Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

good fortune (με λίγο από Τούφα, κατάποση ξυστρών και μακρινά σχέδια επαγγελματικής αποκατάστασης)


Ο μικρός κλωτσάει.

Δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω –υποθέτω έχει μπόλικο χώρο ακόμα εκεί μέσα να κάνει τούμπες με την άνεσή του.

Τώρα δα, κάνει κάτι χτυπηματάκια αριστερά –πάλι . Υποθέτω ότι εννοεί καλημέρα, για έβδομη φορά. Ή ότι γουστάρει την PJ. Ή απλώς ότι, όπως λέει και το μωρό, είναι από τώρα νευρόσπαστος σαν και μένα.

Τον έχω συνηθίσει. Όχι ότι ήταν και δύσκολο, δηλαδή· είναι πάρα πολύ καλός, δεν με έχει ενοχλήσει καθόλου. Μόνο τη γκαρνταρόμπα μου σαμποτάρισε από την αρχή σχεδόν, αλλά αυτό, προφανώς, ήταν μέσα στο πρόγραμμα. Ευτυχώς καλοκαίριασε, εξάλλου, και το θέμα ντύσιμο γίνεται πιο εύκολο –δεν έχω να ψάχνομαι πώς θα κουμπώσω το παλτό και τέτοια.

Ζαλάδες, ναυτίες, μαλλιά που πέφτουν ή δεν πέφτουν, τρίχες που βγαίνουν περισσότερες ή λιγότερες, κουλά με το φαγητό και τις μυρωδιές, γενικότερο ψυχοτραλαλά –αστικοί μύθοι. Μοναδική εξαίρεση το νες καφέ, που δε θέλω να το δω ούτε ζωγραφιστό. Όχι ότι θα ξεράσω και τέτοια (ήμαρτον, μόνο με 4+ ποτά ενδεχομένως ξερνάω και, επί του παρόντος, διανύουμε ασφαλώς περίοδο πλήρους ποτοαπαγόρευσης), αλλά δεν το γουστάρω. Το δεύτερο-τρίτο μήνα, να πω την αλήθεια, δε γούσταρα κανένα καφέ. Τώρα τους πίνω όλους πολύ ευχαρίστως, εκτός από το συγκεκριμένο· μπλιαχ. Ε, κάποια παραξενιά έπρεπε να μου βγει κι εμένα, όλοι (ακόμα κι ο γιατρός) με κοιτάνε σαν τον άνθρωπο ελέφαντα όταν λέω ότι δεν έχω κανένα σύμπτωμα.

Πολύ θα ήθελα να συστήσω την κοιλιά και στην Τούφα, αλλά η Τούφα κατάπιε προ ημερών, άνευ οποιουδήποτε λόγου, ένα κομμάτι πλαστικό δεκαπέντε πόντους, πράγμα που μάλλον αποδεικνύει ότι μετά βίας επικοινωνεί με το άμεσο περιβάλλον της, πόσο μάλλον με κοιλιές και έμβρυα. Υποθέτω βάσιμα ότι θα ασχοληθεί (αν ασχοληθεί) με την παρουσία του μικρού μόνο όταν θ’ αρχίσει να της τραβάει την ουρά.

[Επισήμανση:
 Στην περίπτωση που στο σημείο αυτό αισθάνεστε μυστηριωδώς την ανάγκη:
 α) να με ρωτήσετε πώς έχω γάτα όντας έγκυος, τι θα κάνω τη γάτα όταν γεννηθεί το μωρό κ.λπ., β) να με προειδοποιήσετε ότι θα πάθω τοξόπλασμα (όπως η κουνιάδα της γειτόνισσας του μπατζανάκη της δεύτερης εξαδέλφης σας), ότι η γάτα θα φάει/δαγκώσει/γρατζουνίσει/τυφλώσει/βιάσει το μωρό μόλις το δει, ότι το μωρό θα αρρωστήσει/πάθει  άσθμα, αλλεργία, ψυχολογικά προβλήματα/πεθάνει από τις τρίχες/τα μικρόβια/τα σάλια/τα νύχια της γάτας, γ) να με κατηγορήσετε ως αδαή/αναίσθητη/βρωμιάρα/επιπόλαιη/όλα τα προηγούμενα που δεν νοιάζομαι για τα παραπάνω,
παρακαλείστε θερμά να την καταπολεμήσετε και/ή να εγκαταλείψετε πάραυτα το παρόν ιστολόγιο. (Για να μην ξεχνιόμαστε, το ίδιο ακριβώς ισχύει αν σας προέκυψε, εντελώς ξαφνικά, η παρόρμηση να μου διηγηθείτε κάποιο συγκλονιστικό pregnancy/birth horror story, λόγου χάρη την περίπτωση μιας φίλης της άνωθεν κουνιάδας που γέννησε τον εωσφόρο με τρία μάτια, που κοιλοπονούσε εβδομήντα έξι ώρες, που το μωρό είχε δεθεί φιόγκο με τον ομφάλιο λώρο και της έκαναν μια καισαρική τομή ενάμισι μέτρο, και τα λοιπά και τα λοιπά).
Σε διαφορετική περίπτωση, κινδυνεύετε να σας προκαλέσει σωματική βλάβη ένας πολύ σιχτιρισμένος άνθρωπος, στον οποίο, παρεμπιπτόντως, θα δώσει ελαφρυντικά και το δικαστήριο λόγω ορμονών και  που, αν είχε αρχίδια, θα του είχαν φτάσει σίγουρα στα γόνατα από ανάλογες παρατηρήσεις γνωστών/γειτόνων/συγγενών/συναδέλφων, οι οποίοι επιμένουν (με επιχείρημα πάντα εκείνη την πουτάνα την κουνιάδα) να αγνοούν ότι κάποιος διαθέτει τον κοινό νου συν δύο πτυχία, παρακολουθείται από μαιευτήρα και συμβουλεύεται παιδίατρο, και συνεπώς μπορεί να παίρνει μερικές αποφάσεις για τη ζωή και την οικογένειά του χωρίς τη φανταστρουμφική γνώμη τους .
Ουφ.
Τα είπα.
Ευχαριστώ.]

