Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

μελτέμια

Στα νησιά, με τα μελτέμια, κάπνιζα περισσότερο. Τα δυο τσιγάρα γίνονταν πέντε, τα πέντε δέκα, κάποτε δώδεκα. Ήτανε, βέβαια, περιπέτεια ολόκληρη ν’ ανάψεις –ζοριζόμουν μα τα κατάφερνα, όπως κατάφερνα να σε κοιτάω χωρίς να κλαίω, εδώ και χρόνια, κι ας είχα πλήρη συνείδηση της καταστροφής. Ενίοτε με βοηθούσες, με το τσιγάρο λέω, στα πολύ ζόρικα, όταν ο αέρας σάρωνε θορυβωδώς άμμους κι ενδεχόμενα. τότε μονάχα, έχωνες το κεφάλι μέσα στο φανελάκι ξεχειλώνοντας τη λαιμόκοψη κι άναβες το σπίρτο, ανάμεσα στέρνο και λευκό ύφασμα, αθέατος πίσω από το μακό τραβούσες την πρώτη τζούρα, ίσα που μάντευα τη μυρωδιά απ’ το θειάφι κι ήσουν πάλι εκεί, μπροστά μου, να μου πασάρεις το αναμμένο τσιγάρο μάγος, θριαμβευτής, εγώ ν’ αναρωτιέμαι φωναχτά πώς διάβολο το κάνεις. Το ’παιρνα βιαστικά, σαφώς ευγνώμων μα μοιραία ηττημένη, κάπως σαν να δεχόμουν ελεημοσύνη, κι ας το ’ξερα πως δεν σου ’κανε κόπο, πως πιθανόν το διασκέδαζες, σαν όλα τα χάδια που ένιωθα πως κατά βάθος δεν μου ανήκουν, πως από σπόντα μονάχα βρισκόμουν εκεί, τυχαίος αποδέκτης, πως θα μπορούσα κάλλιστα να εκλείψω δίχως να ταράξω το τοπίο –είσαι εξαιρετική όταν τρέμεις, μου έλεγες, μα ήσουν λάθος, εγώ δεν έτρεμα, ήταν μονάχα το μέσα μου που κατέρρεε τμηματικώς. Πάντως συμβιβαζόμουν, και στις δύο περιπτώσεις, μπορεί και κατά βάθος να μου άρεσε, έτσι μοιραία που άφηνες το στίγμα σου στις στιγμές μου, τρομακτικές ως αμοντάριστη κινηματογραφική απόγνωση. Κι ένιωθα πιο λειψή ακόμη, οκλαδόν καθισμένη στην παραλία, μετρώντας δανεικές τις επίφοβες εισπνοές μου, μία προς μία, τρίβοντας νευρικά τ’ αλάτια στους αστραγάλους μου, νόμιζα ξαφνικά πως μ’ έζωναν τα διάσπαρτα μικρά κοχύλια. Τέσσερις, πέντε, έχανα το μέτρημα, το τσιγάρο μου σωνόταν σε χρόνο ρεκόρ (έφταιγε που φυσούσε, το ’ξερα, μα πάντα μ’ έπιανε το ίδιο παράπονο, σαν κάθε φορά που πρόωρα μ’ εγκατέλειπαν, με αγωνία ρουφούσα τη γόπα ώσπου η αηδία να γίνει αβάστακτη, παυσίπονη πίκρα, αλήθεια δεν εξακρίβωσα ποτέ τον ορθό χρόνο της εγκατάλειψης). Μα δεν ήταν γι’ αυτό που κάπνιζα το διπλό και παραπάνω, ήταν που δεν υπήρχε καπνός να επικυρώσει την ενέργεια. Εξέπνεα ματαίως, θνησιγενή τ’ ανοδικά μου δαχτυλίδια, ο αέρας εξαφάνιζε τις αποδείξεις μου, ακύρωνε το παρελθόν της εισπνοής, είναι άδικο, έτρεμα πάλι, μπερδευόμουν, εισέπνευσα ποτέ ή όχι, τα κοχύλια σέρνονταν στα μπούτια μου σαν έντομα, τα τίναζα μα ξανανέβαιναν, εσύ γελούσες, κι είχες πάλι το μακό στο πρόσωπό σου, μάντευα τη σπίθα στο στήθος σου, τρόμαζα μη λαμπαδιάσεις σαν τους αγίους, δεν σ’ έβλεπα, άκουγα μόνο το γέλιο, και δίσταζα ν’ απλώσω το χέρι να σ’ αγγίξω μην και δεν ήσουν από πίσω. Προτιμούσα να μην ξέρω, αν ήσουν δηλαδή εκεί με σάρκα και οστά ή αν εγώ επέμενα να σ’ εφευρίσκω, εξάλλου ήμουν τόσο μα τόσο ανυπεράσπιστη, οι στίχοι μου φάνταζαν εντελώς περιττοί μπροστά στο είδωλό σου, κάθε φορά που σε κοιτούσα να πλένεσαι στον καθρέφτη έσκιζα κι από μια σελίδα, κι ο διάδρομος ήταν πάντοτε γεμάτος χαρτιά. Ασφαλώς μετά από τόσα καλοκαίρια κατάλαβα πια, το μελτέμι ήταν μονάχα μια βολική σκηνοθεσία, να μην προσέχω που στην πραγματικότητα ο καπνός ουδέποτε εξερχόταν, συσσωρευόταν στα πνευμόνια μου τσιγάρο το τσιγάρο, νησί το νησί, να με πικραίνει αναδρομικά σαν μασημένο χάπι τους χειμώνες, να πλημμυρίζει θάλασσα το δωμάτιο όταν κοιμάσαι με γυρισμένη την πλάτη. Ν’ ακούω τα κοχύλια να σέρνονται στο χαλί.

1 σχόλιο:

Spitogata είπε...

Αχχχ...
Σπίθα και αέρας μαζί...
Φωτιές μεγάλες ανάβουν...

Σου στέλνω ήχους από φιλιά
μέσα στα κοχύλια!