Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

when the cold winds blow

κι ήταν φορές που θα μπορούσα, με λίγη προσπάθεια ή μια βοήθεια μικρή από τις περιστάσεις (να τύχει να μ’ αγγίξεις, ας πούμε, δυο φορές στο ίδιο σημείο), να μπερδέψω το όλο πράγμα με την ευτυχία· να ισχυριστώ πως φόβος ουδείς με διαγούμιζε μήτε μνήμη θανάτου· κι η αναπνοή μου μια πρόφαση να συνεχίσω να υπάρχω στο εξαιρετικό μεταίχμιο της επιθυμίας σου. Κι ήξερα πως σε ύπνο μέσα σε συναντούσα και πως με μια δρασκελιά θα με πρόφταινες, αν ήθελες, προτού καταποντιστώ –μα ήταν όλα προς στιγμήν ωραία κι εγώ έτοιμη και κουρασμένη λαχταρούσα μόνο μια περισπωμένη να κοιμηθώ ανάμεσα στα χόρτα. Ψιλόβρεχε μια βροχή κρουστή σα τζάμι σπασμένο· μάκραιναν τα μαλλιά μου· τα σπλάχνα μου άδειαζαν· γυρισμένη τα μέσα έξω έσταζα πευκοβελόνες σα ρούχο που το τινάζει κάποιος σ’ ένα μπαλκόνι· και με κοιτούσες ίσια μέσα στα μάτια  ενώ γύρω μας ο κόσμος γκρεμιζόταν αθόρυβα, θεαματικά και αμετάκλητα, κι ήταν όλο τόσο εξωπραγματικό που σκέφτηκα  ήρεμα, όνειρο, ας είναι, και συνειδητοποίησα πως σε κοιτούσα κι εγώ ευθεία στα μάτια ώρα πολλή κι ήμουν, ωστόσο, ζωντανή. Κι απελπίστηκα τότε βίαια και πραγματικά, πως ελπίδα δεν υπήρχε να πάψω, να μην είμαι, και πως θα ’πρεπε σε λίγο να ξυπνήσω, ή να ξανακοιμηθώ, ό,τι από τα δύο, και να περπατήσω ξανά μονάχη στη λεωφόρο, να μ’ αγκαλιάσουν τα παιδιά και να ποτίσω τη βουκαμβίλια προσβλέποντας πάντοτε πως ίσως, ίσως εφέτος


Δεν υπάρχουν σχόλια: