Σάββατο 23 Μαΐου 2009

όχι, δεν γλιτώσατε




Καλέ, ήρθε όντως για τα καλά η άνοιξη! Ποια άνοιξη, δηλαδή, το καλοκαίρι κοντεύει να μπει στη λίμνη κι εγώ, χαμένη στη μιζέρια μου, δεν το κατάλαβα. Φουντώσανε τα χορτάρια, τα βατραχάκια κοάζουν, οι ακρίδες προπονούνται για την επόμενη Ολυμπιάδα κι εγώ εκεί, χαμπάρι! Ο Νάρκισσος, εννοείται, μια χαρούλα την περνούσε τόσον καιρό χωρίς την ενοχλητική αφεντιά μου, μουλιάζοντας μακάριος στο γαλαζοπράσινο βασίλειό του. Νομίζω σπάστηκε λιγάκι που ξαναγύρισα, και μάλιστα έτσι αιφνιδιαστικά. Πέταξε από την έκπληξη το Hawaiian Tropic του (ναι ρε, ποιος σας είπε ότι οι πνιγμένοι δεν καίγονται;), πετυχαίνοντας μάλιστα κατακέφαλα ένα διερχόμενο γυρίνο, τον οποίο δεν μπορέσαμε δυστυχώς να σώσουμε, παρά το παρατεταμένο CPR. «Αιωνία του η μνήμη», δήλωσε (λιγάκι αδιάφορα, είναι η αλήθεια) ο Νάρκισσος –αν κι εγώ, για να είμαι ειλικρινής, δεν πολυκατάλαβα γιατί είναι πρόβλημα ένας πρόωρα σπαζοκεφαλιασμένος γυρίνος σε μια λίμνη που, ούτως ή άλλως, κυκλοφορεί ένας all-time-classic κατάνεκρος, αλλά τέλος πάντων. «Αμήν», είπα, έτσι για να πω κάτι, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στους σαφέστατα βελτιωμένους κοιλιακούς του Νάρκισσου, που πρέπει όσο έλειπα να το έριξε και στο fitness λόγω εποχής. «Ξεκόλλα το μυαλό σου, ρε!», με πήρε από τα μούτρα εκείνος. «Εντάξει, είπαμε, το ’χεις χάσει από τη στέρηση, αλλά αυτό, κούκλα, λέγεται νεκροφιλία!» Κιτρίνισα, πρασίνισα, σαν τα νερά ένα πράγμα, πήγα κάτι να πω για να το σώσω, αλλά ο Νάρκισσος έσκασε στα γέλια και δεν πρόλαβα. «Εγώ φταίω, αχάριστο πλάσμα, που ψάχνω τόσον καιρό να βρω ποιος σ’ έπνιξε», παραπονέθηκα, μόνο και μόνο για να εισπράξω ένα δεύτερο κύμα γέλιου. «Στ’ αρχίδια μου ποιος», μού πέταξε ωραίος και ανέμελος πριν ξαναβουτήξει, παρατώντας με σύξυλη στην όχθη.

Λοιπόν, καλώς σας βρίσκω, μου λείψατε. Όπως ήδη θα διαπιστώσατε, αν για κάθε ημέρα στο στρατό ο καλός μου χάνει (κατά τα λεγόμενά του) 2 μονάδες IQ λόγω περιβάλλοντος, εγώ σίγουρα χάνω καθημερινά 2 μονάδες από την αντίστοιχη κλίμακα της ψυχικής ισορροπίας. Κοινώς ναι, είμαι πιο σαλταρισμένη απ’ ό, τι με θυμάστε, αν με θυμάστε, σε κάθε περίπτωση πάντως σας προειδοποιώ για να εγκαταλείψετε εγκαίρως τη σελίδα, αν δηλαδή δεν το έχετε ήδη κάνει.

Και ναι, γύρισα –τι περίεργο!– για να γκρινιάξω. Να παραπονεθώ, να κλαφτώ, να κάνω αυτό το παρατεταμένο εκνευριστικό «μμμμμμμμμμμμμμμ!!!!» σαν τα τρίχρονα που μόλις τους έπεσε το παγωτό τους, να πω «γιατί σ’ εμένα ρε πούστη μου», να κρατήσω την αναπνοή μου μέχρι να σκάσω, να παρακαλέσω κάποιον να μου κάνει πατ-πατ, όλα αυτά. Αναρωτιέστε τι έχω; Μην ανησυχείτε. Βασικά, δεν έχω τίποτα.

Ας ξεκινήσουμε από το κυριότερο: ΔΕΝ ΕΧΩ άντρα. Έχω δηλαδή, αλλά εκεί που είναι, πώς το λένε, δεν πιάνεται. Θα έλεγα ότι έχω εραστή δι’ αλληλογραφίας (που είναι και ρομαντικό, έστω κι αν δεν χουφτώνεται), αλλά επειδή μιζέριασα τόσο που δεν μου βγαίνει να του γράψω, δεν έχω ούτε απ’ αυτό. Θα έλεγα ότι έχω εραστή διά τηλεφώνου, αλλά έχει πάντα τόσους μουρλούς να ουρλιάζουν για διάφορους λόγους γύρω του την ώρα που μιλάμε, που ούτε τηλεφωνικό σεξ δεν μπορούμε να κάνουμε, γιατί θα καταντήσει το λιγότερο παρτούζα, και μάλιστα θορυβώδης. Θα έλεγα ότι έχω μια ευκαιρία να ανακαλύψω τουλάχιστον τη μαγεία του cybersex, έστω του cyber-foreplay, όταν κατά τύχη βγει και πάει σε κανένα internet café, αλλά είμαι τόσο γκαντέμα που, μια φορά που με διαβεβαίωσε ότι καθόταν σε απόμερο τραπεζάκι όπου κανείς δεν έβλεπε την οθόνη του και προσπάθησα (με κίνδυνο φυσικά να πάθω λουμπάγκο) να βγάλω μισή γάμπα στην κάμερά μου, πέρασαν ακριβώς εκείνη τη γαμημένη στιγμή τρεις φαντάροι από πίσω του, είδαν το ψήγμα της γάμπας (προτού με πιάσει η –άσχετη με τους φαντάρους– κράμπα και γκρεμοτσακιστώ σχεδόν από την καρέκλα μου) κι άρχισαν να ουρλιάζουν «μαλάκες τρέξτε, έχει μία που δείχνει μπούτια», με αποτέλεσμα αφ’ ενός να με βρίζει ο καλός μου τρεις μέρες, αφ’ ετέρου να ρεζιλευτώ παντελώς (έστω και ανώνυμα) στη μισή βορειοανατολική Ελλάδα.

Το τόσο παρατεταμένο «δεν-έχω-άντρα», δε, έχει καταλήξει σε ένα γενικότερο τρομακτικό «δεν-έχω-libido» ή αλλιώς «μεταμορφώθηκα-σε-μουλάρι» αίσθημα, το οποίο αδυνατούν πλέον να αντιμετωπίσουν ακόμη και οι δραστικότερες των μεθόδων, όπως το να περάσω σε fast-forward όλες τις ταινίες του Jean Claude Van Damme (ναι, εξαιρουμένων των 2 όπου ΔΕΝ δείχνει τον κώλο του) μέχρι να φτάσω στην επίμαχη γυμνή σκηνή. Σκεφτείτε ότι δεν γουστάρω καν να δω για χιλιοστή εξηκοστή πέμπτη φορά το Rambo first blood, βαριέμαι να ξαναδώ την πάλαι ποτέ λατρευτή μου πασαρέλα σιδεροδέσμιων μαναριών Oz, και αποφεύγω να κοιτάξω τη συλλογή από φωτογραφίες του Jonathan Rhys Meyers γιατί φοβάμαι πολύ ότι θα πω «έλα μωρέ, είναι ολίγον τι φλώρος».

Συνεχίζω. ΔΕΝ ΕΧΩ ρούχο να βάλω, γιατί έχει γεμίσει ο τόπος με σιχαμένα θεόκοντα τσίτια ή αθλιο-ντεκολτέ «σφηκοφωλιά» (μπλιααααααχ) τα οποία αρνούμαι εκ πεποιθήσεως να αγοράσω, με αποτέλεσμα να γυρνάω σαν το κοράκι μες στον ήλιο με τα αρχαία μαύρα φουστανάκια μου (που τουλάχιστον, επιμένω για να παρηγορηθώ, θυμίζουν φουστάνια και όχι αφοδράριστα συνολάκια του λουκ μόλις-με-βίασαν-και-πάω-στο-τμήμα-για-κατάθεση). ΔΕΝ ΕΧΩ νορμάλ τρόπο να μετακινηθώ, γιατί έχουν κλείσει λόγω έργων όλοι σχεδόν οι σταθμοί του ΗΣΑΠ που με εξυπηρετούν, και ο μοναδικός που έμεινε είναι πάντα τόσο πήχτρα που μοιραία κινδυνεύω κάθε φορά να κατέβω στον προορισμό μου έγκυος και να μην το έχω καταλάβει κιόλας. ΔΕΝ ΕΧΩ καν τη γάτα πια μαζί μου στο κρεβάτι, γιατί μπήκε ανάμεσά μας ένα σιχαμένο καλαθάκι που κάναμε το λάθος να βάλουμε σε μια γωνιά του δωματίου μου, και το οποίο η γάτα λάτρεψε και κοιμάται μονίμως εκεί, παρά τα ικετευτικά «ψι-ψι-ψι» και τις υποσχέσεις μου για ολονύχτιο σούπερ-μασάζ που επαναλαμβάνω μάταια κάθε βράδυ μπας και τη συγκινήσω…

ΔΕΝ ΕΧΩ καν να λέω ότι είδα live το Gahan, αφού ο ηλίθιος βρήκε να τεζάρει, ως γνωστόν, ανήμερα της συναυλίας, και μείναμε με το εισιτήριο (πώς λέμε με το πουλί) στο χέρι και με τη φευγαλέα ανάμνηση του κώλου-έργου τέχνης να κουνιέται ανά τέταρτο στη γιγαντοοθόνη. Το μόνο που αποκόμισα από τη μη-συναυλία ήταν ένα γενναίο βράχνιασμα (αφού μια ώρα τουλάχιστον πριν φάμε την ήττα της ακύρωσης έπεφτε σύρμα από τους μπροστινούς ανά πεντάλεπτο και ουρλιάζαμε κι εμείς σαν αφιονισμένα στην ιδέα ότι θα βγουν) κι ένα παρ’ ολίγον στραμπούληγμα αστραγάλου γιατί, χαριτωμένη καθώς είμαι πάντα, κόντεψα να τσακιστώ στην προσπάθειά μου να βγω από το terra vibe ισορροπώντας ανεπιτυχώς πάνω στη ριγμένη καγκελόπορτα. Ευτυχώς που βρέθηκε ένας καλός άνθρωπος και με μάζεψε πριν σκοτωθώ με το πόδι σφηνωμένο ανάμεσα στα κάγκελα, αν και με κοίταξε με τόσο οίκτο που καταρρακώθηκε η γυναικεία μου αυτοπεποίθηση μέχρι το 2012, αλλά τέλος πάντων.

Για να μην επεκταθώ στα διαχρονικότερα «δεν έχω» μου, όπως βυζιά, συγκρότημα να βασανίζω, ελπίδα να γίνω dj, υπομονή ν’ αντέξω τη βλακεία του κόσμου, προζάκ όταν τα χρειάζομαι, πιθανότητα να με συμπαθήσει η πεθερά μου, τη δυνατότητα να δολοφονήσω τα ¾ του ελληνικού «μουσικού» στερεώματος χωρίς να πάω φυλακή, και τα λοιπά και τα λοιπά.

Αυτά για σήμερα, συν το τραγουδάκι που, όπως θα καταλάβατε, με εκφράζει αυτή τη στιγμή απόλυτα. Α, και για να ανανεωθούμε λίγο, μια πιο φλοράλ εικονίτσα πνιγμού, έτσι βρε για να σας φτιάξω τη μέρα…



Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

μου τη δίνει



Με μια μικρή καθυστέρηση, ανακάλυψα την πρόσκληση της Luthien να σας πω 5 πράγματα που μου τη δίνουν.

Περιττό να σας πω ότι με πετυχαίνετε στην πλέον εμπνευσμένη στιγμή για να βγάλω τη γκρίνια και τη μιζέρια μου προς τους πάντες και τα πάντα, μιας και τυχαίνει να υποφέρω από όλα τα σχετικά σύνδρομα συγχρόνως: προεμμηνορροϊκό, Α.Π.Π.Α. (για τους μη γνωρίζοντες, Αναγκαστική Περίοδος Παρατεταμένης Αγαμίας, την παραμεθόριό μου μέσα), έλλειψη ελεύθερου χρόνου, άγχος για εξετάσεις (ναι, πάλι, μερικά πράγματα δεν τελειώνουν ποτέ), μίνι υπαρξιακό, και μερικά ακόμη που δεν είμαι σίγουρη για την προέλευση και την ονομασία τους, έχουν πάντως απτά αποτελέσματα στο ούτως ή άλλως εύθραυστο νευρικό μου σύστημα.

Φορέστε όλοι τα κράνη σας, ξεκινάμε:

1. Τα καλώδια του mp3 και του handsfree μου που, παρά τις δραματικές μου προσπάθειες να τα τυλίγω σωστά, επιμένουν να μπλέκονται δέκα φορές την ημέρα σε κόμπους, φιόγκους, γόρδιους δεσμούς και λοιπά διαστροφικά συμπλέγματα, με αποτέλεσμα να περνάω περισσότερο χρόνο προσπαθώντας να τα ξεμπλέξω μέσα στο βαγόνι του ηλεκτρικού απ’ όσο τελικά ακούω μουσική ή μιλάω στο κινητό. Επίσης, τα καλώδια των mp3 και των handsfree όλων των άλλων συνεπιβατών μου που, με κάποιο μυστηριώδη τρόπο, παραμένουν εκνευριστικά τακτοποιημένα, με αποτέλεσμα να είμαι πάντα η μόνη ηλίθια που προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεμπλέξει τα δικά της, δίνοντας ταυτοχρόνως ένα μάταιο αγώνα να μην τσακιστεί σε κάθε σταμάτα-ξεκίνα του συρμού. Επίσης, η άκρως σαδιστική εμμονή των ίδιων πάντα καλωδίων να μπλέκονται (αφού τέλος πάντων έχω καταφέρει να τα ξεμπλέξω και να τα βάλω στα αυτιά μου) στα μαλλιά, τα σκουλαρίκια, τα κασκόλ και τους γιακάδες μου, και οι συνακόλουθες απέλπιδες προσπάθειές μου να τα βγάλω από πάνω μου χωρίς να ξεμαλλιαστώ ή να στραγγαλιστώ όταν φτάνω στη δουλειά.

2. Το καταραμένο φως των δοκιμαστηρίων, που για κάποιο άγνωστο λόγο μετατρέπει τα ίχνη κυτταρίτιδας στον κώλο μου σε σεληνιακή επιφάνεια που εκτείνεται μέχρι τα γόνατά μου, και τα τρία αμελητέα σπυράκια στη μούρη μου σε άπειρες φρικτές κοκκινίλες που βγάζουν μάτι. Με αποτέλεσμα να μπαίνω μέσα στη χαρά και την αυτοπεποίθηση να προβάρω το υπέροχο φουστάνι μου, και να βγαίνω πλήρως καταρρακωμένη, με σαφείς τάσεις αυτοκτονίας και διερωτώμενη πώς δεν ξερνούσαν οι περαστικοί στη θέα μου όση ώρα περπατούσα στο δρόμο αγνοώντας πως είμαι τελικά ένα τέρας της φύσης. Εννοείται ότι το φουστάνι το έχω σουτάρει με μια μελοδραματική κίνηση στην έκπληκτη υπάλληλο κατά την άτακτη φυγή μου από το δοκιμαστήριο.

3. Τα forward mail. ΌΛΑ τα forward mail. Όχι, όχι μόνο τα απύθμενης μαλακίας που απειλούν ότι θα προσγειωθεί μια αγελάδα στο κεφάλι μου ή θα με βιάσουν εξωγήινοι αν δεν τα προωθήσω. Ναι, και αυτά που σας φάνηκαν τόσο απίστευτα αστεία, συγκινητικά, ενδιαφέροντα ή πετυχημένα που δικαίως ίσως θεωρήσατε ότι θα ήθελα κι εγώ να τα δω. Μισώ τα forward mail από πεποίθηση. Τα μισώ γιατί βλέπω αυτό το γαμημένο νούμερο στο inbox και μπαίνω σαν μαλάκας περιμένοντας να διαβάσω κάποιο τέλος πάντων μήνυμα που να με αφορά ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ και που το έστειλε κάποιος για να πει κάτι σε ΜΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ. Και όχι, δεν γουστάρω ανά πάσα στιγμή να δω φωτογραφίες υφάλων ή κροκοδείλων, να διαβάσω για τη διεθνή αμνηστία, να μάθω ποια από τα γιαούρτια που τρώω είναι μεταλλαγμένα, να μεταδώσω το μήνυμα της πρόληψης του καρκίνου του μαστού, να βρω το παιδάκι που απήχθη στη Νότια Κορέα ή να γελάσω με το χι ηλίθιο ανέκδοτο. Δε θέλω, ρε παιδί μου, δε θέλω, ΔΕ ΘΕΛΩ.

4. Οι ομπρέλες. Οι δικές μου πρωτίστως, και εν συνεχεία και όλου του υπόλοιπου πλανήτη. Οι δικές μου γιατί είναι όντα ύπουλα, μνησίκακα, επικίνδυνα και, κυρίως, άχρηστα. Κατ’ αρχάς, μου μαγκώνουν το δάχτυλο (άγνωστο πώς) όποτε πάω να τις ανοίξω. Μετά που τις ανοίγω, διαπιστώνω πάντα ότι είναι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ξεχαρβαλωμένες (ναι, ακόμη κι όταν πήρα ΕΠΙΤΟΥΤΟΥ την ηλίθια εμπριμέ ομπρέλα φεύγοντας επειδή πίστευα ότι είναι σε καλή κατάσταση κι ότι δεν θα ρεζιλευτώ πάλι κρατώντας μια ομπρέλα που κάνει κούρμπα προς τα πάνω αντί προς τα κάτω, που οι μισές της γωνίες έχουν ξηλώσει και το ύφασμα πετάει στον αέρα, ή που δεν κλείνει λόγω σπασμένου μηχανισμού και περπατάω μετά το πέρας της μπόρας με ένα παλούκι ένα μέτρο παραμάσχαλα). Όταν προσπαθώ να τις κλείσω, μου ξαναμαγκώνουν το (ήδη μαγκωμένο από το άνοιγμα) δάχτυλο. Μετά που (πιστεύω ότι) τις έχω κλείσει, ο γαμημένος αυτόματος μηχανισμός των πιο εξελιγμένων μοντέλων αποφασίζει να εκδηλώσει την επαναστατικότητά του και ανοίγει αιφνιδίως κάνοντας «παφ» την ώρα που εγώ στέκομαι αμέριμνη, με αποτέλεσμα όχι μόνο να κινδυνεύω να σκοτώσω το διπλανό μου αλλά και να κάνω μία μίνι πτήση στο πλάι μαζί με την ομπρέλα αλά Mary Poppins. Περιττό να πω ότι, σε κάθε περίπτωση, η χρήση της ομπρέλας αποδεικνύεται παταγωδώς μάταιη, αφού για κάποιο περίεργο λόγο τα καταφέρνω πάντα να βρέχομαι, ολικά ή τοπικά, κι αν παραδόξως την έχω γλιτώσει κι έχω παραμείνει στεγνή την ώρα που κλείνω την ομπρέλα, θα τα καταφέρω στάνταρ αφηρημένη να κολλήσω το μουσκεμένο σκατόπραμα στο μπούτι μου καθώς στέκομαι, και θα βραχώ τελικά χειρότερα απ’ ό,τι αν δεν είχα την ομπρέλα. Όσο για τις ομπρέλες των υπολοίπων, τις μισώ προφανώς γιατί είναι τόσο άκακες, συνεργάσιμες και αποτελεσματικές στα χέρια όλων των άλλων.

[Περιττό να διευκρινίσω ότι οι σκατοομπρέλες κάνουν κόμμα με τα σκατοκαλώδια (βλ. αριθμός 1) με αποτέλεσμα να μπλέκονται μεταξύ τους και να δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τη ζωή μου. Η σιχαμένη συνεργασία τους με φέρνει συνήθως στην εντελώς pathetic κατάσταση να προσπαθώ να ξεμπλέξω το handsfree από το αριστερό μου σκουλαρίκι, ενώ η ομπρέλα, την οποία προσπαθώ να ισορροπήσω μαγκώνοντάς τη μεταξύ του λαιμού και του δεξιού μου ώμου, γλιστρά και με χτυπά στο κεφάλι, κι ενώ φυσικά ο συνομιλητής μου με βρίζει γιατί το μικρόφωνο του handsfree έχει πέσει πολύ χαμηλά και δεν ακούει τίποτα.]

5. Η απροσδιόριστη, σιχαμένη, εμετική και γλοιώδης κατηγορία σύγχρονης ελληνικής μουσικής που καλείται συμπούρμπουλη «έντεχνο» και οι πάσης φύσεως οπαδοί της. Το φαινόμενο είναι πολυδιάστατο: ο κάθε χαμένος «στιχουργός» βγάζει τα παιδικά του ψυχολογικά τραύματα φλομώνοντας τον κοσμάκη με ποιητικίζουσες (μπρρρρ) κακότεχνες παπαριές και νομίζει ότι έγινε ας πούμε Τριπολίτης το λιγότερο. Ο ίδιος (ή κάποιος άλλος, αναλόγως) τις πακετάρει σε μια (στην καλύτερη περίπτωση) συμπαθητική μουσικούλα, κι έρχεται κι ένας (όχι απαραίτητα κακός) ερμηνευτής που κλαίει, σφίγγεται και βγάζει κορώνες προσπαθώντας να σώσει το μη δεκτικό σωτηρίας. Και φυσικά οι ακροατές παραληρούν κατασυγκινημένοι ανατριχιάζοντας με την «ποίηση» που φτάνει στ’ αυτιά τους. Και τα τυπάκια αυτά εξαπλώνονται σαν την πανούκλα, με το ανάλογο στυλάκι φυσικά (βλέπε και τι λέει η Luthien σχετικά, αν και εκείνη μάλλον θα με έδερνε αν άκουγε ποιους κατατάσσω ασυζητητί – είμαι ανελέητη, τι να κάνω– στην εν λόγω κατηγορία), κι ο κάθε κακομοίρης χαίρεται με την απείρου βάθους κουλτούρα και ποιότητα των ασμάτων τους, κι αδυνατεί να καταλάβει ότι κάτι ΔΕΝ είναι αυτοδικαίως ποιοτικό απλώς και μόνο επειδή δεν είναι ντιπ σκυλοποπ/σκυλολαϊκό, ή επειδή ο ερμηνευτής έχει αξιόλογη φωνή. Κι επειδή δεν θέλω να με περάσετε για φασίστα, εγώ πρόβλημα δεν έχω, καθένας ακούει ό,τι θέλει αλλά, σας ικετεύω, ονομάστε το κάπως αλλιώς και, κυρίως, ξεκαβαλήστε το καλάμι.


Εννοείται ότι ο κατάλογος της γκρίνιας δεν τελειώνει εδώ, αλλά λέω να σεβαστώ τους κανόνες του παιχνιδιού και να μην συνεχίσω επ’ άπειρον, γιατί ειδάλλως θα χρειαστώ περγαμηνή.

Κάνω πάσα να γκρινιάξουν, αν θέλουν, ο masterpcm, η stassa, και φυσικά η Μ που στάνταρ θα μεγαλουργήσει –αν και για την τελευταία παραπέμπω ούτως ή άλλως στο κορυφαίο (και εκτενέστατο)13 ή δεν είμαι το Google.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

deja vu


Κι έτσι ο χρόνος στρογγυλοποιήθηκε πλήρως, με την πανομοιότυπη επανάληψη να προηγείται της επιτυχούς αφομοιώσεως των παρελθόντων γεγονότων, ως επιμένων εφιάλτης ή συνέχεια κακόγουστου σήριαλ μετά από σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα.
Τουλάχιστον ήταν όλα γνώριμα πλέον, οι άσπροι θάλαμοι, η ατελείωτη αναμονή στους παγωμένους διαδρόμους, η εξευτελιστική αφαίρεση των προσωπικών αντικειμένων, ο ξανθός φαντάρος στο αναψυκτήριο, τα σωληνάκια που παραβίαζαν θρασύτατα το δέρμα, οι προβλεπόμενες ώρες εισόδου, οι αλλεπάλληλες κλήσεις των διαφόρων ενδιαφερομένων, το σκέτο ουίσκι ως αποτρεπτικό μιας καθ’ όλα ανεπιθύμητης κατάρρευσης.
Ακόμα και ο διάλογοι ήταν ίδιοι, τηλεφωνικοί και διά ζώσης, οι εκατέρωθεν σπασμωδικές παραινέσεις για υπομονή, οι βεβιασμένοι χαριεντισμοί που επιχειρούσαν να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα, η αλάνθαστη απαγγελία του ιστορικού στους γιατρούς, η μονολεκτική συνεννόηση με τους φρουρούς στην πύλη, πρωτίστως, οι ανώφελες εκφράσεις λατρείας λίγο πριν το τέλος του εκάστοτε επισκεπτηρίου.
Ασφαλώς ήταν κάπως πιο εύκολα έτσι, με την εκ των προτέρων δηλαδή γνώση που απέτρεπε τα ενδεχόμενα λάθη, για παράδειγμα (και δεδομένου πως η ένστολη χυδαιότητα του περιβάλλοντος επέβαλλε, το δίχως άλλο, την απόρριψη του όρου εραστής), έλεγε συνειδητά ο αρραβωνιαστικός μου, για ν’ αποφύγει μιαν αξιόμεμπτη ασυνέπεια σε σχέση με τα έγγραφα εισαγωγής.
Το πιο σημαντικό, γνωρίζοντας πια με βεβαιότητα πως το αναψυκτήριο δεν διέθετε σταχτοδοχεία, έσβηνε –χωρίς καμιάν αμηχανία πλέον– το τσιγάρο της μέσα στο ποτήρι με το υπόλειμμα του καφέ.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

και μη χειρότερα (το σύνδρομο της Πολυάννας)



Σήμερα θυμήθηκα την Πολυάννα.

Όσοι από σας έχουν αναμετρηθεί στο μακρινό παρελθόν με το εν λόγω παιδικό ανάγνωσμα και τα τρομακτικά του σήκουελ θα μπουν, υποθέτω, ευκολότερα στο κλίμα της σημερινής αναρτήσεως. Για τους υπόλοιπους, που πιθανότατα αναρωτιούνται τι στην ευχή εστί Πολυάννα, εξηγώ πως πρόκειται για ένα αηδιαστικό κοριτσάκι, ηρωίδα μιας σειράς εξίσου αηδιαστικών (για την ακρίβεια, διεστραμμένων) παιδικών βιβλίων, ο πρώτος και πιο δημοφιλής τόμος της οποίας τιτλοφορείται Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς –αν και ο ορθός τίτλος θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να είναι πρέζα όμορφη.

Το στόρι έχει ως εξής: η Πολυάννα είναι ένα δαιμονισμένο επτάχρονο σίχαμα (στον πρώτο τουλάχιστον τόμο, γιατί στους επόμενους προοδευτικά φτάνει σχεδόν μέχρι την κασέλα). ένα κατατρεγμένο, αδικημένο, θεόφτωχο, πεντάρφανο, γκαντεμιασμένο και κακοποιημένο νιάνιαρο που, ενώ η σκληρή του μοίρα το χτυπά αλύπητα (μα πολύ αλύπητα), εκείνο επιμένει να χαίρεται σα μαλακισμένο –για την ακρίβεια, εφευρίσκει λόγους να είναι ευχαριστημένη σε κάθε δύσκολη περίσταση, εξ ου και η έννοια του περίφημου «παιχνιδιού της χαράς». Για να καταλάβετε για πόσο νοσηρό κόνσεπτ μιλάμε, έχουν πεθάνει ας πούμε όλα του τα αδερφάκια, πεθαίνει κατόπιν και η μαμά του, και το τερατάκι γυρίζει και λέει (κατόπιν νουθεσίας του μπαμπά-πάστορα) «είμαι ευχαριστημένη που ο καλός θεούλης πήρε τη μαμά μου στον ουρανό, για να φροντίζει τα αδερφάκια μου που τη χρειάζονται περισσότερο από μένα». Εν συνεχεία βέβαια ψοφάει και ο στοργικός πατέρας, αλλά η μικρή εκεί, πάλι βρίσκει μια μαλακία να την κάνει χαρούμενη, του τύπου «είμαι ευχαριστημένη που πέθανε μόνο ο μπαμπάς μου και δεν έγινε πυρηνική έκρηξη να καταστραφεί όλος ο πλανήτης». Και πάει λέγοντας, με αλλεπάλληλες δυστυχίες, δεινά, σεισμούς, λοιμούς, καταποντισμούς και τα λοιπά, που αδυνατούν φυσικά να κάμψουν το ηθικό της ηρωίδας, η οποία μεγαλώνει, πηδιέται, παντρεύεται, γεννοβολά, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο κάνει με αμείωτη πάντα ευτυχία και ικανοποίηση, στη βάση του συλλογισμού «είμαι ευχαριστημένη που με κουτσούλησε ένα περιστέρι, γιατί σκέφτομαι πως θα μπορούσε να με έχει χέσει πατόκορφα ένας βροντόσαυρος».

Έχετε πειστεί πως παραληρώ; Κάθε άλλο, αγαπητοί αναγνώστες. Μακάρι, δηλαδή, να παραληρούσα, αλλά δεν. Έχω πολύ βάσιμους, και ανησυχητικούς ταυτόχρονα, λόγους που θυμήθηκα την Πολυάννα: έπιασα με φρίκη τον εαυτό μου να βαδίζει στα χνάρια της…

Εξηγούμαι, για να μην σας παιδεύω άλλο με υπαινιγμούς: από την αρχή του χρόνου και λίγο πιο πριν, γαμιέται κυριολεκτικά ο Δίας. Δεν ξέρω αν φταίει ο ανάδρομος Ερμής, ο Μητσοτάκης, η πανσέληνος, ο ΣΥΡΙΖΑ, η κακιά γλωσσοφαγιά, το ωροσκόπιό μου ή απλώς η μαύρη μου η μοίρα. δεν ξέρω αν, ποιος και γιατί με έχει μουτζώσει. πάντως, ό,τι μπορεί να πάει στραβά στη ζωή μου τον τελευταίο καιρό, πηγαίνει. Κι εγώ έχω φρικάρει τόσο που, αντί να καταριέμαι την ατυχία μου και να κατεβάζω καντήλια, όπως είναι το φυσικό μου, έχω πέσει σε μια τρελή μοιρολατρία του στυλ «και μη χειρότερα», και νιώθω σχεδόν προνομιούχα που μ’ έχουν πλακώσει εδώ και δυο μήνες όλες οι μαλακίες μαζεμένες, γιατί θα μπορούσε ας πούμε να μου είχε πέσει κι ένα τούβλο στο κεφάλι να με σκοτώσει αλλά τη γλίτωσα.

Το πάρτυ ξεκίνησε με το μωρό στο χακί: Ένιωθα περίπου τυχερή που αρρώσταινε σε κάθε άδεια απ’ όταν μπήκε, γιατί λέει θα τον είχα τουλάχιστον κοντά να τον φροντίζω. Μετά, που χόντρυναν τα πράγματα και κάναμε μαύρες γιορτές στα νοσοκομεία, έλεγα «πάλι καλά, υπάρχουν και χειρότερα», γιατί τη σκαπουλάραμε και δεν μας βρήκε (όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί) κανένα ανεπανόρθωτο κακό. Περάσαμε του κόσμου την ταλαιπωρία από εγκληματική αμέλεια, αδιαφορία και λάθος χειρισμούς των διαφόρων υπευθύνων, κι αντί να θέλω να τους γαμήσω όλους, ήμουν πανευτυχής που τα κατάφεραν απλώς να τον βγάλουν έξω όρθιο. Έφτασα να νιώθω ευγνώμων που έγιναν τελικά, με ασυγχώρητη καθυστέρηση έστω, τα νόμιμα και αυτονόητα όσον αφορά στις απαλλαγές και τα λοιπά. Λέω δεν πειράζει που τον στέλνουν, παρ’ όλα όσα παίχτηκαν, στον Έβρο, γιατί θα μπορούσαν, επί παραδείγματι, να τον στέλνουν και στην Κύπρο, στο Νότιο Πόλο ή στη Μαδαγασκάρη. Δεν διαμαρτύρομαι που δεν του έδωσαν (ήμαρτον!) φοιτητική άδεια μια μέρα να δώσει ένα μάθημα που χρωστάει για πτυχίο, γιατί είναι τουλάχιστον καλά και δε γαμιέται το εξάμηνο. Στο τέλος, θα είμαι ευγνώμων που θα απολυθεί ζωντανός, γιατί θα μπορούσαν, θεωρητικά, να τον βιάσουν, να τον σκοτώσουν, να τον τεμαχίσουν και να τον κάνουν λουκάνικα Φρανκφούρτης κατά τη διάρκεια της θητείας...

Στο ίδιο πλαίσιο, αισθάνθηκα πάρα πολύ τυχερή που με πήρε σβάρνα πριν δυο βδομάδες με την όπισθεν ένας μαλάκας που πάρκαρε, γιατί τη γλίτωσα απλώς με μελανιασμένα γόνατα και δεν έσπασα τίποτα να τρέχω. Ένιωσα, δε, σχεδόν ευγνωμοσύνη για το μαλάκα που βγήκε και με άρχισε στα γαμωσταυρίδια αντί να με μαζέψει (τρόμαξε, λέει!), γιατί μετά το πήρε πίσω και μου ζήτησε συγγνώμη, το χρυσό μου.

Και σήμερα το πρωί που μου κλέψανε το πορτοφόλι εν ψυχρώ μέσα στο τραίνο, είπα πάλι καλά που είχα μέσα μόνο (!) ενενήντα ευρώ και όχι όλο μου το μισθό ας πούμε, ή που δεν μου βούτηξαν και το κινητό να δέσει το πράγμα και να πω ότι είμαι όντως γκαντέμα. Υποθέτω, βέβαια, πως και σε αυτήν τη περίπτωση θα είχα πει πάλι καλά που δεν μου επιτέθηκε ο Αντεροβγάλτης να με κάνει σουβλάκι μέσα στο βαγόνι, να γεμίσει και ο τόπος αίματα...

Κι αν η κολλητή μου, που διαπνέεται από χριστιανικό πνεύμα ιωβείου υπομονής, το θεωρεί όλο αυτό μια καθ’ όλα θετική αισιόδοξη στάση ζωής, εγώ έχω αρχίσει να το βρίσκω παραλογισμό, μιζέρια και τσακισμένα νεύρα. Γιατί έχω πειστεί, για κάποιο άγνωστο λόγο, πως όλα μπορούν ή πρέπει να μου πάνε κακά, ψυχρά κι ανάποδα, κι επομένως αφού δεν μου συμβαίνει κάτι εξωφρενικά τραγικό πρέπει να λέω κι ευχαριστώ, κάπως έτσι.

Πείτε μου, τώρα, εσείς, πού τελειώνει η νορμάλ αισιοδοξία και πού αρχίζει το σύνδρομο της Πολυάννας, γιατί ο σκορπιός μέσα μου τα ’χει παίξει και θέλει επειγόντως ψυχανάλυση…

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

I tell you we must die





Το είχε προ πολλού υποψιαστεί: η διάψευση ήταν μια διαδικασία προοδευτική.
Θα πεθάνω, είχε σκεφτεί, με όλη την ηδονή της γελοιότητας μιας τέτοιας προφανέστατης υπερβολής –που δεν έπαυε, ωστόσο, να φαντάζει ως η πλέον πιθανή εκδοχή συνεπειών.
Ασφαλώς δεν απεβίωσε. θα όφειλε, μάλιστα, να παραδεχτεί πως δεν είχε καν προσπαθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Τουναντίον, συνέχιζε να τρέφεται (στοιχειωδώς, έστω), να καπνίζει (σαφώς περισσότερο), να κοιμάται (έναν ύπνο άσπρο, δίχως όνειρα, μ’ αυτό ήταν κάτι με το οποίο είχε από καιρό συμβιβαστεί).
Εξακολουθούσε πάντως κατά διαστήματα να εκπλήσσεται, και μάλιστα σε στιγμές καθ’ όλα ανύποπτες, κατεβαίνοντας τις σκάλες στη δουλειά επί παραδείγματι, κι ακούγοντας το χτύπο των καινούριων τακουνιών της να την ακολουθεί σαν επίμονο αδέσποτο, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στο κλιμακοστάσιο, μα έπρεπε να έχω πεθάνει, σκεφτόταν, με κάποια ανακούφιση είναι η αλήθεια –που ήταν ακόμη ζωντανή, ή που συνειδητοποιούσε πως δεν θα ’πρεπε να είναι, δεν μπορούσε ν’ αποφανθεί επ’ αυτού.
Κι επέμενε να καταφεύγει σ’ ερωταποκρίσεις ανώδυνες το κατά δύναμιν, είσαι καλά, όχι, βέβαια, παίρνεις τα φάρμακά σου, την άλλη βδομάδα, θέλεις κάτι να στείλω, καλά είμαι, μέχρι το πέρας της εκάστοτε τρομερής συνδιάλεξης, άκουγε τη γραμμή να κλείνει κι εκπλησσόταν πάλι με το παράλογο της όλης υποθέσεως, να ξέρει πως θα έπρεπε να πεθάνει, προσωρινά έστω, εκτάκτως, διακεκομμένα, ως το επόμενο τηλεφώνημα τουλάχιστον και την εκ νέου έναρξη της αγωνίας.
Υπέθετε βάσιμα πως, στην πορεία, θα συμβιβαζόταν πλήρως με την ιδέα της παράδοξης αυτής επιβίωσης, θα ήταν ευγνώμων ίσως για την ανέλπιστη ελαστικότητα της οδύνης, το αυτοβούλως επιμηκυνόμενο κενό που κάλυπτε μ’ επιτυχία τερατώδεις χιλιομετρικές αποστάσεις, την αδυναμία των οφθαλμών της ν’ απορρίψουν τη θέαση του ακρωτηριασμένου τοπίου.
Κι ήταν έτοιμη, ανά πάσα στιγμή, ν’ αρνηθεί κατηγορηματικά πως σκοπίμως απέφευγε το μεγάλο καθρέφτη του διαδρόμου.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών




Η πιο περίπλοκη πλευρά του θέματος ήταν, εν τέλει, τα αντικείμενα.
Πράγματα που έπρεπε να μαζευτούν στο όριο της εξαντλήσεως του όποιου διαθέσιμου χρόνου, διεκδικώντας μια περισσότερο ή λιγότερο τρομακτική εκδοχή πιθανής χρησιμότητας (παραπεμπτικά, εσώρουχα, το βιβλιάριο υγείας, το κουτί της αντιβίωσης με το ανεπίδεκτο αποστηθίσεως όνομα, το σπρέι των εισπνοών για το ενδεχόμενο μιας καθ’οδόν επιδείνωσης), ανάκατα, μέσα σε κακόγουστες τσάντες που επιστρατεύονταν εκτάκτως, ατάκτως ερριμμένα στο πορτ-μπαγκάζ υπό το κράτος της γενικής αναστάτωσης, μισή περίπου ώρα προ της πανηγυρικής επελάσεως του νέου έτους, με το συγκεχυμένο σάουντρακ των τελευταίων υπενθυμίσεων όσων θα έμεναν στο σπίτι, το χαρτί του φρουραρχείου το πήρες, την ακτινογραφία μην ξεχάσετε, το πορτοφόλι σου, φράσεις που προσπαθούσαν μάταια να τρυπώσουν στο αυτοκίνητο ενώ οι πόρτες έκλειναν ήδη με το βρόντο του πανικού, εναερίως διαμελίζοντας ρήματα και ανώφελα σημεία στίξεως.
Υπήρχαν, ασφαλώς, οι εσωτερικές παραινέσεις προς εαυτόν, να θυμηθώ, να θυμάμαι, (όσα θα έπρεπε σύντομα να ειπωθούν, τις ώρες λήψης των διαφόρων φαρμάκων, την αλλεργία στην ασπιρίνη, τα ιλιγγιώδη ύψη του υδράργυρου), να μην ξεχάσω, να μην ξεχάσω, να μην ξεχάσω, να μην τα πω λάθος, να μην τρέμω, πρωτίστως, να μην καταρρεύσω.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, το αμφιβόλου προελεύσεως ουίσκι, κατεβασμένο μονορούφι μισό λεπτό πριν από την έξοδο, κατά κάποιο τρόπο βοηθούσε. Έπρεπε να είχα βάλει δύο.
Από το αυτοκίνητο φαίνονταν τα πυροτεχνήματα. Να μην ξεχάσω, να μην τα μπλέξω, πρωτίστως, να μην τρέμω.
Πέρασαν με τέσσερα κόκκινα.
Έπρεπε να είχα βάλει δύο.
Τέσσερα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, θα έτρεμε τελικά, ωστόσο δεν θα ξεχνούσε. Θα ενημέρωνε τον αιφνιδιασμένο γιατρό της εφημερίας με τερατώδη ακρίβεια, καταφέρνοντας να ακουστεί πάνω από τα ελαφρολαϊκά που σηματοδοτούσαν, παρά την ιδιαιτερότητα του χώρου, την αλλαγή του χρόνου, παραμερίζοντας τις μακιγιαρισμένες νοσοκόμες που εύχονταν θορυβωδώς στα κινητά τους καλή χρονιά σε ξαδέρφες, γκόμενους και μανάδες, θα παρέδιδε σωστά όλα τα απαραίτητα ιατρικού και γραφειοκρατικού ενδιαφέροντος έγγραφα, θ’ απαγκιστρωνόταν αξιοπρεπώς από το χακί μπουφάν όταν ο γιατρός τής έλεγε πρέπει να περάσετε έξω.
Πρωτίστως, δεν θα κατέρρεε.
Και θα περίμενε υπομονετικά στο διάδρομο κάτι λιγότερο από μιαν αιωνιότητα, παρέα πάντοτε με τα άγαρμπα πακεταρισμένα αντικείμενα, τα μισά εκ των οποίων θα μάθαινε αργότερα πως δεν προβλέπονται, νιώθοντας με τετραπλασιασμένες εντάσεις τους ορούς και τις σύριγγες που τρυπούσαν τους λευκούς βραχίονες έναν διάδρομο πιο μέσα, τη δυσλειτουργία των πνευμόνων, το παραλήρημα του πυρετού σ’ ένα σώμα που, για λόγους εντελώς τεχνικούς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά κυριολεξία δικό της.
Ευτυχώς δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει πως, ελλείψει νομικού δεσμού γάμου, δεν θα μπορούσε καν να πει είναι ο άντρας μου.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Γκρίνια, μιζέρια, κατάθλιψη (προσοχή, μεταδίδεται)



Με τα Χριστούγεννα δεν το ’χω καθόλου.

Η αδερφή μου υποστηρίζει ότι είμαι απλώς σκατόψυχη. Εγώ, πάλι, λέω πως είναι καθαρά ζήτημα αισθητικής.

Τι να κάνω, με πιάνει μια φρίκη με τους τόνους καρακίτς «διακοσμητικών» που κατακλύζουν τα σπίτια και τους δρόμους, ξέρετε, πλαστικοί αγιοβασίληδες που σκαρφαλώνουν αλά Ρωχάμης στα μπαλκόνια, κακοφτιαφμένα ελαφάκια-διασταύρωση με πολική αρκούδα ή κάτι παρόμοιο, φάτνες, άχυρα, βοσκοί και λοιπά ντεκόρ βουκολικού χαρακτήρα. Για να μην πω για τα λαμπάκια: λαμπάκια, λαμπάκια, λαμπάκια και ξανά λαμπάκια, σε κάθε πιθανό και απίθανο μέρος, άσπρα λαμπάκια, χρωματιστά λαμπάκια, που αναβοσβήνουν σε στυλ φωτορυθμικού μέχρι να σου ’ρθει επιληπτική κρίση, λαμπάκια εδώ, λαμπάκια εκεί, πού στο διάολο βρίσκονται τόσες πρίζες, φυτρώνουν λόγω των ημερών; Και δεν είναι τόσο ότι τα βρίσκω αντιαισθητικά τα λαμπάκια, όσο ότι με πιάνει οικολογική κρίση με το ενεργειακό, συν μια μίνι φοβία ότι μπορεί κάποια από τις μαλακίες να βραχυκυκλώσει έτσι που τα ’χουν να καίνε νυχθημερόν και γίνουμε όλοι κάρβουνο, να είμαστε ασορτί και με το γενικότερο κλίμα του τελευταίου καιρού...

Θα μου πείτε, αφού δεν τα γουστάρεις τα στολίδια και τα λαμπάκια, μην στολίσεις και τελείωσε. Αμ δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα! Διότι άμα τυχαίνει να είσαι το τελευταίο τέκνο που κατοικεί ακόμη με τους γονείς, οφείλεις να φροντίζεις τα γιορτινά υπαρξιακά τους, που έχουν μάλιστα ενταθεί λόγω πρόσφατης μετακόμισης του άλλου τέκνου. Ξέρετε, αυτή η απίθανη χριστουγεννιάτικη ψυχοπλακο-γκρίνια του τύπου εμείς τώρα γεράσαμε, άμα φύγεις κι εσύ δεν θα ξαναστολίσουμε κλπ κλπ, μέχρι να σε κάνουν να νιώσεις αφόρητες τύψεις που σου τη δίνει το έλατο και τα συμπράγκαλά του και να αποφασίσεις να παλέψεις ηρωικά, επί ένα ολόκληρο απόγευμα, με πλαστικά κλαδιά, λαμπάκια (γαμώ την τύχη μου!), κουδουνάκια, αστεράκια, πλαστικά χιόνια (μπλιαχ) και ό,τι άλλη αηδία απαιτεί η περίσταση να κρέμεται πάνω στο γαμω-έλατο, για να χαρούν ο μπαμπάς και η μαμά και να αναβάλουν την αυτοκτονία για του χρόνου ή του παραχρόνου. Και δεν είναι που μάχεσαι με τα κουδουνάκια, είναι που πρέπει και να χαμογελάς όλο ενθουσιασμό με το αποτέλεσμα (ένα πράσινο παλούκι δυο φορές το μπόι μου μέσα στο σαλόνι, τι καλά), καταπνίγοντας φυσικά τα καντήλια που σου έρχονται επειδή η χρυσόσκονη, το πλαστικό χιόνι (μπλιααααχ) και τα υπολείμματα του φελιζόν έχουν μπλεχτεί ανεπανόρθωτα στα ρούχα σου, στα μαλλιά σου, και στη γούνα της γάτας, η οποία σημειωτέον έχει αφηνιάσει με το σούσουρο και τρέχει πάνω-κάτω σαν να της έχουν ρίξει νέφτι.

Ασφαλώς, το αποτέλεσμα σε ανταμείβει τρόπον τινά, γιατί ο μπαμπάς και η μαμά όντως χαίρονται με την αηδιοκόσμηση του σπιτιού και επιτέλους σταματάνε τη γκρίνια. Ωστόσο, αμέσως μετά ξενικά το δεύτερο στάδιο, αυτό των διαπραγματεύσεων με τη μαμά, που χάρηκε κάπως υπέρ του δέοντος και ξετρύπωσε επιπλέον άλλες εκατό μαλακίες για να στολίσετε, λέει, και το υπόλοιπο σπίτι, μην τυχόν και μείνει καμιά γωνιά φυσιολογική και πάθουμε τίποτα λόγω ελλιπούς εορταστικού κλίματος. Κι εσύ τρέχεις ικετεύοντας να προλάβεις τα χειρότερα, με την απαραίτητη πάντα διπλωματία («αυτό το πανέμορφο αγγελάκι, που θυμίζει παρεμπιπτόντως τυραννόσαυρο, θα μπορούσε ίσως να περιμένει για του χρόνου;» ή «ΕΛΕΟΣ, όχι το γιγάντιο κερί πάνω στο πικάπ μου!!!»), ενώ συγχρόνως κυνηγάς το γατί, που σε εκδικείται ανελέητα για την καταστροφή του χώρου του αρπάζοντας τη διακοσμητική κάλτσα από το τζάκι και σέρνοντάς την κάτω από το τραπεζάκι για να την αποτελειώσει με την ησυχία του.

Και πάει στο διάολο η αηδιοκόσμηση. Έχω μετά το άλλο δράμα, τα κάλαντα. Με τα πιτσιρίκια που ξαμολιούνται την παραμονή και βαράνε τα κουδούνια από τις εφτά, κάνοντάς με αφενός να νοσταλγώ τις χρυσές ημέρες του βασιλιά Ηρώδη, αφετέρου να βλαστημάω με την ψυχή μου τον πούστη που εφηύρε τα «μουσικά» κουδούνια σαν το δικό μας (ολόκληρο κοντσέρτο βαράει, σε απίστευτη ένταση και μάλιστα α κ ρ ι β ώ ς έξω από την κρεβατοκάμαρά μου, τόσο που χτες το πρωί νόμιζα μες στον ύπνο μου πως είχα ένα ολόκληρο καμπαναριό μέσα στο κεφάλι μου…). Και δε φτάνει που σε ξυπνάνε αξημέρωτα, τα σκασμένα, πάνω που πήρες άδεια και λες επιτέλους σήμερα δεν θα ξυπνήσω στις έξι. Eίναι που, άμα πεις ας την κάνω την καλή την πράξη κι ανοίξεις την πόρτα, πρέπει να υποστείς τις παντελώς παράφωνες τσιρίδες τους (χάθηκε ο κόσμος να τους κάνουν μια στάλα ωδική στα σχολεία;!) το λιγότερο μέχρι τη δεύτερη στροφή του άσματος, γιατί χαίρονται και παίρνουν φόρα κι άντε μετά να τα σταματήσεις, όσο γλυκά (στην αρχή) ή απειλητικά (όσο συνεχίζουν οι τσιρίδες) πεις «και του χρόνου» δίνοντας τα ψιλά.

Και για να δέσει η χριστουγεννιάτικη τραγωδία μου, έρχονται τα μελομακάρονα. Όχι, αυτά δεν τα αντιπαθώ –τουναντίον: τα λατρεύω. Με αποτέλεσμα να επιδίδομαι κάθε πρωί, μεσημέρι και απόγευμα σε μια καθόλα άνιση μάχη με τη συνείδησή μου, προκειμένου να αποφύγω το σατανικό κουτί που μου κάνει ναζάκια από το τραπέζι της κουζίνας. Όπως ίσως φαντάζεστε, η ρουφιάνα η συνείδησή μου πάντοτε χάνει εξευτελιστικά, ενώ εγώ απομακρύνομαι θριαμβεύτρια ως Ρωμαίος κατακτητής με το μελομακάρονο στο στόμα. Και μπορεί μεν να είμαι ελλιποβαρής και να μην βάζω γραμμάριο ακόμα και με το νιοστό μελομακάρονο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαι και γυναίκα: κοινώς, κομπλεξική με το βάρος που θεωρητικά μπορεί να πάρω. Πράγμα που σημαίνει ότι περνάω τις μισές γιορτές καταβροχθίζοντας μελομακάρονα, και τις άλλες μισές μετρώντας πανικόβλητη πόσα μελομακάρονα καταβρόχθισα. Αφήστε που τις νύχτες ξυπνάω κάθιδρη από κάτι φρικτούς εφιάλτες, στους οποίους εμφανίζομαι λέει το επόμενο καλοκαίρι με μπικίνι στην παραλία και οι λουόμενοι αρχίζουν να με σπρώχνουν προς το νερό, φωνάζοντας «ρίξτε την καημένη τη φάλαινα πίσω στη θάλασσα»…

Καταλάβατε; Κι όλα αυτά, με το μωρό στου διαόλου τη μάνα, να κάνει χριστούγεννα στο στρατόπεδο τρώγοντας προϊστορικές γαλοπούλες, αντί να είναι εδώ να με διαβεβαιώσει ότι όχι, δεν θα παχύνω με μερικές μέρες μελομακαρονοτροφίας αλλά φυσικά ναι, θα με αγαπούσε ακόμη κι αν πάχαινα λόγω των μελομακάρονων, και τα λοιπά και τα λοιπά, όπως σωστά καταλάβατε μ’ έχουν χτυπήσει όλες οι ανασφάλειες και οι γκρίνιες του πλανήτη μαζεμένες, και πολύ θα το ήθελα να επιτεθώ κι εγώ σαν τη γάτα στη χριστουγεννιάτικη κάλτσα να ξεσπάσω, αλλά μάλλον θα φανεί πολύ γελοίο κάτι τέτοιο, οπότε απλώς κάθομαι εδώ και μιζεριάζω, και το μωρό λείπει, ναι το ξέρω ότι το ξαναείπα αυτό, και μην τυχόν και υποθέσετε πως γι’ αυτό μου φταίνε όλα, καμία σχέση, το ότι μου λείπει φρικτά είναι τελείως μα τελείως ανεξάρτητο από το ότι μου προκαλεί αναγούλα αυτό το γούτσου-γούτσου κλίμα των ημερών, άι σιχτίρ…

Ξέρω, σας έπεισα.

Πάω να ξεκρεμάσω τη βρωμο-κάλτσα.