Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

και μη χειρότερα (το σύνδρομο της Πολυάννας)



Σήμερα θυμήθηκα την Πολυάννα.

Όσοι από σας έχουν αναμετρηθεί στο μακρινό παρελθόν με το εν λόγω παιδικό ανάγνωσμα και τα τρομακτικά του σήκουελ θα μπουν, υποθέτω, ευκολότερα στο κλίμα της σημερινής αναρτήσεως. Για τους υπόλοιπους, που πιθανότατα αναρωτιούνται τι στην ευχή εστί Πολυάννα, εξηγώ πως πρόκειται για ένα αηδιαστικό κοριτσάκι, ηρωίδα μιας σειράς εξίσου αηδιαστικών (για την ακρίβεια, διεστραμμένων) παιδικών βιβλίων, ο πρώτος και πιο δημοφιλής τόμος της οποίας τιτλοφορείται Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς –αν και ο ορθός τίτλος θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να είναι πρέζα όμορφη.

Το στόρι έχει ως εξής: η Πολυάννα είναι ένα δαιμονισμένο επτάχρονο σίχαμα (στον πρώτο τουλάχιστον τόμο, γιατί στους επόμενους προοδευτικά φτάνει σχεδόν μέχρι την κασέλα). ένα κατατρεγμένο, αδικημένο, θεόφτωχο, πεντάρφανο, γκαντεμιασμένο και κακοποιημένο νιάνιαρο που, ενώ η σκληρή του μοίρα το χτυπά αλύπητα (μα πολύ αλύπητα), εκείνο επιμένει να χαίρεται σα μαλακισμένο –για την ακρίβεια, εφευρίσκει λόγους να είναι ευχαριστημένη σε κάθε δύσκολη περίσταση, εξ ου και η έννοια του περίφημου «παιχνιδιού της χαράς». Για να καταλάβετε για πόσο νοσηρό κόνσεπτ μιλάμε, έχουν πεθάνει ας πούμε όλα του τα αδερφάκια, πεθαίνει κατόπιν και η μαμά του, και το τερατάκι γυρίζει και λέει (κατόπιν νουθεσίας του μπαμπά-πάστορα) «είμαι ευχαριστημένη που ο καλός θεούλης πήρε τη μαμά μου στον ουρανό, για να φροντίζει τα αδερφάκια μου που τη χρειάζονται περισσότερο από μένα». Εν συνεχεία βέβαια ψοφάει και ο στοργικός πατέρας, αλλά η μικρή εκεί, πάλι βρίσκει μια μαλακία να την κάνει χαρούμενη, του τύπου «είμαι ευχαριστημένη που πέθανε μόνο ο μπαμπάς μου και δεν έγινε πυρηνική έκρηξη να καταστραφεί όλος ο πλανήτης». Και πάει λέγοντας, με αλλεπάλληλες δυστυχίες, δεινά, σεισμούς, λοιμούς, καταποντισμούς και τα λοιπά, που αδυνατούν φυσικά να κάμψουν το ηθικό της ηρωίδας, η οποία μεγαλώνει, πηδιέται, παντρεύεται, γεννοβολά, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο κάνει με αμείωτη πάντα ευτυχία και ικανοποίηση, στη βάση του συλλογισμού «είμαι ευχαριστημένη που με κουτσούλησε ένα περιστέρι, γιατί σκέφτομαι πως θα μπορούσε να με έχει χέσει πατόκορφα ένας βροντόσαυρος».

Έχετε πειστεί πως παραληρώ; Κάθε άλλο, αγαπητοί αναγνώστες. Μακάρι, δηλαδή, να παραληρούσα, αλλά δεν. Έχω πολύ βάσιμους, και ανησυχητικούς ταυτόχρονα, λόγους που θυμήθηκα την Πολυάννα: έπιασα με φρίκη τον εαυτό μου να βαδίζει στα χνάρια της…

Εξηγούμαι, για να μην σας παιδεύω άλλο με υπαινιγμούς: από την αρχή του χρόνου και λίγο πιο πριν, γαμιέται κυριολεκτικά ο Δίας. Δεν ξέρω αν φταίει ο ανάδρομος Ερμής, ο Μητσοτάκης, η πανσέληνος, ο ΣΥΡΙΖΑ, η κακιά γλωσσοφαγιά, το ωροσκόπιό μου ή απλώς η μαύρη μου η μοίρα. δεν ξέρω αν, ποιος και γιατί με έχει μουτζώσει. πάντως, ό,τι μπορεί να πάει στραβά στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό, πηγαίνει. Κι εγώ έχω φρικάρει τόσο που, αντί να καταριέμαι την ατυχία μου και να κατεβάζω καντήλια, όπως είναι το φυσικό μου, έχω πέσει σε μια τρελή μοιρολατρία του στυλ «και μη χειρότερα», και νιώθω σχεδόν προνομιούχα που μ’ έχουν πλακώσει εδώ και δυο μήνες όλες οι μαλακίες μαζεμένες, γιατί θα μπορούσε ας πούμε να μου είχε πέσει κι ένα τούβλο στο κεφάλι να με σκοτώσει αλλά τη γλίτωσα.

Το πάρτυ ξεκίνησε με το μωρό στο χακί: Ένιωθα περίπου τυχερή που αρρώσταινε σε κάθε άδεια απ’ όταν μπήκε, γιατί λέει θα τον είχα τουλάχιστον κοντά να τον φροντίζω. Μετά, που χόντρυναν τα πράγματα και κάναμε μαύρες γιορτές στα νοσοκομεία, έλεγα «πάλι καλά, υπάρχουν και χειρότερα», γιατί τη σκαπουλάραμε και δεν μας βρήκε (όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί) κανένα ανεπανόρθωτο κακό. Περάσαμε του κόσμου την ταλαιπωρία από εγκληματική αμέλεια, αδιαφορία και λάθος χειρισμούς των διαφόρων υπευθύνων, κι αντί να θέλω να τους γαμήσω όλους, ήμουν πανευτυχής που τα κατάφεραν απλώς να τον βγάλουν έξω όρθιο. Έφτασα να νιώθω ευγνώμων που έγιναν τελικά, με ασυγχώρητη καθυστέρηση έστω, τα νόμιμα και αυτονόητα όσον αφορά στις απαλλαγές και τα λοιπά. Λέω δεν πειράζει που τον στέλνουν, παρ’ όλα όσα παίχτηκαν, στον Έβρο, γιατί θα μπορούσαν, επί παραδείγματι, να τον στέλνουν και στην Κύπρο, στο Νότιο Πόλο ή στη Μαδαγασκάρη. Δεν διαμαρτύρομαι που δεν του έδωσαν (ήμαρτον!) φοιτητική άδεια μια μέρα να δώσει ένα μάθημα που χρωστάει για πτυχίο, γιατί είναι τουλάχιστον καλά και δε γαμιέται το εξάμηνο. Στο τέλος, θα είμαι ευγνώμων που θα απολυθεί ζωντανός, γιατί θα μπορούσαν, θεωρητικά, να τον βιάσουν, να τον σκοτώσουν, να τον τεμαχίσουν και να τον κάνουν λουκάνικα Φρανκφούρτης κατά τη διάρκεια της θητείας...

Στο ίδιο πλαίσιο, αισθάνθηκα πάρα πολύ τυχερή που με πήρε σβάρνα πριν δυο βδομάδες με την όπισθεν ένας μαλάκας που πάρκαρε, γιατί τη γλίτωσα απλώς με μελανιασμένα γόνατα και δεν έσπασα τίποτα να τρέχω. Ένιωσα, δε, σχεδόν ευγνωμοσύνη για το μαλάκα που βγήκε και με άρχισε στα γαμωσταυρίδια αντί να με μαζέψει (τρόμαξε, λέει!), γιατί μετά το πήρε πίσω και μου ζήτησε συγγνώμη, το χρυσό μου.

Και σήμερα το πρωί που μου κλέψανε το πορτοφόλι εν ψυχρώ μέσα στο τραίνο, είπα πάλι καλά που είχα μέσα μόνο (!) ενενήντα ευρώ και όχι όλο μου το μισθό ας πούμε, ή που δεν μου βούτηξαν και το κινητό να δέσει το πράγμα και να πω ότι είμαι όντως γκαντέμα. Υποθέτω, βέβαια, πως και σε αυτήν τη περίπτωση θα είχα πει πάλι καλά που δεν μου επιτέθηκε ο Αντεροβγάλτης να με κάνει σουβλάκι μέσα στο βαγόνι, να γεμίσει και ο τόπος αίματα...

Κι αν η κολλητή μου, που διαπνέεται από χριστιανικό πνεύμα ιωβείου υπομονής, το θεωρεί όλο αυτό μια καθ’ όλα θετική αισιόδοξη στάση ζωής, εγώ έχω αρχίσει να το βρίσκω παραλογισμό, μιζέρια και τσακισμένα νεύρα. Γιατί έχω πειστεί, για κάποιο άγνωστο λόγο, πως όλα μπορούν ή πρέπει να μου πάνε κακά, ψυχρά κι ανάποδα, κι επομένως αφού δεν μου συμβαίνει κάτι εξωφρενικά τραγικό πρέπει να λέω κι ευχαριστώ, κάπως έτσι.

Πείτε μου, τώρα, εσείς, πού τελειώνει η νορμάλ αισιοδοξία και πού αρχίζει το σύνδρομο της Πολυάννας, γιατί ο σκορπιός μέσα μου τα ’χει παίξει και θέλει επειγόντως ψυχανάλυση…

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

I tell you we must die





Το είχε προ πολλού υποψιαστεί: η διάψευση ήταν μια διαδικασία προοδευτική.
Θα πεθάνω, είχε σκεφτεί, με όλη την ηδονή της γελοιότητας μιας τέτοιας προφανέστατης υπερβολής –που δεν έπαυε, ωστόσο, να φαντάζει ως η πλέον πιθανή εκδοχή συνεπειών.
Ασφαλώς δεν απεβίωσε. θα όφειλε, μάλιστα, να παραδεχτεί πως δεν είχε καν προσπαθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Τουναντίον, συνέχιζε να τρέφεται (στοιχειωδώς, έστω), να καπνίζει (σαφώς περισσότερο), να κοιμάται (έναν ύπνο άσπρο, δίχως όνειρα, μ’ αυτό ήταν κάτι με το οποίο είχε από καιρό συμβιβαστεί).
Εξακολουθούσε πάντως κατά διαστήματα να εκπλήσσεται, και μάλιστα σε στιγμές καθ’ όλα ανύποπτες, κατεβαίνοντας τις σκάλες στη δουλειά επί παραδείγματι, κι ακούγοντας το χτύπο των καινούριων τακουνιών της να την ακολουθεί σαν επίμονο αδέσποτο, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στο κλιμακοστάσιο, μα έπρεπε να έχω πεθάνει, σκεφτόταν, με κάποια ανακούφιση είναι η αλήθεια –που ήταν ακόμη ζωντανή, ή που συνειδητοποιούσε πως δεν θα ’πρεπε να είναι, δεν μπορούσε ν’ αποφανθεί επ’ αυτού.
Κι επέμενε να καταφεύγει σ’ ερωταποκρίσεις ανώδυνες το κατά δύναμιν, είσαι καλά, όχι, βέβαια, παίρνεις τα φάρμακά σου, την άλλη βδομάδα, θέλεις κάτι να στείλω, καλά είμαι, μέχρι το πέρας της εκάστοτε τρομερής συνδιάλεξης, άκουγε τη γραμμή να κλείνει κι εκπλησσόταν πάλι με το παράλογο της όλης υποθέσεως, να ξέρει πως θα έπρεπε να πεθάνει, προσωρινά έστω, εκτάκτως, διακεκομμένα, ως το επόμενο τηλεφώνημα τουλάχιστον και την εκ νέου έναρξη της αγωνίας.
Υπέθετε βάσιμα πως, στην πορεία, θα συμβιβαζόταν πλήρως με την ιδέα της παράδοξης αυτής επιβίωσης, θα ήταν ευγνώμων ίσως για την ανέλπιστη ελαστικότητα της οδύνης, το αυτοβούλως επιμηκυνόμενο κενό που κάλυπτε μ’ επιτυχία τερατώδεις χιλιομετρικές αποστάσεις, την αδυναμία των οφθαλμών της ν’ απορρίψουν τη θέαση του ακρωτηριασμένου τοπίου.
Κι ήταν έτοιμη, ανά πάσα στιγμή, ν’ αρνηθεί κατηγορηματικά πως σκοπίμως απέφευγε το μεγάλο καθρέφτη του διαδρόμου.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών




Η πιο περίπλοκη πλευρά του θέματος ήταν, εν τέλει, τα αντικείμενα.
Πράγματα που έπρεπε να μαζευτούν στο όριο της εξαντλήσεως του όποιου διαθέσιμου χρόνου, διεκδικώντας μια περισσότερο ή λιγότερο τρομακτική εκδοχή πιθανής χρησιμότητας (παραπεμπτικά, εσώρουχα, το βιβλιάριο υγείας, το κουτί της αντιβίωσης με το ανεπίδεκτο αποστηθίσεως όνομα, το σπρέι των εισπνοών για το ενδεχόμενο μιας καθ’οδόν επιδείνωσης), ανάκατα, μέσα σε κακόγουστες τσάντες που επιστρατεύονταν εκτάκτως, ατάκτως ερριμμένα στο πορτ-μπαγκάζ υπό το κράτος της γενικής αναστάτωσης, μισή περίπου ώρα προ της πανηγυρικής επελάσεως του νέου έτους, με το συγκεχυμένο σάουντρακ των τελευταίων υπενθυμίσεων όσων θα έμεναν στο σπίτι, το χαρτί του φρουραρχείου το πήρες, την ακτινογραφία μην ξεχάσετε, το πορτοφόλι σου, φράσεις που προσπαθούσαν μάταια να τρυπώσουν στο αυτοκίνητο ενώ οι πόρτες έκλειναν ήδη με το βρόντο του πανικού, εναερίως διαμελίζοντας ρήματα και ανώφελα σημεία στίξεως.
Υπήρχαν, ασφαλώς, οι εσωτερικές παραινέσεις προς εαυτόν, να θυμηθώ, να θυμάμαι, (όσα θα έπρεπε σύντομα να ειπωθούν, τις ώρες λήψης των διαφόρων φαρμάκων, την αλλεργία στην ασπιρίνη, τα ιλιγγιώδη ύψη του υδράργυρου), να μην ξεχάσω, να μην ξεχάσω, να μην ξεχάσω, να μην τα πω λάθος, να μην τρέμω, πρωτίστως, να μην καταρρεύσω.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, το αμφιβόλου προελεύσεως ουίσκι, κατεβασμένο μονορούφι μισό λεπτό πριν από την έξοδο, κατά κάποιο τρόπο βοηθούσε. Έπρεπε να είχα βάλει δύο.
Από το αυτοκίνητο φαίνονταν τα πυροτεχνήματα. Να μην ξεχάσω, να μην τα μπλέξω, πρωτίστως, να μην τρέμω.
Πέρασαν με τέσσερα κόκκινα.
Έπρεπε να είχα βάλει δύο.
Τέσσερα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, θα έτρεμε τελικά, ωστόσο δεν θα ξεχνούσε. Θα ενημέρωνε τον αιφνιδιασμένο γιατρό της εφημερίας με τερατώδη ακρίβεια, καταφέρνοντας να ακουστεί πάνω από τα ελαφρολαϊκά που σηματοδοτούσαν, παρά την ιδιαιτερότητα του χώρου, την αλλαγή του χρόνου, παραμερίζοντας τις μακιγιαρισμένες νοσοκόμες που εύχονταν θορυβωδώς στα κινητά τους καλή χρονιά σε ξαδέρφες, γκόμενους και μανάδες, θα παρέδιδε σωστά όλα τα απαραίτητα ιατρικού και γραφειοκρατικού ενδιαφέροντος έγγραφα, θ’ απαγκιστρωνόταν αξιοπρεπώς από το χακί μπουφάν όταν ο γιατρός τής έλεγε πρέπει να περάσετε έξω.
Πρωτίστως, δεν θα κατέρρεε.
Και θα περίμενε υπομονετικά στο διάδρομο κάτι λιγότερο από μιαν αιωνιότητα, παρέα πάντοτε με τα άγαρμπα πακεταρισμένα αντικείμενα, τα μισά εκ των οποίων θα μάθαινε αργότερα πως δεν προβλέπονται, νιώθοντας με τετραπλασιασμένες εντάσεις τους ορούς και τις σύριγγες που τρυπούσαν τους λευκούς βραχίονες έναν διάδρομο πιο μέσα, τη δυσλειτουργία των πνευμόνων, το παραλήρημα του πυρετού σ’ ένα σώμα που, για λόγους εντελώς τεχνικούς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά κυριολεξία δικό της.
Ευτυχώς δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει πως, ελλείψει νομικού δεσμού γάμου, δεν θα μπορούσε καν να πει είναι ο άντρας μου.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Γκρίνια, μιζέρια, κατάθλιψη (προσοχή, μεταδίδεται)



Με τα Χριστούγεννα δεν το ’χω καθόλου.

Η αδερφή μου υποστηρίζει ότι είμαι απλώς σκατόψυχη. Εγώ, πάλι, λέω πως είναι καθαρά ζήτημα αισθητικής.

Τι να κάνω, με πιάνει μια φρίκη με τους τόνους καρακίτς «διακοσμητικών» που κατακλύζουν τα σπίτια και τους δρόμους, ξέρετε, πλαστικοί αγιοβασίληδες που σκαρφαλώνουν αλά Ρωχάμης στα μπαλκόνια, κακοφτιαφμένα ελαφάκια-διασταύρωση με πολική αρκούδα ή κάτι παρόμοιο, φάτνες, άχυρα, βοσκοί και λοιπά ντεκόρ βουκολικού χαρακτήρα. Για να μην πω για τα λαμπάκια: λαμπάκια, λαμπάκια, λαμπάκια και ξανά λαμπάκια, σε κάθε πιθανό και απίθανο μέρος, άσπρα λαμπάκια, χρωματιστά λαμπάκια, που αναβοσβήνουν σε στυλ φωτορυθμικού μέχρι να σου ’ρθει επιληπτική κρίση, λαμπάκια εδώ, λαμπάκια εκεί, πού στο διάολο βρίσκονται τόσες πρίζες, φυτρώνουν λόγω των ημερών; Και δεν είναι τόσο ότι τα βρίσκω αντιαισθητικά τα λαμπάκια, όσο ότι με πιάνει οικολογική κρίση με το ενεργειακό, συν μια μίνι φοβία ότι μπορεί κάποια από τις μαλακίες να βραχυκυκλώσει έτσι που τα ’χουν να καίνε νυχθημερόν και γίνουμε όλοι κάρβουνο, να είμαστε ασορτί και με το γενικότερο κλίμα του τελευταίου καιρού...

Θα μου πείτε, αφού δεν τα γουστάρεις τα στολίδια και τα λαμπάκια, μην στολίσεις και τελείωσε. Αμ δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα! Διότι άμα τυχαίνει να είσαι το τελευταίο τέκνο που κατοικεί ακόμη με τους γονείς, οφείλεις να φροντίζεις τα γιορτινά υπαρξιακά τους, που έχουν μάλιστα ενταθεί λόγω πρόσφατης μετακόμισης του άλλου τέκνου. Ξέρετε, αυτή η απίθανη χριστουγεννιάτικη ψυχοπλακο-γκρίνια του τύπου εμείς τώρα γεράσαμε, άμα φύγεις κι εσύ δεν θα ξαναστολίσουμε κλπ κλπ, μέχρι να σε κάνουν να νιώσεις αφόρητες τύψεις που σου τη δίνει το έλατο και τα συμπράγκαλά του και να αποφασίσεις να παλέψεις ηρωικά, επί ένα ολόκληρο απόγευμα, με πλαστικά κλαδιά, λαμπάκια (γαμώ την τύχη μου!), κουδουνάκια, αστεράκια, πλαστικά χιόνια (μπλιαχ) και ό,τι άλλη αηδία απαιτεί η περίσταση να κρέμεται πάνω στο γαμω-έλατο, για να χαρούν ο μπαμπάς και η μαμά και να αναβάλουν την αυτοκτονία για του χρόνου ή του παραχρόνου. Και δεν είναι που μάχεσαι με τα κουδουνάκια, είναι που πρέπει και να χαμογελάς όλο ενθουσιασμό με το αποτέλεσμα (ένα πράσινο παλούκι δυο φορές το μπόι μου μέσα στο σαλόνι, τι καλά), καταπνίγοντας φυσικά τα καντήλια που σου έρχονται επειδή η χρυσόσκονη, το πλαστικό χιόνι (μπλιααααχ) και τα υπολείμματα του φελιζόν έχουν μπλεχτεί ανεπανόρθωτα στα ρούχα σου, στα μαλλιά σου, και στη γούνα της γάτας, η οποία σημειωτέον έχει αφηνιάσει με το σούσουρο και τρέχει πάνω-κάτω σαν να της έχουν ρίξει νέφτι.

