Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

το υδρόβιο έντομο

αδυνατώ να θυμηθώ Πώς τον έλεγαν βάσιμα ωστόσο Υποθέτω πως την δεδομένη στιγμή εγνώριζα όχι Πως είχαν βέβαια κάποια σημασία Τα ονόματα εννοώ αρκούσε Τη δεδομένη πάντοτε στιγμή η βεβιασμένη Γνώση των σωμάτων το δέρμα Που έτριζε σα γυαλί κάτω απ’ το δάχτυλο κουδούνιζε Μεριές θρυμματισμένο Στην κίνηση κι έτρεμα Μην τον σακατέψω άδικα ευτυχώς Εκείνος έδειχνε Να μη φοβάται Τα αιματηρά μου ενδεχόμενα τον τρόμο Που έπαιζε μπάλα στο στομάχι μου το παραμιλητό μου Σε γλώσσες που δεν κατείχα εκείνος Έδειχνε πράγματι ν’ απολαμβάνει τη συγκυρία Παράδοξα ευγενής Έβγαζε τα τσιγάρα από την τσέπη να μην τσαλακωθούν Τρεις μέρες συνέχεια μπορεί Και τέσσερις δεν θυμάμαι πλέον Μασούσε κάτι τσίχλες που μύριζαν κανέλα κι έκαιγαν Σαν λόγος που δεν ειπώθηκε πάνω στα χείλη θυμάμαι Το σούρσιμο των ρούχων σαν ζωντανά που παραμέριζαν τρομαγμένα σε πρόσταγμα το χέρι του Ν’ ανοίγει δρόμους στην κοιλιά μου την πόρπη Της ζώνης που χτυπούσε ρυθμικά Σαν πένθιμη καμπάνα πάνω στα δοκάρια το γκρίζο κτήριο με τις πράσινες πόρτες την υγρασία Να στάζει από παντού και χάρηκα θα πλημμυρήσουν Τα κόκαλά μου Ανήμερα τ’ Άη-Γιάννη να προσπαθώ Να πνιγώ και να μη μου βγαίνει θα έπρεπε Να ’μαι τουλάχιστον ευγνώμων που κάποιος σκέφτηκε να με παρηγορήσει Χειρουργικά δίχως Περιστροφές μ’ εκείνο Το λειψό χαμόγελο των αγοριών που μεγαλώνουν Από λάθος σαφέστατα Τα γνώριζα ήδη όλα την επικείμενη Δεκαετία σαν να την είχα Εκ των προτέρων σεργιανίσει μέσα-έξω τρεις φορές και γνώριζα Δεν θα μεγάλωνα άλλο θα φορούσα Το ίδιο νούμερο εσαεί θα επιβίωνα Της υγρασίας σκαλωμένη στο σακάκι σου ένα υδρόβιο Έντομο που άλλαξε ακούσια Περιβάλλον θα σε θυμόμουν Με λεπτομέρειες τρομακτικές με αναμνήσεις που δεν θα έπρεπε Να μου ανήκουν τριώ Χρονώ επτά εννέα κι ας ήσουν Δώδεκα νομίζω που σε είδα εσύ Δεν μ’ είχες δει και σίγουρα Δεν θα με πίστευες αν σου ’λεγα Τότε εννοώ Πως είχε ήδη γίνει Πως σε γνώριζα πως θα σου χώριζα στο μέλλον Τα σπλάχνα στα δύο θα προσπαθούσαμε Μισή ζωή να το χαρακτηρίσουμε ως ατύχημα να πούμε Πως κατά βάθος δεν συνέβη Πως μας φάνηκε κι άλλα πολλά Μπορούσα να σου πω αλλά δεν μίλησα σε κοίταζα Μόνο μέσα απ’ το τζάμι και δεν έμπαινα Στον κόπο καν να λυπηθώ δεν θα ’χε Νόημα εξάλλου και τώρα Να μ’ απειλεί αυτή η παράλογη υγρασία να μη στέργει Τουλάχιστον να μ’ εξοντώσει να πρέπει να μαζέψω Μες στην παλάμη μου την προκαταβολή Του χρόνου αυτή που δεν την ήθελα και τι ειρωνεία Να μου μπερδεύουν όλοι την ηλικία μου Πριν και μετά να με κρεμούν Σαν ρούχο στο ενδιάμεσο ούτε Παιδί ούτε γυναίκα υδρόβιο έντομο σ’ ένα κατάστεγνο κουτί τα υπόλοιπα όλα Ήταν απλώς φιλοφρονήσεις αστεία της στιγμής να κοιμηθώ Τα βράδια δίχως φασαρίες όταν έβρεχε κι εγώ Θυμόμουν αίφνης κι έλεγα Θα φύγω μα οι άλλοι ήξεραν Συμβιβαζόμουν εύκολα και σώπαινα αρκεί Να μου ’λεγες δεν πειράζει ή κάτι τέτοιο Εν τέλει Αναδιπλώθηκα ήσυχα μες στο κουτί μου κι αν ψάξετε Στις φωτογραφίες σας θα δείτε λείπω Αφήνοντας μια βολική παύλα στη θέση μου ένα σκιτσάκι Μονοκοντυλιά κι αυτό Για λίγο μόνο σταδιακά Τα χρώματα θα θρέψουν γύρω από την απουσία μου θα κλείσουν Όπως κλείνει Τρύπα στη σάρκα δίχως ασημένιο κρίκο μέχρι τότε Θα συνεχίσετε να μ’ εφευρίσκετε για λόγους Πρωτίστως πρακτικούς με το μπλε μου φόρεμα το λάπτοπ τις κατσαρόλες μου τα σημάδια στα μπράτσα ή κάποτε Στη σάλα με τη μαμά προσεκτικά Να ισιώνω τις κορνίζες στον τοίχο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: