Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

6 + 1 πράγματα να θυμάσαι από ένα γάμο

Επειδή αρκετά σας τα έπρηξα με τη γκρίνια περί θρησκευμάτων, αδειών και λοιπών γραφειοκρατικών αηδιών, ορίστε η συγκλονιστική ανάρτηση που όλοι με αγωνία περιμένατε. Ελπίζω το παρόν αριστούργημα να αναπληρώσει, όσο γίνεται βέβαια, το τραγικό και δυσβάστακτο κενό όσων δεν μπόρεσαν δυστυχώς να παραβρεθούν στο κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός.


Τρομοκρατήστε το φωτογράφο: Λοιπόν σας το ορκίζομαι, παρ’ όλα όσα είχα πει σε προηγούμενη ανάρτηση, ήμουν πραγματικά πάρα πολύ καλή μαζί του. Του μίλησα τουλάχιστον δύο φορές καθ’ όλη τη διάρκεια της φωτογράφησης, τον κέρασα ουίσκυ, μέχρι τον καημένο τον κουμπάρο μου έστειλα να τρέχει να πάρει σοκολατάκια γιατί διαπίστωσα τελευταία στιγμή ότι δεν είχα ένα γλυκό να κεράσω. Αυτός τώρα για ποιο λόγο ακριβώς φρίκαρε, και είχε την περισσότερη ώρα ένα βλέμμα σαν να περίμενε να εκραγεί καμιά βόμβα μέσα στο σπίτι, καμία ιδέα δεν έχω. Υποπτεύομαι, ωστόσο, ότι του προκάλεσαν ίσως κάποια νευρικότητα τα υπέροχα μαύρα σεντόνια που είχα στρώσει στην κρεβατοκάμαρά μας, ασορτί εννοείται με τις σούπερ υπέροχες μαύρες κουρτίνες μας. Τι να πω πια, μπορεί και να τον πείραξε ο Marilyn που έπαιζε στο τέρμα. Θα έλεγα ότι μπορεί να τον αποσυντόνισαν και τα μπούτια της αδερφής μου, που σκότωνε με κάτι μαύρα διχτυωτά που φόραγε, αλλά έχω βάσιμες υποψίες ότι, αν παίχτηκε κάτι σε τέτοιου τύπου αποσυντονισμό, μάλλον είχε άλλα γούστα και ήταν το μωρό που τον αποσυντόνισε, διότι εν τέλει τράβηξε με το ζόρι δεκαπέντε σόλο φωτογραφίες εμένα, που ήμουν νύφη (ευτυχώς έβγαλε μερικές πολύ ωραίες, αλλιώς θα τον είχα κρεμάσει με συνοπτικές διαδικασίες), ενώ το μωρό καμιά πενηνταριά τουλάχιστον, με εβδομήντα διαφορετικά ζουμ στη γραβάτα, στο χέρι, στο πόδι, στο μάτι, στο στόμα και δεν ξέρω κι εγώ πού αλλού (αφήστε, δε, που μου είπε όταν πήγα να πάρω τις φωτογραφίες ότι σκοπεύει να μας βάλει στη βιτρίνα, σε μια ωραία σύνθεση λέει, με μία δικιά μου φωτογραφία και δύο του μωρού). Σε κάθε περίπτωση, ο καημένος ο άνθρωπος θα πρέπει να έφαγε ένα σοκ με την πάρτη μου, διότι όταν πήγα να διαλέξω άλμπουμ έτυχε να πω ότι δεν μου άρεσε ένα καφέ που μου έδειξε (απλά γιατί ήταν απαίσιο το συγκεκριμένο καφέ), κι εκείνος έσπευσε να πει περίλυπος «α, θέλετε μαύρο, ε; δυστυχώς νομίζω δεν βγαίνει σε μαύρο!», κι εγώ προσπαθούσα σα μαλάκας να καταλάβω πού του ήρθε το μαύρο, κι από πού κι ως πού δηλαδή να θέλω μαύρο άλμπουμ γάμου, εγώ για λευκό/ιβουάρ σκεφτόμουν, και μετά θυμήθηκα τα μαύρα σεντόνια, και τις κουρτίνες, και την αδερφή μου που ήταν σαν γκοθ τσόντα στο κυριλέ, και συνειδητοποίησα ότι φορούσα και μαύρα (τι περίεργο) εκείνη τη στιγμή, και γαμήθηκα στο γέλιο μπροστά του και νομίζω τον τρόμαξα ακόμα περισσότερο, αλλά δεν πειράζει, θα το ξεπεράσει, ένα σκασμό λεφτά πήρε (χαλάλι του βέβαια γιατί έβγαλε τέλειες φωτογραφίες, είπαμε, ιδίως το μωρό).


Ντύνοντας το γαμπρό: Την ημέρα του γάμου συνειδητοποίησα με τον πλέον ξεκαρδιστικό τρόπο ότι το καημένο το μωρό όταν άκουγε τη φράση ντύνουν το γαμπρό είχε κατά νου μια πιο μεταφορική εικόνα, του τύπου ντύνομαι-μόνος-μου-και-κάποιος- παριστάνει-ότι-μου-δένει-τη-γραβάτα. Εννοείται, φυσικά, ότι είχαν σκάσει από νωρίς στο σπίτι όλοι οι αγαπημένοι κάφροι, οι οποίοι προς μεγάλη του φρίκη εννοούσαν να τον ντύσουν κυριολεκτικά –αφήστε που είχαν ακούσει και όλοι για το cavalli σώβρακο και είχαν λυσσάξει στο γέλιο να το δουν και να το απαθανατίσουν δεόντως. Το αποτέλεσμα ήταν ν’ ακούσουν οι γείτονες μεσημεριάτικο κάτι ουρλιαχτά του μωρού, το οποίο προσπαθούσε απεγνωσμένα και ματαίως να τους πείσει, αν όχι να βγουν από το δωμάτιο όπου εννοείται είχαν μπουκάρει, τουλάχιστον να μην τον τραβάνε φωτογραφίες πριν βάλει το παντελόνι του. Εννοείται ξανά ότι δεν τον άκουσε κανείς, και ότι το cavalli (χαλάλι τα λεφτά που πλήρωσα) απαθανατίστηκε σε πλείστες όσες πόζες (τις οποίες μάλιστα δεν σκεφτήκαμε να αφαιρέσουμε από το φάκελο με τις φωτογραφίες που δώσαμε στην αδερφή μου μετά το γάμο, η οποία αδερφή μου φυσικά έσπευσε να πει στο μωρό για τις kinky πόζες του, και φυσικά το μωρό πάνω μου ξέσπασε και μ’ έβριζε ένα απόγευμα για τις μαλακίες μου, αλλά γέλασα τόσο που μικρό το κακό).


Η πτώση του νυφικού: Εγώ το είχα πει σε κείνη την καλή κυρία όταν έκανα την τελευταία πρόβα, ότι το νυφικό δεν στέκεται καλά στο στήθος μου και θα πέσει. Η καλή κυρία εξανέστη και ωρυόταν ότι είναι α-πο-λύ-τως αδύνατο να πέσει, διότι του έχει βάλει τέσσερα λάστιχα και εβδομήντα εξτρά κόπιτσες και τρία φερμουάρ (άμα πέσει το ένα να σφίξω το άλλο κι άμα χαλαρώσει το άλλο να δέσουμε το παράλλο και πάει λέγοντας, σαν τα εφεδρικά αλεξίπτωτα ένα πράμα), και σε κάθε περίπτωση επιτέλους, είναι ένα αμπλα-ου-μπλα collections νυφικό!, και ουδέποτε νύφη μας παραπονέθηκε για τέτοιου είδους ατύχημα (καταλάβατε τώρα, ουστ μωρή παρακατιανή που θα μας πεις ότι δε ράψαμε καλά το νυφικό και θα πέσει από τα ανύπαρκτα βυζιά σου). Τι να κάνω κι εγώ το καημένο, επεχείρησα άλλη μία φορά να ψελλίσω ότι πραγματικά νομίζω ότι το νυφικό θα γλιστρήσει αν περάσει λίγη ώρα γιατί δεν το νιώθω να στέκεται καλά, αλλά της κυρίας της γυάλισε το μάτι αυτή τη φορά και ξαναείπε κάτι για την απαράμιλλη ραφή των αμπλα-ου-μπλα collections νυφικών, μέχρι που μπήκα κι εγώ στο τριπάκι και το πίστεψα, ότι το σούπερ-ντούπερ-ουάου αμπλα-ου-μπλα νυφικό μου θα ήταν αδύνατον να πέσει. Ας πρόσεχα.

Η σταδιακή πτώση-γλίστρημα του νυφικού ξεκίνησε λίγο πριν φύγω από το σπίτι (το επιβεβαιώνουν και οι φωτογραφίες, διότι σε μία έχω βγει να προσπαθώ να το μαζέψω σκασμένη στο γέλιο). Εγώ εννοείται φρίκαρα και είπα με τρόμο στην αδερφή μου «βοήθεια, το νυφικό θα μου πέσει». Επειδή όμως η παράνοια είναι κολλητικό πράγμα, η sis με διαβεβαίωσε με ακράδαντη πίστη Ελένης Λουκά ότι αν είναι δυνατόν, αμπλα-ου-μπλα collections νυφικό και να πέσει, απλώς έχεις άγχος και νομίζεις ότι γλιστράει. Κι επειδή, ξαναλέω, είναι κολλητικό το ρημάδι, είπα κι εγώ δε βαριέσαι, ιδέα μου θα είναι.

Ότι φυσικά η πτώση του νυφικού κάθε άλλο παρά ιδέα μου ήταν επιβεβαιώθηκε περίτρανα την ώρα του γάμου, όταν α) διαπίστωσα ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να περπατήσω χωρίς να τσακιστώ, διότι το –ούτως ή άλλως σερνάμενο– νυφικό μου είχε γλιστρήσεις άλλους τρεις πόντους κάτω με αποτέλεσμα να το πατάω συνεχώς και β) όταν την ώρα που μας πάντρευε ο δήμαρχος έσκυψα το κεφάλι μου γιατί με είχαν πάρει τα ζουμιά και είδα την αριστερή μου ρώγα. Θέλω να πιστεύω ακράδαντα (με πίστη Ελένης Λουκά) ότι έφταιγε η στάση του κεφαλιού μου τουλάχιστον και ότι δεν ήταν τόσο εμφανής και στους υπολοίπους παρευρισκομένους.

Σε κάθε περίπτωση μη φανταστείτε ότι χάλασα και τη ζαχαρένια μου, απλώς στην υπόλοιπη βραδιά προστέθηκε και η επωδός «ρε παιδιααααά, κάποιος ας τραβήξει το νυφικό μου στην πλάτη, πάλι έπεσε το αμπλαουμπλαcollectionsμουμέσα».


Εγώ και οι υπόνομοι: Μακράν το καλύτερο απρόοπτο του γάμου: Σταματάει ο γαμπρός μου το αυτοκίνητο (στο μοναδικό σημείο που μπορούσε να σταματήσει, γιατί είχε κάτι μαλακισμένα σίδερα στο πεζοδρόμιο) για να εξέλθω λέει, νύφη, μέσα στο φλας, το χειροκρότημα και τον κακό χαμό. Ανοίγω την πόρτα, πάω να βγάλω πόδι (σημειώστε, πάντα μέσα στο φλας, το χειροκρότημα και τον κακό χαμό), και διαπιστώνω ότι μπροστά μου βρίσκονται δύο υπόνομοι, ένας δεξιά ένας αριστερά, με απειροελάχιστο χώρο ενδιάμεσα, ίσα-ίσα για να πατήσω χωρίς να χωθεί το τακούνι μου μέσα. Εγώ κατουρήθηκα στο γέλιο, ο φωτογράφος να μου φωνάζει «μη στεναχωριέσαι, δεν θα φαίνεται», εγώ να ισορροπώ μεταξύ σχάρας 1 και σχάρας 2, και όλοι να βρίζουν τον καημένο το γαμπρό μου πού βρήκε να παρκάρει. Εννοείται ότι λατρεύω τη σχετική φωτογραφία, όλοι με έχουν γκαστρώσει να την περάσω στο photoshop αλλά εγώ επιμένω ότι τι σκατά αυθεντικός industrial γάμος θα ήταν χωρίς αυτό, ούτως ή άλλως την καταβρίσκω με τα σουρεάλ πράγματα όπως θα γνωρίζετε ήδη οπότε μάλλον σκέφτομαι να την κάνω κορνίζα.


Χορεύοντας με το νυφικό (κατά το χορεύοντας με τους λύκους): Όποιος από εσάς είχε ποτέ την ατυχία να με δει να χορεύω dead Kennedys ή τίποτα τέτοιο μετά από τρεις πέρδικες, μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση διότι η συνέχεια είναι προβλέψιμη. Οι υπόλοιποι καλείστε απλώς να επιστρατεύσετε τη φαντασία σας και να με οραματιστείτε, μετά από τρεις πέρδικες, μία ανυπολόγιστη ποσότητα σαμπάνιας και μερικά δεν-ξέρω-τι-είχαν-μέσα-σφηνάκια, και αφού αποφάσισα ότι το νυφικό παραήταν μακρύ και άβολο για τη διάθεσή μου, να έχω πάρει την υπερσικάτη γραβάτα του μωρού (το οποίο ήταν επίσης τύφλα και είχε ξεκουμπώσει το πουκάμισό του μέχρι τον αφαλό περίπου αλά latin lover, με αποτέλεσμα να γυαλίζει ακόμα περισσότερο το μάτι μου) και να την έχω χρησιμοποιήσει ως σκοινί για να στρουφίξω τα τρία τέταρτα του μήκους του φουστανιού, κατόπιν δε ως ζώνη για να στερεώσω όλο αυτό το πράγμα στη μέση μου, και να δημιουργήσω μία νέα, σούπερ τρέντι και ομολογουμένως πολύ πιο άνετη εκδοχή του καταπληκτικού αμπλα-ου-μπλα collections νυφικού μου (την οποία εννοείται αν την έβλεπε η σχεδιάστγια θα είχε χτυπήσει εφτά εγκεφαλικά ταυτόχρονα και θα την τρέχανε ακόμα). Προσθέστε δε σε αυτό το βλέμμα του αγαπημένου ξαδέρφου από το νησί, ο οποίος πράγματι απέδειξε την αγάπη του ακολουθώντας μας μεταμεσονύκτια στο μαγαζί όπου διαδραματίστηκαν τα εκπληκτικά αυτά γεγονότα, προσπαθώντας να προσποιηθεί ότι όλα του φαίνονταν πάρα πολύ φυσιολογικά, ακόμα και όταν η θεά sis σε μία έξαρση κεφιού τον έσυρε πάνω να χορέψουν, λέει, beastie boys (τον απαθανάτισε μάλιστα κάποιος με το χέρι σηκωμένο, δεν πρόλαβα να δω αν ήταν φιγούρα τσιφτετελιού ή έκκληση για βοήθεια), και θα έχετε την πλήρη εικόνα.


Το νυφικό ξέρασμα και η αμνησία: Θεωρώ απολύτως αυτονόητο ότι το πρώτο πράγμα που έκανα εισερχόμενη στο σπίτι ως παντρεμένη γυναίκα ήταν να βγάλω τα συκώτια μου. Αυτό ήταν και η τελευταία μου ανάμνηση (αν και κάπως θολή, ομολογώ) από το φανταστρουμφικό αυτό βράδυ. Το καλύτερο ήταν ότι το επόμενο μεσημέρι που ξυπνήσαμε είχαμε αμφότεροι ένα μικρό κενό μνήμης –συγκεκριμένα, αδυνατούσαμε να θυμηθούμε με ποιο τρόπο είχα βγάλει το νυφικό μου (διότι μόνη μου ήταν πρακτικά αδύνατο να ξεκουμπώσω τα τέσσερα λάστιχα, τις εβδομήντα εξτρά κόπιτσες και τα τρία φερμουάρ, και όσο για το μωρό, αυτός δεν θυμόταν καν πώς έβγαλε τα δικά του ρούχα, οπότε αποκλειόταν εντελώς να έχει καταφέρει τέτοιο άθλο χωρίς να βλέπει μπροστά του). Σπεύσαμε λοιπόν να ρωτήσουμε τη sis, η οποία παραμένει πάντα ξεσούρωτη (τουλάχιστον σε σχέση με τους υπολοίπους), τι ακριβώς είχε παιχτεί στην επιστροφή, πώς σκατά ανεβήκαμε στο σπίτι κλπ. Το αποτέλεσμα ήταν η sis να εξαγριωθεί και να αρχίσει να κατραπακιάζει το μωρό, ωρυόμενη άχρηστε αναξιόπιστε αλήτη που σου έδωσα την αδερφή μου και διάφορα άλλα τέτοια τρομερά. Όταν ηρέμησε, μας εξήγησε ότι εγώ είχα τρέξει στο μπάνιο (προφανώς λόγω στομαχιού-λούνα παρκ), το μωρό είχε τρέξει πίσω μου να δει αν την παλεύω, κι εκείνη είχε τρέξει επίσης να με φροντίσει, αλλά το μωρό βγήκε με απόλυτα νηφάλιο ύφος χιλίων καρδιναλίων, άπλωσε το χέρι καθησυχαστικά και της είπε μπορείς να πας σπίτι, μην ανησυχείς, τώρα είναι στα χέρια μου.



Υστερόγραφο: Εννοείται ότι την επομένη ανακαλύψαμε ότι τα χαρτιά του γάμου είχαν χαθεί στο μαγαζί, πιθανότατα μούλιασαν κάπου μέσα στα ποτά σε κάποια φάση που θα τα έβγαλε το μωρό από την τσέπη του, οπότε τρέχαμε στις αστυνομίες να δηλώσουμε απώλεια και κατόπιν στο δημαρχείο να βγάλουμε άλλα. Και στα δικά σας οι ανύπαντροι.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Μπανανιστάν, αγάπη μου: πολιτικός γάμος και θρήσκευμα (και τα μυαλά στα κάγκελα)

Είναι η μέρα του γάμου σου. Η ώρα είναι 9.40. Έχεις ξυπνήσει προ ολίγου, πίνεις καφέ, και ετοιμάζεσαι να μπεις για μπάνιο άρον-άρον, διότι από τις 11 και μετά ξεκινάει το δράμα μανικιουρίστα-κομμώτρια και δεν συμμαζεύεται. Αίφνης, χτυπά το τηλέφωνο. Και όχι, δεν είναι κάποιο προσφιλές πρόσωπο που ξύπνησε με το νταλκά να σου ευχηθεί πρωινιάτικα η ώρα η καλή. Τουναντίον, είναι η υπάλληλος του Δήμου στην οποία έκανες τα χαρτιά για το γάμο, η οποία σε πληροφορεί παγερότατα (και χωρίς καμία διάθεση για ευχές οποιουδήποτε είδους) ότι έχεις ξεχάσει να συμπληρώσεις το πεδίο θρήσκευμα στις αιτήσεις.

Εσύ, φυσικά, δεν ταράζεσαι, και της εξηγείς απλώς ευγενικά ότι προφανώς δεν το ξέχασες, αλλά το άφησες σκοπίμως κενό διότι δεν επιθυμείς να το συμπληρώσεις. Η κυριούλα επιμένει, όμως, ότι δεν μπορεί να μείνει, λέει, κενό το επίμαχο πεδίο, γιατί δεν θα μπορεί να συμπληρώσει μετά το βιβλίο των γάμων με όλα τα στοιχεία.

Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και της ξαναλές, ηρεμότατα πάντα, ότι δεν επιθυμείς να δηλώσεις κάποιο θρήσκευμα, και μπορούν κάλλιστα να βάλουν μια όμορφη παύλα στο κουτάκι να ησυχάσουν κι αυτοί κι εσύ. Η κυρία το χαβά της, ότι πρέπει να συμπληρωθεί θρήσκευμα, αλλιώς, λέει, δεν θα είναι συμπληρωμένη η αίτηση και –προσέξτε, εδώ αρχίζει η πλάκα– δεν θα σε παντρέψουν το απόγευμα αν δεν λυθεί το συγκεκριμένο θέμα μέχρι τότε.

