Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Schiele

το ξέρω πως θα ζήσω έτσι στο εξής σ’ αυτούς Τους άσπρους τοίχους με τα χελιδόνια Να γκρεμίζονται στην κοιλιά μου τα τετράδιά μου Σκισμένα τα κίτρινα Μουγκρητά μου κλειδωμένα στο ντουλάπι ματαίως Περιμένοντας το χειροκρότημα με το αυτί μου Κολλημένο στα πλακάκια για τις αφικνούμενες αμαξοστοιχίες το έκζεμα θα με δικαιολογείς της προκαλεί, σαφώς, κάποιον εκνευρισμό οι γείτονες Θα με κοιτάζουν επιτιμητικά δεν θα γνωρίζω Καλοκαίρι ή χειμώνας μονάχα Θα ψάχνω τις παπαρούνες κάτω απ’ τα σεντόνια τους δεινοσαύρους Που άργησαν θα συλλαβίζω Τ’ όνομά σου σε ξένες γλώσσες μπερδεύοντάς το Μ’ άλλα ονόματα τοπωνύμια και νούμερα επταψήφια θα επινοώ Νέες γεωγραφίες μπουσουλώντας στην τελευταία μου Προσπάθεια να σ’ εντυπωσιάσω θα δεις θα είναι κάτι Σαν πρώτο ραντεβού σαν ακροβατικό ελέφαντα θα ισορροπήσω Τις απελπισίες μου θα ράψω Τις σάρκες μου που κρέμονται δε θα φωνάζω Τη νύχτα το έκζεμα, βέβαια θα υπερθεματίζει η μητέρα οι νοσοκόμες Θα μου χαϊδεύουν στοργικά τα μαλλιά δεν θα με νοιάζει θα ξαπλώνω Πάλι στο πάτωμα έρχεται θα σου λέω και θα ’χεις Ένα βλέμμα βάραθρο όπως oι αυτοπροσωπογραφίες του Schiele πολύ αργότερα Θα με θυμάσαι Δεκάξι χρονώ μ’ εκείνο το φτηνό φουστάνι να ποζάρω με τον ώμο έξω Γύρω μου Σαραβαλιασμένα μηχανάκια μπουκάλια μπύρας κι εκείνα Τα βαριά τσιγάρα που πνιγόμουνα και γελούσα ωραία Που θα είναι ν’ ακινητώ στους αιώνες σ’ αυτή τη στάση όταν κανείς Δεν θα γνωρίζει πλέον την τοποθεσία μου θα ξύνω Τοίχους από τα μέσα βυθισμένη Μέχρι τη μέση σε πράσινα βότσαλα με μια θλίψη ήμερη Βολική σαν πτυσσόμενη ομπρέλα δεν θα κλαίω Εκτός μονάχα όταν σε νιώθω να περνάς απ’ έξω μ’ εκείνες τις ψηλές μπότες που μ’ αρέσαν Κάποτε Ίσως επιχειρήσω να σου γράψω να σου ζητήσω Δηλαδή συγγνώμη που προέκυψα μια τέτοια αμήχανη διάψευση ενώ όλοι Δικαίως προέβλεπαν μια καθώς πρέπει τουλάχιστον συμβίωση μία οικογενειακή Συγκέντρωση ανά έτος ένα μωρό μια στήλη πιθανόν στην τοπική εφημερίδα το ξέρω Πως σε μπερδεύω πάλι έτσι που τα λέω ανάκατα είναι Που βιάζομαι να προλάβω πριν σε πάρει ο ύπνος και το τραίνο Σφυρίξει πάλι βιάζομαι Να σου πω τώρα που ακόμη το ξέρω Πως σ’ αγάπησα έστω Με τούτη την αγάπη χαρτοπόλεμο τους ασθματικούς ρόγχους τα βράγχια στα πλευρά μου και πως δεν είχα Άλλο τρόπο να υπάρξω Δεν κατάφερα Ν’ αλλάξω δέρμα σπλάχνα κόκαλα να μην είμαι Έτσι μια κούκλα στρεβλή πασαλειμμένη κραγιόνια φοβάμαι Ωστόσο πως δεν έχει νόημα κατ’ ουσίαν που ήδη Σου γνέφω μέσα από τη γυάλα απ’ έξω Ξανθά κορίτσια σου χαμογελούν με μαλλιά Σγουρά και μαλακά δάχτυλα κι είναι ώρα Να επιστρέψω επιτέλους στα τραίνα μου το βυθό Με τα κοχύλια την άδεια Μήτρα τελευταία στάση μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: