Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

6 + 1 πράγματα να θυμάσαι από ένα γάμο

Επειδή αρκετά σας τα έπρηξα με τη γκρίνια περί θρησκευμάτων, αδειών και λοιπών γραφειοκρατικών αηδιών, ορίστε η συγκλονιστική ανάρτηση που όλοι με αγωνία περιμένατε. Ελπίζω το παρόν αριστούργημα να αναπληρώσει, όσο γίνεται βέβαια, το τραγικό και δυσβάστακτο κενό όσων δεν μπόρεσαν δυστυχώς να παραβρεθούν στο κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός.


Τρομοκρατήστε το φωτογράφο: Λοιπόν σας το ορκίζομαι, παρ’ όλα όσα είχα πει σε προηγούμενη ανάρτηση, ήμουν πραγματικά πάρα πολύ καλή μαζί του. Του μίλησα τουλάχιστον δύο φορές καθ’ όλη τη διάρκεια της φωτογράφησης, τον κέρασα ουίσκυ, μέχρι τον καημένο τον κουμπάρο μου έστειλα να τρέχει να πάρει σοκολατάκια γιατί διαπίστωσα τελευταία στιγμή ότι δεν είχα ένα γλυκό να κεράσω. Αυτός τώρα για ποιο λόγο ακριβώς φρίκαρε, και είχε την περισσότερη ώρα ένα βλέμμα σαν να περίμενε να εκραγεί καμιά βόμβα μέσα στο σπίτι, καμία ιδέα δεν έχω. Υποπτεύομαι, ωστόσο, ότι του προκάλεσαν ίσως κάποια νευρικότητα τα υπέροχα μαύρα σεντόνια που είχα στρώσει στην κρεβατοκάμαρά μας, ασορτί εννοείται με τις σούπερ υπέροχες μαύρες κουρτίνες μας. Τι να πω πια, μπορεί και να τον πείραξε ο Marilyn που έπαιζε στο τέρμα. Θα έλεγα ότι μπορεί να τον αποσυντόνισαν και τα μπούτια της αδερφής μου, που σκότωνε με κάτι μαύρα διχτυωτά που φόραγε, αλλά έχω βάσιμες υποψίες ότι, αν παίχτηκε κάτι σε τέτοιου τύπου αποσυντονισμό, μάλλον είχε άλλα γούστα και ήταν το μωρό που τον αποσυντόνισε, διότι εν τέλει τράβηξε με το ζόρι δεκαπέντε σόλο φωτογραφίες εμένα, που ήμουν νύφη (ευτυχώς έβγαλε μερικές πολύ ωραίες, αλλιώς θα τον είχα κρεμάσει με συνοπτικές διαδικασίες), ενώ το μωρό καμιά πενηνταριά τουλάχιστον, με εβδομήντα διαφορετικά ζουμ στη γραβάτα, στο χέρι, στο πόδι, στο μάτι, στο στόμα και δεν ξέρω κι εγώ πού αλλού (αφήστε, δε, που μου είπε όταν πήγα να πάρω τις φωτογραφίες ότι σκοπεύει να μας βάλει στη βιτρίνα, σε μια ωραία σύνθεση λέει, με μία δικιά μου φωτογραφία και δύο του μωρού). Σε κάθε περίπτωση, ο καημένος ο άνθρωπος θα πρέπει να έφαγε ένα σοκ με την πάρτη μου, διότι όταν πήγα να διαλέξω άλμπουμ έτυχε να πω ότι δεν μου άρεσε ένα καφέ που μου έδειξε (απλά γιατί ήταν απαίσιο το συγκεκριμένο καφέ), κι εκείνος έσπευσε να πει περίλυπος «α, θέλετε μαύρο, ε; δυστυχώς νομίζω δεν βγαίνει σε μαύρο!», κι εγώ προσπαθούσα σα μαλάκας να καταλάβω πού του ήρθε το μαύρο, κι από πού κι ως πού δηλαδή να θέλω μαύρο άλμπουμ γάμου, εγώ για λευκό/ιβουάρ σκεφτόμουν, και μετά θυμήθηκα τα μαύρα σεντόνια, και τις κουρτίνες, και την αδερφή μου που ήταν σαν γκοθ τσόντα στο κυριλέ, και συνειδητοποίησα ότι φορούσα και μαύρα (τι περίεργο) εκείνη τη στιγμή, και γαμήθηκα στο γέλιο μπροστά του και νομίζω τον τρόμαξα ακόμα περισσότερο, αλλά δεν πειράζει, θα το ξεπεράσει, ένα σκασμό λεφτά πήρε (χαλάλι του βέβαια γιατί έβγαλε τέλειες φωτογραφίες, είπαμε, ιδίως το μωρό).


Ντύνοντας το γαμπρό: Την ημέρα του γάμου συνειδητοποίησα με τον πλέον ξεκαρδιστικό τρόπο ότι το καημένο το μωρό όταν άκουγε τη φράση ντύνουν το γαμπρό είχε κατά νου μια πιο μεταφορική εικόνα, του τύπου ντύνομαι-μόνος-μου-και-κάποιος- παριστάνει-ότι-μου-δένει-τη-γραβάτα. Εννοείται, φυσικά, ότι είχαν σκάσει από νωρίς στο σπίτι όλοι οι αγαπημένοι κάφροι, οι οποίοι προς μεγάλη του φρίκη εννοούσαν να τον ντύσουν κυριολεκτικά –αφήστε που είχαν ακούσει και όλοι για το cavalli σώβρακο και είχαν λυσσάξει στο γέλιο να το δουν και να το απαθανατίσουν δεόντως. Το αποτέλεσμα ήταν ν’ ακούσουν οι γείτονες μεσημεριάτικο κάτι ουρλιαχτά του μωρού, το οποίο προσπαθούσε απεγνωσμένα και ματαίως να τους πείσει, αν όχι να βγουν από το δωμάτιο όπου εννοείται είχαν μπουκάρει, τουλάχιστον να μην τον τραβάνε φωτογραφίες πριν βάλει το παντελόνι του. Εννοείται ξανά ότι δεν τον άκουσε κανείς, και ότι το cavalli (χαλάλι τα λεφτά που πλήρωσα) απαθανατίστηκε σε πλείστες όσες πόζες (τις οποίες μάλιστα δεν σκεφτήκαμε να αφαιρέσουμε από το φάκελο με τις φωτογραφίες που δώσαμε στην αδερφή μου μετά το γάμο, η οποία αδερφή μου φυσικά έσπευσε να πει στο μωρό για τις kinky πόζες του, και φυσικά το μωρό πάνω μου ξέσπασε και μ’ έβριζε ένα απόγευμα για τις μαλακίες μου, αλλά γέλασα τόσο που μικρό το κακό).


Η πτώση του νυφικού: Εγώ το είχα πει σε κείνη την καλή κυρία όταν έκανα την τελευταία πρόβα, ότι το νυφικό δεν στέκεται καλά στο στήθος μου και θα πέσει. Η καλή κυρία εξανέστη και ωρυόταν ότι είναι α-πο-λύ-τως αδύνατο να πέσει, διότι του έχει βάλει τέσσερα λάστιχα και εβδομήντα εξτρά κόπιτσες και τρία φερμουάρ (άμα πέσει το ένα να σφίξω το άλλο κι άμα χαλαρώσει το άλλο να δέσουμε το παράλλο και πάει λέγοντας, σαν τα εφεδρικά αλεξίπτωτα ένα πράμα), και σε κάθε περίπτωση επιτέλους, είναι ένα αμπλα-ου-μπλα collections νυφικό!, και ουδέποτε νύφη μας παραπονέθηκε για τέτοιου είδους ατύχημα (καταλάβατε τώρα, ουστ μωρή παρακατιανή που θα μας πεις ότι δε ράψαμε καλά το νυφικό και θα πέσει από τα ανύπαρκτα βυζιά σου). Τι να κάνω κι εγώ το καημένο, επεχείρησα άλλη μία φορά να ψελλίσω ότι πραγματικά νομίζω ότι το νυφικό θα γλιστρήσει αν περάσει λίγη ώρα γιατί δεν το νιώθω να στέκεται καλά, αλλά της κυρίας της γυάλισε το μάτι αυτή τη φορά και ξαναείπε κάτι για την απαράμιλλη ραφή των αμπλα-ου-μπλα collections νυφικών, μέχρι που μπήκα κι εγώ στο τριπάκι και το πίστεψα, ότι το σούπερ-ντούπερ-ουάου αμπλα-ου-μπλα νυφικό μου θα ήταν αδύνατον να πέσει. Ας πρόσεχα.

Η σταδιακή πτώση-γλίστρημα του νυφικού ξεκίνησε λίγο πριν φύγω από το σπίτι (το επιβεβαιώνουν και οι φωτογραφίες, διότι σε μία έχω βγει να προσπαθώ να το μαζέψω σκασμένη στο γέλιο). Εγώ εννοείται φρίκαρα και είπα με τρόμο στην αδερφή μου «βοήθεια, το νυφικό θα μου πέσει». Επειδή όμως η παράνοια είναι κολλητικό πράγμα, η sis με διαβεβαίωσε με ακράδαντη πίστη Ελένης Λουκά ότι αν είναι δυνατόν, αμπλα-ου-μπλα collections νυφικό και να πέσει, απλώς έχεις άγχος και νομίζεις ότι γλιστράει. Κι επειδή, ξαναλέω, είναι κολλητικό το ρημάδι, είπα κι εγώ δε βαριέσαι, ιδέα μου θα είναι.

Ότι φυσικά η πτώση του νυφικού κάθε άλλο παρά ιδέα μου ήταν επιβεβαιώθηκε περίτρανα την ώρα του γάμου, όταν α) διαπίστωσα ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να περπατήσω χωρίς να τσακιστώ, διότι το –ούτως ή άλλως σερνάμενο– νυφικό μου είχε γλιστρήσεις άλλους τρεις πόντους κάτω με αποτέλεσμα να το πατάω συνεχώς και β) όταν την ώρα που μας πάντρευε ο δήμαρχος έσκυψα το κεφάλι μου γιατί με είχαν πάρει τα ζουμιά και είδα την αριστερή μου ρώγα. Θέλω να πιστεύω ακράδαντα (με πίστη Ελένης Λουκά) ότι έφταιγε η στάση του κεφαλιού μου τουλάχιστον και ότι δεν ήταν τόσο εμφανής και στους υπολοίπους παρευρισκομένους.

Σε κάθε περίπτωση μη φανταστείτε ότι χάλασα και τη ζαχαρένια μου, απλώς στην υπόλοιπη βραδιά προστέθηκε και η επωδός «ρε παιδιααααά, κάποιος ας τραβήξει το νυφικό μου στην πλάτη, πάλι έπεσε το αμπλαουμπλαcollectionsμουμέσα».


Εγώ και οι υπόνομοι: Μακράν το καλύτερο απρόοπτο του γάμου: Σταματάει ο γαμπρός μου το αυτοκίνητο (στο μοναδικό σημείο που μπορούσε να σταματήσει, γιατί είχε κάτι μαλακισμένα σίδερα στο πεζοδρόμιο) για να εξέλθω λέει, νύφη, μέσα στο φλας, το χειροκρότημα και τον κακό χαμό. Ανοίγω την πόρτα, πάω να βγάλω πόδι (σημειώστε, πάντα μέσα στο φλας, το χειροκρότημα και τον κακό χαμό), και διαπιστώνω ότι μπροστά μου βρίσκονται δύο υπόνομοι, ένας δεξιά ένας αριστερά, με απειροελάχιστο χώρο ενδιάμεσα, ίσα-ίσα για να πατήσω χωρίς να χωθεί το τακούνι μου μέσα. Εγώ κατουρήθηκα στο γέλιο, ο φωτογράφος να μου φωνάζει «μη στεναχωριέσαι, δεν θα φαίνεται», εγώ να ισορροπώ μεταξύ σχάρας 1 και σχάρας 2, και όλοι να βρίζουν τον καημένο το γαμπρό μου πού βρήκε να παρκάρει. Εννοείται ότι λατρεύω τη σχετική φωτογραφία, όλοι με έχουν γκαστρώσει να την περάσω στο photoshop αλλά εγώ επιμένω ότι τι σκατά αυθεντικός industrial γάμος θα ήταν χωρίς αυτό, ούτως ή άλλως την καταβρίσκω με τα σουρεάλ πράγματα όπως θα γνωρίζετε ήδη οπότε μάλλον σκέφτομαι να την κάνω κορνίζα.


Χορεύοντας με το νυφικό (κατά το χορεύοντας με τους λύκους): Όποιος από εσάς είχε ποτέ την ατυχία να με δει να χορεύω dead Kennedys ή τίποτα τέτοιο μετά από τρεις πέρδικες, μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση διότι η συνέχεια είναι προβλέψιμη. Οι υπόλοιποι καλείστε απλώς να επιστρατεύσετε τη φαντασία σας και να με οραματιστείτε, μετά από τρεις πέρδικες, μία ανυπολόγιστη ποσότητα σαμπάνιας και μερικά δεν-ξέρω-τι-είχαν-μέσα-σφηνάκια, και αφού αποφάσισα ότι το νυφικό παραήταν μακρύ και άβολο για τη διάθεσή μου, να έχω πάρει την υπερσικάτη γραβάτα του μωρού (το οποίο ήταν επίσης τύφλα και είχε ξεκουμπώσει το πουκάμισό του μέχρι τον αφαλό περίπου αλά latin lover, με αποτέλεσμα να γυαλίζει ακόμα περισσότερο το μάτι μου) και να την έχω χρησιμοποιήσει ως σκοινί για να στρουφίξω τα τρία τέταρτα του μήκους του φουστανιού, κατόπιν δε ως ζώνη για να στερεώσω όλο αυτό το πράγμα στη μέση μου, και να δημιουργήσω μία νέα, σούπερ τρέντι και ομολογουμένως πολύ πιο άνετη εκδοχή του καταπληκτικού αμπλα-ου-μπλα collections νυφικού μου (την οποία εννοείται αν την έβλεπε η σχεδιάστγια θα είχε χτυπήσει εφτά εγκεφαλικά ταυτόχρονα και θα την τρέχανε ακόμα). Προσθέστε δε σε αυτό το βλέμμα του αγαπημένου ξαδέρφου από το νησί, ο οποίος πράγματι απέδειξε την αγάπη του ακολουθώντας μας μεταμεσονύκτια στο μαγαζί όπου διαδραματίστηκαν τα εκπληκτικά αυτά γεγονότα, προσπαθώντας να προσποιηθεί ότι όλα του φαίνονταν πάρα πολύ φυσιολογικά, ακόμα και όταν η θεά sis σε μία έξαρση κεφιού τον έσυρε πάνω να χορέψουν, λέει, beastie boys (τον απαθανάτισε μάλιστα κάποιος με το χέρι σηκωμένο, δεν πρόλαβα να δω αν ήταν φιγούρα τσιφτετελιού ή έκκληση για βοήθεια), και θα έχετε την πλήρη εικόνα.


Το νυφικό ξέρασμα και η αμνησία: Θεωρώ απολύτως αυτονόητο ότι το πρώτο πράγμα που έκανα εισερχόμενη στο σπίτι ως παντρεμένη γυναίκα ήταν να βγάλω τα συκώτια μου. Αυτό ήταν και η τελευταία μου ανάμνηση (αν και κάπως θολή, ομολογώ) από το φανταστρουμφικό αυτό βράδυ. Το καλύτερο ήταν ότι το επόμενο μεσημέρι που ξυπνήσαμε είχαμε αμφότεροι ένα μικρό κενό μνήμης –συγκεκριμένα, αδυνατούσαμε να θυμηθούμε με ποιο τρόπο είχα βγάλει το νυφικό μου (διότι μόνη μου ήταν πρακτικά αδύνατο να ξεκουμπώσω τα τέσσερα λάστιχα, τις εβδομήντα εξτρά κόπιτσες και τα τρία φερμουάρ, και όσο για το μωρό, αυτός δεν θυμόταν καν πώς έβγαλε τα δικά του ρούχα, οπότε αποκλειόταν εντελώς να έχει καταφέρει τέτοιο άθλο χωρίς να βλέπει μπροστά του). Σπεύσαμε λοιπόν να ρωτήσουμε τη sis, η οποία παραμένει πάντα ξεσούρωτη (τουλάχιστον σε σχέση με τους υπολοίπους), τι ακριβώς είχε παιχτεί στην επιστροφή, πώς σκατά ανεβήκαμε στο σπίτι κλπ. Το αποτέλεσμα ήταν η sis να εξαγριωθεί και να αρχίσει να κατραπακιάζει το μωρό, ωρυόμενη άχρηστε αναξιόπιστε αλήτη που σου έδωσα την αδερφή μου και διάφορα άλλα τέτοια τρομερά. Όταν ηρέμησε, μας εξήγησε ότι εγώ είχα τρέξει στο μπάνιο (προφανώς λόγω στομαχιού-λούνα παρκ), το μωρό είχε τρέξει πίσω μου να δει αν την παλεύω, κι εκείνη είχε τρέξει επίσης να με φροντίσει, αλλά το μωρό βγήκε με απόλυτα νηφάλιο ύφος χιλίων καρδιναλίων, άπλωσε το χέρι καθησυχαστικά και της είπε μπορείς να πας σπίτι, μην ανησυχείς, τώρα είναι στα χέρια μου.



Υστερόγραφο: Εννοείται ότι την επομένη ανακαλύψαμε ότι τα χαρτιά του γάμου είχαν χαθεί στο μαγαζί, πιθανότατα μούλιασαν κάπου μέσα στα ποτά σε κάποια φάση που θα τα έβγαλε το μωρό από την τσέπη του, οπότε τρέχαμε στις αστυνομίες να δηλώσουμε απώλεια και κατόπιν στο δημαρχείο να βγάλουμε άλλα. Και στα δικά σας οι ανύπαντροι.

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Μπανανιστάν, αγάπη μου: πολιτικός γάμος και θρήσκευμα (και τα μυαλά στα κάγκελα)

Είναι η μέρα του γάμου σου. Η ώρα είναι 9.40. Έχεις ξυπνήσει προ ολίγου, πίνεις καφέ, και ετοιμάζεσαι να μπεις για μπάνιο άρον-άρον, διότι από τις 11 και μετά ξεκινάει το δράμα μανικιουρίστα-κομμώτρια και δεν συμμαζεύεται. Αίφνης, χτυπά το τηλέφωνο. Και όχι, δεν είναι κάποιο προσφιλές πρόσωπο που ξύπνησε με το νταλκά να σου ευχηθεί πρωινιάτικα η ώρα η καλή. Τουναντίον, είναι η υπάλληλος του Δήμου στην οποία έκανες τα χαρτιά για το γάμο, η οποία σε πληροφορεί παγερότατα (και χωρίς καμία διάθεση για ευχές οποιουδήποτε είδους) ότι έχεις ξεχάσει να συμπληρώσεις το πεδίο θρήσκευμα στις αιτήσεις.

Εσύ, φυσικά, δεν ταράζεσαι, και της εξηγείς απλώς ευγενικά ότι προφανώς δεν το ξέχασες, αλλά το άφησες σκοπίμως κενό διότι δεν επιθυμείς να το συμπληρώσεις. Η κυριούλα επιμένει, όμως, ότι δεν μπορεί να μείνει, λέει, κενό το επίμαχο πεδίο, γιατί δεν θα μπορεί να συμπληρώσει μετά το βιβλίο των γάμων με όλα τα στοιχεία.

Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και της ξαναλές, ηρεμότατα πάντα, ότι δεν επιθυμείς να δηλώσεις κάποιο θρήσκευμα, και μπορούν κάλλιστα να βάλουν μια όμορφη παύλα στο κουτάκι να ησυχάσουν κι αυτοί κι εσύ. Η κυρία το χαβά της, ότι πρέπει να συμπληρωθεί θρήσκευμα, αλλιώς, λέει, δεν θα είναι συμπληρωμένη η αίτηση και –προσέξτε, εδώ αρχίζει η πλάκα– δεν θα σε παντρέψουν το απόγευμα αν δεν λυθεί το συγκεκριμένο θέμα μέχρι τότε.

Στο άκουσμα της συγκεκριμένης απειλής (διότι εμφανέστατα ως απειλή διατυπώνεται) σε πιάνει ένα σφίξιμο στο κρανίο, από αυτά που σαφέστατα προοιωνίζονται εγκεφαλικό επεισόδιο. Παίρνεις δύο βαθιές ανάσες, σε στυλ ασκήσεων ανώδυνου τοκετού, και προσπαθείς να της εξηγήσεις για μια ακόμη φορά, πάρα πολύ ήρεμα και ευγενικά πάντα, ότι είναι τουλάχιστον παράλογο να σου λέει ότι δεν θα σε παντρέψουν πολιτικές αρχές του κράτους επειδή δεν δηλώνεις θρήσκευμα, και ότι σε κάθε περίπτωση εάν επιθυμούσες εξαρχής να ανακατέψεις το θέμα θρησκεία στο γάμο σου θα πήγαινες να σε παντρέψει ο παπάς, ο μουφτής ή ο μάγος της φυλής αναλόγως, πάντως όχι ο δήμαρχος (εννοείται τα τελευταία δεν τα λες για να παραμείνεις ευγενική, λες απλά δεν θα επέλεγα την τέλεση πολιτικού γάμου). Η κυρία δεν ακούει καν τι λες, ωρύεται απλά για το κενό πεδίο φωνάζοντάς σου ότι πρέπει να συμπληρωθεί, έστω και με θρήσκευμα –προσέξτε, γίνεται όλο και πιο ωραίο– διαφορετικό από αυτό που αναγράφει η ταυτότητά σου.

Παίρνεις τρεις βαθιές ανάσες, λες μισό λεπτό παρακαλώ, σκεπάζεις το ακουστικό με το χέρι σου να μην ακουστεί το γκντουπ και κοπανάς το κεφάλι σου στο σύνθετο δίπλα για να ξελαμπικάρεις. Επιστρέφεις στη γραμμή. Πού ήμαστε; Α, μάλιστα. Στο θρήσκευμα που αναγράφει η ταυτότητά σου. Επιχειρείς μία ευγενική νύξη στο γεγονός της κατάργησης αυτού του στοιχείου στις ταυτότητες εδώ και κάτι χρόνια. Η κυρία προφανώς αγνοεί το γεγονός, διότι δεν απαντά καν στο επιχείρημά σου, απλά συνεχίζει το βιολί της.

Απελπίζεσαι. Σκέφτεσαι δεν πάει στο διάολο και αποφασίζεις να λύσεις το θέμα έστω και ανορθόδοξα, διότι κοντεύει δέκα κι εσύ είσαι ακόμη άπλυτη και με τον καφέ μισοπιωμένο. Της λες λοιπόν ότι οκ, δεν ασπάζεσαι κάποιο θρήσκευμα, ούτε εσύ ούτε ο άντρας σου, κι άμα θέλει ντε και καλά να γράψει κάτι ας βάλει όποια λέξη θεωρεί εκείνη ότι περιγράφει τη συγκεκριμένη κατάσταση. Η κυρία σκαλώνει. Δηλαδή τι, να γράψω «άθεοι»; Έτοιμη να λιποθυμήσεις, της ξαναλές ότι δεν σε αφορά η λέξη και να το περιγράψει όπως θέλει, ας το ζωγραφίσει κιόλας άμα γουστάρει.

Στο σημείο αυτό, ο σουρεαλισμός της υπόθεσης χτυπάει νέα, εξωφρενικά ύψη: Αποδέχεστε την ύπαρξη του θεού; Γιατί αν την αποδέχεστε αλλά δεν ασπάζεστε το επίσημο θρήσκευμα, να γράψω «άθρησκοι».

Απομένεις για μερικά δευτερόλεπτα αποσβολωμένη, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσεις το γεγονός ότι η ώρα είναι δέκα και κάτι, παντρεύεσαι στις εφτά, έχεις μανικιούρ στις έντεκα, δεν έχεις προλάβει να κάνεις μπάνιο, και μια υπάλληλος του δήμου σε ψυχαναλύει από τηλεφώνου ρωτώντας αν αποδέχεσαι την ύπαρξη του θεού και αναλύοντας την εννοιολογική διαφορά μεταξύ άθεου και άθρησκου. Εννοείται ότι έχεις κρατηθεί τόση ώρα και δεν έχεις ουρλιάξει ότι τυχαίνει να είσαι νομικός, ότι έχεις κάνει μαθήματα επί μαθημάτων για τη συνταγματικότητα του συγκεκριμένου θέματος και ότι αυτή δεν ξέρει τι της γίνεται, διότι ποιος σε ξεμπλέκει μετά δέκα ώρες πριν το γάμο. Συγκεντρώνεις τα υπολείμματα της ψυχραιμίας σου και της ξαναλές λοιπόν, όσο πιο σταθερά γίνεται, ότι γνωρίζεις ότι η αναγραφή αυτού του στοιχείου δεν είναι, χμ, πώς να το πούμε, απαραίτητη, το συγκεκριμένο πεδίο στην αίτηση είναι απλώς κατάλοιπο παλαιότερων εποχών, και ότι βασικά (με όλο το σεβασμό προς το άτομό της πάντα, διευκρινίζεις, και ναι, καταλαβαίνοντας ασφαλώς ότι εκείνη προσπαθεί απλώς να διεκπεραιώσει τα καθήκοντά της σωστά) δεν είναι, πώς να το πούμε πάλι κομψά, θεμιτό (δες λες νόμιμο να μη φρικάρει) να απαιτεί από έναν πολίτη τη δήλωση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, πόσο μάλλον για να την καταγράψει σε επίσημο κρατικό έγγραφο.

Αυτό ήταν, την πάτησες. Η κυριούλα έχει φρυάξει κανονικά και ουρλιάζει στη διπλανή της τ’ ακούς;;; Αυτή εδώαυτή εκεί είσαι εσύ, προφανώς) λέει ότι δεν είναι υποχρεωμένη να μας πει τίποτα! Προσπαθείς να πεις μα αλλά είναι πολύ αργά. Τόλμησες να αμφισβητήσεις την κυριούλα, και η κυριούλα το έβαλε σκοπό της ζωής της να σε γαμήσει, ω ναι, την ημέρα του γάμου σου. Θα έρθετε τώρα εδώ, σου λέει σαδιστικά, να γράψετε ιδιοχείρως αυτό που θέλετε στην αίτησή σας, διαφορετικά ο γάμος σας το απόγευμα δεν θα γίνει.

Με πίεση 27 πλέον, αρχίζεις να την παρακαλάς κυριολεκτικά να λογικευτεί, προσπαθώντας να της εξηγήσεις ότι έχεις γάμο με σαράντα καλεσμένους, κλεισμένο εστιατόριο, νυφικό, και κομμώτρια που σε περιμένει σε μισή ώρα, διότι είναι η γαμημένη μέρα του γάμου σου και προφανώς δεν προλαβαίνεις να πας από εκεί εκείνη τη στιγμή, αλλά η κυριούλα, ασυγκίνητη, επαναλαμβάνει το τελεσίγραφό της και σε συνδέει με Κάιρο. Τέλος της συνδιάλεξης.

Για να μην σας κουράζω περισσότερο, το θέμα έληξε με το μωρό να τρέχει πανικόβλητο στο δημαρχείο (ενώ εγώ έκανα μπάνιο κλαίγοντας από τα νεύρα μου που δεν γεννήθηκα μετά από διακόσια χρόνια στη Σουηδία) για να παίξει το παιχνίδι των τρελών και να γράψει το εκπληκτικό άθεοι στην αίτηση (που εμένα προσωπικά μου ακούγεται κάπως σαν να δηλώνω α-ολυμπιακός), με την παραδιπλανή κυριούλα να σχολιάζει με γουρλωμένα μάτια ότι δεν το έχει ξαναδεί αυτό γραμμένο, και να τον παρακαλάει με δέος να της λύσει μια απορία λέει μόνο, αν το Πάσχα κάναμε Ανάσταση ή όχι. Δυστυχώς δεν βρισκόμουν εκεί εγώ να της εξηγήσω ότι το Πάσχα συγκεκριμένα σφάζουμε τη γάτα μας και ρουφάμε με καλαμάκι το αίμα της μέχρι να ξημερώσει, παίζοντας ανάποδα στο πικάπ το Hotel California που ως γνωστόν βρίθει κρυμμένων σατανιστικών μηνυμάτων.

Καταλήξαμε λοιπόν αμφότεροι με μία υπέρτατη ληξιαρχική πράξη γάμου, η οποία γράφει άθεοι με κεφαλαία γράμματα. Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά δε μας εκφράζει και ο όρος, ρε πούστη μου. Διότι μπορεί κάλλιστα να με χαρακτηρίζει άθεη άμα θέλει ο παπάς της γειτονιάς μου, που θεωρεί δεδομένο ας πούμε το θέμα θεός, αλλά εγώ α- κάτιπουδεντοεφηύραεγώκαιουδόλωςμεαφορά/απασχολείγιαυτόμημουταπρήζετεπληζ δεν γουστάρω να αυτοχαρακτηρίζομαι. Ή τουλάχιστον το βρίσκω τραγελαφικό -ιδίως, δε, το να το βλέπω γραμμένο σε ένα επίσημο έγγραφο που με αφορά, μαζί με το επίθετο, την υπηκοότητα και τα λοιπά πραγματικά στοιχεία μου, λες κι ο θεός είναι κάτι στάνταρ ρε παιδάκι μου, σαν την ομάδα αίματος να πούμε, και δηλώνω βάσει επιστημονικών δεδομένων τάδε ή τάδε, θετικό ή αρνητικό.

Δεν ξέρω (δεν μου το διευκρίνισε, δυστυχώς, η κυριούλα) αν ως άθεοι που είμαστε πλέον με τη βούλα προβλέπεται να έρθει ο δήμος να σημαδέψει την πόρτα μας, ή να μας κάνουν τατουάζ κανένα κέρατο σε εμφανές σημείο για να πληροφορείται ο κόσμος.

[Εννοείται δε ότι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν δηλαδή δεν παντρευόμουν με κόσμο και νταούλια την ίδια μέρα, κι αν δεν είχα το κώλυμα ότι μας είχαν κάνει χάρη ως προς τη μέρα και ώρα του γάμου (κανονικά παντρεύουν Δευτέρα-Τετάρτη δώδεκα με δύο), την οποία χάρη ικανούς τους είχα, βάσει των διαθέσεών τους, να την πάρουν πίσω και να βρεθώ εκτεθειμένη σε δύο σόγια, με μερικές χιλιάδες ευρώ πεταμένα και το γάμο μου κατεστραμμένο, θα τους είχε πάρει όλους ο διάολος και θα είχα φτάσει στο δήμαρχο, ή σε όποιον τέλος πάντων πάνω από την κυριούλα είχε το μορφωτικό επίπεδο να διευθετήσει το (ανύπαρκτο) θέμα νομίμως. Δυστυχώς λόγω των συνθηκών αναγκαστήκαμε να το παίξουμε τρελοί, και ειλικρινά εύχομαι ώρες-ώρες να μην είχα συνείδηση του πόσο γαμημένα μπανανιακό και ανήκουστα γελοίο είναι αυτό που άφησα να συμβεί, γιατί θέλω να σπάσω το κεφάλι μου στον τοίχο.

Την επόμενη φορά πάντως που θα με πετύχετε να εξανίσταμαι με τίποτα ψιλοπράγματα (πολιτικούς όρκους, παπάδες στη βουλή, αν θα παντρεύονται και οι ανώμαλοι που λέει και ο μπάρμπας μου και κάτι τέτοιες μαλακίες), ρίχτε μου μια μπούφλα να συνέλθω, ή στείλτε με πακέτο, σας παρακαλώ, σε κάποιο ευρωπαϊκό κράτος, ή έστω στην Ελλάδα του 2200, γιατί δεν την παλεύω καθόλου.]

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

The final countdown: η σαμπανιζέ κιλότα και το κουκλόσπιτο



Λατρεμένοι αναγνώστες της λίμνης,

νομίζω ότι τελείωσα. Κανόνισα το δημαρχείο, το μαγαζί, τα λουλούδια, την τούρτα, τις μπομπονιέρες. Έκλεισα οικειοθελώς ραντεβού με την κομμώτρια και βιαίως με τη μανικιουρίστα –διότι η sis πάτησε πόδι ότι δεν γίνεται να πάω νύφη χωρίς επαγγελματικό μανικιούρ, οπότε μέσα σ’ όλα τ’ άλλα θα μου συμβεί και αυτό, και μ’ έχει πιάσει μία φρίκη όπως πιάνει μερικούς με τον οδοντίατρο, σε οδοντίατρο βεβαίως έχω ξαναπάει αλλά σε μανικιουρίστα ποτέ, οπότε καταλαβαίνετε ότι κινδυνεύω από καμιά μίνι κρισούλα υστερίας αλλά τέλος πάντων. Αγόρασα στο μωρό cavalli σώβρακο (όχι επειδή ήταν cavalli, εννοείται, αλλά επειδή μου γυάλισε το σχέδιο), το οποίο το πλήρωσα όσο δύο φουστάνια από αυτά που αγοράζω συνήθως, αλλά φυσικά χαλάλι του. Τελευταία στιγμή μου έσκασε η έκλαμψη ότι μάλλον θα έπρεπε να πάρω κι εγώ ένα εσώρουχο για την περίσταση, γιατί υποθέτω πως θα ήταν υπερβολικά σουρεάλ να βάλω μαύρα μέσα από το νυφικό, και άλλο χρώμα κιλότες δεν διαθέτω, οπότε πήρα άρον-άρον τους δρόμους να γυρεύω, λέει, σαμπανιζέ κιλότα για το γάμο, βρίζοντας εννοείται την τύχη μου και τον καριόλη που εφηύρε το χρώμα σαμπανιζέ, ευτυχώς έχουμε ένα εσωρουχάδικο ακριβώς απέναντι και πήρα την πρώτη σαμπανιζέ μαλακία με δαντελίτσες που βρήκα στο νούμερο μου και ησύχασα. Η σαμπανιζέ μαλακία, φυσικά, θα καταλήξει στα αζήτητα μετά το γάμο διότι έχει μια καταστροφική επίδραση στη λίμπιντό μου, τουλάχιστον θα μας μείνει το σούπερ σέξι cavalli σώβρακο οπότε παρηγοριέμαι κάπως.

Τι άλλο; Α, ναι. Πήρα καινούρια καλλυντικά. Βασικά εγώ μια καινούρια μάσκαρα ήθελα να πάρω μόνο, αλλά επενέβη πάλι η sis η οποία είπε ότι πρέπει να πάρω και καινούριες σκιές, σούπερ ασορτί πάντα με το σαμπανιζέ νυφικό, οπότε αναγκάστηκα να πάω για δεύτερη φορά στο κατάστημα, και να λύσω εκ νέου την έντρομη απορία των πωλητριών αν σκοπεύω να κάνω μόνη μου το νυφικό μου μακιγιάζ, η οποία διατυπωνόταν κάπως σαν να σκοπεύω να κάνω μόνη μου εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στον εαυτό μου, και να ακούσω για δεύτερη φορά ένα τρομακτικό αριθμό συμβουλών για το τι να κάνω προκειμένου να μη μου φύγει ούτε ένα ψήγμα σκιάς από το μάτι καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς, διότι αν μου ξεβάψει το μάτι θα γίνει υποθέτω πυρηνική καταστροφή και θα πεθάνουμε όλοι, τελικά και τις σκιές τις πήρα και καινούριο κραγιόν, γιατί αυτό που σκόπευα να βάλω είναι, λέει, πολύ περλέ και θα βγει χάλια στις φωτογραφίες, και σας προειδοποιώ, αν έχει κανείς σας καμιά άλλη φαεινή ιδέα/συμβουλή/οδηγία περί νυφικού βαψίματος να την κρατήσει για τον εαυτό του γιατί θα ξεσπάσω πάνω του και θα πονέσει.

Ξέχασα να σας πω το σημαντικότερο, ότι μετακομίσαμε δηλαδή, και είμαστε αμφότεροι σε mode πλήρους μαλάκυνσης γιατί νομίζουμε ότι έχουμε μπει σε κουκλόσπιτο και παίζουμε, εγώ ειδικά βρίσκομαι σε μία ανεκδιήγητη κατάσταση διαρκούς εγκεφαλικού οργασμού γιατί βλέπω το μωρό να γυρνοβολάει μέσα στο σπίτι και με πιάνουν κρίσεις χαράς, και εξακολουθεί να μου φαίνεται εξαιρετικά αστεία η όλη ιστορία του γάμου, ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι σε τρεις μέρες, οπότε ίσως θα έπρεπε να αρχίσουμε να παίρνουμε την κατάσταση στα σοβαρά, αλλά εμείς δεν, και εννοείται ότι θα γίνουμε τσίρκο ως συνήθως (ιδίως μετά τη λαμπρή ιδέα της θεάς sis να μου πάρει καλτσοδέτα και να τη δείξει στο μωρό, το οποίο είναι ικανό να τη δαγκώσει μπροστά στο δήμαρχο ή να τη φορέσει στον κουμπάρο ή τίποτα χειρότερο που υπερβαίνει ακόμη και τη δική μου νοσηρή φαντασία) αλλά δεν πειράζει, αυτά έχει η ζωή, stay tuned για τη συνέχεια κι όποιος θέλει τη διεύθυνσή του να του στείλω συλλεκτική μπομπονιέρα.

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Ο γαμπρός το 'σκασε

Στο πλαίσιο της εφιαλτικής αναζήτησης του τι θα φορέσει το μωρό τη μεγάλη μέρα, διότι λόγω δουλειάς έχουμε βαρεθεί να το βλέπουμε με ένα κοστούμι, οπότε καταλαβαίνετε πως κάτι τις παραπάνω θα πρέπει να έχει το συγκεκριμένο κοστούμι για να καταλάβουμε τη διαφορά, από την άλλη βέβαια εννοείται ότι αυτό το κάτι τις ΔΕΝ θα πρέπει να είναι π.χ. λαμέ πέτα, που βλέπω σε κάτι βιτρίνες και μου έρχονται σπασμοί, και σε κάθε περίπτωση πολύ θα θέλαμε να αποφύγουμε να μοιάζει το μωρό με το Σάκη Ρουβά σε παρουσίαση της Eurovision -στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτού του φοβερού ερωτηματικού που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας 25 μέρες περίπου πριν το γάμο (μαζί πάντα με κάτι φωτιστικά που δεν έχουμε πάρει ακόμα και διάφορες λοιπές μαλακίες, όχι πείτε μου δηλαδή, γιατί πρέπει να έχω φωτιστικά για να παντρευτώ; εεε; γιατί;), καταφύγαμε στη συμβουλή της θεάς sister, που πάνω κάτω ξέρει τα γούστα μας (κοινώς ότι εγώ είμαι η τρελή του χωριού και ότι αμφότεροι έχουμε μια αδυναμία στα ρετρό πράγματα), η οποία και μας έστειλε το εκπληκτικό αυτό απαντητικό e-mail, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο:

Μετά από ατυχή αναζήτηση στο διαδίκτυο (όχι για να μη λέτε ότι δε σας
σκεφτόμαστε) σου στέλνω απλώς αυτήν την πανθομολογουμένως πιστεύω
καυλο-φωτογραφία του clark Gable που αν δεν κάνω λάθος ήταν της εποχής που
μας ενδιαφέρει για να παίρνει ιδέες ο bro.
Υ.Γ. Κατά προτίμηση το καινούργιο σακάκι ας μην το λεκιάσει με αίμα ούτε να
το σύρει σε σκόνη - πες του θα είναι αρκετά macho και καθαρός.
Φιλάκια

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Η νύφη το 'σκασε

Αγαπητοί φανατικοί θαμώνες της λίμνης μας (που χρήζει πλέον βιολογικού καθαρισμού λόγω παρατεταμένου μουχλιάσματος),

Ναι, είμαι ζωντανή.

Σε πλήρη υστερία, βέβαια, εξαιτίας επικείμενου γάμου, φτιαξίματος σπιτιού, και τριών σεμιναριακών εργασιών plus μίας πτυχιακής που μου έχουν πρήξει στην κυριολεξία τους όρχεις που δυστυχώς δεν διαθέτω (διότι αν τους διέθετα, θα γλίτωνα τουλάχιστον τα φουστάνια, τα κομμωτήρια, τις συναδέλφους που μου προτείνουν σαν το πιο αυτονόητο πράγμα του κόσμου να πάω σε spa να χαλαρώσω πριν το γάμο και μου έρχεται επιληπτική κρίση, και τη μαμά μου που μου πετάει σε παντελώς ακατάλληλες στιγμές κάτι παρανοϊκά του τύπου τι τσαντάκι θα κρατήσω στο γάμο και φτάνει το ουρλιαχτό μου στην απέναντι πολυκατοικία. Αφήστε δε που θα είχα και την ευτυχία να ξεχωρίζω κι εγώ μόνο τα default χρώματα του υπολογιστή, οπότε δεν θα έτρωγα τη ζωή μου να ταιριάξω το ύφασμα του καναπέ με τον τοίχο απέναντι, τον τοίχο απέναντι με τα πιάτα, τα πιάτα με τα σουπλά, τα σουπλά με τα πλακάκια της κουζίνας κι όλα μαζί με την κιλότα μου –αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.).

Ποιος μου φταίει, θα μου πείτε; Το κακό μου το κεφάλι, ασφαλώς. Διότι θα έπρεπε να έχω παραμείνει στο αρχικό μου σχέδιο να παντρευτώ με ένα ωραιότατο μαύρο φουστανάκι, να γράψω μετά με μολύβι ματιών στα βυζιά (ή σε ό,τι τέλος πάντων έχω σε αυτή τη θέση όπου θα έπρεπε να έχω βυζιά) just married και να πάω να τα πιω μέχρι πρωίας κάπου που θα παίζει Iggy. Και ναι μεν ο Iggy παρέμεινε στο σχέδιο (εννοείται), αλλά το μαύρο φουστανάκι μας προέκυψε εντέλει νυφικό, και η μεγαλειώδης ιδέα για το μολύβι ασφαλώς θα πάει περίπατο, γιατί φανταστείτε να ξεβάψει πάνω στο νυφικό, που για νυφικό της κλάσης του ομολογουμένως ήταν πολύ φτηνό, αλλά εγώ έτσι και συνειδητοποιήσω ότι δίνω 1.000 ευρώ για φουστάνι το εγκεφαλικό δεν το γλιτώνω, τουλάχιστον είναι μια σκέτη απόλαυση να παρακολουθώ τις μεταπτώσεις στη φάτσα των θηλυκών συναδέλφων (ναι, αυτών που μου λένε για το spa) που λένε πρώτα εκστασιασμένες «αααααα, πήρες νυφικό από το αμπλα-ου-μπλα collections στο Κολωνάκι!», κι όταν εγώ τους λέω με πλήρη ειλικρίνεια ότι το πήρα κοψοχρονιά γιατί ήταν παραπροπέρσινο σχέδιο και σε μέγεθος για παιδάκι της Αιθιοπίας (το στένεμα εννοείται και πάλι δεν το γλίτωσα) παίρνουν αυτήν την έκφραση του «-ποιοι είναι αυτοί; -κάτι φτωχοί» από το Κλάμα βγήκε απ’ τον παράδεισο και αλλάζουν θέμα σοκαρισμένες.

Και ξαναρωτάω: ποιος μου φταίει; Κανένας απολύτως. Αλλά το νυφικό, να ξέρετε, είναι ένα άτιμο πράμα. Διότι δεν είναι μόνο τα 1.000 ευρώ που πλήρωσα, και που με κάνουν να αισθάνομαι ότι θα παντρευτώ φορώντας το κρυστάλλινο τραπέζι της τραπεζαρίας μας, που είχε περίπου την ίδια τιμή, και δεν ήθελε καν στένεμα. Είναι ότι το νυφικό σέρνει μαζί του δολίως μια σειρά ακόμη από άλλα τρομερά πράγματα, που το καημένο το μαύρο μου φουστανάκι ουδέποτε θα διανοούνταν να σύρει. Εξηγούμαι:

Πρώτον και κύριον: όπως διαπίστωσα, το νυφικό έκανε το γάμο μου γάμο. Διότι χωρίς το νυφικό δεν θα επρόκειτο περί γάμου, αλλά περί φιλικού αγώνα ποδοσφαίρου, ας πούμε. Διότι –συνεχίζω– πριν μάθουν για το νυφικό, οι προσφιλείς μου συγγενείς στο νησί (τους οποίους δεν εσκόπευα να καλέσω, όπως και κανέναν άλλο συγγενή πλην γονέων και παππούδων) ήταν κάπως χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι που παντρεύομαι, άσε που δεν τους βόλευε ν’ ανέβουν διότι συνέπιπτε κανονικός γάμος (sic) άλλου ντόπιου συγγενή, ήτοι θρησκευτικός, και πού να τρέχουνε τώρα για μένα στα δημαρχεία, αλλά με το που έμαθαν για το νυφικό άξαφνα πάθανε μια κρίση και αυτοκαλέστηκαν όλοι, δημαρχείο ξε-δημαρχείο, κι άντε μετά εγώ να τα ξεμπλέξω, και να διευκρινίσω ότι εξαρχής ΔΕΝ ήταν καλεσμένοι και να παρεξηγηθούνε και να γίνει της πουτάνας το κάγκελο, οπότε θα μου έρθουν κι αυτοί, και πακέτο κι όλοι οι υπόλοιποι ανάλογης συγγένειας κι από τις δυο μεριές, κι από εκεί που θα είχα μάξιμουμ δεκαπέντε άτομα στο γάμο έφτασα τα σαράντα ένα, τα οποία θα θέλουν και να φάνε μετά, και δεν είναι ότι θα τους πάω να φάνε αλλά ότι θα το σχολιάζουν στον αιώνα τον άπαντα ότι τους πήγα τρεις ώρες σ’ ένα περιποιημένο εστιατόριο και όχι στα μπουζούκια ή σε κανένα γκραν κτήμα. Το μόνο αστείο της υπόθεσης (αναμείνατε ποστ για τρελά γέλια) είναι τα ξαδερφάκια μου που θα τα σηκώσω στις 23.30 ακριβώς να ακολουθήσουν την παρέα στον Iggy, ή όπου πάμε τέλος πάντων, και θα τους χυθεί το μυαλό από τα αυτιά κατά πάσα πιθανότητα, αλλά δεν πειράζει, αυτά έχει η ζωή, άλλωστε κι εγώ είχα ψυχή όταν με έσυραν επανειλημμένως σε αρραβώνες και γάμους σε πολυτελέστατα σκυλάδικα του Ηρακλείου, όπου τη μία φορά μάλιστα με πετάξανε βιαίως στην πίστα να χορέψω, λέει, ζεϊμπέκικο γιατί μου είχε ανοίξει ο εξάδελφος-γαμπρός σαμπάνια, κι εγώ ποσώς κατάλαβα που κόλλαγε η σαμπάνια, σε κάθε περίπτωση προσφέρθηκα πλήρης αλτρουσιμού να χορέψω πόγκο αν τέλος πάντων έπρεπε να χορέψω κάτι, αλλά με αγνόησαν, και μου εξήγησαν συνοπτικά ότι έτσι πάει, και θα ήταν μεγίστη προσβολή να μη ρίξω τη ζεμπεκιά και θα βγάζανε τα μαχαίρια να σφαχτούνε, και εννοείται ότι ποσώς με ενδιέφερε αν σφαζότανε ή αν βάζανε τα μαχαίρια στον κώλο τους αλλά λυπήθηκα το μπαμπά μου να μη γίνει σκηνή, οπότε έφερα ένα γύρω-γύρω την πίστα, περπατώντας εννοείται πολύ χαριτωμένα πάνω στα υπέροχα τακούνια μου με τη φρίκη στο βλέμμα σαν τις κυρίες στις ταινίες όταν βλέπουν ποντίκι, αλλά δυστυχώς μου πετάξανε κάτι λουλούδια κι εκεί δεν τη γλίτωσαν την υστερία, διότι φρύαξα γιατί μου πετάτε αντικείμενα κι εξαφανίστηκα εν ριπή οφθαλμού στην τουαλέτα, όπου μου πήρε ένα τέταρτο να συνέλθω από το σοκ κι έβλεπα μετά τρεις μήνες εφιάλτες σαν να με είχαν βιάσει πεζοναύτες, αλλά πάει στο διάολο.

Δεύτερον: Δεμένο σφιχτά στην ουρά του νυφικού (η οποία βασικά δεν υπάρχει, διότι τους είπα να μου την κόψουνε μην την πατήσω στο δημαρχείο και τσακιστώ, είμαι και χαριτωμένη πανάθεμά με, αλλά τέλος πάντων) έρχεται το τρομερό πλάσμα φωτογράφος. Να εξηγήσω και πάλι ότι τους επαγγελματίες φωτογράφους τους σιχαίνομαι περίπου όσο και τους γυναικολόγους ή τις γλοιώδεις πωλήτριες στα καταστήματα ρούχων που σε πασπατεύουν απρόσκλητες λέγοντας για το ροζάκι και το μπεζάκι. Και εννοείται ότι για φωτογραφίες είχα σκοπό να φορτωθώ στο γαμπρό μου, που βγάζει υπέροχες ούτως ή άλλως, καθώς και σε όποιον άλλο πρόθυμο φίλο θα είχε φροντίσει να φέρει μηχανή. Και το πράγμα θα τελείωνε εκεί. Αλλά τώρα με το νυφικό, ούτε που πρόλαβα καλά-καλά να εκφράσω γνώμη και πέσανε όλοι πάνω μου: που αν είναι ποτέ δυνατόν να μη φέρω φωτογράφο στο γάμο, και σκέψου να μου χαλάσουν οι φωτογραφίες, και που μια φορά θα παντρευτώ, και τι ανάμνηση θα μείνει από το γάμο μου και δε συμμαζεύεται, μέχρι που ένιωσα κι εγώ περίπου εγκληματίας που το σκέφτηκα εξαρχής και αποφάσισα ότι ναι, θα τον φέρω τον πούστη το φωτογράφο. Τώρα, το τι φωτογραφίες θα βγω εγώ, με τη διαταραγμένη ψυχοσύνθεση που έχω, από έναν άγνωστο που θα έχει μπουκάρει σπίτι μου την ώρα που θα πρέπει να ετοιμαστώ για νύφη (μπρρρρ), κι αφού ήδη θα έχω υποστεί ένα κομμωτήριο, δεν τολμάω καν να το φανταστώ. Άσε που λυπάμαι και τον καημένο τον ανθρωπάκο, που κινδυνεύει να βαρέσω καμιά υστερία και ν’ αρχίσω να ουρλιάζω πάρτε από κοντά μου το μαλάκα που με κυνηγάει με το φλας, ή ακόμα χειρότερα να του πετάξω το νυφικό παπούτσι στο κεφάλι μαζί με καμιά κατάρα.

Τρίτον: Το νυφικό, το σόι και ο φωτογράφος (για να πειστείτε ότι πρόκειται περί διαστροφικού φαύλου κύκλου) συνεπάγονται ένα τρομακτικό άγχος να είναι το σπίτι έτοιμο μέχρι τη φοβερή ημερομηνία, διότι σκεφτείτε να με φωτογραφίζουν νύφη και να μην υπάρχει ας πούμε κρεβάτι να ξαπλώσω, ή καναπές να βάλω τον κώλο μου, ή να έρθει η θεία από την Αλεξανδρούπολη και να μην έχω πιάτα να της κάνω ένα τραπέζι, ή να μην έχω κουρτίνες και να μας παίρνουν μάτι οι γειτόνοι, άπαπαπαπα. Οπότε τρέχουμε σαν πούστηδες να προλάβουμε ότι μπορούμε, πακέτο πάντα με τις τρεις σεμιναριακές και την πτυχιακή, κι έχω χάσει ήδη ένα κιλό διότι δεν προλαβαίνω να φάω, και η μουρλή που μου έκανε την πρόβα του νυφικού δήλωσε ότι είμαι φγίκη και φαίνονται τα πλευρά μου, αφήστε που τρόμαξα να την πείσω ότι δεν επιθυμώ να μου βάλει βυζί-ενίσχυση ειδικά για το γάμο, και ότι σε κάθε περίπτωση είναι παντελώς παράλογο να με έχει ένας άντρας δέκα χρόνια χωρίς βυζιά και ξαφνικά να με παντρευτεί με, μήπως να άλλαζα και κεφάλι ειδικά για την περίσταση; Για να μην σχολιάσω ότι με ρώτησε αν σκοπεύω να φορέσω το υπέγοχο νυφικό της με το χαλκά στη μύτη μου, και ως αναγνώστες του blog θα πρέπει να γνωρίζετε ότι είμαι λίγο ευαίσθητη με το θέμα του piercing μου, και γενικά με τα αγενέστατα σχόλια, οπότε μούγκρισα απλώς κάτι που σήμαινε «ναι (μωρή χαμούρα)» και το θέμα έληξε εκεί.

Αυτά, και μερικά ακόμα που δε σας τα λέω τώρα να μην πάθετε overdose. Και ναι, προτού σπεύσετε να ρωτήσετε, βασικά χαίρομαι, αλίμονο –απλά υστεριάζω. Αφήστε που όλοι οι γνωστοί, γειτόνοι κλπ που έχουν ακούσει για το γάμο ρωτάνε πλέον τι κάνει ο σύζυγος, κι εγώ προσπαθώ να εμπεδώσω ότι ο σύζυγος είναι το μωρό, και θέλω να γαμηθώ στα γέλια διότι μου φαίνεται παντελώς σουρεάλ το όλο πράγμα, και στο μωρό σουρεάλ φαίνεται, και η ατάκα της ημέρας έχει γίνει το μαλάκα, παντρευόμαστε, και δώσ’ του πάλι το γέλιο της αρκούδας.

Ουφ. Κι επειδή πρέπει να πάω να διαλέξω ταπετσαρία (διότι πώς θα φωτογραφηθώ στην κρεβατοκάμαρά μου χωρίς ταπετσαρία; ε; πώς;), to be continued . Αν προλαβαίνω να ανεβάζω ποστ, έχετε να γελάτε ένα δίμηνο (μετά, θα είμαι σύζυγος και θα σοβαρέψω).

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Η Ελμάιρα των θαλασσών, το θαύμα της ευγονικής και η εξημέρωση της δόλιας ομπρέλας

Τι, νομίζατε ότι θα γλιτώνατε το καθιερωμένο ποστ του Νάρκισσου για τις εμπειρίες του κάμπινγκ; Αμ δε! Σας το είχα υποσχεθεί εξάλλου, αν δεν κάνω λάθος, ότι θα αργήσετε να ξαναδείτε σοβαρή ανάρτηση.

Μιας και φέτος δεν μας συνέβη, ομολογουμένως, τίποτα το ιδιαίτερα συνταρακτικό στη διάρκεια των διακοπών μας σε γνωστό και μη εξαιρετέο μέρος (λιώναμε, όπως ήταν αναμενόμενο, μεταξύ γυμνιστικού ηλιοταβλιάσματος, φαγητού, ύπνου και σεξ), αποφάσισα να σκιαγραφήσω απλώς εν συντομία τους πιο ενδιαφέροντες τύπους ανθρώπων με τους οποίους διασταυρωθήκαμε στην παραλία κατά το ειδυλλιακό αυτό επταήμερο. Έχουμε λοιπόν και λέμε:


1.Η μετενσάρκωση του Ζακ-Υβ Κουστώ, ή αλλιώς η Ελμάιρα των θαλασσών

Είναι καμιά σαρανταπενταριά χρονών, αδιάφορος εμφανισιακά αλλά με νεανικό σωματάκι, και παραθερίζει με τα δύο τρισχαριτωμένα κοριτσάκια του (η μάνα τους, μάλλον, δεν άντεξε και τον εγκατέλειψε), τα οποία έχει βαλθεί, προφανώς, να εξοικειώσει με τον θαυμαστό κόσμο του βυθού. Πλήρως αφοσιωμένος στην αξιέπαινη αυτή παιδαγωγική του προσπάθεια, βουτά διαρκώς στη θάλασσα και ξαναβγαίνει έχοντας ανασύρει κάθε φορά και κάποιο διαφορετικό άτυχο θαλάσσιο πλάσμα –αχινό, καβούρι, αστερία ή κάτι τέτοιο. Φωνάζει, κατόπιν, ενθουσιασμένος τις κορούλες του-εκκολαπτόμενες Ελμάιρες, οι οποίες σπεύδουν εξίσου ενθουσιασμένες κοντά του κρατώντας ένα πλαστικό κουβαδάκι γεμάτο θαλασσινό νερό, στο οποίο πετάνε (άκρως φυσιολατρικά, πάντα) το εκάστοτε δυστυχισμένο πλάσμα (παρέα με τα προηγούμενα), δημιουργώντας ένα μίνι υδρόβιο ζωολογικό κήπο. Αυτό επαναλαμβάνεται με συχνότητα τετάρτου το πολύ, δημιουργώντας μας εύλογες απορίες για την χωρητικότητα του καταραμένου κουβαδακίου, αλλά και ένα ανομολόγητο άγχος ότι την επόμενη φορά που θα αναδυθεί αυτός θα σέρνει πίσω του το γιγάντιο καλαμάρι, το θρυλικό Μόμπι Ντικ, το ναυάγιο του Τιτανικού ή και ολόκληρη τη χαμένη Ατλαντίδα. Πέραν τούτου, και της δικαιολογημένης ανησυχίας μας ότι έτσι όπως το πάει ο τύπος θα προκαλέσει κάποια πρωτοφανή οικολογική καταστροφή εξαφανίζοντας τα μισά τουλάχιστον θαλάσσια είδη των παραλίων, το βασικό μας πρόβλημα (ως θεατών) εντοπίζεται στο γεγονός ότι είναι κυριολεκτικά αδύνατο να συγκρατήσουμε τα γέλια που μας πιάνουν στη θέα του. Γιατί αν δεν σας φαίνεται ήδη αρκούντως γελοία η εικόνα ενός θεόγυμνου άντρα (είπαμε, βρισκόμεθα σε παραλία γυμνιστών) που κουβαλάει χταπόδια και αστερίες με ενθουσιασμό δεκάχρονου, προσθέστε παρακαλώ στο λογαριασμό ότι ο εν λόγω κύριος φέρει μάσκα με αναπνευστήρα και πελώρια μπλε ελεκτρίκ βατραχοπέδιλα, τα οποία φοράει (εδώ είναι το κλου) με λευκές κάλτσες. Ενίοτε, δε, όταν (εξαντλημένος πια από το σπορ «φιλοζωικός βασανισμός αθώων καβουριών») βγαίνει για να λιαστεί με τα βλαστάρια του, βγάζει μεν τα βατραχοπέδιλα, ξεχνά δε να αφαιρέσει τις κάλτσες του, και περιφέρεται έτσι πάνω στα βοτσαλάκια –ξέρετε, σαν αυτούς τους τρισάθλιους γκόμενους που γδύνονται στο κρεβάτι αλλά αφήνουν την κάλτσα (από βαρεμάρα) για εφέ. Η περαιτέρω περιγραφή πλεονάζει· κλείστε απλώς τα μάτια και επιστρατεύστε την φαντασία σας.

2.Το θαύμα της ευγονικής

Τον βλέπεις, και σου έρχεται μια ζαλάδα. Αρχικά, από την εκτυφλωτική αντανάκλαση του ηλίου πάνω στο πάλλευκο δέρμα και το χρυσαφί μαλλί-διαφήμιση του τιμοτέι. Ασφαλώς, είναι Γερμανός· με την πρώτη ματιά τον κάνεις δεκαέξι με βαρβάτη ανάπτυξη, με την δεύτερη συνειδητοποιείς ότι μπορεί να είναι και τριάντα. Και είναι τόσο ενοχλητικά τέλειος σε όλα, που νομίζεις ότι βλέπεις αναδρομικό σποτάκι από τους Ολυμπιακούς του Μονάχου· κινδυνεύοντας, μάλιστα, να πειστείς πραγματικά ότι ο Χίτλερ είχε δίκιο, η Αρεία φυλή θα θριαμβεύσει και θα μας πάρει, όλους εμάς τους μπάσταρδους σπόρους της επιμειξίας, ο διάολος.

Πιθανόν δεν σας έχω δώσει ακόμη να καταλάβετε τι πάει στραβά με το συγκεκριμένο άτομο· στην αρχή, ούτε εγώ μπορούσα να προσδιορίσω γιατί αγριευόμουνα που τον έβλεπα. Παρατηρώντας τον πιο προσεκτικά, διαπίστωσα ότι το πρόβλημα ήταν ότι ο άνθρωπος θύμιζε κλώνο ή κάτι τέτοιο, ξέρετε, αυτούς που βγαίνουν ενήλικες από μία γυάλα εργαστηρίου στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, μετρημένοι με το υποδεκάμετρο, συμμετρικοί έως αηδίας και, κυρίως, χωρίς κανένα ίχνος φθοράς πάνω τους, σαν να μην τους έχει τσιμπήσει ποτέ ούτε καν κουνούπι: καμία ρυτίδα, καμία ουλή, καμία ατέλεια, με σώμα σαν ζωγραφιά για μάθημα ανατομίας, και με σπιρτόζικο ύφος βατράχου. Ωραίος αλλά πλήρως ντεκαβλέ, σαν παγοκολόνα, και απροσδιορίστου φύλου, χωρίς ωστόσο να είναι θηλυπρεπής (ως άντρας είχε ένα ομολογουμένως τέλειο πρόσωπο, το οποίο, με μια περούκα, θα μπορούσε επίσης να ανήκει σε μία εξίσου τέλεια γυναίκα). Ο άντρας μου, για να καταλάβετε, καταστάλαξε εν τέλει πως επρόκειτο για χερουβείμ ή κάτι τέτοιο –το αντιπαθέστερο, σίγουρα, χερουβείμ από καταβολής κόσμου.