Στο άκουσμα της συγκεκριμένης απειλής (διότι εμφανέστατα ως απειλή διατυπώνεται) σε πιάνει ένα σφίξιμο στο κρανίο, από αυτά που σαφέστατα προοιωνίζονται εγκεφαλικό επεισόδιο. Παίρνεις δύο βαθιές ανάσες, σε στυλ ασκήσεων ανώδυνου τοκετού, και προσπαθείς να της εξηγήσεις για μια ακόμη φορά, πάρα πολύ ήρεμα και ευγενικά πάντα, ότι είναι τουλάχιστον παράλογο να σου λέει ότι δεν θα σε παντρέψουν πολιτικές αρχές του κράτους επειδή δεν δηλώνεις θρήσκευμα, και ότι σε κάθε περίπτωση εάν επιθυμούσες εξαρχής να ανακατέψεις το θέμα θρησκεία στο γάμο σου θα πήγαινες να σε παντρέψει ο παπάς, ο μουφτής ή ο μάγος της φυλής αναλόγως, πάντως όχι ο δήμαρχος (εννοείται τα τελευταία δεν τα λες για να παραμείνεις ευγενική, λες απλά δεν θα επέλεγα την τέλεση πολιτικού γάμου). Η κυρία δεν ακούει καν τι λες, ωρύεται απλά για το κενό πεδίο φωνάζοντάς σου ότι πρέπει να συμπληρωθεί, έστω και με θρήσκευμα –προσέξτε, γίνεται όλο και πιο ωραίο– διαφορετικό από αυτό που αναγράφει η ταυτότητά σου.

Παίρνεις τρεις βαθιές ανάσες, λες μισό λεπτό παρακαλώ, σκεπάζεις το ακουστικό με το χέρι σου να μην ακουστεί το γκντουπ και κοπανάς το κεφάλι σου στο σύνθετο δίπλα για να ξελαμπικάρεις. Επιστρέφεις στη γραμμή. Πού ήμαστε; Α, μάλιστα. Στο θρήσκευμα που αναγράφει η ταυτότητά σου. Επιχειρείς μία ευγενική νύξη στο γεγονός της κατάργησης αυτού του στοιχείου στις ταυτότητες εδώ και κάτι χρόνια. Η κυρία προφανώς αγνοεί το γεγονός, διότι δεν απαντά καν στο επιχείρημά σου, απλά συνεχίζει το βιολί της.

Απελπίζεσαι. Σκέφτεσαι δεν πάει στο διάολο και αποφασίζεις να λύσεις το θέμα έστω και ανορθόδοξα, διότι κοντεύει δέκα κι εσύ είσαι ακόμη άπλυτη και με τον καφέ μισοπιωμένο. Της λες λοιπόν ότι οκ, δεν ασπάζεσαι κάποιο θρήσκευμα, ούτε εσύ ούτε ο άντρας σου, κι άμα θέλει ντε και καλά να γράψει κάτι ας βάλει όποια λέξη θεωρεί εκείνη ότι περιγράφει τη συγκεκριμένη κατάσταση. Η κυρία σκαλώνει. Δηλαδή τι, να γράψω «άθεοι»; Έτοιμη να λιποθυμήσεις, της ξαναλές ότι δεν σε αφορά η λέξη και να το περιγράψει όπως θέλει, ας το ζωγραφίσει κιόλας άμα γουστάρει.

Στο σημείο αυτό, ο σουρεαλισμός της υπόθεσης χτυπάει νέα, εξωφρενικά ύψη: Αποδέχεστε την ύπαρξη του θεού; Γιατί αν την αποδέχεστε αλλά δεν ασπάζεστε το επίσημο θρήσκευμα, να γράψω «άθρησκοι».

Απομένεις για μερικά δευτερόλεπτα αποσβολωμένη, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσεις το γεγονός ότι η ώρα είναι δέκα και κάτι, παντρεύεσαι στις εφτά, έχεις μανικιούρ στις έντεκα, δεν έχεις προλάβει να κάνεις μπάνιο, και μια υπάλληλος του δήμου σε ψυχαναλύει από τηλεφώνου ρωτώντας αν αποδέχεσαι την ύπαρξη του θεού και αναλύοντας την εννοιολογική διαφορά μεταξύ άθεου και άθρησκου. Εννοείται ότι έχεις κρατηθεί τόση ώρα και δεν έχεις ουρλιάξει ότι τυχαίνει να είσαι νομικός, ότι έχεις κάνει μαθήματα επί μαθημάτων για τη συνταγματικότητα του συγκεκριμένου θέματος και ότι αυτή δεν ξέρει τι της γίνεται, διότι ποιος σε ξεμπλέκει μετά δέκα ώρες πριν το γάμο. Συγκεντρώνεις τα υπολείμματα της ψυχραιμίας σου και της ξαναλές λοιπόν, όσο πιο σταθερά γίνεται, ότι γνωρίζεις ότι η αναγραφή αυτού του στοιχείου δεν είναι, χμ, πώς να το πούμε, απαραίτητη, το συγκεκριμένο πεδίο στην αίτηση είναι απλώς κατάλοιπο παλαιότερων εποχών, και ότι βασικά (με όλο το σεβασμό προς το άτομό της πάντα, διευκρινίζεις, και ναι, καταλαβαίνοντας ασφαλώς ότι εκείνη προσπαθεί απλώς να διεκπεραιώσει τα καθήκοντά της σωστά) δεν είναι, πώς να το πούμε πάλι κομψά, θεμιτό (δες λες νόμιμο να μη φρικάρει) να απαιτεί από έναν πολίτη τη δήλωση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, πόσο μάλλον για να την καταγράψει σε επίσημο κρατικό έγγραφο.

Αυτό ήταν, την πάτησες. Η κυριούλα έχει φρυάξει κανονικά και ουρλιάζει στη διπλανή της τ’ ακούς;;; Αυτή εδώαυτή εκεί είσαι εσύ, προφανώς) λέει ότι δεν είναι υποχρεωμένη να μας πει τίποτα! Προσπαθείς να πεις μα αλλά είναι πολύ αργά. Τόλμησες να αμφισβητήσεις την κυριούλα, και η κυριούλα το έβαλε σκοπό της ζωής της να σε γαμήσει, ω ναι, την ημέρα του γάμου σου. Θα έρθετε τώρα εδώ, σου λέει σαδιστικά, να γράψετε ιδιοχείρως αυτό που θέλετε στην αίτησή σας, διαφορετικά ο γάμος σας το απόγευμα δεν θα γίνει.

Με πίεση 27 πλέον, αρχίζεις να την παρακαλάς κυριολεκτικά να λογικευτεί, προσπαθώντας να της εξηγήσεις ότι έχεις γάμο με σαράντα καλεσμένους, κλεισμένο εστιατόριο, νυφικό, και κομμώτρια που σε περιμένει σε μισή ώρα, διότι είναι η γαμημένη μέρα του γάμου σου και προφανώς δεν προλαβαίνεις να πας από εκεί εκείνη τη στιγμή, αλλά η κυριούλα, ασυγκίνητη, επαναλαμβάνει το τελεσίγραφό της και σε συνδέει με Κάιρο. Τέλος της συνδιάλεξης.

Για να μην σας κουράζω περισσότερο, το θέμα έληξε με το μωρό να τρέχει πανικόβλητο στο δημαρχείο (ενώ εγώ έκανα μπάνιο κλαίγοντας από τα νεύρα μου που δεν γεννήθηκα μετά από διακόσια χρόνια στη Σουηδία) για να παίξει το παιχνίδι των τρελών και να γράψει το εκπληκτικό άθεοι στην αίτηση (που εμένα προσωπικά μου ακούγεται κάπως σαν να δηλώνω α-ολυμπιακός), με την παραδιπλανή κυριούλα να σχολιάζει με γουρλωμένα μάτια ότι δεν το έχει ξαναδεί αυτό γραμμένο, και να τον παρακαλάει με δέος να της λύσει μια απορία λέει μόνο, αν το Πάσχα κάναμε Ανάσταση ή όχι. Δυστυχώς δεν βρισκόμουν εκεί εγώ να της εξηγήσω ότι το Πάσχα συγκεκριμένα σφάζουμε τη γάτα μας και ρουφάμε με καλαμάκι το αίμα της μέχρι να ξημερώσει, παίζοντας ανάποδα στο πικάπ το Hotel California που ως γνωστόν βρίθει κρυμμένων σατανιστικών μηνυμάτων.