Ασφαλώς, το αποτέλεσμα σε ανταμείβει τρόπον τινά, γιατί ο μπαμπάς και η μαμά όντως χαίρονται με την αηδιοκόσμηση του σπιτιού και επιτέλους σταματάνε τη γκρίνια. Ωστόσο, αμέσως μετά ξενικά το δεύτερο στάδιο, αυτό των διαπραγματεύσεων με τη μαμά, που χάρηκε κάπως υπέρ του δέοντος και ξετρύπωσε επιπλέον άλλες εκατό μαλακίες για να στολίσετε, λέει, και το υπόλοιπο σπίτι, μην τυχόν και μείνει καμιά γωνιά φυσιολογική και πάθουμε τίποτα λόγω ελλιπούς εορταστικού κλίματος. Κι εσύ τρέχεις ικετεύοντας να προλάβεις τα χειρότερα, με την απαραίτητη πάντα διπλωματία («αυτό το πανέμορφο αγγελάκι, που θυμίζει παρεμπιπτόντως τυραννόσαυρο, θα μπορούσε ίσως να περιμένει για του χρόνου;» ή «ΕΛΕΟΣ, όχι το γιγάντιο κερί πάνω στο πικάπ μου!!!»), ενώ συγχρόνως κυνηγάς το γατί, που σε εκδικείται ανελέητα για την καταστροφή του χώρου του αρπάζοντας τη διακοσμητική κάλτσα από το τζάκι και σέρνοντάς την κάτω από το τραπεζάκι για να την αποτελειώσει με την ησυχία του.

Και πάει στο διάολο η αηδιοκόσμηση. Έχω μετά το άλλο δράμα, τα κάλαντα. Με τα πιτσιρίκια που ξαμολιούνται την παραμονή και βαράνε τα κουδούνια από τις εφτά, κάνοντάς με αφενός να νοσταλγώ τις χρυσές ημέρες του βασιλιά Ηρώδη, αφετέρου να βλαστημάω με την ψυχή μου τον πούστη που εφηύρε τα «μουσικά» κουδούνια σαν το δικό μας (ολόκληρο κοντσέρτο βαράει, σε απίστευτη ένταση και μάλιστα α κ ρ ι β ώ ς έξω από την κρεβατοκάμαρά μου, τόσο που χτες το πρωί νόμιζα μες στον ύπνο μου πως είχα ένα ολόκληρο καμπαναριό μέσα στο κεφάλι μου…). Και δε φτάνει που σε ξυπνάνε αξημέρωτα, τα σκασμένα, πάνω που πήρες άδεια και λες επιτέλους σήμερα δεν θα ξυπνήσω στις έξι. Eίναι που, άμα πεις ας την κάνω την καλή την πράξη κι ανοίξεις την πόρτα, πρέπει να υποστείς τις παντελώς παράφωνες τσιρίδες τους (χάθηκε ο κόσμος να τους κάνουν μια στάλα ωδική στα σχολεία;!) το λιγότερο μέχρι τη δεύτερη στροφή του άσματος, γιατί χαίρονται και παίρνουν φόρα κι άντε μετά να τα σταματήσεις, όσο γλυκά (στην αρχή) ή απειλητικά (όσο συνεχίζουν οι τσιρίδες) πεις «και του χρόνου» δίνοντας τα ψιλά.

Και για να δέσει η χριστουγεννιάτικη τραγωδία μου, έρχονται τα μελομακάρονα. Όχι, αυτά δεν τα αντιπαθώ –τουναντίον: τα λατρεύω. Με αποτέλεσμα να επιδίδομαι κάθε πρωί, μεσημέρι και απόγευμα σε μια καθόλα άνιση μάχη με τη συνείδησή μου, προκειμένου να αποφύγω το σατανικό κουτί που μου κάνει ναζάκια από το τραπέζι της κουζίνας. Όπως ίσως φαντάζεστε, η ρουφιάνα η συνείδησή μου πάντοτε χάνει εξευτελιστικά, ενώ εγώ απομακρύνομαι θριαμβεύτρια ως Ρωμαίος κατακτητής με το μελομακάρονο στο στόμα. Και μπορεί μεν να είμαι ελλιποβαρής και να μην βάζω γραμμάριο ακόμα και με το νιοστό μελομακάρονο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαι και γυναίκα: κοινώς, κομπλεξική με το βάρος που θεωρητικά μπορεί να πάρω. Πράγμα που σημαίνει ότι περνάω τις μισές γιορτές καταβροχθίζοντας μελομακάρονα, και τις άλλες μισές μετρώντας πανικόβλητη πόσα μελομακάρονα καταβρόχθισα. Αφήστε που τις νύχτες ξυπνάω κάθιδρη από κάτι φρικτούς εφιάλτες, στους οποίους εμφανίζομαι λέει το επόμενο καλοκαίρι με μπικίνι στην παραλία και οι λουόμενοι αρχίζουν να με σπρώχνουν προς το νερό, φωνάζοντας «ρίξτε την καημένη τη φάλαινα πίσω στη θάλασσα»…

Καταλάβατε; Κι όλα αυτά, με το μωρό στου διαόλου τη μάνα, να κάνει χριστούγεννα στο στρατόπεδο τρώγοντας προϊστορικές γαλοπούλες, αντί να είναι εδώ να με διαβεβαιώσει ότι όχι, δεν θα παχύνω με μερικές μέρες μελομακαρονοτροφίας αλλά φυσικά ναι, θα με αγαπούσε ακόμη κι αν πάχαινα λόγω των μελομακάρονων, και τα λοιπά και τα λοιπά, όπως σωστά καταλάβατε μ’ έχουν χτυπήσει όλες οι ανασφάλειες και οι γκρίνιες του πλανήτη μαζεμένες, και πολύ θα το ήθελα να επιτεθώ κι εγώ σαν τη γάτα στη χριστουγεννιάτικη κάλτσα να ξεσπάσω, αλλά μάλλον θα φανεί πολύ γελοίο κάτι τέτοιο, οπότε απλώς κάθομαι εδώ και μιζεριάζω, και το μωρό λείπει, ναι το ξέρω ότι το ξαναείπα αυτό, και μην τυχόν και υποθέσετε πως γι’ αυτό μου φταίνε όλα, καμία σχέση, το ότι μου λείπει φρικτά είναι τελείως μα τελείως ανεξάρτητο από το ότι μου προκαλεί αναγούλα αυτό το γούτσου-γούτσου κλίμα των ημερών, άι σιχτίρ…

Ξέρω, σας έπεισα.

Πάω να ξεκρεμάσω τη βρωμο-κάλτσα.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Βενετία part 2

Χορτάσατε Italia; Ελπίζω όχι, γιατί η Luthien, που τα ξέρει από ζωντανή αναμετάδοση, μου έβαλε φυτίλια να σας πω και όσα φοβερά και τρομερά παρέλειψα χτες…

Λοιπόν, για τις Ιταλίδες σας είπα; Όταν μάζευα τα μπαγκάζια μου, η αδερφούλα μου, που ξέρει απ’ αυτά, με προειδοποίησε: Κανόνισε κακομοίρα μου, μη σκάσεις Ιταλία με τίποτα τζην και τα άρβυλα, γιατί θα δεις τις Ιταλίδες και θα γίνεις χώμα. Τι να κάνω κι εγώ το έρμο, σκιάχτηκα, και φρόντισα να πάρω μαζί μου ό,τι πιο κομψό είχα σε ρουχαλάκι, ξέρετε, φουστανάκια, φουστίτσες και τα λοιπά. Τις γόβες εννοείται πως αδίκως τις κουβάλησα –πώς στο διάβολο να βάλεις γόβα και να περπατάς δέκα ώρες στα κανάλια;! (εξαιρείται η αδερφούλα μου, που και στα καλντερίμια των νησιών πηγαίνει με δώδεκα πόντους πέδιλο και γλιτώνει, άγνωστο πώς, την εξάρθρωση αστραγάλου.) Κατά τα άλλα πάντως φρόντισα να είμαι, όσο μπορούσα, κομψή και περιποιημένη.

Το αποτέλεσμα; Πάλι χώμα έγινα! Τι χώμα δηλαδή, κουρνιαχτός! Διότι μπορεί να μην μοιάζουν όλες οι Ιταλίδες εκ φύσεως στη Μόνικα Μπελούτσι, αλλά σίγουρα έχουν όλες τον προσωπικό στυλίστα και κομμωτή τους, ή τουλάχιστον εκπληκτικό γούστο. Και, λογικά, πάρα πολλά λεφτά, συν άπλετο ελεύθερο χρόνο τον οποίο διαθέτουν, προφανώς, αποκλειστικά για φτιάξιμο νυχιών και λοιπά ευγενή σπορ.

Να σας περιγράψω την κατάσταση για να καταλάβετε: περπατάς το απογεματάκι σ’ έναν εμπορικό δρόμο, και διαπιστώνεις σύντομα τις κάτωθι made in Italy πραγματικότητες: 1)όλες οι γυναίκες φοράνε υπέροχα φουστάνια ή φούστες, 2)όλες οι γυναίκες φοράνε τακούνια, 3)όλες οι γυναίκες φοράνε κάλτσες με δαντέλες σε διάφορα μήκη, 4)όλες οι γυναίκες μοιάζουν, γενικά, να το έχουν σκάσει –στυλιστικώς πάντα – από editorial περιοδικού. Για τις μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες, δε, ισχύει η υπ’ αριθμόν 5 διαπίστωση: μυστηριωδώς, έχουν όλες το ίδιο στόμα, ξέρετε, αυτό της Donatella Versace. Και το καλύτερο όλων; Με αυτήν την περιβολή (φουστάνι-κάλτσα-τακούνι), καβαλάνε όλες σχεδόν ποδήλατα, τουλάχιστον στο Τρεβίζο. Η στήλη συνιστά προσοχή στους άρρενες επισκέπτες: μπορεί να νομίσετε ότι πεθάνατε και βρίσκεστε στον παράδεισο!

Για να καταλάβετε για τι ασύλληπτο επίπεδο κομψότητος μιλάμε, να σας πω για μια κυριούλα που πετύχαμε, καμιά πενηνταριά χρονών το λιγότερο, η οποία είχε βγει μεσημεριάτικο έξω, με μια πατερίτσα, και κούτσαινε πολύ άσχημα. Φανταστείτε τι θα φορούσε μια Ελληνίδα, ας πούμε, στην αντίστοιχη περίπτωση: τη φόρμα και τα αθλητικά της, μπας και γλιτώσει το δεύτερο διάστρεμμα; Αμ δε! Η κυριούλα κυκλοφορούσε με την πατερίτσα της και κατακόκκινο cocktail dress, βαμμένη, χτενισμένη και, μην ξεχνιόμαστε, με ψηλοτάκουνα!!!

Επιστρέφω στην περιγραφή του εμπορικού δρόμου το όμορφο απογεματάκι: περπατάς, κοιτάς γύρω σου, κι αρχίζεις ν’ αναρωτιέσαι αν όλοι οι Ιταλοί άντρες είναι για κάποιο μυστήριο λόγο διαζευγμένοι ή, χτύπα ξύλο, χήροι. Γιατί κανένας δεν έχει δίπλα του γυναίκα, παρά μόνο το καροτσάκι με το μωρό ή/και το πιτσιρίκι απ’ το χέρι, ενώ επιπλέον βαστάνε και κάτι τεράστιες σακούλες. Α, και δεν περπατούν, αλλά είναι συνήθως σταματημένοι (παρκαρισμένοι, για την ακρίβεια, με το καρότσι και τις τσάντες) έξω από κάποιο κατάστημα ρούχων ή καλλυντικών. Σύντομα διαπιστώνεις τι ακριβώς συμβαίνει, όταν βγαίνει δηλαδή κάποτε η υπέρκομψη Ιταλίδα σύζυγος από το εκάστοτε μαγαζί, αγκαλιά με άλλες τόσες σακούλες, τις οποίες φορτώνει στο σύζυγο και συνεχίζει. Για να τον παρκάρει έξω από το επόμενο μαγαζί…

Σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς μου βάσει όσων είδα, τα 2/3 τουλάχιστον του οικογενειακού προϋπολογισμού στον ιταλικό βορρά πηγαίνουν, το δίχως άλλο, στα έξοδα καλλωπισμού και ενδυμασίας της συζύγου. Αναρωτιέστε για το υπόλοιπο 1/3; Ε, αυτό πηγαίνει σίγουρα στους σκύλους! Σκύλο να δουν τα μάτια σου! Τι σκύλο, δηλαδή, που οι περισσότεροι ήταν κάτι μινιατούρες, ξέρετε, αυτά τα ποντικοειδή πλάσματα, τα οποία τα κυκλοφορούν όλοι και παντού, και μάλιστα στολισμένα χειρότερα από τις Ιταλίδες: τι ρουχαλάκια, τι περιλαίμια με στρας, τι κοτσιδάκια, πραγματική κουταβο-πασαρέλα. Κι όταν λέμε ότι μπαίνουν παντού, εννοούμε παντού, στα λεωφορεία, στα φαρμακεία, στα εστιατόρια, στα σούπερ-μάρκετ –κανονικός εφιάλτης, κάτι σαν τον πλανήτη των πιθήκων σε διασκευή: ο πλανήτης των σκύλων! Μην με παρεξηγήσετε, κι εγώ φιλόζωη είμαι –αλλά να σε κυνηγάνε με το τουφέκι μην τυχόν και καπνίσεις (σε κάποια εστιατόρια το απαγόρευαν ακόμη και στον εξωτερικό χώρο!), και μετά να σου αμολάει ο άλλος στα μούτρα τον κοπρίτη, του πούστη, παραπάει!

Και σαν να μην μου έφτανε η ψυχολογική μου καταρράκωση ως γυναίκα απ’ όλα αυτά (που ήμουν δηλαδή, παρά τις προσπάθειές μου, πολύ χειρότερα ντυμένη όχι μονάχα από τις Ιταλίδες, αλλά και από τα κατοικίδιά τους), ήρθε και ο έλεγχος στο αεροδρόμιο να με αποτελειώσει. Διότι μπορεί στο Ελ.Βενιζέλος και στην Τσεχία (πετούσαμε μέσω Πράγας) να μας ζήτησαν απλώς να βγάλουμε τις ζώνες μας, αλλά στη Βενετία παραλίγο να μας κάνουν έρευνα σωματικής κοιλότητας! Για να καταλάβετε το δράμα μου, πάω η καημένη να περάσω από το μηχάνημα, και με σταματάει μία αλλόφρων υπάλληλος τσιρίζοντας κάτι (στα ιταλικά, φυσικά). Εγώ πανικοβάλλομαι, προσπαθώ να καταλάβω τι στο διάολο θέλει, αυτή εξακολουθεί να φωνάζει και να χειρονομεί, δείχνοντας τα παπούτσια μου τώρα, με τα πολλά καταλαβαίνω ότι θέλει να βγάλω τις μπότες μου να τις περάσουν από το μηχάνημα μαζί με τις χειραποσκευές. Παθαίνω μία φρίκη, ελπίζω ότι κατάλαβα λάθος, και ότι δεν θα χρειαστεί πραγματικά να σκύβω με το φουστάνι –ήθελα και μίνι, τρομάρα μου μαύρη! – μέσα στον κόσμο να ξεκουμπώνω μισό μέτρο μπότα, αλλά η κάργια εκεί, ανένδοτη, να φωνάζει σινιόρα και σινιόρα. Τι να κάνω κι εγώ, παίρνω βαθιά ανάσα, κάθομαι (προσπαθώντας να μην το σκάσει καμιά καλτσοδέτα από το φουστάνι και νευρασθενιάσω τελείως), και βγάζω τις μπότες, βρίζοντας εννοείται για άλλη μια φορά την τύχη μου, τα αεροδρόμια, τη διεθνή τρομοκρατία, τον εφευρέτη της μπότας, και φυσικά το μαλάκα τουρίστα που χασκογελάει δίπλα μου για το ανέλπιστο θέαμα.

Κι εκεί που, μετά την πρώτη σύγχυση, το έχω πάρει απόφαση ότι θα τη βγάλω τη ρημάδα τη μπότα κι εντάξει, δεν τρέχει τίποτα, τρώω το δεύτερο και καταλυτικό σοκ, καθώς βρίσκομαι αντιμέτωπη με τη δραματική λεπτομέρεια που είχα ξεχάσει: τα ριγέ ροζ σοσονάκια που είχα φορέσει τελευταία στιγμή (πάνω από τις υπέροχες μαύρες δυχτυωτές μου κάλτσες) για να μη με χτυπήσει, λέει, η μπότα στο ταξίδι….

Ε, εκεί είναι που βαράς διάλυση. Διότι ένα πράγμα να γίνεις τουλάχιστον μετρίως ρεζίλι ως σέξυ θηλυκό, κι άλλο να εξευτελιστείς εντελώς βολτάροντας μέσα στο αεροδρόμιο με πολύχρωμα μπεμπέ καλτσάκια! Και να έχεις και το μέλλοντα σύζυγο από δίπλα που, αντί να σε συμπονέσει για την τραγωδία που ζεις, το βρίσκει το όλο πράγμα πάρα πολύ αστείο κι αρχίζει να χτυπιέται από τα γέλια, ενώ εσύ, τρελαμένη, πετάς τις γαμημένες μπότες στο καλάθι του ελέγχου και περνάς από το μηχάνημα, ελπίζοντας να σου τις επιστρέψουν εντός 30 δευτερολέπτων το πολύ για να μην σκάσεις κυριολεκτικά από το κακό σου.

Αλλά επειδή, σύμφωνα με το γνωστό νόμο, ό,τι μπορεί να πάει στραβά σε μια κατάσταση, θα πάει, οι μπότες σου ξεμένουν (γιατί σε μένα; Ε; γιατί;) πίσω από καμιά δεκαριά άλλα καλαθάκια με χειραποσκευές, κι εσύ αναγκάζεσαι να τις περιμένεις σε κατάσταση υστερίας για ένα πεντάλεπτο περίπου, ή όσο τέλος πάντων χρόνο χρειάζονται οι γύρω σου άνθρωποι για να εμπεδώσουν την αλληλουχία κίτρινης και πράσινης ρίγας πάνω στη ροζ κάλτσα σου.

Ηθικά διδάγματα:

α) Μην παντρευτείτε Ιταλίδα, θα σας ξετινάξει.

β) Οι ιταλικοί σκύλοι την έχουν σαφώς καλύτερα από τους Ιταλούς καπνιστές.

γ) Προσέχετε τι κάλτσες φοράτε για να ταξιδέψετε…

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Βενετία

Εντάξει, το παραδέχομαι, είμαι επιεικώς ασυγχώρητη: είχα τάξει ποστ για τις γόνδολες και σας συνέδεσα με Κάιρο κοντά ένα μήνα τώρα… Το γιατί δεν είναι του παρόντος να σας το αναλύσω, ας πούμε πως πέσανε ζόρια γενικότερα, αναχωρήσεις, αλλαγές, διάφορες μαλακίες, χρειάστηκε ένας άλφα χρόνος προσαρμογής. Όχι πως προσαρμόστηκα, δηλαδή. Απλώς, καταστάλαξα πως το πρόγραμμα “δεν τρώω-ακούω Amanda- κοιμάμαι δεκατέσσερις ώρες την ημέρα” δεν θα βελτίωνε την κατάσταση, τη δικιά μου ή κανενός άλλου, κι επέστρεψα θέλοντας και μη στα καθημερινά μου. Λιγάκι μουδιασμένη, αλλά σε κάθε περίπτωση ζωντανή.

Λοιπόν, κομμένα τα υπαρξιακά μου. Ώρα να σας πω τα περί Venezia –ό,τι μου έρχεται, τέλος πάντων, αυτή τη στιγμή από το ταξίδι.

Θα ξεκινήσω με τα στραβά και ευτράπελα, μπας και γελάσετε λιγάκι. Γιατί μπορεί γενικά το ταξίδι μας να ήταν μια μαγεία, αλλά ο άγιος Αρτέμιος (τον ξεχάσατε αυτόν;) φαίνεται πως μου τη φύλαγε για όσα του ’σουρα πριν φύγω… Οι εκδικητικές του τάσεις άφησαν ευτυχώς ήσυχο τον κινητήρα του αεροπλάνου, επηρέασαν όμως προφανώς κάποιον υπάλληλο του αεροδρομίου, που παραβίασε τη βαλίτσα μας και έκλεψε τι; Όχι, πείτε, τι; Τα τσιγάρα μας! Και στ’ αρχίδια μου τα 20 ευρώ, αλλά καπνίζουμε βλέπετε κι οι δυο ελληνική μάρκα και δεν αντέχουμε τους ξένους καπνούς. Διαπίστωσα την έλλειψη τη δεύτερη μέρα –και όλο το υπόλοιπο ξενοδοχείο μαζί μου, υποθέτω, που άκουσε τα καντήλια που έριχνα, αρχικά στα ελληνικά (διαμαρτυρόμενη στον άντρα μου για την τύχη μας), κατόπιν στα αγγλικά (διαμαρτυρόμενη στον έντρομο ρεσεψιονίστ για τους άθλιους αλήτες του αεροδρομίου), και τελικά σε αυτοσχέδια ιταλικά (προς τους παρευρισκόμενους Ιταλούς που προσπαθούσαν να καταλάβουν γιατί ουρλιάζω). Τέλος πάντων, επιβιώσαμε με κάτι αισχρά Stuyvesant, σκεφτείτε πως έξι μέρες δύο άτομα κάναμε με το ζόρι δύο πακέτα, αλλά πάει στο διάολο, περνούσαμε υπέροχα. Τόσο που χάρισα τη ζωή στο ρεσεψιονίστ-αντιπαθητικό αντικαπνιστή ο οποίος, αφού ξεπέρασε το σοκ από τις φωνές μου και κατάλαβε τι μας είχε συμβεί, παρατήρησε με μελιστάλαχτη χαιρεκακία πως δεν πειράζει, θα είναι καλύτερο για την υγεία μας…

Πριν το σόου βέβαια με τα κλεμμένα τσιγάρα, είχαμε το άλλο, με το απολεσθέν δεκάευρω. Το εν λόγω σκηνικό διαδραματίστηκε με το που πατήσαμε το πόδι μας Βενετία, στο αεροδρόμιο, και είχε ως εξής: Θέλαμε, τα καημένα, να αγοράσουμε κάρτα για τοπικό καρτοτηλέφωνο. Βρίσκουμε ένα αυτόματο μηχάνημα, που έπαιρνε χαρτονόμισμα των 10 ή των 20 ευρώ. Βάζουμε μέσα ένα δεκάευρω, και το γαμημένο μηχάνημα αρχίζει να αναβοσβήνει πως δεν διαθέτει κάρτες των 10 ευρώ, παρακαλούμαστε να βάλουμε άλλα 10. Το θέμα είναι πως άλλο δεκάευρω δεν είχαμε, οπότε αρχίσαμε να ψάχνουμε το κουμπάκι που θα μας επέστρεφε, όπως είναι λογικό, τα 10 ευρώ που βάλαμε. Quess what, τέτοιο κουμπάκι δεν είχε! Όπως καταλαβαίνετε, μου γυάλισε το μάτι, όχι για τα 10 ευρώ αλλά για τη μαλακία του πράγματος. Ο καημένος ο άντρας μου λέει άσ’το να πάει στο διάολο, εγώ πεισμώνω και του λέω όχι βρες έναν υπάλληλο (ιταλομαθής αυτός, βλέπετε) να ρωτήσεις. Με αφήνει, λοιπόν, μπροστά στο μηχάνημα παρέα με τη βαλίτσα μας, ρωτάει έναν υπάλληλο, του λέει από κει πηγαίνετε, και πάει. Περνάνε πέντε λεπτά, δέκα λεπτά, ένα τέταρτο, ο άντρας μου άφαντος, εγώ έχω αρχίσει να φρικάρω, χτυπάει το κινητό μου επιτέλους και είναι εκείνος, μου λέει έλα είμαι στην παραπέρα αίθουσα και δεν με αφήνουν να ξαναμπώ στις αφίξεις! Το πάρτυ, τώρα, ήταν ότι εγώ δεν μπορούσα με την καμία να μετακινήσω τη βαλίτσα που, ροδάκια-ξεροδάκια, ζύγιζε τα μισά μου κιλά τουλάχιστον. Ν’ ακούω τον δικό μου από το τηλέφωνο να φωνάζει στον υπάλληλο «μα είναι μέσα η γυναίκα μου και η βαλίτσα μου!» (τόσα ιταλικά τα πιάνω), να ουρλιάζω εγώ «πες στο μαλάκα ή να σε βάλει μέσα ή να ’ρθει να μου κουβαλήσει τη βαλίτσα», ως συνήθως γίναμε θέαμα. Τελικά ουδείς συγκινήθηκε από το δράμα μας, κι αναγκάστηκα όχι μόνο ν΄αφήσω το δεκάευρω στο ληστρικό μηχάνημα, αλλά και να εξευτελιστώ δημόσια σπρώχνοντας, σέρνοντας και κλωτσώντας σχεδόν την ασήκωτη βαλίτσα μέχρι την άλλη αίθουσα, σταματώντας ανά ένα μέτρο για να λαχανιάσω, να ξελαχανιάσω και να βρίσω τους πούστηδες τους Ιταλούς, τα αεροδρόμια, τις τηλεκάρτες, τα δεκάευρα, την τύχη μου και, πρωτίστως, τα όπου γης καταραμένα αυτόματα μηχάνηματα.

Για να κλείσω με τις αναποδιές, αναφέρω συνοπτικά πως παραλίγο να πέσω, το ζώον, μέσα σε ένα κανάλι –και ΟΧΙ, αυτό δεν θα ήταν καθόλου αστείο. Σε περίπτωση που αναρωτιέστε πώς τα κατάφερα, βάλτε με το νου σας τι θα έκανε ένα βλαμμένο τριών χρονών και θα καταλάβετε: βλέπουμε ένα ωραίο σπιτάκι απέναντι, θέλουμε να το φωτογραφίσουμε, και ξεκινάμε μέσα στην τρελή χαρά να κατεβούμε φουριόζοι τα σκαλάκια που οδηγούν στο νερό για να έχουμε καλύτερη θέα. Ότι τα σκαλάκια έχουν δύο δάχτυλα βρύα και γλίτσα πάνω, ούτε το σκεφτόμαστε, ούτε το βλέπουμε. Ας είναι καλά ο ήρωάς μου που πρόλαβε και με βούτηξε, από τα μαλλιά σχεδόν, και ήταν και τόσο καλός που κρατήθηκε και δεν με έσπασε στο ξύλο μετά (στη θέση του, θα το είχα κάνει να ξεθυμάνω).