Το χερουβείμ λοιπόν που λέτε (ή «ευγονική» όπως τον ονόμασα αμέσως εγώ), περιφέρεται στην παραλία με ένα στενό κολυμβητικό μαγιουδάκι (μην του ματιάξουμε το πουλί, προφανώς), παίζοντας σαν σκύλος με ένα μπαλάκι μετά του συντρόφου του (ο σύντροφος του το πετάει κι αυτός τρέχει να το πιάσει επιδεικνύοντας την τέλεια γράμμωσή του). Ο οποίος σύντροφος είναι, πώς να το πω; Πώς είναι το χερουβείμ, καμία σχέση. Εγώ, αρχικά, αρνούμαι να αποδεχτώ ότι πρόκειται περί ζευγαριού, διότι εμφανισιακά τουλάχιστον είναι ό,τι πιο αταίριαστο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί (η πλήρης τελειότητα παρέα με το κινούμενο ελάττωμα, για να καταλάβετε). Αναγκάζομαι ωστόσο να παραδεχτώ την πραγματικότητα όταν βλέπω την ευγονική να έχει παρατήσει το μπαλάκι και να σηκώνει αγκαλιά (πώς θα έβγαζε κανείς μια γοργόνα από τη θάλασσα; τέτοια αγκαλιά) το κατά είκοσι τουλάχιστον κιλά βαρύτερο έτερόν του ήμισυ –όχι βέβαια με τη δύναμη της αγάπης (θα ήταν πρακτικά αδύνατο, όσο και να τον αγαπούσε), αλλά με την ευγενική συνδρομή της θαυματουργού άνωσης.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, για να μην γαμηθείς στα γέλια και παρεξηγηθείς κιόλας ως προς την αιτία του γέλιου, αποστρέφεις διακριτικά το βλέμμα· το οποίο πέφτει (φευ!) στην Ελμάιρα, και πλέον δεν υπάρχει σωτηρία.

3. Ο Κωλόφαρδος (ή The Lion King ή είμαι-κουλ-αλλά-κατά-βάθος-δεν-κρατιέμαι) και η Οπτασία

Είναι κι αυτός μεταξύ σαράντα και πενήντα και, παρ’ ό,τι μια χαρά ο άνθρωπος, πόρρω απέχει του να τον χαρακτηρίσεις γόη (Γάλλος ήταν, αλλά για να έχετε μια εικόνα, φανταστείτε τον μέσο αντίστοιχο Έλληνα, με την κοιλίτσα του, το χαλάκι στο στήθος αλλά και σε όλο το υπόλοιπο σώμα κλπ). Η κωλοφαρδία του έγκειται στο γεγονός ότι έχει την ωραιότερη γυναίκα της παραλίας, του νησιού, πιθανόν δε και του διπλανού νησιού, μη σας πω του Αιγαίου ολόκληρου τη δεδομένη στιγμή, η οποία μάλιστα δείχνει να είναι τρελή και παλαβή μαζί του και όλο του κρατά το χέρι. Η γυναίκα, για να καταλάβετε, είναι μία καλλονή γύρω στα σαράντα, που επιπλέον είναι σαν να της έχεις βιδώσει το κεφάλι πάνω στο ωραιότερο σώμα δεκαεξάχρονης που μπορείτε να φανταστείτε.

Το εξαιρετικό αυτό πλάσμα, λοιπόν, περιφέρεται γυμνό, με αθώα χάρη παιδίσκης, πάνω στα βοτσαλάκια, μέσα κι έξω στο νερό, αγνοώντας προφανώς τα ρίγη συγκίνησης που πιθανότατα σκορπάει γύρω της (ναι, ρε γαμώτο, και στο δικό μου άντρα επίσης, ο οποίος είναι έτοιμος να αρχίσει να γαβγίζει κυριολεκτικά στα πόδια της ξεπερνώντας και την ίδια την Ευγονική, αλλά προφανώς συγκρατείται για λόγους στοιχειώδους αξιοπρέπειας). Ο σύζυγος (ο κωλόφαρδος που λέγαμε) φαίνεται απολύτως κουλ που συνοδεύει την Οπτασία. Δεν την ακολουθεί καν στις βόλτες της, γιατί προφανώς βαριέται· αράζει με την ήρεμη περηφάνια του λέοντα πάνω στην πετσετούλα του, απόλυτα ατάραχος φαινομενικά που αυτή γυρνοβολά χωρίς αυτόν. Γρήγορα ωστόσο διαπιστώνει κανείς ότι, μόλις η Οπτασία απομακρυνθεί (έστω και ελάχιστα) πέραν ενός ορισμένου νοητού σημείου, εκείνος ανασηκώνεται (με κουλ και επιβλητικό πάντα τρόπο), την αναζητά με το βλέμμα, την εντοπίζει, και απλώνεται ξανά, φροντίζοντας όμως πλέον να διατηρεί οπτική επαφή (ιδίως, δε, αν κατά τύχη βρίσκεται κάποιος νεαρός προς τη μεριά της). Το πλέον αστείο, δε, είναι ότι μόλις ξαναγυρίσει κοντά του, κι ενώ αυτή φλυαρεί αθώα και χαρούμενα, βρίσκει δεκάδες αφορμές να κουνήσει το χέρι του με τέτοιο τρόπο ώστε, εντελώς τυχαία, να την χουφτώσει ελαφρώς, και μετά το ξανατραβάει, σαν έφηβος που χουφτώνει μια άγνωστη γυναίκα μέσα στο λεωφορείο.

Εννοείται ότι, παρά το γελοίο του θεάματος, αναγκάζεσαι να δώσεις δίκιο: τόσο στον Κωλόφαρδο, όσο και στον καλό σου δυστυχώς, που κοντεύει να πάθει εξάρθρωση σβέρκου προκειμένου να βλέπει την Οπτασία ακόμη και όταν αυτή στέκεται πίσω του, ή να αλληθωρίσει μόνιμα εξαιτίας της αδυναμίας του να αποφασίσει αν επιθυμεί περισσότερο να καρφωθεί στον τέλειο κώλο της ή στα επίσης τέλεια βυζιά της –ενώ ταυτόχρονα εύχεται ολόψυχα (όπως διαβάζεις καθαρά στο βλέμμα του), να ανοίξει η παραλία και να ρουφήξει τον Κωλόφαρδο, ώστε να αναγκαστεί αυτός να παρηγορήσει την τεθλιμμένη Οπτασία, που θα είναι πλέον μόνη η καημενούλα και θα πρέπει να την φιλοξενήσουμε τουλάχιστον ένα βράδυ στη σκηνή μας, ναι, βεβαίως θα χωράω και εγώ μαζί τους, και μετά…(στο σημείο αυτό, γνωρίζοντας με πλήρη βεβαιότητα ότι αυτά ακριβώς σκεφτόταν, του ρίχνεις μια ελαφριά μπούφλα να του διακόψεις τη φαντασίωση, όχι από κακία ή ζήλεια αλλά για πρακτικούς καθαρά λόγους, ήτοι για να τον προφυλάξεις από το να του μπει το πουλί στο μάτι).


Οφείλω να παραδεχτώ, βέβαια (για να μην είμαι ένα κακεντρεχές πλάσμα που θάβει μονάχα τους άλλους), ότι αν κάποιος άλλος παραθεριστής από την εν λόγω παραλία είχε μια ιδέα παρόμοια με τη δικιά μου, θα περιέγραφε σίγουρα και τον καλό μου, πιθανώς υπό τον γλαφυρό τίτλο Δαμάζοντας την ομπρέλα. Το μικρό αυτό έπος (διότι πραγματικά περί έπους θα επρόκειτο) θα σας μετέφερε τη δραματική ιστορία της εξημέρωσης του άκρως επικίνδυνου ζωικού είδους ομπρέλα θαλάσσης από το μωρό μου που, αφού κατάφερε να μισοσκοτώσει την ομπρέλα μας στην πρώτη του προσπάθεια να την καρφώσει κάτω (έφταιγε, προφανώς, που η ομπρέλα ήταν μάλλον ομπρέλα από αυτές που περνούν από μια τρυπούλα στη μέση των τραπεζιών βεράντας, και όχι απ’ αυτές που καρφώνονται στο έδαφος· και το φοβόμουνα εγώ ότι ήταν μαλακία μου να χαρώ που η ομπρέλα έκανε μόνο 8,90· σε κάθε περίπτωση, προσπάθησα να τον παρηγορήσω αποδίδοντας το τσάκισμα της υπερευαίσθητης ομπρέλας στην ανεξέλεγκτη δύναμη των στιβαρών του μπράτσων), βάλθηκε να επανορθώσει επιδιορθώνοντας την ομπρέλα που εμφανώς δεν σήκωνε επιδιόρθωση, και επιπλέον γυρνούσε τα μέσα έξω και σχεδόν απογειωνόταν εξαιτίας ενός δαιμονισμένου αέρα, απειλώντας να σηκώσει και τον άντρα μου μαζί και να τον κάνει να πετάξει σαν τη Mary Poppins. Το έπος θα σας μιλούσε ακόμα, με τα πλέον ζωηρά χρώματα, για τις ηρωικές προσπάθειες του γυμνού μέλλοντα συζύγου μου (όταν συνειδητοποίησε ότι παρουσίαζε γελοίο θέαμα ήταν μάλλον αργά για να ντυθεί προσωρινά, η ομπρέλα είχε περάσει στην αντεπίθεση) να συγκρατήσει και να καθυποτάξει την ατίθαση ομπρέλα, την οποία είχε εντωμεταξύ με κάποιο τρόπο διορθώσει κάπως, και κατόπιν να τη στερεώσει στο έδαφος στοιβάζοντας γύρω της καλλιτεχνικά κοτρόνες και πέτρες σε διάφορα μεγέθη.

Κι επειδή μια έξυπνη γυναίκα γνωρίζει πολύ καλά πότε ένα γέλιο της κινδυνεύει να την στείλει με συνοπτικές διαδικασίες στον άλλο κόσμο, ο υποθετικός συγγραφέας θα σας διαβεβαίωνε ότι έμεινα απολύτως σοβαρή καθ’ όλη τη διάρκεια των δραματικών αυτών προσπαθειών. Επέζησα, λοιπόν, της οργής του καλού μου (που περιορίστηκε να μουρμουρίσει ότι καλό θα ήταν να κουνήσω τον κώλο μου και να του φέρω καμιά πέτρα ακόμη), για να έχω τη χαρά να τον δω μετά από αρκετή ώρα, ξέπνοο αλλά περήφανο για τη θριαμβευτική του νίκη επί της ομπρέλας, την οποία κατάφερε εν τέλει να στερεώσει, να στρώνεται μακάριος από κάτω με ένα παρατεταμένο «αααααααααααχ» απόλαυσης.

Δεν πρόλαβα ωστόσο να χαρώ για πολύ το όμορφο θέαμα καθώς η δόλια πολύχρωμη ομπρέλα, σε ελάχιστα μόλις δευτερόλεπτα, γλίστρησε σαν να τη ρούφηξε η γη, και προσγειώθηκε στο κεφάλι του μωρού με ένα (πολύ χαριτωμένο, ομολογουμένως) γκντουπ.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

η επιστροφή του Έλληνα μαχητή

Θα μπορούσα να εκδώσω έναν ολόκληρο τόμο, με τις διάφορες απόψεις που έχω ακούσει τους τελευταίους δέκα μήνες σχετικά με το τι θα πάθει ο άντρας μου επειδή πήγε στρατό. Και δεν εννοώ αυτά που πραγματικά μπορούσε να πάθει και όντως έπαθε (πνευμονίες, νοσοκομεία, ένα τραπεζάκι που του έσκασε στο κεφάλι επειδή το κλώτσησε προς άγνωστη κατεύθυνση πάνω στα νεύρα του ένας ΕΠΟΠ –όχι, δεν κάνω πλάκα για το τελευταίο, του συνέβη ΚΑΙ αυτό). Εννοώ τα υπόλοιπα, αυτά που προφανώς συμβαίνουν από καταβολής κόσμου στον κάθε Έλληνα φαντάρο, που φεύγει, ας πούμε, ο Γιαννάκης που όλοι ξέρουμε και αγαπάμε, και επιστρέφει Ψαλιδοχέρης, Φρανκεστάιν, πρεζάκιας στην Oμόνοια, Τζορτζ Κλούνεϊ, Εξολοθρευτής, Σάκης Ρουβάς, κι εγώ δεν ξέρω τι στο διάολο –μια φορά, όχι Γιαννάκης.

Καταρχάς, αφού πήγε στο στρατό, θα γυρίσει άντρας. Ουφ, ευτυχώς. Γιατί ως λαμπατέρ τον είχα πλέον βαρεθεί, και περίμενα πώς και πώς τη μεταμόρφωσή του. Οι φανατικοί υποστηρικτές της επίκτητης στρατιωτικής αντρίλας αντιτείνουν ότι όχι, δεν καταλαβαίνω τι εννοούν. Δηλαδή ναι, ήταν άντρας και πριν το στρατό, αλλά όχι ακριβώς –τώρα θα γίνει κανονικός άντρας. Ντιφάιν «κανονικός», πληζ, να ξέρω τουλάχιστον η έρμη τι να περιμένω. Θα του φυτρώσει δεύτερο πουλί; Φτου γαμώτο, να δω πώς θα το συνηθίσω, μια χαρά βολευόμουν τόσα χρόνια με το ένα.

Εκτός από το εξτρά σετάκι γεννητικών οργάνων, κανονικός άντρας σημαίνει, όπως με πληροφορούν, αιφνίδια λατρεία για το ευγενές άθλημα του ποδοσφαίρου, καθώς επίσης και για τις τιμημένες σωστές αντροπαρέες, εκ των οποίων τα θηλυκά όντα αποκλείονται εκτός κι αν είναι ρωσίδες χορεύτριες. Εννοείται, δε, ότι στην περίοδο της θητείας του θα κάνει τους πιο γαμάτους, καταπληκτικούς και φανταστρουμφικούς φίλους, γιατί πραγματική αντρική φιλία πριν το στρατό δεν νοείται. Οι υπέροχες αυτές φιλίες (με άλλους ταλαίπωρους Έλληνες φαντάρους, πάντα, που βιώνουν ομαδόν τη συγκλονιστική τους μετάβαση από ανήλικο λαμπατέρ σε άνδρα), θα κρατήσουν για πάντα. Θα μου τους κουβαλάει κάθε Κυριακή στο σπίτι, και θα πίνουν αγκαλιά μπύρες δακρύζοντας από συγκίνηση στην ανάμνηση της θητείας τους, ενώ εγώ, γκαστρωμένη και με μια κλαρωτή ρόμπα, θα τηγανίζω μελιτζάνες για μεζέ στην κουζίνα. Αδίκως προσπαθώ να ψελλίσω, η δυστυχισμένη, ότι ο δικός μου νομίζει ότι το τσάμπιονς λιγκ είναι μάρκα προφυλακτικού, ότι όλες του σχεδόν οι φίλες είναι γυναίκες, ότι με τον ένα κολλητό του βρίσκονται για να παίξουν magic ή βιολί, κι ότι δεν τρώει γαμημένες μελιτζάνες με τη μπύρα του.

Συνεχίζουμε. Επειδή ακριβώς θα γυρίσει άντρας, θα πάψει και να είναι παιδί. Κακώς πίστευα, εγώ η αδαής, ότι η ενηλικίωσή του είχε συντελεστεί καμιά δεκαετία πριν. Όοοοχι. Τα νέα επιστημονικά πορίσματα αποδεικνύουν, προφανώς, ότι χωρίς γόπινγκ στα σύνορα την πιπίλα δεν τη φτύνεις. Κι επειδή λοιπόν θα πάψει να είναι και παιδί, όπως ήταν τόσα χρόνια (θυμήστε μου να μηνύσω του εργοδότες του για παράνομη παιδική εργασία, και τον εαυτό μου επίσης για αποπλάνηση ανηλίκου, μη σας πω για παιδοφιλία), κομμένες οι χαζομάρες, τα σαχλαμαρίσματα, τα ναζάκια και όλα τα σχετικά. Τι, τολμάω να πιστεύω ότι θα μου αγοράζει παγωτό χωνάκι όποτε του κάνω ματάκια έξω από το ζαχαροπλαστείο και μετά την απόλυση; Τα προγνωστικά λένε ότι θα μου λέει «άντε μωρή χαμούρα που θες και παγωτό», και θα μου ρίχνει και μια σφαλιάρα να ’ρθω στα ίσα μου.

Τι άλλο; Ά, ναι. Η προσωπικότητά του, γενικά, θα αλλάξει άρδην. Θα γίνει αιφνιδίως ο πιο τακτικός άνθρωπος στον πλανήτη, θα λατρέψει το πρωινό ξύπνημα, θα ενστερνιστεί το χριστιανισμό και τα πατριωτικά μας ιδεώδη, και θα γίνει άτρωτος σε κάθε μορφή τροφικής δηλητηρίασης. Όλα αυτά τα θαυμαστά, βέβαια, θα έχουν ένα κάποιο τίμημα. Πρώτα απ’ όλα, όσο θα είναι στρατιώτης, θα έχει διαρκώς φρικτά νεύρα. Δεν θα μου τηλεφωνεί, αν μου τηλεφωνεί θα μου ρίχνει καντήλια στο τηλέφωνο, θα παθαίνει κρίσεις υστερίας, θα με κερατώσει με τέσσερις πόρνες, μια γκαρσόνα, τρεις υπολοχαγούς και μια προβατίνα, αλλά θα πρέπει φυσικά να τον συγχωρήσω, γιατί το έκανε λόγω έλλειψης και στρες. Όταν έρχεται με άδεια, θα πρέπει να έχω άπειρη υπομονή μαζί του, γιατί πάλι θα έχει φρικτά νεύρα, θα με δέρνει, δεν θα μπορεί να γαμήσει, θα κλωτσάει το σκύλο και θα ουρλιάζει στον ύπνο του (δεν ρώτησα να μου διευκρινίσουν, αν θα κάνει και αρρρρρρρρρρρρργκ βγάζοντας φωτιές από τη μύτη). Α, και φυσικά, θα μου λέει διαρκώς ιστορίες από το στρατό. Το τελευταίο ισχύει τόσο για την περίοδο της θητείας, όσο και για όλη τη μετέπειτα ζωή μας, διότι η εμπειρία είναι τόσο καταπληκτική, που δεν θα την ξεπεράσει ποτέ. Είναι δε πολύ πιθανόν ακόμη και επί το έργον να μην μου λέει ας πούμε «τι μου κάνεις», αλλά «παρουσιάστε, αρμ», ή ό,τι σκατά λένε εκεί πέρα.

Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι όσες φορές ήρθε το καημένο το μωρό μου με άδεια, δεν μπόρεσα να διαγνώσω κάποιο από τα ανωτέρω σημάδια των φοβερών αλλαγών. Ίδιος μου φαινότανε, ρε γαμώτο. Εντάξει, λίγο καταπονημένος, λίγο κουρασμένος, λίγο φρικαρισμένος από την υπερχείλιση τεστοστερόνης εκεί πάνω, αλλά ίδιος. Κι ούτε που γούσταρε να μου λέει καταπληκτικά πράγματα για τη ζωή στη μονάδα, εκτός από ένα δυο ομολογουμένως αστεία ή τραγικά περιστατικά (σαν το τραπεζάκι του ΕΠΟΠ που παραλίγο να τον σκοτώσει, λόγου χάρη). Αλλά όχι: οι γνώστες του θέματος επέμεναν ότι απλώς ήταν νωρίς. Η αλλαγή θα φαινόταν, σε μια βδομάδα, σε ένα μήνα, σε δύο μήνες –σε κάθε περίπτωση, με το πέρας την ένδοξης παραμεθορίου.

Βάσιμα, λοιπόν, έτρεμα κι εγώ να δω τι σόι πράμα θα μου γυρνούσε πίσω από τα σύνορα. Κάποιο μεταλλαγμένο πλάσμα, προφανώς, που θα κατέφθανε καβάλα σ’ ένα φτερωτό τυραννόσαυρο, εν τω μέσω καπνών και τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο. Θα έμπαινε στο σπίτι με μια κλωτσιά, θα με κολλούσε στα γρήγορα τη σύφιλη που θα είχε ψωνίσει στα σύνορα (εις διπλούν μάλιστα, εξαιτίας του δεύτερου πέους), και θα έτρεχε να βγάλει εισιτήριο διαρκείας για τον ολυμπιακό κάνοντας «μπούγκα, μπούγκα».

Περιττό να σας πω, λοιπόν, πόσο ευτυχής είμαι, που ο καλός μου επέστρεψε απλώς καβάλα στη Steed του (θεωρώντας το απολύτως λογικό να οδηγήσει χίλια χιλιόμετρα με μηχανή μέσα σε λιγότερο από δέκα ώρες, κάνοντας τρεις δεκάλεπτες στάσεις για να βάλει βενζίνη), χωρίς κέρατα και ουρά, με ένα πουλί, χωρίς σύφιλη, και εξακολουθώντας να απεχθάνεται παθολογικά το ποδόσφαιρο. Έριξε μια μούτζα κατά τα σύνορα, δήλωσε ότι δεν θέλει να ξαναδεί στη ζωή του κανένα παλιομαλάκα από κει πάνω, με πλάκωσε στα παγωτά, ζούληξε και φίλησε τη γάτα με κίνδυνο να τη σκάσει ή να την κουφάνει, με πήγε τις καλύτερες διακοπές της ζωής μου, και παρουσιάστηκε χτες στην Αυλώνα, απ’ όπου μου τον ξανάστειλαν πίσω για Σαββατοκύριακο.

Κι εγώ θυμήθηκα, επιτέλους, γιατί η ζωή μου είχε τόση πλάκα.