Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

επαλήθευση


Αν αγωνιούσε πραγματικά για κάτι στην προοπτική μιας ολιγοήμερης επανασύνδεσης, ήταν για την επαλήθευση ή μη της αναμνήσεως.

Διότι ανάμνηση, ασφαλώς, υπήρχε. Για την ακρίβεια, υπήρχαν πλείστες όσες αναμνήσεις, μεγαλύτερης ή μικρότερης εντάσεως και ευκρίνειας, αναμνήσεις που εκτείνονταν και πέραν της κοινής τους δεκαετίας, αυθαιρέτως παραμορφώνοντας την προ εκείνου εποχή (μα δεν μπορεί να ήμουν εγώ, ξεκαρδιζόταν στα γέλια ακούγοντας τις περιγραφές της, δεν γνωριζόμασταν ακόμη τότε, είναι προφανές, με μπερδεύεις με κάποιον άλλον, τον Γ. υποθέτω ή τον Τ., ή κάποιον άλλον τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο –εκείνη ασφαλώς επέμενε, πεισμωμένη, πως περί εκείνου επρόκειτο, ήταν σίγουρη, πώς ήταν δυνατόν λοιπόν να μη το θυμάται, είχαν περάσει μάλιστα τόσο όμορφα, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν φωτογραφίες, εκατοντάδες φωτογραφίες, επιμελώς ταξινομημένες σε πολυσέλιδα άλμπουμ ή σκόρπιες, φωτογραφίες έγχρωμες και μαυρόασπρες, σε κάθε πιθανή τοποθεσία και πόζα, δικές του μόνο ή άλλες που ήταν μαζί (μα δεν μπορεί να είμαι εγώ, τρόμαζε βλέποντας κάποιες εξ αυτών, σκέψου το, είναι παντελώς αδύνατο, πρέπει να είναι κάποιος άλλος, ο Γ. υποθέτω ή ο Τ., ή κάποιος άλλος τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο, είναι πράγματι παράλογο, δεν γνωρίζω αυτό το μέρος, δεν κατοικούσα καν στη χώρα εκείνη τη χρονιά –εκείνη ασφαλώς επέμενε, χαμογελώντας, πως ήταν εκείνος, φαινόταν ολοκάθαρα στη φωτογραφία, πώς ήταν δυνατόν να μην το βλέπει, είχε βγει μάλιστα τόσο ωραίος, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν, τέλος, οι τρομεροί εφιάλτες, που προσδιορίζονταν ως τέτοιοι από την δική του απουσία απ’ την εκάστοτε πλοκή τους, συνεπώς η ανάμνηση ήταν υπαρκτή, ειδάλλως δεν θα μπορούσε να αντιλαμβάνεται την απουσία, κι ο ακατάσχετος τρόμος θα ήταν παντελώς αναίτιος.

Εκείνο που έμενε, λοιπόν, να διαπιστωθεί εκ του σύνεγγυς (και καθώς η φρικώδης παράταση της διάστασης προοδευτικώς εξασθένιζε κάθε βεβαιότητα) δεν ήταν η ίδια η ανάμνηση, αλλά το περιεχόμενο αυτής, η σύμπτωσή του δηλαδή ή μη με το πρόσωπο, η αντιστοίχιση της ανακαλούμενης συγκινήσεως με το ρίγος της άμεσης επαφής. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν η πρώτη φορά που αμφέβαλλε· συνέβαινε συχνά (κατά τη διάρκεια χωρισμών κατά πολύ μικρότερων, ασήμαντων στην πραγματικότητα, ενός εικοσιτετραώρου, ας πούμε, ή κάποτε και μερικών ωρών) να μην είναι σίγουρη, πως όντως υπήρχε εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν (με το ίδιο δέρμα, δηλαδή, το ίδιο σώμα, τα ίδια μάτια, κι ικανός να της μεταδώσει, χωρίς προσπάθεια, τον ίδιο ανεξήγητο πανικό)· πως δεν ήταν διαστροφή δική της να τον εφευρίσκει, έτσι ακριβώς, υπό την επήρεια υπερβολικά πολλών ουίσκυ με πάγο, μοντάροντάς τον κατόπιν τεχνηέντως στο παρελθόν μισής τουλάχιστον ζωής, κι αποφασίζοντας κάθε φορά πως επρόκειτο περί τόσο τέλειας, από κάθε άποψη, αυθαιρεσίας, που απλώς επιβαλλόταν να πεισθεί για την ύπαρξή της προκειμένου να επιβιώσει.

Εννοείται πως η ανάμνηση επαληθευόταν, κάθε φορά, με το πέρας δηλαδή του εκάστοτε χωρισμού (το επόμενο πρωί, λόγου χάρη, ή στο αμέσως επόμενο ραντεβού, ή ανοίγοντας απλά μια πόρτα που είχε κλείσει πίσω του για ν’ αλλάξει ρούχα): όντως υπήρχε, εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν, κι ο πανικός ήταν πράγματι ο ίδιος, η οδύνη ήταν ακριβώς η ίδια· έβαζε τα κλάματα που τον έβλεπε, κι εκείνος γελούσε, με πλήρη άγνοια της αφόρητης τελειότητάς του, και της ανακάτευε περνώντας τα μαλλιά, καθησυχάζοντάς την τρυφερά κι αδιάφορα, όπως καθησυχάζει κανείς ένα σκυλάκι του σαλονιού με νεύρα ευαίσθητα λόγω ορμονικών διαταραχών.

Εντούτοις, αμφέβαλλε εκ νέου κάθε φορά, κι ανησυχούσε εκ νέου, με απαράλλαχτη ένταση, για την επικείμενη επαλήθευση ή διάψευση, και δεν ήξερε τι έτρεμε περισσότερο, να διαπιστώσει δηλαδή πως εκείνος δεν υπάρχει και θα πρέπει να ζήσει χωρίς αυτόν, ή το αντίστροφο.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

a man in black



Ασφαλώς, θα μπορούσε να προσπαθήσει. Υποκρινόμενη πως δεν φοβόταν, δεν προμάντευε, δεν εγνώριζε• σαν η αποτυχία να μην ήταν βέβαιη• σαν να μην ήταν προδιαγεγραμμένο το ασύμπτωτο των εμμονών.

Ίσως, εν τέλει, να μην ήταν καν τόσο επώδυνο στην πράξη: θα έγραφε το προς με ευανάγνωστους κεφαλαίους χαρακτήρες (η κλινική αναγραφή του ονόματος δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες, την αλλόκοτη διεύθυνση την γνώριζε από μνήμης)• σκοπίμως θα παρέλειπε τα δικά της στοιχεία, ναρκισσιστικά επικυρώνοντας μιαν αυθαιρέτως δεδομένη αποκλειστικότητα (κανείς άλλος δεν θα του έγραφε, δεν θα μπορούσε να του γράψει, άλλωστε ήταν ολωσδιόλου αμφίβολο πως κάποιος άλλος γνώριζε, τη δεομένη στιγμή, την ακριβή του θέση στο χάρτη)• τέλος, θα σφράγιζε τον παλαιό λευκό φάκελο με τη ριγέ μπλε μπορντούρα, θα κολλούσε το γραμματόσημο, θ’ άφηνε την επιστολή να γκρεμιστεί μέσα στο ταχυδρομικό κουτί.

Κατόπιν, θα μπορούσε μονάχα να περιμένει, αδυνατώντας πλέον να επέμβει στην εξέλιξη της τραγωδίας, ευχόμενη ωστόσο, πιθανώς, κάποια σωτήρια τυχαιότητα να εμποδίσει την παράδοση του φακέλου (ένα σφάλμα των ταχυδρομικών υπαλλήλων, μια φυσική καταστροφή, μια ευφυής στρατιωτική λογοκρισία), κι έχοντας ήδη αποφασίσει πως, σε αντίθετη περίπτωση, θ’ αρνιόταν με θράσος οποιαδήποτε σχέση με την αποστολή του επίμαχου γράμματος –που, προφανώς, εκείνη μονάχα θα μπορούσε να έχει συγγράψει και αποστείλει• ωστόσο, η έλλειψη απτών αποδείξεων θα επέτρεπε, κατά πάσα πιθανότητα, μια βεβιασμένη αθώωσή της λόγω αμφιβολιών.

[Ο παραλήπτης, σε κάθε περίπτωση, δεν θα αποτέφρωνε την επιστολή. Δεν επρόκειτο, άλλωστε, περί ερωτικού σημειώματος. Κι εκείνος δεν ήταν πλέον έφηβος• δεν ήταν καν βέβαιη πως είχε υπάρξει τέτοιος στο παρελθόν, παρ’ όλο που οι αναμνήσεις της συνηγορούσαν, φυσικά, υπέρ αυτού του ενδεχομένου (το εξαιρετικό ανεπίγνωστο κάλλος, η άυλη σχεδόν σιλουέτα, οι δερμάτινες μπότες, ο θόρυβος από τα μηχανάκια –αν και ο τελευταίος στοίχειωνε όλες συλλήβδην τις εφηβικές της αναμνήσεις, ασχέτως δηλαδή με τα εκάστοτε πρόσωπα, τώρα που το ξανασκεφτόταν, ήταν αυτός που στο μυαλό της ταξινομούσε συγκεκριμένα τμήματα μνήμης στην εν λόγω τρομερή περίοδο), και δεν αποκλείεται να ήταν όντως έτσι, να είχε δηλαδή προσωρινά απλώς βρεθεί, ενήλικας εξαρχής, μέσα στην πρόχειρη σκηνοθεσία μιας σκονισμένης εφηβείας με μακό μαύρο φανελάκι. Θυμόταν καθαρά τον εαυτό της να τρέχει πίσω του στα διαλείμματα του σχολείου, πανικόβλητη από έρωτα, δίχως αίμα, με το λιωμένο κραγιόν και τα τσιγάρα στην κωλότσεπη, υπνωτισμένη απ’ τις ηλεκτροφόρες σιωπές του, τη διαρκή απειλή συμπαντικής συντέλειας που τον περιέβαλλε, ντοπαρισμένη από την κατά τα φαινόμενα αδιαφορία του, απροσμέτρητα δυστυχής, κι απελπισμένη με την γνήσια απελπισία των δεκαέξι χρόνων –δεν αποφάσισε ποτέ, αν επιθυμούσε περισσότερο να πεθάνει η ίδια ή να τον σκοτώσει.]

Ήταν παρήγορο, εννοείται, που εν τέλει είχε βρεθεί γι’ αυτήν μια κάποια εναλλακτική διέξοδος, που μπορούσε να σκέφτεται ασφαλώς θα μπορούσα μετά από κάθε τηλεφώνημα• είχε βρει μάλιστα τον παλαιό αεροπορικό φάκελο, τον κρατούσε με φροντίδα σ’ ένα συρτάρι του γραφείου της, άγραφο• αν μη τι άλλο θα μπορούσε στο μέλλον, και όταν πλέον η αναγκαιότητα των επιστολών θα είχε εξαλειφθεί, να τον παρουσιάσει ως τεκμήριο των προθέσεών της –ήλπιζε, ωστόσο, πως μέχρι τότε το ζήτημα θα είχε απλώς ξεχαστεί.


Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

επιστολή


«Επιτέλους, δεν σου ζητώ παρά ένα γράμμα. Και, σου ’χω πει χίλιες φορές, είναι η τελευταία –καταλαβαίνεις; – η τελευταία μου ευκαιρία να λάβω ένα.»

Καταλάβαινε, φυσικά. Την προφανή απλότητα του αιτήματος, τη δικαιολογημένη αγανάκτηση για την επί μακρόν αδιαφορία από μέρους της, την πιθανολογούμενη μη αναστρέψιμη βλάβη.

Θα μπορούσε (σκεφτόταν, τερματίζοντας παρ’ όλα αυτά τη συνδιάλεξη δίχως ίχνος ταραχής) ένας κακοπροαίρετος νους να προσάψει μια κάποιαν αυθαιρεσία στο τελευταίο τμήμα του ισχυρισμού, συγκεκριμένα στη βεβαιότητα με την οποία διατυπωνόταν αυτό το περί «τελευταίας ευκαιρίας», θεωρώντας δεδομένο ένα (κατ’ ανάγκην υποθετικό, σκεφτόταν, και πάλι δίχως ταραχή) μέλλον, από το οποίο θ’ απουσίαζε οποιαδήποτε υπόνοια αλγεινής απόστασης· διότι ένα γράμμα προϋποθέτει, ως γνωστόν, μιαν ελάχιστη απόσταση μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη, απόσταση που να υπαγορεύει την συγγραφή, αποστολή και ανάγνωση του γράμματος, αλλιώς η όλη υπόθεση στερείται, προφανώς, ενδιαφέροντος· συνεπώς, το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής επιστολής προϋπέθετε έναν μελλοντικό χωρισμό τους ο οποίος, όμως, δεν θα προέκυπτε ποτέ (είχε εκείνος αποφασίσει) ή, αν τέλος πάντων προέκυπτε (είχε εκείνη αποφασίσει) τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα δεν θα επιβίωναν του γεγονότος ώστε να ανταλλάσσουν επιστολές.

Δεν καταλάβαινε, μονάχα, για ποιον ακριβώς λόγο επρόκειτο περί ευκαιρίας, και μάλιστα για τον συγκεκριμένο άνθρωπο, που είχε, όπως ήξερε καλά, συνειδητά και βαθύτατα περιφρονήσει αλληλογραφίες, ακόμη και ανταλλαγές τηλεφωνικών αριθμών, σ’ όλους ανεξαιρέτως τους αξιομνημόνευτους τουλάχιστον χωρισμούς της μέχρι τότε ζωής του, και ήταν αρκετοί, δεν θα είχε νόημα, έλεγε, αφού έφευγα· κρατούσε μόνο κάποιο –παράδοξο, συνήθως– θυμητικό, ένα κασκέτο, ένα σκίτσο, μια καθ’ όλα αδιάφορη φωτογραφία, σ’ ένα συρτάρι που ποτέ σχεδόν δεν άνοιγε· βάσιμα υπέθετες πως δεν θυμόταν, μα σε στιγμές εντελώς τυχαίες ξεχύνονταν τα ονόματα, οι περιγραφές, αναμνήσεις τρομακτικής ομολογουμένως λεπτομέρειας, και δεν ήξερες πια τι να υποθέσεις· αλλά επρόκειτο, ασφαλώς, για άτομο για το οποίο κάθε υπόθεση καθίστατο εξ ορισμού εξαιρετικά επίφοβη.

Ωστόσο, το θέμα εν προκειμένω ήταν η ίδια η επιστολή, που έπρεπε (επιβαλλόταν, κατά τα φαινόμενα) να υπάρξει, μα ήταν αδύνατο, κι εκείνη δεν ήξερε γιατί, ή πάντως δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει, όχι τουλάχιστον με πειστικά επιχειρήματα, ουδείς (και σίγουρα όχι εκείνος) δεν θα την πίστευε αν έλεγε μου λείπουν οι λέξεις· ήταν γνωστό σ’ όσους την ήξεραν πως οι λέξεις ήταν πάντα με το μέρος της, τα μακροσκελή κείμενα παντός είδους ήταν σαφώς η ειδικότητά της, έχοντας στην πορεία του χρόνου εξασφαλίσει γι’ αυτήν ένα πλήθος ετερόκλητων όσο και αμφιλεγόμενων επιτευγμάτων: αρχικά, τη σχολική της πρόοδο· αργότερα, τον γνήσιο τρόμο επιλεγμένων απροσάρμοστων εφήβων, εξαιρετικού ή όχι κάλλους, που έκαιγαν (ήταν βέβαιη) αμέσως μετά την πρώτη ανάγνωση τα ερωτικά της σημειώματα, σοφά προνοώντας για ένα ενήλικο μέλλον στο οποίο η ανάμνηση και μόνο της πιθανότητας να υπήρξαν κάποτε αποδέκτες ενός τόσο εξωφρενικού αισθήματος θα ισοδυναμούσε, το δίχως άλλο, με όψιμη μεν, αλλά ισόβια καταστροφή· την είσοδό της κατόπιν στο πανεπιστήμιο και, ακόμη πιο μετά, την εξασφάλιση της εργασίας της· κατά καιρούς, την αμφίβολη επιδοκιμασία διαφόρων (σχετικών ή άσχετων) που αρέσκονταν να την χαρακτηρίζουν σε σχετικές συζητήσεις με κωμικούς προσδιορισμούς όπως ενδιαφέρουσα ή ταλαντούχα, κάποτε και με το άκρως τρομακτικό υποσχόμενη.

Δεν έλεγε, λοιπόν, τίποτα. Δεν επιχειρούσε να δικαιολογηθεί, δεν υποσχόταν, δεν απέκλειε ρητά. Αρνιόταν όμως, στην πράξη, και μάλιστα για κάτι τόσο απλό φαινομενικά, στο κάτω-κάτω, γνώριζε καλά πως το επίμονο αίτημα δεν είχε προεκτάσεις, δεν υπήρχε καμιά συγκεκριμένη απαίτηση σχετικά με το περιεχόμενο της επιστολής, θα μπορούσε επομένως να γράψει κάτι εξαιρετικά ανώδυνο, δύο-γραμμές ίσως ή τρεις, τι κάνεις, μου λείπεις, σε περιμένω, ελπίζω να είσαι καλά, κάτι τέτοιο, ή κάτι ακόμη πιο εύκολο, μια τυχαία παράγραφο από ένα τυχαίο βιβλίο, ο,τιδήποτε, άλλωστε ποτέ δεν θα γινόταν συζήτηση επ’ αυτού, το ήξερε, αλλά και πάλι δεν το έκανε, δεν ήξερε γιατί, ή πάντως δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει, όχι τουλάχιστον με πειστικά επιχειρήματα, ουδείς (και σίγουρα όχι εκείνος) δεν θα την πίστευε αν έλεγε μου λείπει η προσφώνηση, διότι βέβαια η προσφώνηση δεν θα μπορούσε να παραληφθεί, μα είναι το λιγότερο γελοίο αυτό που λες, θα έλεγαν όλοι, και πρώτα εκείνος, θα μπορούσε απλώς να γράψει το όνομά του, ασφαλώς και θυμόταν το όνομα, μ’ ένα μου ας πούμε στο τέλος, ή έστω μια ρετρό αισθηματική κλητική, πολυαγαπημένε μου, ας πούμε, ή κάτι παρόμοιο, ή μωρό μου ή, εναλλακτικά, κάτι πιο ερωτικό, που οι άλλοι πιθανώς θα ονόμαζαν χυδαίο, αλλά οι άλλοι δεν είχαν σημασία, υπήρχαν τέλος πάντων τόσες επιλογές, αλλά δεν μπορούσε· κι έτσι αρνιόταν, για πρώτη φορά, σιωπηρά, με πείσμα· αυτή που, προκειμένου για εκείνον, συμμορφωνόταν (με νοσηρή σχεδόν εμμονή) σε κάθε εντολή, ικανοποιούσε κάθε αίτημα, διατυπωμένο ή υπονοηθέν, ακόμη κι όσα είχαν εκφραστεί με την πλέον ελαφρά διάθεση (δεν είχε ξαναφορέσει, ας πούμε, παντελόνι, απ’ όταν της είπε, αστειευόμενος περίπου, πως οι γυναίκες θα έπρεπε να φορούν μονάχα φουστάνια, γιατί του άρεσαν περισσότερο· δεν φορούσε πλέον ακόμη και απόντος εκείνου, σκεπτόμενη πως, αν την έβλεπε, το φόρεμά της θα του άρεσε περισσότερο και, ιδίως, πως θα καταλάβαινε πως για εκείνον μόνο το είχε φορέσει, ασχέτως που δεν υπήρχε περίπτωση να την δει, ή να καταλάβει, και που πιθανώς θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα τον ενδιέφερε πραγματικά, το τι φορούσε δηλαδή ή δεν φορούσε εκείνη και γιατί)· αυτή, που θα μπορούσε κάλλιστα να του ταχυδρομήσει ένα κομμάτι σάρκας, αν της το ζητούσε, κι ανησυχώντας για ένα πράγμα μόνο, αν δηλαδή εκείνος θα έβρισκε στο μέλλον την ουλή της αποκρουστική.

Και το εκκρεμές αίτημα πολλαπλασίαζε την αγωνία, που εκτεινόταν πλέον, πέραν της απεχθούς διάρκειας του χωρισμού, και στην ορατή ημερομηνία λήξης του, καθώς το πέρας της διάστασης θα ισοδυναμούσε και με απώλεια της ευκαιρίας, για όποιο λόγο κι αν εθεωρείτο τέτοια, και γνώριζε πως δεν θα της το συγχωρούσε, ούτε κι εκείνη θα το συγχωρούσε στον εαυτό της, και πως οι λέξεις, έχοντας λιποτακτήσει σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή θα όφειλαν, το λιγότερο, να την εγκαταλείψουν δια παντός.

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

Ναυαγοσώστες, τατουάζ, η Φρουτοπία και ο τρόμος




Είναι πλέον δεδομένο: το σύμπαν εργάζεται ακούραστα προς την κατεύθυνση του να με κάνει να φουντάρω ή, έστω, να φορέσω το άσπρο συνολάκι με τα μακριά μανίκια που λέει και η Μ –κι εμένα, δυστυχώς, δεν μου πάνε καν τα λευκά, και στο δημαρχείο με μαύρο θα πάω, άντε μπλε-μωβ το πολύ, και θα πέσουν δυο-τρία εγκεφαλικά εννοείται από το σόι του γαμπρού αλλά τι να κάνουμε, αυτό βέβαια είναι θέμα άλλου ποστ, με τίτλο είμαι-μια-κότα-και-μισή-και-θέλω-γάμο-τώρα-τώρα-ΤΩΡΑ, αλλά μη με κάνετε να ξεφεύγω από το θέμα μου, προσπαθώ να σας πω για τη συνωμοσία του σύμπαντος εναντίον μου.

Λοιπόν. Δεν μου φτάνει η τρέλα που κουβαλάω από μοναχή μου, η προϊούσα αγαμία που έχει κάνει τον εγκέφαλό μου πουρέ, ο κακοήθης όγκος στην κύστη του Dave που με κάνει να λιώνω από τύψεις (δεν μου το βγάζετε από το κεφάλι ότι τον μάτιασα λόγω της ανελέητης καύλας που αποπνέει), το καινούριο cd του Bryan που έδωσε σε μένα φρέσκο λόγο κατάθλιψης και στους γείτονές μου νέα πειστήρια περί της παράνοιάς μου (την έχω καταβρεί να τραγουδάω στο μπάνιο in a bag you will be before the day is over), ήρθαν και οι πρόσφατες επαγγελματικές ανησυχίες των κολλητών μου να αποτελειώσουν το ήδη φλέγον υπαρξιακό μου.

Να σας εξηγήσω. Ναι, είμαι πολύ χαρούμενη που μπήκα στο δημόσιο, μην τρελαθούμε. Η πίστη μου βγήκε στο διάβασμα για να πω ότι θα έχω, αν όχι πολλά φράγκα, τουλάχιστον μια κάποια εργασιακή ασφάλεια, ένα νορμάλ ωράριο κλπ. Εξάλλου, τα ’χουμε ξαναπεί, στη δικηγορική θα ταίριαζα όσο κι ο Καρβέλας στο γνωστό άθλιο άσμα. Θα μου πείτε τώρα, και ταιριάζεις δηλαδή σε δημόσια υπηρεσία; Ε, τέλος πάντων, εκεί τουλάχιστον έχω λιγότερους περιορισμούς, και περισσότερο δημιουργικό ελεύθερο χρόνο. Όπως και να ’χει, δεδομένων των επιλογών που είχα στην πεζή πραγματικότητα [που σαμπόταρε, η ρουφιάνα, τα φιλόδοξα εναλλακτικά μου σχέδια α)να κατακτήσω τον πλανήτη, β)να κάνω καριέρα στη μαφία ως σύζυγος ενός άλλου Andy Garcia, γ)να γίνω νταλικέρης στην Αμερική και να οδηγώ μερόνυχτα σε αχανείς δρόμους με το in the death car στο τέρμα, ή δ)στη χειρότερη περίπτωση, να εξελιχθώ σε ροκ σταρ παγκοσμίου φήμης και να τα κονομάω τρελά ενώ οι θαυμαστές μου θα με αποθεώνουν μέχρι τα εξήντα μου, οπότε και θ’ αποσυρθώ στην Καραϊβική μαζί με δυο-τρεις εικοσάχρονους μαροκινούς για παρέα], μια χαρούλα ευχαριστημένη είμαι.

Αλλά, πώς να το κάνεις, είναι κάτι στιγμές που στη βαράει –το πρωί ας πούμε, εκεί που βάζεις κραγιόν μπροστά στον καθρέφτη, και περνάει αιφνιδιαστικά από το μυαλουδάκι σου (τυπωμένη σε υπηρεσιακό έγγραφο, για να ’χουμε και σωστή σκηνοθεσία) η φράση «είμαι δημόσιος υπάλληλος». Και σου ’ρχεται, όσο να ’ναι, ένα μίνι εγκεφαλικό, μια τάση έστω να ουρλιάξεις, όχι απαραίτητα από φρίκη, αλλά τουλάχιστον από έκπληξη, που πρόλαβες και τα τακτοποίησες όλα τόσο ωραία από τόσο νωρίς, μετά σκέφτεσαι, είναι όντως νωρίς ή όχι, μετά κολλάς τη μούρη σου στον καθρέφτη να βεβαιωθείς μαζοχιστικώς πως ναι, όντως ψιλοφαίνεται αυτή η σκατορυτίδα αριστερά στο στόμα σου το πρωί, λες δε γαμιέται, αλλά ακόμη θέλεις να ουρλιάξεις, και δεν μπορείς γιατί οι υπόλοιποι κοιμούνται, άσε που κατά βάθος δεν έχει και νόημα, καλωδιώνεσαι τουλάχιστον με το Marilyn να ουρλιάζει στα αυτιά σου μέχρι να φτάσεις Ταύρο, κατεβαίνεις από το τραίνο συμφιλιωμένη με την ιδέα (και του δημοσίου, και της ρυτίδας), κλείνεις το Marilyn μπαίνοντας στο κτήριο για ν’ αρχίσεις τις αναγκαίες καλημέρες, και είναι όλα οκ.

Με παρακολουθείτε; Πάνω, λοιπόν, που τα σκέφτεσαι όλα αυτά τα όμορφα, σου έρχεται από την Κρήτη το προσφιλέστατο τέρας, ανήκον στην ούτως ή άλλως εξωτική για σένα συνομοταξία των μαθηματικών, και σου λέει το υπέρτατο, ότι σκοπεύει να πάρει δίπλωμα ναυαγοσώστη. Σ’ ακούει όλο το βαγόνι να χτυπιέσαι από τα γέλια με το καταπληκτικό αστείο, μετά συνειδητοποιείς ότι μιλάει σοβαρά, προβάρεις νοερά την απύθμενου σουρεαλισμού φράση «ο κολλητός μου είναι ναυαγοσώστης», ξαναχτυπιέσαι από τα γέλια, εν τέλει το χωνεύεις, άλλοι ζούνε με το ένα πόδι στο Baywatch κι εγώ, ναι, εγώ, έγινα δημόσιος υπάλληλος.

Θα μου πείτε τώρα πάλι, και τι ήθελες, να γίνεις κι εσύ ναυαγοσώστης; Που, εντάξει, κολυμπάς μεν, αλλά άμα δεις κανένα μπαρμπούνι νομίζεις ότι είδες καρχαρία και σε τραβάνε έξω μισοπνιγμένη να βγάζεις νερά από τη μύτη; Όχι βέβαια. Τότε; Δεν ξέρω. Υποθέτω ζηλεύω που κάποιος σκέφτηκε να γίνει ναυαγοσώστης μετά τα 25 του, και που το βρίσκει παντελώς νορμάλ, και που εμένα τα πιο extreme του βιογραφικού μου είναι μια ερασιτεχνική συμμετοχή σε μπάντα της κακιάς συμφοράς και κάτι σκουλαρίκια που επιμένω να κρατάω ίσα-ίσα για να μου τη λένε στη δουλειά.

Και πάνω που προσπαθείς να εμπεδώσεις την ιδέα της ναυαγοσωστικής, έρχεται το χαρισματικό πλάσμα και σου λέει ότι ετοιμάζεται για καριέρα στα tattoo (άντε, κοριτσάρα, να χτυπήσεις ένα και σε μένα κάποτε), οπότε φυτρώνουν άλλα τρία κεφάλια στο υπαρξιακό σου, ιδίως αν προσθέσεις το γεγονός ότι η Luthien δεν πρόλαβε καν, ηλικιακά, τη Φρουτοπία.

Καταλάβατε; Και το μοναδικό μου αντίδοτο στον τρόμο χίλια τόσα χιλιόμετρα μακριά, και το μαλλί του, μισό μέτρο καταρράχτης, σ’ ένα κουτί με ναφθαλίνη στη ντουλάπα μου.