαζί μας, ίσως με μισεί λιγάκι όταν παθαίνω κρίση και τη βουτάω εκεί που κοιμάται μακάρια και την τρελαίνω στα ρουφηχτά φιλιά, αλλά με ανέχεται, γιατί αν ήθελε θα μπορούσε να μου έχει βγάλει διακόσιες φορές τουλάχιστον μέχρι τώρα τα μάτια και δεν το κάνει.

Έλεγα ότι θα γιόρταζα την επέτειο και με μπεμπέ στα σκαριά, αλλά δεν.

Τη βγάλαμε με κρασάκι, και ντελίβερι κεμπάπ, τα οποία η Τούφα αρνήθηκε να πλησιάσει (ίσως πρέπει αν με ανησυχεί αυτό), και αυτοσχέδιο λάιβ, με το σύνηθες παρανοϊκό ρεπερτόριο, ευτυχώς έχουμε καλούς γειτόνους και δεν διαμαρτύρονται, το μωρό επιμένει ότι δεν ακουγόμαστε, αλλά ο μακαρίτης γείτονας στο πατρικό μου έλεγε ότι του δίνουμε ζωή που μας ακούει, κι έμενε σε διπλανό σπίτι κι όχι ακριβώς από πάνω, άρα στάνταρ ακουγόμαστε στον πάνω όροφο, επίσης δεν ξέρω πόση ζωή του δίναμε γιατί εν τέλει απεβίωσε, από σάπιο συκώτι και σε προχωρημένη ηλικία βέβαια κι όχι από τις κραυγές μου, υποθέτω, κυρίως από τον καημό για την κόρη του που έφευγε οσονούπω σαραντατεσσάρω χρονώ, ωραίες εποχές, κι ας είχαμε το θάνατο στη διπλανή πόρτα, ο μπαμπάς μου μεράκλωνε κι έβαζε τέρμα τον κουρσάρο όταν κουραζόμασταν, στις μεγάλες δόξες μας ρίχναμε και καμιά γυροβολιά στο σαλόνι (τα θηλυκά μόνο, το μωρό ποτέ, δεν του πάνε αυτά), Σωτηρία Μπέλλου, η αδερφή μου να σουρώνει με δυο γουλιές, ως συνήθως, και να ζητάει Στέλιο, μια φορά είχε βγει από το μπάνιο με την οδοντόβουρτσα στο στόμα για να προλάβει το κομμάτι κι είχε ρίξει μια ζεμπεκιά άλλο πράμα, λιγώσαμε στα γέλια, επικές στιγμές, και καπάκι Tiger Lillies ή τίποτα χειρότερο, ο μπαμπάς δεν καταλάβαινε αλλά γούσταρε τη ζωή του, χανότανε και μ’ αυτά, όπως και με τον Ψαραντώνη, ακούγαμε τον τίγρη και τρίζανε οι τοίχοι, ήμασταν είκοσι, εικοσιδυό, είκοσι τρία, δεν είχα ακόμη ταγέρ στη ντουλάπα μου, δεν έτρεχα σε υπουργικά συνέδρια, δε σκεφτόμουν να κάνω παιδί, η μάνα μου είχε λιγότερα χάλια, ήταν ωραία, το θυμάμαι, μπορεί και να τα εξιδανικεύω εξ αποστάσεως αλλά κατά βάση έτσι ήταν, ωραία.

Αναρωτιέμαι αν θα προλάβουμε καμιά τέτοια παρέα ακόμα, ή θα ’μαστε πάντα κουρασμένοι τα σαββατοκύριακα, και το μωρό θα λείπει με νυχτερινό, και θα τρέχουνε χίλιες δουλειές, όλο θέλω να τους μαζέψω και δεν κάθεται, κι ο πατέρας μου κουράζεται πιο εύκολα, η μάνα μου θα φρίξει με τη βαβούρα, εμείς ζευγαρώσαμε όλοι και βγαίνουμε σαν άνθρωποι σε κανονισμένες εξόδους, στρωμένα πράματα, έτσι είναι, φαντάζομαι καμιά φορά, να ξανακάνουμε κανένα τέτοιο και να σέρνεται κανένας μπέμπης στο πάτωμα, ή δυο, δεν ξέρω αν γίνεται, ή πώς θα ’μαστε, αν θα κλαίμε πάλι με τη Μπέλλου, αν θα θυμάται κανείς το στερεοφωνικό βήχα του μπαρμπα-Μήτσου στη βεράντα, τη Γιώτα που την έκανε έτσι πρόωρα χαμογελώντας απόκοσμα, αν θα με σουβλίζει καμιά τομή από καισαρική και δε θα μπορώ να φέρω σβούρες, το μόνο σίγουρο, θα φεύγουμε μετά καθένας για το σπίτι του, αντί να μοιραζόμαστε σε δωμάτια και καναπέδες όπως-όπως, κι ο πατέρας μου δε μας αφήνει πια να μαζέψουμε πιάτα, στα σπίτια σας λέει, αγριεύει το μάτι του και δε σηκώνει αντιρρήσεις, ούτε που ξέρω τι μ’ έπιασε και τα θυμήθηκα κυριακάτικο όλα αυτά, τις παρέες και τους πεθαμένους, μελλούμενα και περασμένα, ή τι μου φταίει, και δεν είμαι ακριβώς λυπημένη, μόνο νιώθω πως κάτι μου γλιστράει σαν ψάρι μες απ’ τα χέρια μου αφήνοντας μια πολύχρωμη ιριδίζουσα σκόνη, τινάζω τα δάχτυλά μου να φύγει και γεμίζει ο τόπος, νομίζω είναι η βροχή, το μωρό κοιμάται, θέλω να πάρω τον πατέρα μου να τον ρωτήσω αν θυμάται αλλά θα με ρωτήσει τι πράμα, κι άντε να του εξηγώ, για το ψάρι και τη σκόνη και τον καιρό –άσε που έχω όντως ένα κάρο δουλειές, πλυντήρια και μαγειρέματα, να βουρτσίσω την Τούφα που ξεμαλλιάστηκε πάλι, να σιδερώσω κι ένα φουστάνι για το γραφείο αύριο.

6 σχόλια:

Ο αδίστακτος κουμπάρος Β' είπε...

Πολύ τρυφερό και νοσταλγικό!
Συγκινήθηκα εσωτερικώς (κοινώς δεν κύλησαν δάκρυα στα ερυθρά μαγουλάκια μου).

Να μας ζήσετε πάντως και με το καλό ο διάδοχος που μην ξεχνάμε ΕΓΩ ΘΑ ΤΟ ΒΑΦΤΙΣΩ!

Νάρκισσος είπε...

Αυτό μας έλειπε τώρα, να κάνω τον κόσμο να κλαίει κυριακάτικα.

Δε σχολιάζω πλέον για τα βαφτίσια, έχει καταντήσει σουρεάλ.

Ή μάλλον, για να γίνω πιο κακιά, βάφτισέ το μας εσύ με το καλό, κι εγώ ΘΑ ΣΕ ΠΑΝΤΡΕΨΩ. (ΜΠΟΥΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ)

DaisyCrazy είπε...

πως περνά ο καιρός! αλήθεια 1 χρόνο παντρευμένοι ηδη;! ό,τι θέλετε να το πάθετε και να γιορτάσετε πολλά πολλά χρόνια μαζί.

η τούφα δε θέλει βούρτσισμα. ένα άλλο γατί θέλει να τη γλύφει να τις αφαιρεί τα περιττά :))))))))))

γιατί να μην τον πάρεις τον μπαμπά σου; κι εκείνος θα θυμάται σίγουρα.. ισως με άλλο τρόπο αλλά θα θυμάται.

stassa είπε...

Εγώ σε ξέχασα. Τέτοια είμαι... :(

Να τα χιλιάσετε και να ζήσετε.

Για το ποστ, τί να πω; Με ξύπνησες για τα καλά (ξενύχτησα κι εχτές). Πάω να πήξω τώρα κι εγώ.

Νάρκισσος είπε...

Ευχαριστώ όλους για τις ευχές, περάστε να σας κεράσουμε σοκολατάκι. :)

@DaisyCrazy:
α)Πίστεψέ με, με τρίχα που φτάνει στα 10 εκατοστά (κυριολεκτούμε), δε γίνεται δουλειά με άλλο γατί, μάλλον χρειαζόμαστε τον κύριο Τρύφωνα Σαμαρά.
β)Αρκετά υπαρξιακά έχουν οι μπαμπάδες αυτής της ηλικίας από μόνοι τους, αν είναι να τους φορτώνουμε και τα δικά μας...

@stassa:
Κάτι πρέπει να κάνουμε όλοι μας μου φαίνεται με το θέμα ξενύχτι, ε; Προτού καταντήσουμε μοντέλα για το επόμενο Left4Dead.

Ο αδίστακτος κουμπάρος Β' είπε...

Κατά βάθος θες να με δεις να λέω το "Πιτεύω" απ'έξω και να φτύνω ροχάλα μέσα στην εκκλησία για να αποτάξω τον παπ... εεε... τον σατανά ήθελα να πω.

Αυτό δεν είναι κακία καλή μου κουμπάρα, είναι εφικτό. :D
Σκέψου μόνο το bachelor...