Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

deja vu


Κι έτσι ο χρόνος στρογγυλοποιήθηκε πλήρως, με την πανομοιότυπη επανάληψη να προηγείται της επιτυχούς αφομοιώσεως των παρελθόντων γεγονότων, ως επιμένων εφιάλτης ή συνέχεια κακόγουστου σήριαλ μετά από σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα.
Τουλάχιστον ήταν όλα γνώριμα πλέον, οι άσπροι θάλαμοι, η ατελείωτη αναμονή στους παγωμένους διαδρόμους, η εξευτελιστική αφαίρεση των προσωπικών αντικειμένων, ο ξανθός φαντάρος στο αναψυκτήριο, τα σωληνάκια που παραβίαζαν θρασύτατα το δέρμα, οι προβλεπόμενες ώρες εισόδου, οι αλλεπάλληλες κλήσεις των διαφόρων ενδιαφερομένων, το σκέτο ουίσκι ως αποτρεπτικό μιας καθ’ όλα ανεπιθύμητης κατάρρευσης.
Ακόμα και ο διάλογοι ήταν ίδιοι, τηλεφωνικοί και διά ζώσης, οι εκατέρωθεν σπασμωδικές παραινέσεις για υπομονή, οι βεβιασμένοι χαριεντισμοί που επιχειρούσαν να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα, η αλάνθαστη απαγγελία του ιστορικού στους γιατρούς, η μονολεκτική συνεννόηση με τους φρουρούς στην πύλη, πρωτίστως, οι ανώφελες εκφράσεις λατρείας λίγο πριν το τέλος του εκάστοτε επισκεπτηρίου.
Ασφαλώς ήταν κάπως πιο εύκολα έτσι, με την εκ των προτέρων δηλαδή γνώση που απέτρεπε τα ενδεχόμενα λάθη, για παράδειγμα (και δεδομένου πως η ένστολη χυδαιότητα του περιβάλλοντος επέβαλλε, το δίχως άλλο, την απόρριψη του όρου εραστής), έλεγε συνειδητά ο αρραβωνιαστικός μου, για ν’ αποφύγει μιαν αξιόμεμπτη ασυνέπεια σε σχέση με τα έγγραφα εισαγωγής.
Το πιο σημαντικό, γνωρίζοντας πια με βεβαιότητα πως το αναψυκτήριο δεν διέθετε σταχτοδοχεία, έσβηνε –χωρίς καμιάν αμηχανία πλέον– το τσιγάρο της μέσα στο ποτήρι με το υπόλειμμα του καφέ.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

και μη χειρότερα (το σύνδρομο της Πολυάννας)



Σήμερα θυμήθηκα την Πολυάννα.

Όσοι από σας έχουν αναμετρηθεί στο μακρινό παρελθόν με το εν λόγω παιδικό ανάγνωσμα και τα τρομακτικά του σήκουελ θα μπουν, υποθέτω, ευκολότερα στο κλίμα της σημερινής αναρτήσεως. Για τους υπόλοιπους, που πιθανότατα αναρωτιούνται τι στην ευχή εστί Πολυάννα, εξηγώ πως πρόκειται για ένα αηδιαστικό κοριτσάκι, ηρωίδα μιας σειράς εξίσου αηδιαστικών (για την ακρίβεια, διεστραμμένων) παιδικών βιβλίων, ο πρώτος και πιο δημοφιλής τόμος της οποίας τιτλοφορείται Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς –αν και ο ορθός τίτλος θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να είναι πρέζα όμορφη.

Το στόρι έχει ως εξής: η Πολυάννα είναι ένα δαιμονισμένο επτάχρονο σίχαμα (στον πρώτο τουλάχιστον τόμο, γιατί στους επόμενους προοδευτικά φτάνει σχεδόν μέχρι την κασέλα). ένα κατατρεγμένο, αδικημένο, θεόφτωχο, πεντάρφανο, γκαντεμιασμένο και κακοποιημένο νιάνιαρο που, ενώ η σκληρή του μοίρα το χτυπά αλύπητα (μα πολύ αλύπητα), εκείνο επιμένει να χαίρεται σα μαλακισμένο –για την ακρίβεια, εφευρίσκει λόγους να είναι ευχαριστημένη σε κάθε δύσκολη περίσταση, εξ ου και η έννοια του περίφημου «παιχνιδιού της χαράς». Για να καταλάβετε για πόσο νοσηρό κόνσεπτ μιλάμε, έχουν πεθάνει ας πούμε όλα του τα αδερφάκια, πεθαίνει κατόπιν και η μαμά του, και το τερατάκι γυρίζει και λέει (κατόπιν νουθεσίας του μπαμπά-πάστορα) «είμαι ευχαριστημένη που ο καλός θεούλης πήρε τη μαμά μου στον ουρανό, για να φροντίζει τα αδερφάκια μου που τη χρειάζονται περισσότερο από μένα». Εν συνεχεία βέβαια ψοφάει και ο στοργικός πατέρας, αλλά η μικρή εκεί, πάλι βρίσκει μια μαλακία να την κάνει χαρούμενη, του τύπου «είμαι ευχαριστημένη που πέθανε μόνο ο μπαμπάς μου και δεν έγινε πυρηνική έκρηξη να καταστραφεί όλος ο πλανήτης». Και πάει λέγοντας, με αλλεπάλληλες δυστυχίες, δεινά, σεισμούς, λοιμούς, καταποντισμούς και τα λοιπά, που αδυνατούν φυσικά να κάμψουν το ηθικό της ηρωίδας, η οποία μεγαλώνει, πηδιέται, παντρεύεται, γεννοβολά, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο κάνει με αμείωτη πάντα ευτυχία και ικανοποίηση, στη βάση του συλλογισμού «είμαι ευχαριστημένη που με κουτσούλησε ένα περιστέρι, γιατί σκέφτομαι πως θα μπορούσε να με έχει χέσει πατόκορφα ένας βροντόσαυρος».

Έχετε πειστεί πως παραληρώ; Κάθε άλλο, αγαπητοί αναγνώστες. Μακάρι, δηλαδή, να παραληρούσα, αλλά δεν. Έχω πολύ βάσιμους, και ανησυχητικούς ταυτόχρονα, λόγους που θυμήθηκα την Πολυάννα: έπιασα με φρίκη τον εαυτό μου να βαδίζει στα χνάρια της…

Εξηγούμαι, για να μην σας παιδεύω άλλο με υπαινιγμούς: από την αρχή του χρόνου και λίγο πιο πριν, γαμιέται κυριολεκτικά ο Δίας. Δεν ξέρω αν φταίει ο ανάδρομος Ερμής, ο Μητσοτάκης, η πανσέληνος, ο ΣΥΡΙΖΑ, η κακιά γλωσσοφαγιά, το ωροσκόπιό μου ή απλώς η μαύρη μου η μοίρα. δεν ξέρω αν, ποιος και γιατί με έχει μουτζώσει. πάντως, ό,τι μπορεί να πάει στραβά στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό, πηγαίνει. Κι εγώ έχω φρικάρει τόσο που, αντί να καταριέμαι την ατυχία μου και να κατεβάζω καντήλια, όπως είναι το φυσικό μου, έχω πέσει σε μια τρελή μοιρολατρία του στυλ «και μη χειρότερα», και νιώθω σχεδόν προνομιούχα που μ’ έχουν πλακώσει εδώ και δυο μήνες όλες οι μαλακίες μαζεμένες, γιατί θα μπορούσε ας πούμε να μου είχε πέσει κι ένα τούβλο στο κεφάλι να με σκοτώσει αλλά τη γλίτωσα.

Το πάρτυ ξεκίνησε με το μωρό στο χακί: Ένιωθα περίπου τυχερή που αρρώσταινε σε κάθε άδεια απ’ όταν μπήκε, γιατί λέει θα τον είχα τουλάχιστον κοντά να τον φροντίζω. Μετά, που χόντρυναν τα πράγματα και κάναμε μαύρες γιορτές στα νοσοκομεία, έλεγα «πάλι καλά, υπάρχουν και χειρότερα», γιατί τη σκαπουλάραμε και δεν μας βρήκε (όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί) κανένα ανεπανόρθωτο κακό. Περάσαμε του κόσμου την ταλαιπωρία από εγκληματική αμέλεια, αδιαφορία και λάθος χειρισμούς των διαφόρων υπευθύνων, κι αντί να θέλω να τους γαμήσω όλους, ήμουν πανευτυχής που τα κατάφεραν απλώς να τον βγάλουν έξω όρθιο. Έφτασα να νιώθω ευγνώμων που έγιναν τελικά, με ασυγχώρητη καθυστέρηση έστω, τα νόμιμα και αυτονόητα όσον αφορά στις απαλλαγές και τα λοιπά. Λέω δεν πειράζει που τον στέλνουν, παρ’ όλα όσα παίχτηκαν, στον Έβρο, γιατί θα μπορούσαν, επί παραδείγματι, να τον στέλνουν και στην Κύπρο, στο Νότιο Πόλο ή στη Μαδαγασκάρη. Δεν διαμαρτύρομαι που δεν του έδωσαν (ήμαρτον!) φοιτητική άδεια μια μέρα να δώσει ένα μάθημα που χρωστάει για πτυχίο, γιατί είναι τουλάχιστον καλά και δε γαμιέται το εξάμηνο. Στο τέλος, θα είμαι ευγνώμων που θα απολυθεί ζωντανός, γιατί θα μπορούσαν, θεωρητικά, να τον βιάσουν, να τον σκοτώσουν, να τον τεμαχίσουν και να τον κάνουν λουκάνικα Φρανκφούρτης κατά τη διάρκεια της θητείας...

Στο ίδιο πλαίσιο, αισθάνθηκα πάρα πολύ τυχερή που με πήρε σβάρνα πριν δυο βδομάδες με την όπισθεν ένας μαλάκας που πάρκαρε, γιατί τη γλίτωσα απλώς με μελανιασμένα γόνατα και δεν έσπασα τίποτα να τρέχω. Ένιωσα, δε, σχεδόν ευγνωμοσύνη για το μαλάκα που βγήκε και με άρχισε στα γαμωσταυρίδια αντί να με μαζέψει (τρόμαξε, λέει!), γιατί μετά το πήρε πίσω και μου ζήτησε συγγνώμη, το χρυσό μου.

Και σήμερα το πρωί που μου κλέψανε το πορτοφόλι εν ψυχρώ μέσα στο τραίνο, είπα πάλι καλά που είχα μέσα μόνο (!) ενενήντα ευρώ και όχι όλο μου το μισθό ας πούμε, ή που δεν μου βούτηξαν και το κινητό να δέσει το πράγμα και να πω ότι είμαι όντως γκαντέμα. Υποθέτω, βέβαια, πως και σε αυτήν τη περίπτωση θα είχα πει πάλι καλά που δεν μου επιτέθηκε ο Αντεροβγάλτης να με κάνει σουβλάκι μέσα στο βαγόνι, να γεμίσει και ο τόπος αίματα...

Κι αν η κολλητή μου, που διαπνέεται από χριστιανικό πνεύμα ιωβείου υπομονής, το θεωρεί όλο αυτό μια καθ’ όλα θετική αισιόδοξη στάση ζωής, εγώ έχω αρχίσει να το βρίσκω παραλογισμό, μιζέρια και τσακισμένα νεύρα. Γιατί έχω πειστεί, για κάποιο άγνωστο λόγο, πως όλα μπορούν ή πρέπει να μου πάνε κακά, ψυχρά κι ανάποδα, κι επομένως αφού δεν μου συμβαίνει κάτι εξωφρενικά τραγικό πρέπει να λέω κι ευχαριστώ, κάπως έτσι.

Πείτε μου, τώρα, εσείς, πού τελειώνει η νορμάλ αισιοδοξία και πού αρχίζει το σύνδρομο της Πολυάννας, γιατί ο σκορπιός μέσα μου τα ’χει παίξει και θέλει επειγόντως ψυχανάλυση…

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

I tell you we must die





Το είχε προ πολλού υποψιαστεί: η διάψευση ήταν μια διαδικασία προοδευτική.
Θα πεθάνω, είχε σκεφτεί, με όλη την ηδονή της γελοιότητας μιας τέτοιας προφανέστατης υπερβολής –που δεν έπαυε, ωστόσο, να φαντάζει ως η πλέον πιθανή εκδοχή συνεπειών.
Ασφαλώς δεν απεβίωσε. θα όφειλε, μάλιστα, να παραδεχτεί πως δεν είχε καν προσπαθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Τουναντίον, συνέχιζε να τρέφεται (στοιχειωδώς, έστω), να καπνίζει (σαφώς περισσότερο), να κοιμάται (έναν ύπνο άσπρο, δίχως όνειρα, μ’ αυτό ήταν κάτι με το οποίο είχε από καιρό συμβιβαστεί).
Εξακολουθούσε πάντως κατά διαστήματα να εκπλήσσεται, και μάλιστα σε στιγμές καθ’ όλα ανύποπτες, κατεβαίνοντας τις σκάλες στη δουλειά επί παραδείγματι, κι ακούγοντας το χτύπο των καινούριων τακουνιών της να την ακολουθεί σαν επίμονο αδέσποτο, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στο κλιμακοστάσιο, μα έπρεπε να έχω πεθάνει, σκεφτόταν, με κάποια ανακούφιση είναι η αλήθεια –που ήταν ακόμη ζωντανή, ή που συνειδητοποιούσε πως δεν θα ’πρεπε να είναι, δεν μπορούσε ν’ αποφανθεί επ’ αυτού.
Κι επέμενε να καταφεύγει σ’ ερωταποκρίσεις ανώδυνες το κατά δύναμιν, είσαι καλά, όχι, βέβαια, παίρνεις τα φάρμακά σου, την άλλη βδομάδα, θέλεις κάτι να στείλω, καλά είμαι, μέχρι το πέρας της εκάστοτε τρομερής συνδιάλεξης, άκουγε τη γραμμή να κλείνει κι εκπλησσόταν πάλι με το παράλογο της όλης υποθέσεως, να ξέρει πως θα έπρεπε να πεθάνει, προσωρινά έστω, εκτάκτως, διακεκομμένα, ως το επόμενο τηλεφώνημα τουλάχιστον και την εκ νέου έναρξη της αγωνίας.
Υπέθετε βάσιμα πως, στην πορεία, θα συμβιβαζόταν πλήρως με την ιδέα της παράδοξης αυτής επιβίωσης, θα ήταν ευγνώμων ίσως για την ανέλπιστη ελαστικότητα της οδύνης, το αυτοβούλως επιμηκυνόμενο κενό που κάλυπτε μ’ επιτυχία τερατώδεις χιλιομετρικές αποστάσεις, την αδυναμία των οφθαλμών της ν’ απορρίψουν τη θέαση του ακρωτηριασμένου τοπίου.
Κι ήταν έτοιμη, ανά πάσα στιγμή, ν’ αρνηθεί κατηγορηματικά πως σκοπίμως απέφευγε το μεγάλο καθρέφτη του διαδρόμου.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών




Η πιο περίπλοκη πλευρά του θέματος ήταν, εν τέλει, τα αντικείμενα.
Πράγματα που έπρεπε να μαζευτούν στο όριο της εξαντλήσεως του όποιου διαθέσιμου χρόνου, διεκδικώντας μια περισσότερο ή λιγότερο τρομακτική εκδοχή πιθανής χρησιμότητας (παραπεμπτικά, εσώρουχα, το βιβλιάριο υγείας, το κουτί της αντιβίωσης με το ανεπίδεκτο αποστηθίσεως όνομα, το σπρέι των εισπνοών για το ενδεχόμενο μιας καθ’οδόν επιδείνωσης), ανάκατα, μέσα σε κακόγουστες τσάντες που επιστρατεύονταν εκτάκτως, ατάκτως ερριμμένα στο πορτ-μπαγκάζ υπό το κράτος της γενικής αναστάτωσης, μισή περίπου ώρα προ της πανηγυρικής επελάσεως του νέου έτους, με το συγκεχυμένο σάουντρακ των τελευταίων υπενθυμίσεων όσων θα έμεναν στο σπίτι, το χαρτί του φρουραρχείου το πήρες, την ακτινογραφία μην ξεχάσετε, το πορτοφόλι σου, φράσεις που προσπαθούσαν μάταια να τρυπώσουν στο αυτοκίνητο ενώ οι πόρτες έκλειναν ήδη με το βρόντο του πανικού, εναερίως διαμελίζοντας ρήματα και ανώφελα σημεία στίξεως.
Υπήρχαν, ασφαλώς, οι εσωτερικές παραινέσεις προς εαυτόν, να θυμηθώ, να θυμάμαι, (όσα θα έπρεπε σύντομα να ειπωθούν, τις ώρες λήψης των διαφόρων φαρμάκων, την αλλεργία στην ασπιρίνη, τα ιλιγγιώδη ύψη του υδράργυρου), να μην ξεχάσω, να μην ξεχάσω, να μην ξεχάσω, να μην τα πω λάθος, να μην τρέμω, πρωτίστως, να μην καταρρεύσω.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, το αμφιβόλου προελεύσεως ουίσκι, κατεβασμένο μονορούφι μισό λεπτό πριν από την έξοδο, κατά κάποιο τρόπο βοηθούσε. Έπρεπε να είχα βάλει δύο.
Από το αυτοκίνητο φαίνονταν τα πυροτεχνήματα. Να μην ξεχάσω, να μην τα μπλέξω, πρωτίστως, να μην τρέμω.
Πέρασαν με τέσσερα κόκκινα.
Έπρεπε να είχα βάλει δύο.
Τέσσερα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, θα έτρεμε τελικά, ωστόσο δεν θα ξεχνούσε. Θα ενημέρωνε τον αιφνιδιασμένο γιατρό της εφημερίας με τερατώδη ακρίβεια, καταφέρνοντας να ακουστεί πάνω από τα ελαφρολαϊκά που σηματοδοτούσαν, παρά την ιδιαιτερότητα του χώρου, την αλλαγή του χρόνου, παραμερίζοντας τις μακιγιαρισμένες νοσοκόμες που εύχονταν θορυβωδώς στα κινητά τους καλή χρονιά σε ξαδέρφες, γκόμενους και μανάδες, θα παρέδιδε σωστά όλα τα απαραίτητα ιατρικού και γραφειοκρατικού ενδιαφέροντος έγγραφα, θ’ απαγκιστρωνόταν αξιοπρεπώς από το χακί μπουφάν όταν ο γιατρός τής έλεγε πρέπει να περάσετε έξω.
Πρωτίστως, δεν θα κατέρρεε.
Και θα περίμενε υπομονετικά στο διάδρομο κάτι λιγότερο από μιαν αιωνιότητα, παρέα πάντοτε με τα άγαρμπα πακεταρισμένα αντικείμενα, τα μισά εκ των οποίων θα μάθαινε αργότερα πως δεν προβλέπονται, νιώθοντας με τετραπλασιασμένες εντάσεις τους ορούς και τις σύριγγες που τρυπούσαν τους λευκούς βραχίονες έναν διάδρομο πιο μέσα, τη δυσλειτουργία των πνευμόνων, το παραλήρημα του πυρετού σ’ ένα σώμα που, για λόγους εντελώς τεχνικούς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά κυριολεξία δικό της.
Ευτυχώς δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει πως, ελλείψει νομικού δεσμού γάμου, δεν θα μπορούσε καν να πει είναι ο άντρας μου.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Γκρίνια, μιζέρια, κατάθλιψη (προσοχή, μεταδίδεται)



Με τα Χριστούγεννα δεν το ’χω καθόλου.

Η αδερφή μου υποστηρίζει ότι είμαι απλώς σκατόψυχη. Εγώ, πάλι, λέω πως είναι καθαρά ζήτημα αισθητικής.

Τι να κάνω, με πιάνει μια φρίκη με τους τόνους καρακίτς «διακοσμητικών» που κατακλύζουν τα σπίτια και τους δρόμους, ξέρετε, πλαστικοί αγιοβασίληδες που σκαρφαλώνουν αλά Ρωχάμης στα μπαλκόνια, κακοφτιαφμένα ελαφάκια-διασταύρωση με πολική αρκούδα ή κάτι παρόμοιο, φάτνες, άχυρα, βοσκοί και λοιπά ντεκόρ βουκολικού χαρακτήρα. Για να μην πω για τα λαμπάκια: λαμπάκια, λαμπάκια, λαμπάκια και ξανά λαμπάκια, σε κάθε πιθανό και απίθανο μέρος, άσπρα λαμπάκια, χρωματιστά λαμπάκια, που αναβοσβήνουν σε στυλ φωτορυθμικού μέχρι να σου ’ρθει επιληπτική κρίση, λαμπάκια εδώ, λαμπάκια εκεί, πού στο διάολο βρίσκονται τόσες πρίζες, φυτρώνουν λόγω των ημερών; Και δεν είναι τόσο ότι τα βρίσκω αντιαισθητικά τα λαμπάκια, όσο ότι με πιάνει οικολογική κρίση με το ενεργειακό, συν μια μίνι φοβία ότι μπορεί κάποια από τις μαλακίες να βραχυκυκλώσει έτσι που τα ’χουν να καίνε νυχθημερόν και γίνουμε όλοι κάρβουνο, να είμαστε ασορτί και με το γενικότερο κλίμα του τελευταίου καιρού...

Θα μου πείτε, αφού δεν τα γουστάρεις τα στολίδια και τα λαμπάκια, μην στολίσεις και τελείωσε. Αμ δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα! Διότι άμα τυχαίνει να είσαι το τελευταίο τέκνο που κατοικεί ακόμη με τους γονείς, οφείλεις να φροντίζεις τα γιορτινά υπαρξιακά τους, που έχουν μάλιστα ενταθεί λόγω πρόσφατης μετακόμισης του άλλου τέκνου. Ξέρετε, αυτή η απίθανη χριστουγεννιάτικη ψυχοπλακο-γκρίνια του τύπου εμείς τώρα γεράσαμε, άμα φύγεις κι εσύ δεν θα ξαναστολίσουμε κλπ κλπ, μέχρι να σε κάνουν να νιώσεις αφόρητες τύψεις που σου τη δίνει το έλατο και τα συμπράγκαλά του και να αποφασίσεις να παλέψεις ηρωικά, επί ένα ολόκληρο απόγευμα, με πλαστικά κλαδιά, λαμπάκια (γαμώ την τύχη μου!), κουδουνάκια, αστεράκια, πλαστικά χιόνια (μπλιαχ) και ό,τι άλλη αηδία απαιτεί η περίσταση να κρέμεται πάνω στο γαμω-έλατο, για να χαρούν ο μπαμπάς και η μαμά και να αναβάλουν την αυτοκτονία για του χρόνου ή του παραχρόνου. Και δεν είναι που μάχεσαι με τα κουδουνάκια, είναι που πρέπει και να χαμογελάς όλο ενθουσιασμό με το αποτέλεσμα (ένα πράσινο παλούκι δυο φορές το μπόι μου μέσα στο σαλόνι, τι καλά), καταπνίγοντας φυσικά τα καντήλια που σου έρχονται επειδή η χρυσόσκονη, το πλαστικό χιόνι (μπλιααααχ) και τα υπολείμματα του φελιζόν έχουν μπλεχτεί ανεπανόρθωτα στα ρούχα σου, στα μαλλιά σου, και στη γούνα της γάτας, η οποία σημειωτέον έχει αφηνιάσει με το σούσουρο και τρέχει πάνω-κάτω σαν να της έχουν ρίξει νέφτι.

Ασφαλώς, το αποτέλεσμα σε ανταμείβει τρόπον τινά, γιατί ο μπαμπάς και η μαμά όντως χαίρονται με την αηδιοκόσμηση του σπιτιού και επιτέλους σταματάνε τη γκρίνια. Ωστόσο, αμέσως μετά ξενικά το δεύτερο στάδιο, αυτό των διαπραγματεύσεων με τη μαμά, που χάρηκε κάπως υπέρ του δέοντος και ξετρύπωσε επιπλέον άλλες εκατό μαλακίες για να στολίσετε, λέει, και το υπόλοιπο σπίτι, μην τυχόν και μείνει καμιά γωνιά φυσιολογική και πάθουμε τίποτα λόγω ελλιπούς εορταστικού κλίματος. Κι εσύ τρέχεις ικετεύοντας να προλάβεις τα χειρότερα, με την απαραίτητη πάντα διπλωματία («αυτό το πανέμορφο αγγελάκι, που θυμίζει παρεμπιπτόντως τυραννόσαυρο, θα μπορούσε ίσως να περιμένει για του χρόνου;» ή «ΕΛΕΟΣ, όχι το γιγάντιο κερί πάνω στο πικάπ μου!!!»), ενώ συγχρόνως κυνηγάς το γατί, που σε εκδικείται ανελέητα για την καταστροφή του χώρου του αρπάζοντας τη διακοσμητική κάλτσα από το τζάκι και σέρνοντάς την κάτω από το τραπεζάκι για να την αποτελειώσει με την ησυχία του.

Και πάει στο διάολο η αηδιοκόσμηση. Έχω μετά το άλλο δράμα, τα κάλαντα. Με τα πιτσιρίκια που ξαμολιούνται την παραμονή και βαράνε τα κουδούνια από τις εφτά, κάνοντάς με αφενός να νοσταλγώ τις χρυσές ημέρες του βασιλιά Ηρώδη, αφετέρου να βλαστημάω με την ψυχή μου τον πούστη που εφηύρε τα «μουσικά» κουδούνια σαν το δικό μας (ολόκληρο κοντσέρτο βαράει, σε απίστευτη ένταση και μάλιστα α κ ρ ι β ώ ς έξω από την κρεβατοκάμαρά μου, τόσο που χτες το πρωί νόμιζα μες στον ύπνο μου πως είχα ένα ολόκληρο καμπαναριό μέσα στο κεφάλι μου…). Και δε φτάνει που σε ξυπνάνε αξημέρωτα, τα σκασμένα, πάνω που πήρες άδεια και λες επιτέλους σήμερα δεν θα ξυπνήσω στις έξι. Eίναι που, άμα πεις ας την κάνω την καλή την πράξη κι ανοίξεις την πόρτα, πρέπει να υποστείς τις παντελώς παράφωνες τσιρίδες τους (χάθηκε ο κόσμος να τους κάνουν μια στάλα ωδική στα σχολεία;!) το λιγότερο μέχρι τη δεύτερη στροφή του άσματος, γιατί χαίρονται και παίρνουν φόρα κι άντε μετά να τα σταματήσεις, όσο γλυκά (στην αρχή) ή απειλητικά (όσο συνεχίζουν οι τσιρίδες) πεις «και του χρόνου» δίνοντας τα ψιλά.

Και για να δέσει η χριστουγεννιάτικη τραγωδία μου, έρχονται τα μελομακάρονα. Όχι, αυτά δεν τα αντιπαθώ –τουναντίον: τα λατρεύω. Με αποτέλεσμα να επιδίδομαι κάθε πρωί, μεσημέρι και απόγευμα σε μια καθόλα άνιση μάχη με τη συνείδησή μου, προκειμένου να αποφύγω το σατανικό κουτί που μου κάνει ναζάκια από το τραπέζι της κουζίνας. Όπως ίσως φαντάζεστε, η ρουφιάνα η συνείδησή μου πάντοτε χάνει εξευτελιστικά, ενώ εγώ απομακρύνομαι θριαμβεύτρια ως Ρωμαίος κατακτητής με το μελομακάρονο στο στόμα. Και μπορεί μεν να είμαι ελλιποβαρής και να μην βάζω γραμμάριο ακόμα και με το νιοστό μελομακάρονο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαι και γυναίκα: κοινώς, κομπλεξική με το βάρος που θεωρητικά μπορεί να πάρω. Πράγμα που σημαίνει ότι περνάω τις μισές γιορτές καταβροχθίζοντας μελομακάρονα, και τις άλλες μισές μετρώντας πανικόβλητη πόσα μελομακάρονα καταβρόχθισα. Αφήστε που τις νύχτες ξυπνάω κάθιδρη από κάτι φρικτούς εφιάλτες, στους οποίους εμφανίζομαι λέει το επόμενο καλοκαίρι με μπικίνι στην παραλία και οι λουόμενοι αρχίζουν να με σπρώχνουν προς το νερό, φωνάζοντας «ρίξτε την καημένη τη φάλαινα πίσω στη θάλασσα»…

Καταλάβατε; Κι όλα αυτά, με το μωρό στου διαόλου τη μάνα, να κάνει χριστούγεννα στο στρατόπεδο τρώγοντας προϊστορικές γαλοπούλες, αντί να είναι εδώ να με διαβεβαιώσει ότι όχι, δεν θα παχύνω με μερικές μέρες μελομακαρονοτροφίας αλλά φυσικά ναι, θα με αγαπούσε ακόμη κι αν πάχαινα λόγω των μελομακάρονων, και τα λοιπά και τα λοιπά, όπως σωστά καταλάβατε μ’ έχουν χτυπήσει όλες οι ανασφάλειες και οι γκρίνιες του πλανήτη μαζεμένες, και πολύ θα το ήθελα να επιτεθώ κι εγώ σαν τη γάτα στη χριστουγεννιάτικη κάλτσα να ξεσπάσω, αλλά μάλλον θα φανεί πολύ γελοίο κάτι τέτοιο, οπότε απλώς κάθομαι εδώ και μιζεριάζω, και το μωρό λείπει, ναι το ξέρω ότι το ξαναείπα αυτό, και μην τυχόν και υποθέσετε πως γι’ αυτό μου φταίνε όλα, καμία σχέση, το ότι μου λείπει φρικτά είναι τελείως μα τελείως ανεξάρτητο από το ότι μου προκαλεί αναγούλα αυτό το γούτσου-γούτσου κλίμα των ημερών, άι σιχτίρ…

Ξέρω, σας έπεισα.

Πάω να ξεκρεμάσω τη βρωμο-κάλτσα.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Βενετία part 2

Χορτάσατε Italia; Ελπίζω όχι, γιατί η Luthien, που τα ξέρει από ζωντανή αναμετάδοση, μου έβαλε φυτίλια να σας πω και όσα φοβερά και τρομερά παρέλειψα χτες…

Λοιπόν, για τις Ιταλίδες σας είπα; Όταν μάζευα τα μπαγκάζια μου, η αδερφούλα μου, που ξέρει απ’ αυτά, με προειδοποίησε: Κανόνισε κακομοίρα μου, μη σκάσεις Ιταλία με τίποτα τζην και τα άρβυλα, γιατί θα δεις τις Ιταλίδες και θα γίνεις χώμα. Τι να κάνω κι εγώ το έρμο, σκιάχτηκα, και φρόντισα να πάρω μαζί μου ό,τι πιο κομψό είχα σε ρουχαλάκι, ξέρετε, φουστανάκια, φουστίτσες και τα λοιπά. Τις γόβες εννοείται πως αδίκως τις κουβάλησα –πώς στο διάβολο να βάλεις γόβα και να περπατάς δέκα ώρες στα κανάλια;! (εξαιρείται η αδερφούλα μου, που και στα καλντερίμια των νησιών πηγαίνει με δώδεκα πόντους πέδιλο και γλιτώνει, άγνωστο πώς, την εξάρθρωση αστραγάλου.) Κατά τα άλλα πάντως φρόντισα να είμαι, όσο μπορούσα, κομψή και περιποιημένη.

Το αποτέλεσμα; Πάλι χώμα έγινα! Τι χώμα δηλαδή, κουρνιαχτός! Διότι μπορεί να μην μοιάζουν όλες οι Ιταλίδες εκ φύσεως στη Μόνικα Μπελούτσι, αλλά σίγουρα έχουν όλες τον προσωπικό στυλίστα και κομμωτή τους, ή τουλάχιστον εκπληκτικό γούστο. Και, λογικά, πάρα πολλά λεφτά, συν άπλετο ελεύθερο χρόνο τον οποίο διαθέτουν, προφανώς, αποκλειστικά για φτιάξιμο νυχιών και λοιπά ευγενή σπορ.

Να σας περιγράψω την κατάσταση για να καταλάβετε: περπατάς το απογεματάκι σ’ έναν εμπορικό δρόμο, και διαπιστώνεις σύντομα τις κάτωθι made in Italy πραγματικότητες: 1)όλες οι γυναίκες φοράνε υπέροχα φουστάνια ή φούστες, 2)όλες οι γυναίκες φοράνε τακούνια, 3)όλες οι γυναίκες φοράνε κάλτσες με δαντέλες σε διάφορα μήκη, 4)όλες οι γυναίκες μοιάζουν, γενικά, να το έχουν σκάσει –στυλιστικώς πάντα – από editorial περιοδικού. Για τις μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες, δε, ισχύει η υπ’ αριθμόν 5 διαπίστωση: μυστηριωδώς, έχουν όλες το ίδιο στόμα, ξέρετε, αυτό της Donatella Versace. Και το καλύτερο όλων; Με αυτήν την περιβολή (φουστάνι-κάλτσα-τακούνι), καβαλάνε όλες σχεδόν ποδήλατα, τουλάχιστον στο Τρεβίζο. Η στήλη συνιστά προσοχή στους άρρενες επισκέπτες: μπορεί να νομίσετε ότι πεθάνατε και βρίσκεστε στον παράδεισο!

Για να καταλάβετε για τι ασύλληπτο επίπεδο κομψότητος μιλάμε, να σας πω για μια κυριούλα που πετύχαμε, καμιά πενηνταριά χρονών το λιγότερο, η οποία είχε βγει μεσημεριάτικο έξω, με μια πατερίτσα, και κούτσαινε πολύ άσχημα. Φανταστείτε τι θα φορούσε μια Ελληνίδα, ας πούμε, στην αντίστοιχη περίπτωση: τη φόρμα και τα αθλητικά της, μπας και γλιτώσει το δεύτερο διάστρεμμα; Αμ δε! Η κυριούλα κυκλοφορούσε με την πατερίτσα της και κατακόκκινο cocktail dress, βαμμένη, χτενισμένη και, μην ξεχνιόμαστε, με ψηλοτάκουνα!!!

Επιστρέφω στην περιγραφή του εμπορικού δρόμου το όμορφο απογεματάκι: περπατάς, κοιτάς γύρω σου, κι αρχίζεις ν’ αναρωτιέσαι αν όλοι οι Ιταλοί άντρες είναι για κάποιο μυστήριο λόγο διαζευγμένοι ή, χτύπα ξύλο, χήροι. Γιατί κανένας δεν έχει δίπλα του γυναίκα, παρά μόνο το καροτσάκι με το μωρό ή/και το πιτσιρίκι απ’ το χέρι, ενώ επιπλέον βαστάνε και κάτι τεράστιες σακούλες. Α, και δεν περπατούν, αλλά είναι συνήθως σταματημένοι (παρκαρισμένοι, για την ακρίβεια, με το καρότσι και τις τσάντες) έξω από κάποιο κατάστημα ρούχων ή καλλυντικών. Σύντομα διαπιστώνεις τι ακριβώς συμβαίνει, όταν βγαίνει δηλαδή κάποτε η υπέρκομψη Ιταλίδα σύζυγος από το εκάστοτε μαγαζί, αγκαλιά με άλλες τόσες σακούλες, τις οποίες φορτώνει στο σύζυγο και συνεχίζει. Για να τον παρκάρει έξω από το επόμενο μαγαζί…

Σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς μου βάσει όσων είδα, τα 2/3 τουλάχιστον του οικογενειακού προϋπολογισμού στον ιταλικό βορρά πηγαίνουν, το δίχως άλλο, στα έξοδα καλλωπισμού και ενδυμασίας της συζύγου. Αναρωτιέστε για το υπόλοιπο 1/3; Ε, αυτό πηγαίνει σίγουρα στους σκύλους! Σκύλο να δουν τα μάτια σου! Τι σκύλο, δηλαδή, που οι περισσότεροι ήταν κάτι μινιατούρες, ξέρετε, αυτά τα ποντικοειδή πλάσματα, τα οποία τα κυκλοφορούν όλοι και παντού, και μάλιστα στολισμένα χειρότερα από τις Ιταλίδες: τι ρουχαλάκια, τι περιλαίμια με στρας, τι κοτσιδάκια, πραγματική κουταβο-πασαρέλα. Κι όταν λέμε ότι μπαίνουν παντού, εννοούμε παντού, στα λεωφορεία, στα φαρμακεία, στα εστιατόρια, στα σούπερ-μάρκετ –κανονικός εφιάλτης, κάτι σαν τον πλανήτη των πιθήκων σε διασκευή: ο πλανήτης των σκύλων! Μην με παρεξηγήσετε, κι εγώ φιλόζωη είμαι –αλλά να σε κυνηγάνε με το τουφέκι μην τυχόν και καπνίσεις (σε κάποια εστιατόρια το απαγόρευαν ακόμη και στον εξωτερικό χώρο!), και μετά να σου αμολάει ο άλλος στα μούτρα τον κοπρίτη, του πούστη, παραπάει!

Και σαν να μην μου έφτανε η ψυχολογική μου καταρράκωση ως γυναίκα απ’ όλα αυτά (που ήμουν δηλαδή, παρά τις προσπάθειές μου, πολύ χειρότερα ντυμένη όχι μονάχα από τις Ιταλίδες, αλλά και από τα κατοικίδιά τους), ήρθε και ο έλεγχος στο αεροδρόμιο να με αποτελειώσει. Διότι μπορεί στο Ελ.Βενιζέλος και στην Τσεχία (πετούσαμε μέσω Πράγας) να μας ζήτησαν απλώς να βγάλουμε τις ζώνες μας, αλλά στη Βενετία παραλίγο να μας κάνουν έρευνα σωματικής κοιλότητας! Για να καταλάβετε το δράμα μου, πάω η καημένη να περάσω από το μηχάνημα, και με σταματάει μία αλλόφρων υπάλληλος τσιρίζοντας κάτι (στα ιταλικά, φυσικά). Εγώ πανικοβάλλομαι, προσπαθώ να καταλάβω τι στο διάολο θέλει, αυτή εξακολουθεί να φωνάζει και να χειρονομεί, δείχνοντας τα παπούτσια μου τώρα, με τα πολλά καταλαβαίνω ότι θέλει να βγάλω τις μπότες μου να τις περάσουν από το μηχάνημα μαζί με τις χειραποσκευές. Παθαίνω μία φρίκη, ελπίζω ότι κατάλαβα λάθος, και ότι δεν θα χρειαστεί πραγματικά να σκύβω με το φουστάνι –ήθελα και μίνι, τρομάρα μου μαύρη! – μέσα στον κόσμο να ξεκουμπώνω μισό μέτρο μπότα, αλλά η κάργια εκεί, ανένδοτη, να φωνάζει σινιόρα και σινιόρα. Τι να κάνω κι εγώ, παίρνω βαθιά ανάσα, κάθομαι (προσπαθώντας να μην το σκάσει καμιά καλτσοδέτα από το φουστάνι και νευρασθενιάσω τελείως), και βγάζω τις μπότες, βρίζοντας εννοείται για άλλη μια φορά την τύχη μου, τα αεροδρόμια, τη διεθνή τρομοκρατία, τον εφευρέτη της μπότας, και φυσικά το μαλάκα τουρίστα που χασκογελάει δίπλα μου για το ανέλπιστο θέαμα.

Κι εκεί που, μετά την πρώτη σύγχυση, το έχω πάρει απόφαση ότι θα τη βγάλω τη ρημάδα τη μπότα κι εντάξει, δεν τρέχει τίποτα, τρώω το δεύτερο και καταλυτικό σοκ, καθώς βρίσκομαι αντιμέτωπη με τη δραματική λεπτομέρεια που είχα ξεχάσει: τα ριγέ ροζ σοσονάκια που είχα φορέσει τελευταία στιγμή (πάνω από τις υπέροχες μαύρες δυχτυωτές μου κάλτσες) για να μη με χτυπήσει, λέει, η μπότα στο ταξίδι….

Ε, εκεί είναι που βαράς διάλυση. Διότι ένα πράγμα να γίνεις τουλάχιστον μετρίως ρεζίλι ως σέξυ θηλυκό, κι άλλο να εξευτελιστείς εντελώς βολτάροντας μέσα στο αεροδρόμιο με πολύχρωμα μπεμπέ καλτσάκια! Και να έχεις και το μέλλοντα σύζυγο από δίπλα που, αντί να σε συμπονέσει για την τραγωδία που ζεις, το βρίσκει το όλο πράγμα πάρα πολύ αστείο κι αρχίζει να χτυπιέται από τα γέλια, ενώ εσύ, τρελαμένη, πετάς τις γαμημένες μπότες στο καλάθι του ελέγχου και περνάς από το μηχάνημα, ελπίζοντας να σου τις επιστρέψουν εντός 30 δευτερολέπτων το πολύ για να μην σκάσεις κυριολεκτικά από το κακό σου.

Αλλά επειδή, σύμφωνα με το γνωστό νόμο, ό,τι μπορεί να πάει στραβά σε μια κατάσταση, θα πάει, οι μπότες σου ξεμένουν (γιατί σε μένα; Ε; γιατί;) πίσω από καμιά δεκαριά άλλα καλαθάκια με χειραποσκευές, κι εσύ αναγκάζεσαι να τις περιμένεις σε κατάσταση υστερίας για ένα πεντάλεπτο περίπου, ή όσο τέλος πάντων χρόνο χρειάζονται οι γύρω σου άνθρωποι για να εμπεδώσουν την αλληλουχία κίτρινης και πράσινης ρίγας πάνω στη ροζ κάλτσα σου.

Ηθικά διδάγματα:

α) Μην παντρευτείτε Ιταλίδα, θα σας ξετινάξει.

β) Οι ιταλικοί σκύλοι την έχουν σαφώς καλύτερα από τους Ιταλούς καπνιστές.

γ) Προσέχετε τι κάλτσες φοράτε για να ταξιδέψετε…