Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

επαλήθευση


Αν αγωνιούσε πραγματικά για κάτι στην προοπτική μιας ολιγοήμερης επανασύνδεσης, ήταν για την επαλήθευση ή μη της αναμνήσεως.

Διότι ανάμνηση, ασφαλώς, υπήρχε. Για την ακρίβεια, υπήρχαν πλείστες όσες αναμνήσεις, μεγαλύτερης ή μικρότερης εντάσεως και ευκρίνειας, αναμνήσεις που εκτείνονταν και πέραν της κοινής τους δεκαετίας, αυθαιρέτως παραμορφώνοντας την προ εκείνου εποχή (μα δεν μπορεί να ήμουν εγώ, ξεκαρδιζόταν στα γέλια ακούγοντας τις περιγραφές της, δεν γνωριζόμασταν ακόμη τότε, είναι προφανές, με μπερδεύεις με κάποιον άλλον, τον Γ. υποθέτω ή τον Τ., ή κάποιον άλλον τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο –εκείνη ασφαλώς επέμενε, πεισμωμένη, πως περί εκείνου επρόκειτο, ήταν σίγουρη, πώς ήταν δυνατόν λοιπόν να μη το θυμάται, είχαν περάσει μάλιστα τόσο όμορφα, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν φωτογραφίες, εκατοντάδες φωτογραφίες, επιμελώς ταξινομημένες σε πολυσέλιδα άλμπουμ ή σκόρπιες, φωτογραφίες έγχρωμες και μαυρόασπρες, σε κάθε πιθανή τοποθεσία και πόζα, δικές του μόνο ή άλλες που ήταν μαζί (μα δεν μπορεί να είμαι εγώ, τρόμαζε βλέποντας κάποιες εξ αυτών, σκέψου το, είναι παντελώς αδύνατο, πρέπει να είναι κάποιος άλλος, ο Γ. υποθέτω ή ο Τ., ή κάποιος άλλος τέλος πάντων που έβγαινες μαζί του εκείνο το φθινόπωρο, είναι πράγματι παράλογο, δεν γνωρίζω αυτό το μέρος, δεν κατοικούσα καν στη χώρα εκείνη τη χρονιά –εκείνη ασφαλώς επέμενε, χαμογελώντας, πως ήταν εκείνος, φαινόταν ολοκάθαρα στη φωτογραφία, πώς ήταν δυνατόν να μην το βλέπει, είχε βγει μάλιστα τόσο ωραίος, κι άλλωστε ουδέποτε είχε υπάρξει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον εκείνο το συγκεκριμένο φθινόπωρο)· υπήρχαν, τέλος, οι τρομεροί εφιάλτες, που προσδιορίζονταν ως τέτοιοι από την δική του απουσία απ’ την εκάστοτε πλοκή τους, συνεπώς η ανάμνηση ήταν υπαρκτή, ειδάλλως δεν θα μπορούσε να αντιλαμβάνεται την απουσία, κι ο ακατάσχετος τρόμος θα ήταν παντελώς αναίτιος.

Εκείνο που έμενε, λοιπόν, να διαπιστωθεί εκ του σύνεγγυς (και καθώς η φρικώδης παράταση της διάστασης προοδευτικώς εξασθένιζε κάθε βεβαιότητα) δεν ήταν η ίδια η ανάμνηση, αλλά το περιεχόμενο αυτής, η σύμπτωσή του δηλαδή ή μη με το πρόσωπο, η αντιστοίχιση της ανακαλούμενης συγκινήσεως με το ρίγος της άμεσης επαφής. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν η πρώτη φορά που αμφέβαλλε· συνέβαινε συχνά (κατά τη διάρκεια χωρισμών κατά πολύ μικρότερων, ασήμαντων στην πραγματικότητα, ενός εικοσιτετραώρου, ας πούμε, ή κάποτε και μερικών ωρών) να μην είναι σίγουρη, πως όντως υπήρχε εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν (με το ίδιο δέρμα, δηλαδή, το ίδιο σώμα, τα ίδια μάτια, κι ικανός να της μεταδώσει, χωρίς προσπάθεια, τον ίδιο ανεξήγητο πανικό)· πως δεν ήταν διαστροφή δική της να τον εφευρίσκει, έτσι ακριβώς, υπό την επήρεια υπερβολικά πολλών ουίσκυ με πάγο, μοντάροντάς τον κατόπιν τεχνηέντως στο παρελθόν μισής τουλάχιστον ζωής, κι αποφασίζοντας κάθε φορά πως επρόκειτο περί τόσο τέλειας, από κάθε άποψη, αυθαιρεσίας, που απλώς επιβαλλόταν να πεισθεί για την ύπαρξή της προκειμένου να επιβιώσει.

Εννοείται πως η ανάμνηση επαληθευόταν, κάθε φορά, με το πέρας δηλαδή του εκάστοτε χωρισμού (το επόμενο πρωί, λόγου χάρη, ή στο αμέσως επόμενο ραντεβού, ή ανοίγοντας απλά μια πόρτα που είχε κλείσει πίσω του για ν’ αλλάξει ρούχα): όντως υπήρχε, εκείνος ακριβώς που θυμόταν, όπως ακριβώς τον θυμόταν, κι ο πανικός ήταν πράγματι ο ίδιος, η οδύνη ήταν ακριβώς η ίδια· έβαζε τα κλάματα που τον έβλεπε, κι εκείνος γελούσε, με πλήρη άγνοια της αφόρητης τελειότητάς του, και της ανακάτευε περνώντας τα μαλλιά, καθησυχάζοντάς την τρυφερά κι αδιάφορα, όπως καθησυχάζει κανείς ένα σκυλάκι του σαλονιού με νεύρα ευαίσθητα λόγω ορμονικών διαταραχών.

Εντούτοις, αμφέβαλλε εκ νέου κάθε φορά, κι ανησυχούσε εκ νέου, με απαράλλαχτη ένταση, για την επικείμενη επαλήθευση ή διάψευση, και δεν ήξερε τι έτρεμε περισσότερο, να διαπιστώσει δηλαδή πως εκείνος δεν υπάρχει και θα πρέπει να ζήσει χωρίς αυτόν, ή το αντίστροφο.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

a man in black



Ασφαλώς, θα μπορούσε να προσπαθήσει. Υποκρινόμενη πως δεν φοβόταν, δεν προμάντευε, δεν εγνώριζε• σαν η αποτυχία να μην ήταν βέβαιη• σαν να μην ήταν προδιαγεγραμμένο το ασύμπτωτο των εμμονών.

Ίσως, εν τέλει, να μην ήταν καν τόσο επώδυνο στην πράξη: θα έγραφε το προς με ευανάγνωστους κεφαλαίους χαρακτήρες (η κλινική αναγραφή του ονόματος δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες, την αλλόκοτη διεύθυνση την γνώριζε από μνήμης)• σκοπίμως θα παρέλειπε τα δικά της στοιχεία, ναρκισσιστικά επικυρώνοντας μιαν αυθαιρέτως δεδομένη αποκλειστικότητα (κανείς άλλος δεν θα του έγραφε, δεν θα μπορούσε να του γράψει, άλλωστε ήταν ολωσδιόλου αμφίβολο πως κάποιος άλλος γνώριζε, τη δεομένη στιγμή, την ακριβή του θέση στο χάρτη)• τέλος, θα σφράγιζε τον παλαιό λευκό φάκελο με τη ριγέ μπλε μπορντούρα, θα κολλούσε το γραμματόσημο, θ’ άφηνε την επιστολή να γκρεμιστεί μέσα στο ταχυδρομικό κουτί.

Κατόπιν, θα μπορούσε μονάχα να περιμένει, αδυνατώντας πλέον να επέμβει στην εξέλιξη της τραγωδίας, ευχόμενη ωστόσο, πιθανώς, κάποια σωτήρια τυχαιότητα να εμποδίσει την παράδοση του φακέλου (ένα σφάλμα των ταχυδρομικών υπαλλήλων, μια φυσική καταστροφή, μια ευφυής στρατιωτική λογοκρισία), κι έχοντας ήδη αποφασίσει πως, σε αντίθετη περίπτωση, θ’ αρνιόταν με θράσος οποιαδήποτε σχέση με την αποστολή του επίμαχου γράμματος –που, προφανώς, εκείνη μονάχα θα μπορούσε να έχει συγγράψει και αποστείλει• ωστόσο, η έλλειψη απτών αποδείξεων θα επέτρεπε, κατά πάσα πιθανότητα, μια βεβιασμένη αθώωσή της λόγω αμφιβολιών.

[Ο παραλήπτης, σε κάθε περίπτωση, δεν θα αποτέφρωνε την επιστολή. Δεν επρόκειτο, άλλωστε, περί ερωτικού σημειώματος. Κι εκείνος δεν ήταν πλέον έφηβος• δεν ήταν καν βέβαιη πως είχε υπάρξει τέτοιος στο παρελθόν, παρ’ όλο που οι αναμνήσεις της συνηγορούσαν, φυσικά, υπέρ αυτού του ενδεχομένου (το εξαιρετικό ανεπίγνωστο κάλλος, η άυλη σχεδόν σιλουέτα, οι δερμάτινες μπότες, ο θόρυβος από τα μηχανάκια –αν και ο τελευταίος στοίχειωνε όλες συλλήβδην τις εφηβικές της αναμνήσεις, ασχέτως δηλαδή με τα εκάστοτε πρόσωπα, τώρα που το ξανασκεφτόταν, ήταν αυτός που στο μυαλό της ταξινομούσε συγκεκριμένα τμήματα μνήμης στην εν λόγω τρομερή περίοδο), και δεν αποκλείεται να ήταν όντως έτσι, να είχε δηλαδή προσωρινά απλώς βρεθεί, ενήλικας εξαρχής, μέσα στην πρόχειρη σκηνοθεσία μιας σκονισμένης εφηβείας με μακό μαύρο φανελάκι. Θυμόταν καθαρά τον εαυτό της να τρέχει πίσω του στα διαλείμματα του σχολείου, πανικόβλητη από έρωτα, δίχως αίμα, με το λιωμένο κραγιόν και τα τσιγάρα στην κωλότσεπη, υπνωτισμένη απ’ τις ηλεκτροφόρες σιωπές του, τη διαρκή απειλή συμπαντικής συντέλειας που τον περιέβαλλε, ντοπαρισμένη από την κατά τα φαινόμενα αδιαφορία του, απροσμέτρητα δυστυχής, κι απελπισμένη με την γνήσια απελπισία των δεκαέξι χρόνων –δεν αποφάσισε ποτέ, αν επιθυμούσε περισσότερο να πεθάνει η ίδια ή να τον σκοτώσει.]

Ήταν παρήγορο, εννοείται, που εν τέλει είχε βρεθεί γι’ αυτήν μια κάποια εναλλακτική διέξοδος, που μπορούσε να σκέφτεται ασφαλώς θα μπορούσα μετά από κάθε τηλεφώνημα• είχε βρει μάλιστα τον παλαιό αεροπορικό φάκελο, τον κρατούσε με φροντίδα σ’ ένα συρτάρι του γραφείου της, άγραφο• αν μη τι άλλο θα μπορούσε στο μέλλον, και όταν πλέον η αναγκαιότητα των επιστολών θα είχε εξαλειφθεί, να τον παρουσιάσει ως τεκμήριο των προθέσεών της –ήλπιζε, ωστόσο, πως μέχρι τότε το ζήτημα θα είχε απλώς ξεχαστεί.


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

επιστολή


«Επιτέλους, δεν σου ζητώ παρά ένα γράμμα. Και, σου ’χω πει χίλιες φορές, είναι η τελευταία –καταλαβαίνεις; – η τελευταία μου ευκαιρία να λάβω ένα.»

Καταλάβαινε, φυσικά. Την προφανή απλότητα του αιτήματος, τη δικαιολογημένη αγανάκτηση για την επί μακρόν αδιαφορία από μέρους της, την πιθανολογούμενη μη αναστρέψιμη βλάβη.

Θα μπορούσε (σκεφτόταν, τερματίζοντας παρ’ όλα αυτά τη συνδιάλεξη δίχως ίχνος ταραχής) ένας κακοπροαίρετος νους να προσάψει μια κάποιαν αυθαιρεσία στο τελευταίο τμήμα του ισχυρισμού, συγκεκριμένα στη βεβαιότητα με την οποία διατυπωνόταν αυτό το περί «τελευταίας ευκαιρίας», θεωρώντας δεδομένο ένα (κατ’ ανάγκην υποθετικό, σκεφτόταν, και πάλι δίχως ταραχή) μέλλον, από το οποίο θ’ απουσίαζε οποιαδήποτε υπόνοια αλγεινής απόστασης· διότι ένα γράμμα προϋποθέτει, ως γνωστόν, μιαν ελάχιστη απόσταση μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη, απόσταση που να υπαγορεύει την συγγραφή, αποστολή και ανάγνωση του γράμματος, αλλιώς η όλη υπόθεση στερείται, προφανώς, ενδιαφέροντος· συνεπώς, το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής επιστολής προϋπέθετε έναν μελλοντικό χωρισμό τους ο οποίος, όμως, δεν θα προέκυπτε ποτέ (είχε εκείνος αποφασίσει) ή, αν τέλος πάντων προέκυπτε (είχε εκείνη αποφασίσει) τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα δεν θα επιβίωναν του γεγονότος ώστε να ανταλλάσσουν επιστολές.

Δεν καταλάβαινε, μονάχα, για ποιον ακριβώς λόγο επρόκειτο περί ευκαιρίας, και μάλιστα για τον συγκεκριμένο άνθρωπο, που είχε, όπως ήξερε καλά, συνειδητά και βαθύτατα περιφρονήσει αλληλογραφίες, ακόμη και ανταλλαγές τηλεφωνικών αριθμών, σ’ όλους ανεξαιρέτως τους αξιομνημόνευτους τουλάχιστον χωρισμούς της μέχρι τότε ζωής του, και ήταν αρκετοί, δεν θα είχε νόημα, έλεγε, αφού έφευγα· κρατούσε μόνο κάποιο –παράδοξο, συνήθως– θυμητικό, ένα κασκέτο, ένα σκίτσο, μια καθ’ όλα αδιάφορη φωτογραφία, σ’ ένα συρτάρι που ποτέ σχεδόν δεν άνοιγε· βάσιμα υπέθετες πως δεν θυμόταν, μα σε στιγμές εντελώς τυχαίες ξεχύνονταν τα ονόματα, οι περιγραφές, αναμνήσεις τρομακτικής ομολογουμένως λεπτομέρειας, και δεν ήξερες πια τι να υποθέσεις· αλλά επρόκειτο, ασφαλώς, για άτομο για το οποίο κάθε υπόθεση καθίστατο εξ ορισμού εξαιρετικά επίφοβη.

Ωστόσο, το θέμα εν προκειμένω ήταν η ίδια η επιστολή, που έπρεπε (επιβαλλόταν, κατά τα φαινόμενα) να υπάρξει, μα ήταν αδύνατο, κι εκείνη δεν ήξερε γιατί, ή πάντως δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει, όχι τουλάχιστον με πειστικά επιχειρήματα, ουδείς (και σίγουρα όχι εκείνος) δεν θα την πίστευε αν έλεγε μου λείπουν οι λέξεις· ήταν γνωστό σ’ όσους την ήξεραν πως οι λέξεις ήταν πάντα με το μέρος της, τα μακροσκελή κείμενα παντός είδους ήταν σαφώς η ειδικότητά της, έχοντας στην πορεία του χρόνου εξασφαλίσει γι’ αυτήν ένα πλήθος ετερόκλητων όσο και αμφιλεγόμενων επιτευγμάτων: αρχικά, τη σχολική της πρόοδο· αργότερα, τον γνήσιο τρόμο επιλεγμένων απροσάρμοστων εφήβων, εξαιρετικού ή όχι κάλλους, που έκαιγαν (ήταν βέβαιη) αμέσως μετά την πρώτη ανάγνωση τα ερωτικά της σημειώματα, σοφά προνοώντας για ένα ενήλικο μέλλον στο οποίο η ανάμνηση και μόνο της πιθανότητας να υπήρξαν κάποτε αποδέκτες ενός τόσο εξωφρενικού αισθήματος θα ισοδυναμούσε, το δίχως άλλο, με όψιμη μεν, αλλά ισόβια καταστροφή· την είσοδό της κατόπιν στο πανεπιστήμιο και, ακόμη πιο μετά, την εξασφάλιση της εργασίας της· κατά καιρούς, την αμφίβολη επιδοκιμασία διαφόρων (σχετικών ή άσχετων) που αρέσκονταν να την χαρακτηρίζουν σε σχετικές συζητήσεις με κωμικούς προσδιορισμούς όπως ενδιαφέρουσα ή ταλαντούχα, κάποτε και με το άκρως τρομακτικό υποσχόμενη.

Δεν έλεγε, λοιπόν, τίποτα. Δεν επιχειρούσε να δικαιολογηθεί, δεν υποσχόταν, δεν απέκλειε ρητά. Αρνιόταν όμως, στην πράξη, και μάλιστα για κάτι τόσο απλό φαινομενικά, στο κάτω-κάτω, γνώριζε καλά πως το επίμονο αίτημα δεν είχε προεκτάσεις, δεν υπήρχε καμιά συγκεκριμένη απαίτηση σχετικά με το περιεχόμενο της επιστολής, θα μπορούσε επομένως να γράψει κάτι εξαιρετικά ανώδυνο, δύο-γραμμές ίσως ή τρεις, τι κάνεις, μου λείπεις, σε περιμένω, ελπίζω να είσαι καλά, κάτι τέτοιο, ή κάτι ακόμη πιο εύκολο, μια τυχαία παράγραφο από ένα τυχαίο βιβλίο, ο,τιδήποτε, άλλωστε ποτέ δεν θα γινόταν συζήτηση επ’ αυτού, το ήξερε, αλλά και πάλι δεν το έκανε, δεν ήξερε γιατί, ή πάντως δεν θα μπορούσε να το εξηγήσει, όχι τουλάχιστον με πειστικά επιχειρήματα, ουδείς (και σίγουρα όχι εκείνος) δεν θα την πίστευε αν έλεγε μου λείπει η προσφώνηση, διότι βέβαια η προσφώνηση δεν θα μπορούσε να παραληφθεί, μα είναι το λιγότερο γελοίο αυτό που λες, θα έλεγαν όλοι, και πρώτα εκείνος, θα μπορούσε απλώς να γράψει το όνομά του, ασφαλώς και θυμόταν το όνομα, μ’ ένα μου ας πούμε στο τέλος, ή έστω μια ρετρό αισθηματική κλητική, πολυαγαπημένε μου, ας πούμε, ή κάτι παρόμοιο, ή μωρό μου ή, εναλλακτικά, κάτι πιο ερωτικό, που οι άλλοι πιθανώς θα ονόμαζαν χυδαίο, αλλά οι άλλοι δεν είχαν σημασία, υπήρχαν τέλος πάντων τόσες επιλογές, αλλά δεν μπορούσε· κι έτσι αρνιόταν, για πρώτη φορά, σιωπηρά, με πείσμα· αυτή που, προκειμένου για εκείνον, συμμορφωνόταν (με νοσηρή σχεδόν εμμονή) σε κάθε εντολή, ικανοποιούσε κάθε αίτημα, διατυπωμένο ή υπονοηθέν, ακόμη κι όσα είχαν εκφραστεί με την πλέον ελαφρά διάθεση (δεν είχε ξαναφορέσει, ας πούμε, παντελόνι, απ’ όταν της είπε, αστειευόμενος περίπου, πως οι γυναίκες θα έπρεπε να φορούν μονάχα φουστάνια, γιατί του άρεσαν περισσότερο· δεν φορούσε πλέον ακόμη και απόντος εκείνου, σκεπτόμενη πως, αν την έβλεπε, το φόρεμά της θα του άρεσε περισσότερο και, ιδίως, πως θα καταλάβαινε πως για εκείνον μόνο το είχε φορέσει, ασχέτως που δεν υπήρχε περίπτωση να την δει, ή να καταλάβει, και που πιθανώς θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα τον ενδιέφερε πραγματικά, το τι φορούσε δηλαδή ή δεν φορούσε εκείνη και γιατί)· αυτή, που θα μπορούσε κάλλιστα να του ταχυδρομήσει ένα κομμάτι σάρκας, αν της το ζητούσε, κι ανησυχώντας για ένα πράγμα μόνο, αν δηλαδή εκείνος θα έβρισκε στο μέλλον την ουλή της αποκρουστική.

Και το εκκρεμές αίτημα πολλαπλασίαζε την αγωνία, που εκτεινόταν πλέον, πέραν της απεχθούς διάρκειας του χωρισμού, και στην ορατή ημερομηνία λήξης του, καθώς το πέρας της διάστασης θα ισοδυναμούσε και με απώλεια της ευκαιρίας, για όποιο λόγο κι αν εθεωρείτο τέτοια, και γνώριζε πως δεν θα της το συγχωρούσε, ούτε κι εκείνη θα το συγχωρούσε στον εαυτό της, και πως οι λέξεις, έχοντας λιποτακτήσει σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή θα όφειλαν, το λιγότερο, να την εγκαταλείψουν δια παντός.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Ναυαγοσώστες, τατουάζ, η Φρουτοπία και ο τρόμος




Είναι πλέον δεδομένο: το σύμπαν εργάζεται ακούραστα προς την κατεύθυνση του να με κάνει να φουντάρω ή, έστω, να φορέσω το άσπρο συνολάκι με τα μακριά μανίκια που λέει και η Μ –κι εμένα, δυστυχώς, δεν μου πάνε καν τα λευκά, και στο δημαρχείο με μαύρο θα πάω, άντε μπλε-μωβ το πολύ, και θα πέσουν δυο-τρία εγκεφαλικά εννοείται από το σόι του γαμπρού αλλά τι να κάνουμε, αυτό βέβαια είναι θέμα άλλου ποστ, με τίτλο είμαι-μια-κότα-και-μισή-και-θέλω-γάμο-τώρα-τώρα-ΤΩΡΑ, αλλά μη με κάνετε να ξεφεύγω από το θέμα μου, προσπαθώ να σας πω για τη συνωμοσία του σύμπαντος εναντίον μου.

Λοιπόν. Δεν μου φτάνει η τρέλα που κουβαλάω από μοναχή μου, η προϊούσα αγαμία που έχει κάνει τον εγκέφαλό μου πουρέ, ο κακοήθης όγκος στην κύστη του Dave που με κάνει να λιώνω από τύψεις (δεν μου το βγάζετε από το κεφάλι ότι τον μάτιασα λόγω της ανελέητης καύλας που αποπνέει), το καινούριο cd του Bryan που έδωσε σε μένα φρέσκο λόγο κατάθλιψης και στους γείτονές μου νέα πειστήρια περί της παράνοιάς μου (την έχω καταβρεί να τραγουδάω στο μπάνιο in a bag you will be before the day is over), ήρθαν και οι πρόσφατες επαγγελματικές ανησυχίες των κολλητών μου να αποτελειώσουν το ήδη φλέγον υπαρξιακό μου.

Να σας εξηγήσω. Ναι, είμαι πολύ χαρούμενη που μπήκα στο δημόσιο, μην τρελαθούμε. Η πίστη μου βγήκε στο διάβασμα για να πω ότι θα έχω, αν όχι πολλά φράγκα, τουλάχιστον μια κάποια εργασιακή ασφάλεια, ένα νορμάλ ωράριο κλπ. Εξάλλου, τα ’χουμε ξαναπεί, στη δικηγορική θα ταίριαζα όσο κι ο Καρβέλας στο γνωστό άθλιο άσμα. Θα μου πείτε τώρα, και ταιριάζεις δηλαδή σε δημόσια υπηρεσία; Ε, τέλος πάντων, εκεί τουλάχιστον έχω λιγότερους περιορισμούς, και περισσότερο δημιουργικό ελεύθερο χρόνο. Όπως και να ’χει, δεδομένων των επιλογών που είχα στην πεζή πραγματικότητα [που σαμπόταρε, η ρουφιάνα, τα φιλόδοξα εναλλακτικά μου σχέδια α)να κατακτήσω τον πλανήτη, β)να κάνω καριέρα στη μαφία ως σύζυγος ενός άλλου Andy Garcia, γ)να γίνω νταλικέρης στην Αμερική και να οδηγώ μερόνυχτα σε αχανείς δρόμους με το in the death car στο τέρμα, ή δ)στη χειρότερη περίπτωση, να εξελιχθώ σε ροκ σταρ παγκοσμίου φήμης και να τα κονομάω τρελά ενώ οι θαυμαστές μου θα με αποθεώνουν μέχρι τα εξήντα μου, οπότε και θ’ αποσυρθώ στην Καραϊβική μαζί με δυο-τρεις εικοσάχρονους μαροκινούς για παρέα], μια χαρούλα ευχαριστημένη είμαι.

Αλλά, πώς να το κάνεις, είναι κάτι στιγμές που στη βαράει –το πρωί ας πούμε, εκεί που βάζεις κραγιόν μπροστά στον καθρέφτη, και περνάει αιφνιδιαστικά από το μυαλουδάκι σου (τυπωμένη σε υπηρεσιακό έγγραφο, για να ’χουμε και σωστή σκηνοθεσία) η φράση «είμαι δημόσιος υπάλληλος». Και σου ’ρχεται, όσο να ’ναι, ένα μίνι εγκεφαλικό, μια τάση έστω να ουρλιάξεις, όχι απαραίτητα από φρίκη, αλλά τουλάχιστον από έκπληξη, που πρόλαβες και τα τακτοποίησες όλα τόσο ωραία από τόσο νωρίς, μετά σκέφτεσαι, είναι όντως νωρίς ή όχι, μετά κολλάς τη μούρη σου στον καθρέφτη να βεβαιωθείς μαζοχιστικώς πως ναι, όντως ψιλοφαίνεται αυτή η σκατορυτίδα αριστερά στο στόμα σου το πρωί, λες δε γαμιέται, αλλά ακόμη θέλεις να ουρλιάξεις, και δεν μπορείς γιατί οι υπόλοιποι κοιμούνται, άσε που κατά βάθος δεν έχει και νόημα, καλωδιώνεσαι τουλάχιστον με το Marilyn να ουρλιάζει στα αυτιά σου μέχρι να φτάσεις Ταύρο, κατεβαίνεις από το τραίνο συμφιλιωμένη με την ιδέα (και του δημοσίου, και της ρυτίδας), κλείνεις το Marilyn μπαίνοντας στο κτήριο για ν’ αρχίσεις τις αναγκαίες καλημέρες, και είναι όλα οκ.

Με παρακολουθείτε; Πάνω, λοιπόν, που τα σκέφτεσαι όλα αυτά τα όμορφα, σου έρχεται από την Κρήτη το προσφιλέστατο τέρας, ανήκον στην ούτως ή άλλως εξωτική για σένα συνομοταξία των μαθηματικών, και σου λέει το υπέρτατο, ότι σκοπεύει να πάρει δίπλωμα ναυαγοσώστη. Σ’ ακούει όλο το βαγόνι να χτυπιέσαι από τα γέλια με το καταπληκτικό αστείο, μετά συνειδητοποιείς ότι μιλάει σοβαρά, προβάρεις νοερά την απύθμενου σουρεαλισμού φράση «ο κολλητός μου είναι ναυαγοσώστης», ξαναχτυπιέσαι από τα γέλια, εν τέλει το χωνεύεις, άλλοι ζούνε με το ένα πόδι στο Baywatch κι εγώ, ναι, εγώ, έγινα δημόσιος υπάλληλος.

Θα μου πείτε τώρα πάλι, και τι ήθελες, να γίνεις κι εσύ ναυαγοσώστης; Που, εντάξει, κολυμπάς μεν, αλλά άμα δεις κανένα μπαρμπούνι νομίζεις ότι είδες καρχαρία και σε τραβάνε έξω μισοπνιγμένη να βγάζεις νερά από τη μύτη; Όχι βέβαια. Τότε; Δεν ξέρω. Υποθέτω ζηλεύω που κάποιος σκέφτηκε να γίνει ναυαγοσώστης μετά τα 25 του, και που το βρίσκει παντελώς νορμάλ, και που εμένα τα πιο extreme του βιογραφικού μου είναι μια ερασιτεχνική συμμετοχή σε μπάντα της κακιάς συμφοράς και κάτι σκουλαρίκια που επιμένω να κρατάω ίσα-ίσα για να μου τη λένε στη δουλειά.

Και πάνω που προσπαθείς να εμπεδώσεις την ιδέα της ναυαγοσωστικής, έρχεται το χαρισματικό πλάσμα και σου λέει ότι ετοιμάζεται για καριέρα στα tattoo (άντε, κοριτσάρα, να χτυπήσεις ένα και σε μένα κάποτε), οπότε φυτρώνουν άλλα τρία κεφάλια στο υπαρξιακό σου, ιδίως αν προσθέσεις το γεγονός ότι η Luthien δεν πρόλαβε καν, ηλικιακά, τη Φρουτοπία.

Καταλάβατε; Και το μοναδικό μου αντίδοτο στον τρόμο χίλια τόσα χιλιόμετρα μακριά, και το μαλλί του, μισό μέτρο καταρράχτης, σ’ ένα κουτί με ναφθαλίνη στη ντουλάπα μου.

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

όχι, δεν γλιτώσατε




Καλέ, ήρθε όντως για τα καλά η άνοιξη! Ποια άνοιξη, δηλαδή, το καλοκαίρι κοντεύει να μπει στη λίμνη κι εγώ, χαμένη στη μιζέρια μου, δεν το κατάλαβα. Φουντώσανε τα χορτάρια, τα βατραχάκια κοάζουν, οι ακρίδες προπονούνται για την επόμενη Ολυμπιάδα κι εγώ εκεί, χαμπάρι! Ο Νάρκισσος, εννοείται, μια χαρούλα την περνούσε τόσον καιρό χωρίς την ενοχλητική αφεντιά μου, μουλιάζοντας μακάριος στο γαλαζοπράσινο βασίλειό του. Νομίζω σπάστηκε λιγάκι που ξαναγύρισα, και μάλιστα έτσι αιφνιδιαστικά. Πέταξε από την έκπληξη το Hawaiian Tropic του (ναι ρε, ποιος σας είπε ότι οι πνιγμένοι δεν καίγονται;), πετυχαίνοντας μάλιστα κατακέφαλα ένα διερχόμενο γυρίνο, τον οποίο δεν μπορέσαμε δυστυχώς να σώσουμε, παρά το παρατεταμένο CPR. «Αιωνία του η μνήμη», δήλωσε (λιγάκι αδιάφορα, είναι η αλήθεια) ο Νάρκισσος –αν κι εγώ, για να είμαι ειλικρινής, δεν πολυκατάλαβα γιατί είναι πρόβλημα ένας πρόωρα σπαζοκεφαλιασμένος γυρίνος σε μια λίμνη που, ούτως ή άλλως, κυκλοφορεί ένας all-time-classic κατάνεκρος, αλλά τέλος πάντων. «Αμήν», είπα, έτσι για να πω κάτι, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στους σαφέστατα βελτιωμένους κοιλιακούς του Νάρκισσου, που πρέπει όσο έλειπα να το έριξε και στο fitness λόγω εποχής. «Ξεκόλλα το μυαλό σου, ρε!», με πήρε από τα μούτρα εκείνος. «Εντάξει, είπαμε, το ’χεις χάσει από τη στέρηση, αλλά αυτό, κούκλα, λέγεται νεκροφιλία!» Κιτρίνισα, πρασίνισα, σαν τα νερά ένα πράγμα, πήγα κάτι να πω για να το σώσω, αλλά ο Νάρκισσος έσκασε στα γέλια και δεν πρόλαβα. «Εγώ φταίω, αχάριστο πλάσμα, που ψάχνω τόσον καιρό να βρω ποιος σ’ έπνιξε», παραπονέθηκα, μόνο και μόνο για να εισπράξω ένα δεύτερο κύμα γέλιου. «Στ’ αρχίδια μου ποιος», μού πέταξε ωραίος και ανέμελος πριν ξαναβουτήξει, παρατώντας με σύξυλη στην όχθη.

Λοιπόν, καλώς σας βρίσκω, μου λείψατε. Όπως ήδη θα διαπιστώσατε, αν για κάθε ημέρα στο στρατό ο καλός μου χάνει (κατά τα λεγόμενά του) 2 μονάδες IQ λόγω περιβάλλοντος, εγώ σίγουρα χάνω καθημερινά 2 μονάδες από την αντίστοιχη κλίμακα της ψυχικής ισορροπίας. Κοινώς ναι, είμαι πιο σαλταρισμένη απ’ ό, τι με θυμάστε, αν με θυμάστε, σε κάθε περίπτωση πάντως σας προειδοποιώ για να εγκαταλείψετε εγκαίρως τη σελίδα, αν δηλαδή δεν το έχετε ήδη κάνει.

Και ναι, γύρισα –τι περίεργο!– για να γκρινιάξω. Να παραπονεθώ, να κλαφτώ, να κάνω αυτό το παρατεταμένο εκνευριστικό «μμμμμμμμμμμμμμμ!!!!» σαν τα τρίχρονα που μόλις τους έπεσε το παγωτό τους, να πω «γιατί σ’ εμένα ρε πούστη μου», να κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να σκάσω, να παρακαλέσω κάποιον να μου κάνει πατ-πατ, όλα αυτά. Αναρωτιέστε τι έχω; Μην ανησυχείτε. Βασικά, δεν έχω τίποτα.

Ας ξεκινήσουμε από το κυριότερο: ΔΕΝ ΕΧΩ άντρα. Έχω δηλαδή, αλλά εκεί που είναι, πώς το λένε, δεν πιάνεται. Θα έλεγα ότι έχω εραστή δι’ αλληλογραφίας (που είναι και ρομαντικό, έστω κι αν δεν χουφτώνεται), αλλά επειδή μιζέριασα τόσο που δεν μου βγαίνει να του γράψω, δεν έχω ούτε απ’ αυτό. Θα έλεγα ότι έχω εραστή διά τηλεφώνου, αλλά έχει πάντα τόσους μουρλούς να ουρλιάζουν για διάφορους λόγους γύρω του την ώρα που μιλάμε, που ούτε τηλεφωνικό σεξ δεν μπορούμε να κάνουμε, γιατί θα καταντήσει το λιγότερο παρτούζα, και μάλιστα θορυβώδης. Θα έλεγα ότι έχω μια ευκαιρία να ανακαλύψω τουλάχιστον τη μαγεία του cybersex, έστω του cyber-foreplay, όταν κατά τύχη βγει και πάει σε κανένα internet café, αλλά είμαι τόσο γκαντέμα που, μια φορά που με διαβεβαίωσε ότι καθόταν σε απόμερο τραπεζάκι όπου κανείς δεν έβλεπε την οθόνη του και προσπάθησα (με κίνδυνο φυσικά να πάθω λουμπάγκο) να βγάλω μισή γάμπα στην κάμερά μου, πέρασαν ακριβώς εκείνη τη γαμημένη στιγμή τρεις φαντάροι από πίσω του, είδαν το ψήγμα της γάμπας (προτού με πιάσει η –άσχετη με τους φαντάρους– κράμπα και γκρεμοτσακιστώ σχεδόν από την καρέκλα μου) κι άρχισαν να ουρλιάζουν «μαλάκες τρέξτε, έχει μία που δείχνει μπούτια», με αποτέλεσμα αφ’ ενός να με βρίζει ο καλός μου τρεις μέρες, αφ’ ετέρου να ρεζιλευτώ παντελώς (έστω και ανώνυμα) στη μισή βορειοανατολική Ελλάδα.

Το τόσο παρατεταμένο «δεν-έχω-άντρα», δε, έχει καταλήξει σε ένα γενικότερο τρομακτικό «δεν-έχω-libido» ή αλλιώς «μεταμορφώθηκα-σε-μουλάρι» αίσθημα, το οποίο αδυνατούν πλέον να αντιμετωπίσουν ακόμη και οι δραστικότερες των μεθόδων, όπως το να περάσω σε fast-forward όλες τις ταινίες του Jean Claude Van Damme (ναι, εξαιρουμένων των 2 όπου ΔΕΝ δείχνει τον κώλο του) μέχρι να φτάσω στην επίμαχη γυμνή σκηνή. Σκεφτείτε ότι δεν γουστάρω καν να δω για χιλιοστή εξηκοστή πέμπτη φορά το Rambo first blood, βαριέμαι να ξαναδώ την πάλαι ποτέ λατρευτή μου πασαρέλα σιδεροδέσμιων μαναριών Oz, και αποφεύγω να κοιτάξω τη συλλογή από φωτογραφίες του Jonathan Rhys Meyers γιατί φοβάμαι πολύ ότι θα πω «έλα μωρέ, είναι ολίγον τι φλώρος».

Συνεχίζω. ΔΕΝ ΕΧΩ ρούχο να βάλω, γιατί έχει γεμίσει ο τόπος με σιχαμένα θεόκοντα τσίτια ή αθλιο-ντεκολτέ «σφηκοφωλιά» (μπλιααααααχ) τα οποία αρνούμαι εκ πεποιθήσεως να αγοράσω, με αποτέλεσμα να γυρνάω σαν το κοράκι μες στον ήλιο με τα αρχαία μαύρα φουστανάκια μου (που τουλάχιστον, επιμένω για να παρηγορηθώ, θυμίζουν φουστάνια και όχι αφοδράριστα συνολάκια του λουκ μόλις-με-βίασαν-και-πάω-στο-τμήμα-για-κατάθεση). ΔΕΝ ΕΧΩ νορμάλ τρόπο να μετακινηθώ, γιατί έχουν κλείσει λόγω έργων όλοι σχεδόν οι σταθμοί του ΗΣΑΠ που με εξυπηρετούν, και ο μοναδικός που έμεινε είναι πάντα τόσο πήχτρα που μοιραία κινδυνεύω κάθε φορά να κατέβω στον προορισμό μου έγκυος και να μην το έχω καταλάβει κιόλας. ΔΕΝ ΕΧΩ καν τη γάτα πια μαζί μου στο κρεβάτι, γιατί μπήκε ανάμεσά μας ένα σιχαμένο καλαθάκι που κάναμε το λάθος να βάλουμε σε μια γωνιά του δωματίου μου, και το οποίο η γάτα λάτρεψε και κοιμάται μονίμως εκεί, παρά τα ικετευτικά «ψι-ψι-ψι» και τις υποσχέσεις μου για ολονύχτιο σούπερ-μασάζ που επαναλαμβάνω μάταια κάθε βράδυ μπας και τη συγκινήσω…

ΔΕΝ ΕΧΩ καν να λέω ότι είδα live το Gahan, αφού ο ηλίθιος βρήκε να τεζάρει, ως γνωστόν, ανήμερα της συναυλίας, και μείναμε με το εισιτήριο (πώς λέμε με το πουλί) στο χέρι και με τη φευγαλέα ανάμνηση του κώλου-έργου τέχνης να κουνιέται ανά τέταρτο στη γιγαντοοθόνη. Το μόνο που αποκόμισα από τη μη-συναυλία ήταν ένα γενναίο βράχνιασμα (αφού μια ώρα τουλάχιστον πριν φάμε την ήττα της ακύρωσης έπεφτε σύρμα από τους μπροστινούς ανά πεντάλεπτο και ουρλιάζαμε κι εμείς σαν αφιονισμένα στην ιδέα ότι θα βγουν) κι ένα παρ’ ολίγον στραμπούληγμα αστραγάλου γιατί, χαριτωμένη καθώς είμαι πάντα, κόντεψα να τσακιστώ στην προσπάθειά μου να βγω από το terra vibe ισορροπώντας ανεπιτυχώς πάνω στη ριγμένη καγκελόπορτα. Ευτυχώς που βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος και με μάζεψε πριν σκοτωθώ με το πόδι σφηνωμένο ανάμεσα στα κάγκελα, αν και με κοίταξε με τόσο οίκτο που καταρρακώθηκε η γυναικεία μου αυτοπεποίθηση μέχρι το 2012, αλλά τέλος πάντων.

Για να μην επεκταθώ στα διαχρονικότερα «δεν έχω» μου, όπως βυζιά, συγκρότημα να βασανίζω, ελπίδα να γίνω dj, υπομονή ν’ αντέξω τη βλακεία του κόσμου, προζάκ όταν τα χρειάζομαι, πιθανότητα να με συμπαθήσει η πεθερά μου, τη δυνατότητα να δολοφονήσω τα ¾ του ελληνικού «μουσικού» στερεώματος χωρίς να πάω φυλακή, και τα λοιπά και τα λοιπά.

Αυτά για σήμερα, συν το τραγουδάκι που, όπως θα καταλάβατε, με εκφράζει αυτή τη στιγμή απόλυτα. Α, και για να ανανεωθούμε λίγο, μια πιο φλοράλ εικονίτσα πνιγμού, έτσι βρε για να σας φτιάξω τη μέρα…



Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

μου τη δίνει



Με μια μικρή καθυστέρηση, ανακάλυψα την πρόσκληση της Luthien να σας πω 5 πράγματα που μου τη δίνουν.

Περιττό να σας πω ότι με πετυχαίνετε στην πλέον εμπνευσμένη στιγμή για να βγάλω τη γκρίνια και τη μιζέρια μου προς τους πάντες και τα πάντα, μιας και τυχαίνει να υποφέρω από όλα τα σχετικά σύνδρομα συγχρόνως: προεμμηνορροϊκό, Α.Π.Π.Α. (για τους μη γνωρίζοντες, Αναγκαστική Περίοδος Παρατεταμένης Αγαμίας, την παραμεθόριό μου μέσα), έλλειψη ελεύθερου χρόνου, άγχος για εξετάσεις (ναι, πάλι, μερικά πράγματα δεν τελειώνουν ποτέ), μίνι υπαρξιακό, και μερικά ακόμη που δεν είμαι σίγουρη για την προέλευση και την ονομασία τους, έχουν πάντως απτά αποτελέσματα στο ούτως ή άλλως εύθραυστο νευρικό μου σύστημα.

Φορέστε όλοι τα κράνη σας, ξεκινάμε:

1. Τα καλώδια του mp3 και του handsfree μου που, παρά τις δραματικές μου προσπάθειες να τα τυλίγω σωστά, επιμένουν να μπλέκονται δέκα φορές την ημέρα σε κόμπους, φιόγκους, γόρδιους δεσμούς και λοιπά διαστροφικά συμπλέγματα, με αποτέλεσμα να περνάω περισσότερο χρόνο προσπαθώντας να τα ξεμπλέξω μέσα στο βαγόνι του ηλεκτρικού απ’ όσο τελικά ακούω μουσική ή μιλάω στο κινητό. Επίσης, τα καλώδια των mp3 και των handsfree όλων των άλλων συνεπιβατών μου που, με κάποιο μυστηριώδη τρόπο, παραμένουν εκνευριστικά τακτοποιημένα, με αποτέλεσμα να είμαι πάντα η μόνη ηλίθια που προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεμπλέξει τα δικά της, δίνοντας ταυτοχρόνως ένα μάταιο αγώνα να μην τσακιστεί σε κάθε σταμάτα-ξεκίνα του συρμού. Επίσης, η άκρως σαδιστική εμμονή των ίδιων πάντα καλωδίων να μπλέκονται (αφού τέλος πάντων έχω καταφέρει να τα ξεμπλέξω και να τα βάλω στα αυτιά μου) στα μαλλιά, τα σκουλαρίκια, τα κασκόλ και τους γιακάδες μου, και οι συνακόλουθες απέλπιδες προσπάθειές μου να τα βγάλω από πάνω μου χωρίς να ξεμαλλιαστώ ή να στραγγαλιστώ όταν φτάνω στη δουλειά.

2. Το καταραμένο φως των δοκιμαστηρίων, που για κάποιο άγνωστο λόγο μετατρέπει τα ίχνη κυτταρίτιδας στον κώλο μου σε σεληνιακή επιφάνεια που εκτείνεται μέχρι τα γόνατά μου, και τα τρία αμελητέα σπυράκια στη μούρη μου σε άπειρες φρικτές κοκκινίλες που βγάζουν μάτι. Με αποτέλεσμα να μπαίνω μέσα στη χαρά και την αυτοπεποίθηση να προβάρω το υπέροχο φουστάνι μου, και να βγαίνω πλήρως καταρρακωμένη, με σαφείς τάσεις αυτοκτονίας και διερωτώμενη πώς δεν ξερνούσαν οι περαστικοί στη θέα μου όση ώρα περπατούσα στο δρόμο αγνοώντας πως είμαι τελικά ένα τέρας της φύσης. Εννοείται ότι το φουστάνι το έχω σουτάρει με μια μελοδραματική κίνηση στην έκπληκτη υπάλληλο κατά την άτακτη φυγή μου από το δοκιμαστήριο.

3. Τα forward mail. ΌΛΑ τα forward mail. Όχι, όχι μόνο τα απύθμενης μαλακίας που απειλούν ότι θα προσγειωθεί μια αγελάδα στο κεφάλι μου ή θα με βιάσουν εξωγήινοι αν δεν τα προωθήσω. Ναι, και αυτά που σας φάνηκαν τόσο απίστευτα αστεία, συγκινητικά, ενδιαφέροντα ή πετυχημένα που δικαίως ίσως θεωρήσατε ότι θα ήθελα κι εγώ να τα δω. Μισώ τα forward mail από πεποίθηση. Τα μισώ γιατί βλέπω αυτό το γαμημένο νούμερο στο inbox και μπαίνω σαν μαλάκας περιμένοντας να διαβάσω κάποιο τέλος πάντων μήνυμα που να με αφορά ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ και που το έστειλε κάποιος για να πει κάτι σε ΜΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ. Και όχι, δεν γουστάρω ανά πάσα στιγμή να δω φωτογραφίες υφάλων ή κροκοδείλων, να διαβάσω για τη διεθνή αμνηστία, να μάθω ποια από τα γιαούρτια που τρώω είναι μεταλλαγμένα, να μεταδώσω το μήνυμα της πρόληψης του καρκίνου του μαστού, να βρω το παιδάκι που απήχθη στη Νότια Κορέα ή να γελάσω με το χι ηλίθιο ανέκδοτο. Δε θέλω, ρε παιδί μου, δε θέλω, ΔΕ ΘΕΛΩ.

4. Οι ομπρέλες. Οι δικές μου πρωτίστως, και εν συνεχεία και όλου του υπόλοιπου πλανήτη. Οι δικές μου γιατί είναι όντα ύπουλα, μνησίκακα, επικίνδυνα και, κυρίως, άχρηστα. Κατ’ αρχάς, μου μαγκώνουν το δάχτυλο (άγνωστο πώς) όποτε πάω να τις ανοίξω. Μετά που τις ανοίγω, διαπιστώνω πάντα ότι είναι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ξεχαρβαλωμένες (ναι, ακόμη κι όταν πήρα ΕΠΙΤΟΥΤΟΥ την ηλίθια εμπριμέ ομπρέλα φεύγοντας επειδή πίστευα ότι είναι σε καλή κατάσταση κι ότι δεν θα ρεζιλευτώ πάλι κρατώντας μια ομπρέλα που κάνει κούρμπα προς τα πάνω αντί προς τα κάτω, που οι μισές της γωνίες έχουν ξηλώσει και το ύφασμα πετάει στον αέρα, ή που δεν κλείνει λόγω σπασμένου μηχανισμού και περπατάω μετά το πέρας της μπόρας με ένα παλούκι ένα μέτρο παραμάσχαλα). Όταν προσπαθώ να τις κλείσω, μου ξαναμαγκώνουν το (ήδη μαγκωμένο από το άνοιγμα) δάχτυλο. Μετά που (πιστεύω ότι) τις έχω κλείσει, ο γαμημένος αυτόματος μηχανισμός των πιο εξελιγμένων μοντέλων αποφασίζει να εκδηλώσει την επαναστατικότητά του και ανοίγει αιφνιδίως κάνοντας «παφ» την ώρα που εγώ στέκομαι αμέριμνη, με αποτέλεσμα όχι μόνο να κινδυνεύω να σκοτώσω το διπλανό μου αλλά και να κάνω μία μίνι πτήση στο πλάι μαζί με την ομπρέλα αλά Mary Poppins. Περιττό να πω ότι, σε κάθε περίπτωση, η χρήση της ομπρέλας αποδεικνύεται παταγωδώς μάταιη, αφού για κάποιο περίεργο λόγο τα καταφέρνω πάντα να βρέχομαι, ολικά ή τοπικά, κι αν παραδόξως την έχω γλιτώσει κι έχω παραμείνει στεγνή την ώρα που κλείνω την ομπρέλα, θα τα καταφέρω στάνταρ αφηρημένη να κολλήσω το μουσκεμένο σκατόπραμα στο μπούτι μου καθώς στέκομαι, και θα βραχώ τελικά χειρότερα απ’ ό,τι αν δεν είχα την ομπρέλα. Όσο για τις ομπρέλες των υπολοίπων, τις μισώ προφανώς γιατί είναι τόσο άκακες, συνεργάσιμες και αποτελεσματικές στα χέρια όλων των άλλων.

[Περιττό να διευκρινίσω ότι οι σκατοομπρέλες κάνουν κόμμα με τα σκατοκαλώδια (βλ. αριθμός 1) με αποτέλεσμα να μπλέκονται μεταξύ τους και να δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τη ζωή μου. Η σιχαμένη συνεργασία τους με φέρνει συνήθως στην εντελώς pathetic κατάσταση να προσπαθώ να ξεμπλέξω το handsfree από το αριστερό μου σκουλαρίκι, ενώ η ομπρέλα, την οποία προσπαθώ να ισορροπήσω μαγκώνοντάς τη μεταξύ του λαιμού και του δεξιού μου ώμου, γλιστρά και με χτυπά στο κεφάλι, κι ενώ φυσικά ο συνομιλητής μου με βρίζει γιατί το μικρόφωνο του handsfree έχει πέσει πολύ χαμηλά και δεν ακούει τίποτα.]

5. Η απροσδιόριστη, σιχαμένη, εμετική και γλοιώδης κατηγορία σύγχρονης ελληνικής μουσικής που καλείται συμπούρμπουλη «έντεχνο» και οι πάσης φύσεως οπαδοί της. Το φαινόμενο είναι πολυδιάστατο: ο κάθε χαμένος «στιχουργός» βγάζει τα παιδικά του ψυχολογικά τραύματα φλομώνοντας τον κοσμάκη με ποιητικίζουσες (μπρρρρ) κακότεχνες παπαριές και νομίζει ότι έγινε ας πούμε Τριπολίτης το λιγότερο. Ο ίδιος (ή κάποιος άλλος, αναλόγως) τις πακετάρει σε μια (στην καλύτερη περίπτωση) συμπαθητική μουσικούλα, κι έρχεται κι ένας (όχι απαραίτητα κακός) ερμηνευτής που κλαίει, σφίγγεται και βγάζει κορώνες προσπαθώντας να σώσει το μη δεκτικό σωτηρίας. Και φυσικά οι ακροατές παραληρούν κατασυγκινημένοι ανατριχιάζοντας με την «ποίηση» που φτάνει στ’ αυτιά τους. Και τα τυπάκια αυτά εξαπλώνονται σαν την πανούκλα, με το ανάλογο στυλάκι φυσικά (βλέπε και τι λέει η Luthien σχετικά, αν και εκείνη μάλλον θα με έδερνε αν άκουγε ποιους κατατάσσω ασυζητητί – είμαι ανελέητη, τι να κάνω– στην εν λόγω κατηγορία), κι ο κάθε κακομοίρης χαίρεται με την απείρου βάθους κουλτούρα και ποιότητα των ασμάτων τους, κι αδυνατεί να καταλάβει ότι κάτι ΔΕΝ είναι αυτοδικαίως ποιοτικό απλώς και μόνο επειδή δεν είναι ντιπ σκυλοποπ/σκυλολαϊκό, ή επειδή ο ερμηνευτής έχει αξιόλογη φωνή. Κι επειδή δεν θέλω να με περάσετε για φασίστα, εγώ πρόβλημα δεν έχω, καθένας ακούει ό,τι θέλει αλλά, σας ικετεύω, ονομάστε το κάπως αλλιώς και, κυρίως, ξεκαβαλήστε το καλάμι.


Εννοείται ότι ο κατάλογος της γκρίνιας δεν τελειώνει εδώ, αλλά λέω να σεβαστώ τους κανόνες του παιχνιδιού και να μην συνεχίσω επ’ άπειρον, γιατί ειδάλλως θα χρειαστώ περγαμηνή.

Κάνω πάσα να γκρινιάξουν, αν θέλουν, ο masterpcm, η stassa, και φυσικά η Μ που στάνταρ θα μεγαλουργήσει –αν και για την τελευταία παραπέμπω ούτως ή άλλως στο κορυφαίο (και εκτενέστατο)13 ή δεν είμαι το Google.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

deja vu


Κι έτσι ο χρόνος στρογγυλοποιήθηκε πλήρως, με την πανομοιότυπη επανάληψη να προηγείται της επιτυχούς αφομοιώσεως των παρελθόντων γεγονότων, ως επιμένων εφιάλτης ή συνέχεια κακόγουστου σήριαλ μετά από σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα.
Τουλάχιστον ήταν όλα γνώριμα πλέον, οι άσπροι θάλαμοι, η ατελείωτη αναμονή στους παγωμένους διαδρόμους, η εξευτελιστική αφαίρεση των προσωπικών αντικειμένων, ο ξανθός φαντάρος στο αναψυκτήριο, τα σωληνάκια που παραβίαζαν θρασύτατα το δέρμα, οι προβλεπόμενες ώρες εισόδου, οι αλλεπάλληλες κλήσεις των διαφόρων ενδιαφερομένων, το σκέτο ουίσκι ως αποτρεπτικό μιας καθ’ όλα ανεπιθύμητης κατάρρευσης.
Ακόμα και ο διάλογοι ήταν ίδιοι, τηλεφωνικοί και διά ζώσης, οι εκατέρωθεν σπασμωδικές παραινέσεις για υπομονή, οι βεβιασμένοι χαριεντισμοί που επιχειρούσαν να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα, η αλάνθαστη απαγγελία του ιστορικού στους γιατρούς, η μονολεκτική συνεννόηση με τους φρουρούς στην πύλη, πρωτίστως, οι ανώφελες εκφράσεις λατρείας λίγο πριν το τέλος του εκάστοτε επισκεπτηρίου.
Ασφαλώς ήταν κάπως πιο εύκολα έτσι, με την εκ των προτέρων δηλαδή γνώση που απέτρεπε τα ενδεχόμενα λάθη, για παράδειγμα (και δεδομένου πως η ένστολη χυδαιότητα του περιβάλλοντος επέβαλλε, το δίχως άλλο, την απόρριψη του όρου εραστής), έλεγε συνειδητά ο αρραβωνιαστικός μου, για ν’ αποφύγει μιαν αξιόμεμπτη ασυνέπεια σε σχέση με τα έγγραφα εισαγωγής.
Το πιο σημαντικό, γνωρίζοντας πια με βεβαιότητα πως το αναψυκτήριο δεν διέθετε σταχτοδοχεία, έσβηνε –χωρίς καμιάν αμηχανία πλέον– το τσιγάρο της μέσα στο ποτήρι με το υπόλειμμα του καφέ.