Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2008

αμπαλάζ

«Δεν χρειάζεται να διευκρινίσεις την περίσταση», με καθησύχασε. Μου κρατούσε σφιχτά το χέρι καθώς περνούσαμε απέναντι, θα πρέπει να τον κοιτούσα έντρομη, μάλλον χαμένη, ανά δυο βήματα σταματούσα κι έπρεπε να με σπρώξει σχεδόν να συνεχίσω, δεν μας έπαιρνε κι η ώρα, αστείο αλήθεια πώς δεδομένων των γεγονότων είχα πνιγεί σε μια κουταλιά νερό, πώς με τρομοκρατούσε ξαφνικά η ιδέα και μόνο μιας απλούστατης αγοράς. «Δεν είναι καθόλου ανάγκη, θα τους πεις απλώς τι θέλεις», επαναλάμβανε καθώς περπατούσαμε, κι εγώ αγωνιούσα σαν ηλίθια, λες και το πρόβλημα εν προκειμένω ήταν η δυσκολία μου ν’ αρθρώσω, να διευκρινίσω την περίσταση όπως έλεγε, δίχως κι αυτός βέβαια να διευκρινίζει, κανονικά τις τυπικές λεπτομέρειες τις είχα γραμμένες αλλά να, δεν ήθελα να κάνω σκηνή, ούτε και να πάρω εξαιτίας της δειλίας μου κάτι ανάρμοστο, «ζήτα τους απλώς ένα σοβαρό περιτύλιγμα», με προέτρεψε καθώς σπρώχναμε κιόλας την πόρτα του ανθοπωλείου, οι έτοιμες λέξεις μ’ έβγαλαν απ’ την αμηχανία, «κόκκινα τριαντάφυλλα σε σοβαρό περιτύλιγμα» είπα σαν κουρδισμένη στη γυναίκα που απόμεινε να με κοιτάζει λιγάκι σαστισμένη, υποθέτω η φράση μου ηχούσε κάπως περίεργα, ή η φωνή μου ίσως, δεν είμαι σίγουρη. Επανέλαβα το αίτημά μου ανέκφραστη, επιτέλους η γυναίκα πήρε μπρος, έβγαλε από το ψυγείο μια αγκαλιά λουλούδια, το ψυγείο ήταν τεράστιο, χωρούσε άνθρωπο, φοβήθηκα πως θα ξερνούσα πάνω στα γυαλιστερά πλακάκια, έκλεισα τα μάτια, τα ξανάνοιξα, «ελάτε να διαλέξετε χρώμα χαρτιού» έλεγε τώρα η γυναίκα, «σας αρέσει το σκούρο πράσινο; μήπως το μπορντό;», «ένα σοβαρό περιτύλιγμα» είπα για τρίτη φορά νιώθοντας τις αντοχές μου να σώνονται, η γυναίκα προσπάθησε να φανεί εξυπηρετική, «κοιτάξτε, αν πηγαίνετε επίσκεψη, έχουμε και πολύ ωραία γλαστράκια», η πόρτα του ψυγείου έχασκε ακόμη, άρχισε να τρέμει το κεφάλι μου, κληρονομικό από τη γιαγιά αυτό, εκείνος το είδε και πήγε να σώσει την κατάσταση, να πει κάτι, βρήκα ευκαιρία να του ουρλιάξω «πάρ’τα μόνος σου» και να κάνω μεταβολή προς την έξοδο, πριν γίνω θέαμα, η γυναίκα νόμιζε πως τσακωνόμαστε, του έκανε ένα ευγενικό νόημα και με ακολούθησε φουριόζα, με πρόλαβε στην πόρτα, μ’ έπιασε αγκαζέ, «έλα γλυκιά μου, έτσι είναι οι άντρες, δεν ξέρουν, έλα να διαλέξουμε μαζί με την ησυχία μας», αυτό ήταν, έκλαιγα και σπαρταρούσα σαν το ψάρι, η γυναίκα τρομοκρατημένη τώρα να καταλαβαίνει πως κάτι δεν πήγαινε καλά, εγώ να προσπαθώ μέσα στους λυγμούς να της εξηγήσω πως πάμε σε κηδεία, δεν με άκουσε την πρώτη φορά, το είπα ξανά και ξανά, θα πρέπει τελικά δις ή τρις να διευκρίνισα την περίσταση, και δεν μ’ ένοιαζε πια, συνειδητοποίησα το προφανές, πως οι λέξεις δεν θα σ’ έκαναν περισσότερο ή λιγότερο νεκρή. Ηρέμησα. Εντωμεταξύ η γυναίκα είχε εξαφανιστεί στο εσωτερικό του μαγαζιού, σοκαρισμένη μάλλον από την όλη εξέλιξη, σε λίγο εμφανίστηκε μια άλλη γυναίκα, η ιδιοκτήτρια υποθέτω, καταλλήλως ενημερωμένη για το επεισόδιο όπως κατάλαβα από το ύφος της, είπα για μια ακόμη φορά τι ήθελα, «μα κόκκινα» πήγε να πει αλλά τη σταμάτησα με μια κατηγορηματική χειρονομία, ήξερα πως σ’ αρέσει το κόκκινο, κραγιόν, τσάντες και λοιπά αξεσουάρ, και τα μαλλιά σου πάντα κόκκινα, ίδια φλεγόμενη βάτος, πάντα έτσι σε θυμόμουν, τόσο που συνειδητοποίησα πως δεν ήξερα ποιο ήταν το φυσικό σου χρώμα, μέχρι και την περούκα στο τέλος κοκκινωπή την είχες διαλέξει, δεν μου έφερε άλλες αντιρρήσεις, «υπάρχει ειδικό περιτύλιγμα για αυτές τις περιστάσεις» μου είπε γλυκά κι άρχισε να τυλίγει την ανθοδέσμη. Κι ένιωσα τόσο ανακουφισμένη που λύθηκε το όλο θέμα, και που θα ήμουν πέραν κάθε αμφιβολίας εντάξει, κοίταξα το ρολόι μου, προλαβαίναμε άνετα, κάτι μου είπε αλλά δεν τον άκουσα, δεν έκλαιγα πια, μόνο παρατηρούσα αυτό το ειδικό περιτύλιγμα, ασημί-λευκό με διάφανη ζελατίνα μπροστά στα λουλούδια, αστείο μου φάνηκε το όλο πράγμα, ποιος ακριβώς αποφασίζει για το αμπαλάζ του θανάτου σκέφτηκα αλλά δεν το είπα φυσικά, πλήρωσε και πήρα τα λουλούδια, «συλλυπητήρια» μας είπε η κυρία και φύγαμε. Περάσαμε απέναντι, περίμενα λίγο πιο κει να ξεπαρκάρει τη μηχανή, μου φάνηκε πως με κοίταζαν έντονα οι περαστικοί, άλλοι θλιμμένα, άλλοι αμήχανα, δεν ξέρω αν ήταν που φαινόμουν κλαμένη ή αν αναγνώριζαν το πένθιμο μπουκέτο, το γεγονός ήταν πως η παρουσία μου εκεί διέδιδε ταχύτατα την είδηση του θανάτου σου, έτσι βουβά, δίχως να χρειάζεται, πράγματι, να διευκρινίσω την περίσταση.

5 σχόλια:

aerosol είπε...

Μικρός πνιγμός σε πολύ βαθιά νερά...

Νάρκισσος είπε...

Φοβούμαι πως το γεγονός του πνιγμού -ως αναπόφευκτο- δεν εξαρτάται τελικά από το βάθος των υδάτων.

just me είπε...

Δεν ξέρω τι να πω ταιριαστό σε μια αδιευκρίνιστη περίπτωση και φοβάμαι ότι έπαινοι για τη γραφή σου μπορεί να αποδειχτούν από αταίριαστοι έως ανάλγητοι. Ένα "γεια" λοιπόν, για γνωριμία και τα ξαναλέμε...

Spitogata είπε...

ΈΦΡΙΞΑ!

ΠΙΓΜΕΝΟΣ ΛΥΓΜΟΣ!

Νάρκισσος είπε...

just me: ευχαριστώ από καρδιάς για το ενδιαφέρον

Γατούλα καλημέρα