Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

I had everything I needed to commit suicide


κι όταν η απόσταση μεγάλωνε, σε ονειρευόμουν σε κάτι όνειρα απλοϊκά χολυγουντιανής αισθητικής· περπατούσαμε, ας πούμε, σε μια προκυμαία γεμάτη κόσμο με ορίζοντα γκρίζο τρώγοντας μαλλί της γριάς  ξαφνικά σειρήνες χτυπούσαν έσκαγαν βόμβες και γέμιζε το σκηνικό ανθρώπους που μας γάζωναν με αυτόματα από όλες τις μεριές το ζαχαρένιο μου σύννεφο βαφόταν κόκκινο από το αίμα κάποιου αγνώστου και πετούσε με μια βίαιη ριπή αέρα ανέμελο πάνω από τη θάλασσα, κι εγώ το κοιτούσα συγκρατώντας με τα δυο χέρια το ψάθινο καπέλο μου και σου φώναζα, ατάραχη τελείως, μόνο για ν’ ακουστώ πάνω από τις στριγκλιές και το πανδαιμόνιο, αύριο ίδια ώρα, μετά μου έδινες ένα φιλί κινηματογραφικό κάτω από κάποια δυσδιάκριτη επιγραφή που είχε προκύψει ξαφνικά εντελώς πάνω από τα κεφάλια μας κι ενώ το μακελειό εξακολουθούσε απομακρυνόσουν με βήματα αργά πάνω στην προκυμαία, και καθόλου δεν ανησυχούσα, καθώς γύρω σωριάζονταν πτώματα κι αυτοκίνητα λαμπάδιαζαν μα τίποτα δε μας ακουμπούσε, τότε αιφνιδίως παρατηρούσα που φορούσες ένα μπλουζάκι βυσσινί κι αμέσως άνοιγε ο ορίζοντας στα δύο και με κατάπινε και μ’ έφτυνε αμάσητη στα μισά της κόλασης