Μην ξεχάσω βέβαια να σας πω πως, εκτός της τρομάρας με την παρ’ ολίγον μοιραία μου βουτιά στο κανάλι, πέρασα και τη φρίκη της ζωής μου στα αεροπλάνα, τα οποία τα τρέμω. Στην πρώτη απογείωση μάλιστα κόντεψα να πάθω αποπληξία, και σχεδόν εξάρθρωσα από το σφίξιμο το χέρι του καλού μου, ο οποίος προσπαθούσε, φιλότιμα ομολογουμένως, να μου αποσπάσει την προσοχή πετάγοντας ατάκες του τύπου «αγάπη μου, είμαι gay», «έχω ένα παιδί από προηγούμενη σχέση», «τα ’χω με την αδερφή σου» κλπ κλπ. Εμένα βέβαια ποσώς μ’ ενδιέφεραν εκείνη την ώρα όλα αυτά. Ιδίως όταν ένιωσα το αεροπλάνο να γέρνει στο πλάι (έκανε στροφή για να πάρει πορεία, όπως μου εξήγησαν μετά), είχα παγώσει στο κάθισμα με διεσταλμένες κόρες και επαναλάμβανα «πέφτει, το ήξερα εγώ, πέφτει»…

Κατά τα άλλα, ήταν όλα υπέροχα. Εγώ χάζεψα στην κυριολεξία με τα κανάλια, τα γεφυράκια, τα παλιά σπίτια, τις μάσκες και τις κούκλες. Σκεφτείτε πως τις δύο πρώτες ημέρες καταφέραμε να γυρίσουμε ΟΛΗ τη Βενετία (πλην των νησιών) με τα πόδια. Κυριολεκτικά μου πείραξε τα μυαλά το μέρος –είχα αρχίσει να νιώθω λιγάκι αλλόκοτα, σαν να είχα εγκλωβιστεί μέσα σε κομεντί ένα πράγμα. Το προσπάθησε βέβαια και ο άντρας μου που με πήγε με κλειστά μάτια στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και μου έπεσε το σαγόνι. βοήθησε και ο πλανόδιος βιολιστής στη στοά. και η μέτρια συννεφιά που ταίριαζε τόσο με τα χρώματα. και τα κόκκινα αναρριχητικά παντού. και, και, και…

Ήταν ίσως λιγάκι υπερβολικό να περπατάμε δέκα ώρες τη μέρα συνεχόμενα, αλλά τι να κάνω, ήταν τόσο ρομαντικά! Το ρομάντζο στο περπάτημα μάς έμεινε, βέβαια, γιατί γυρνούσαμε στο ξενοδοχείο τόσο τέζα που σχεδόν κοιμόμασταν με τα ρούχα, αλλά χαλάλι. Εγώ ευχαρίστως θα γύριζα στον ίδιο ρυθμό και τις υπόλοιπες μέρες, δεν το χόρταινα το μέρος (ούτε τις πίτσες, εννοείται, ούτε τα ζυμαρικά με θαλασσινά ή προσούτο, ούτε τις πανακότες, ούτε τα παγωτά, ευτυχώς που έχω καλό μεταβολισμό δηλαδή), αλλά ο καημένος ο άντρας μου έφριξε απ’ το πολύ περπάτα, πάτησε πόδι πως δεν θ’ αφήσει αυτός τα κόκαλά του στα βενετσιάνικα σοκάκια επειδή εγώ είμαι τρελή κι έχω καταπιεί τη ντούρασελ, και με πήγε τις υπόλοιπες μέρες Τρεβίζο και Βερόνα όπου, όπως σωστά είχε υπολογίσει, σήκωσα μεν τα μαγαζιά (τι φταίω εγώ που είχε παντού υπέροχα παπούτσια και θεϊκές φούστες, ε, τι φταίω;) αλλά περπατήσαμε σαφώς λιγότερο.

Στη Βερόνα, ασφαλώς, κάναμε και όλα τα σχετικά σαχλορομαντικά: πήγαμε στο σπίτι της Ιουλιέτας, γράψαμε τα ονόματά μας στο διάδρομο (άλλο σόου αυτό, ο καλός μου σκαρφαλωμένος σαν τον Ταρζάν πάνω στην καγκελόπορτα για να βρει χώρο να γράψει), μέχρι μπρελόκ καρδούλες Romeo&Juliet αγοράσαμε (εντάξει, κράξτε με, το αξίζω) για το σπίτι που θ’ ανοίξουμε του χρόνου… Κανονικό παραλήρημα, δηλαδή, αν σκεφτείτε πως υπό νορμάλ συνθήκες το ίνδαλμά μου είναι αυτή στο ανέκδοτο που της λέει ο τύπος «αγάπη μου, κοίτα πόσα αστέρια στον ουρανό» κι αυτή του απαντάει «όντως, της πουτάνας γίνεται».

Το ότι το ταξίδι με χάζεψε, εξάλλου, αποδεικνύεται περίτρανα από το γεγονός ότι επιβίωσα θαυμάσια έξι ολόκληρες ημέρες χωρίς Iggy, ακούγοντας από παντού βιολιά και όπερες. Παραλίγο θα έτρωγα στη μάπα και κονσέρτο Vivaldi (λύσσαξε το μωρό μου να πάμε, ακολούθησε ο αναμενόμενος παρανοϊκός διάλογος «έλεος, ούτε ο Molko λάιβ να ήταν», «άθλια ακουλτούριαστη ιερόσυλη!», «καμένε ξενέρωτε», «καλά πάμε για παγωτό», «σ’ αγαπώ»), αλλά ευτυχώς για μένα τελείωνε πολύ αργά και θα είχαμε πρόβλημα επιστροφής (μέναμε στο κοντά στο Mestre, ένα 40λεπτο με τη συγκοινωνία από τη Βενετία), οπότε τη γλίτωσα.

Τη μεγαλύτερη πλάκα, πάντως, τη σπάσαμε με τους ντόπιους και την ασύλληπτη γλωσσομάθειά τους. Διακρίναμε τέσσερις κατηγορίες αγγλομαθών Ιταλών, ανάλογα με την αντίδρασή τους στην κρίσιμη ερώτηση do you speak English?. Κατηγορία πρώτη: δεν καταλαβαίνουν καν τι ρώτησες, και είτε σε αγνοούν είτε συνεχίζουν απτόητοι την πάρλα στα ιταλικά. Κατηγορία δεύτερη: σου απαντούν (στα ιταλικά) «λίγο», μόνο και μόνο για να διαπιστώσεις ότι καταλαβαίνουν μόνο το yes και το no κι αυτά με το ζόρι. Τρίτη κατηγορία: σου απαντούν yes, και προσπαθούν να συνεννοηθούν με γνώσεις A junior, φτιάχνοντας προτάσεις με μισό ρήμα, κανένα υποκείμενο και συμπληρώνοντας τα υπόλοιπα με έξαλλες χειρονομίες . Τέταρτη και χειρότερη κατηγορία: σου απαντούν με στόμφο but of course, κι αρχίζουν να μιλάνε σε μία ακατάληπτη διάλεκτο, που υποθέτω πως ήταν αγγλικά με ιταλική προφορά, ανάμεικτα με ιταλικά, και λίγα γαλλικά ενίοτε, έτσι για να σου δείξουν πως έχουν ένα εύρος γνώσεων οι άνθρωποι… Έφριξα κι εγώ η γυναίκα από ένα σημείο και μετά και το έπαιζα μουγκή, αφήνοντας τον καλό μου να συνεννοείται στα ιταλικά να ξεμπερδεύουμε.

Απαπα, μονότερμα σας έχω πάρει… Κι επειδή την ατμόσφαιρα ούτως ή άλλως αδυνατώ να σας την περιγράψω (όσοι έχετε πάει, καταλαβαίνετε), πάρτε μερικές φωτογραφίες μπόνους.