Καταλήξαμε λοιπόν αμφότεροι με μία υπέρτατη ληξιαρχική πράξη γάμου, η οποία γράφει άθεοι με κεφαλαία γράμματα. Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά δε μας εκφράζει και ο όρος, ρε πούστη μου. Διότι μπορεί κάλλιστα να με χαρακτηρίζει άθεη άμα θέλει ο παπάς της γειτονιάς μου, που θεωρεί δεδομένο ας πούμε το θέμα θεός, αλλά εγώ α- κάτιπουδεντοεφηύραεγώκαιουδόλωςμεαφορά/απασχολείγιαυτόμημουταπρήζετεπληζ δεν γουστάρω να αυτοχαρακτηρίζομαι. Ή τουλάχιστον το βρίσκω τραγελαφικό -ιδίως, δε, το να το βλέπω γραμμένο σε ένα επίσημο έγγραφο που με αφορά, μαζί με το επίθετο, την υπηκοότητα και τα λοιπά πραγματικά στοιχεία μου, λες κι ο θεός είναι κάτι στάνταρ ρε παιδάκι μου, σαν την ομάδα αίματος να πούμε, και δηλώνω βάσει επιστημονικών δεδομένων τάδε ή τάδε, θετικό ή αρνητικό.

Δεν ξέρω (δεν μου το διευκρίνισε, δυστυχώς, η κυριούλα) αν ως άθεοι που είμαστε πλέον με τη βούλα προβλέπεται να έρθει ο δήμος να σημαδέψει την πόρτα μας, ή να μας κάνουν τατουάζ κανένα κέρατο σε εμφανές σημείο για να πληροφορείται ο κόσμος.

[Εννοείται δε ότι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν δηλαδή δεν παντρευόμουν με κόσμο και νταούλια την ίδια μέρα, κι αν δεν είχα το κώλυμα ότι μας είχαν κάνει χάρη ως προς τη μέρα και ώρα του γάμου (κανονικά παντρεύουν Δευτέρα-Τετάρτη δώδεκα με δύο), την οποία χάρη ικανούς τους είχα, βάσει των διαθέσεών τους, να την πάρουν πίσω και να βρεθώ εκτεθειμένη σε δύο σόγια, με μερικές χιλιάδες ευρώ πεταμένα και το γάμο μου κατεστραμμένο, θα τους είχε πάρει όλους ο διάολος και θα είχα φτάσει στο δήμαρχο, ή σε όποιον τέλος πάντων πάνω από την κυριούλα είχε το μορφωτικό επίπεδο να διευθετήσει το (ανύπαρκτο) θέμα νομίμως. Δυστυχώς λόγω των συνθηκών αναγκαστήκαμε να το παίξουμε τρελοί, και ειλικρινά εύχομαι ώρες-ώρες να μην είχα συνείδηση του πόσο γαμημένα μπανανιακό και ανήκουστα γελοίο είναι αυτό που άφησα να συμβεί, γιατί θέλω να σπάσω το κεφάλι μου στον τοίχο.

Την επόμενη φορά πάντως που θα με πετύχετε να εξανίσταμαι με τίποτα ψιλοπράγματα (πολιτικούς όρκους, παπάδες στη βουλή, αν θα παντρεύονται και οι ανώμαλοι που λέει και ο μπάρμπας μου και κάτι τέτοιες μαλακίες), ρίχτε μου μια μπούφλα να συνέλθω, ή στείλτε με πακέτο, σας παρακαλώ, σε κάποιο ευρωπαϊκό κράτος, ή έστω στην Ελλάδα του 2200, γιατί δεν την παλεύω καθόλου.]