Τι έλεγα; Α ναι, για την Τούφα και το πλαστικό που κατάπιε. Παρεμπιπτόντως, μην ανησυχείτε, χαίρει άκρας υγείας. Εδώ το μωρό έχει καταπιεί (μεταξύ πολλών άλλων) ξύστρα. ΞΥΣΤΡΑ. Ναι, ξύστρα. Μεταλλική. (Όχι, δεν γνωρίζω γιατί το έκανε - Ούτε η μάνα του γνωρίζει - Ναι, ήταν πάνω από πέντε χρονών - Για περισσότερες απορίες/συνεντεύξεις/αποκλειστικές φωτογραφίες, μπορείτε να απευθύνεστε μέσω εμού στον ίδιο, θα δω πώς μπορώ να σας βολέψω).

Τώρα που το σκέφτομαι, αν πηγαίνει κληρονομικά, ο μικρός θα έχει βάσιμες ελπίδες να κάνει καριέρα καταπίνοντας σπαθιά σε τσίρκο.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Το ψάρι



Με ρίχνει αυτός ο σκατόκαιρος, ρε πούστη μου.

Πέρσι, σα σήμερα, ξυπνούσα με ένα μεγαλειώδες χανγκόβερ και το νυφικό μου να σέρνεται κάπου στο σαλόνι. Προσπαθούσα να καταλάβω πού βρίσκομαι, τι μέρα είναι, γιατί έχω κάτι μαδημένα πράματα στο κεφάλι μου και τα σχετικά. Μετά συνέφερα και θυμήθηκα, δεν είχε γίνει πυρηνική καταστροφή, δεν είχα συμμετάσχει στα καλλιστεία του αντέννα, δεν με είχαν απαγάγει εξωγήινοι, απλώς είχα παντρευτεί την προηγουμένη, ήταν μεσημέρι, το σπίτι ήταν μουνί, και ήταν ζήτημα ωρών να μου σκάσουν επίσκεψη οι συγγενείς από κάτω, που θα έφευγαν την επομένη κι έπρεπε εννοείται να δουν το σπίτι, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε επειγόντως να συμμαζέψω, να σφουγγαρίσω, να βγάλω τα υπολειπόμενα πέταλα από το κεφάλι μου και να ξυπνήσω επίσης κάποια στιγμή το μωρό, που ήταν πιο τέζα από μένα, να το επαναφέρω στην πραγματικότητα εξηγώντας του όλα αυτά, περί χθεσινών γάμων και επικείμενων κρητικών επισκέψεων, και ξέροντας ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα με πίστευε από το μεθύσι, θα μου έλεγε κάτι του τύπου τι λες ρε μαλάκα και θα έβαζε τα γέλια, οπότε θα του έφτιαχνα ένα καφέ και θα τον παρακαλούσα απλώς να χαμογελάει στο σόι μέχρι να συνέλθει.

Ο καιρός, πάντως, ήταν χάρμα, μια λιακάδα άλλο πράμα, και τις δυο μέρες –να σκεφτείς όταν βαφόμουνα για το γάμο, έξι η ώρα τα απόγεμα, είχα βγει δέκα φορές στο μπαλκόνι σαν την τρελή με τον καθρέφτη, να τσεκάρω μήπως έδειχνα παραβαμμένη στο φως, τόσο πολύ. Σκέψου να παντρευόμουνα με τέτοια μαυρίλα και βρόχα σα χθες και σήμερα, άπαπαπαπα, τζάμπα θα πήγαινε το καημένο το φουστάνι μου, ήθελε ήλιο για να δείξει, άσε που, επαναλαμβάνω, η συννεφιά τέτοια εποχή με ρίχνει ψυχολογικά, ούτε να κουνήσω δε θέλω, βαριέμαι να βγάλω έξω ακόμη και τα σκουπίδια.

Με πήρε λίγο και το παράπονο με την επέτειο, ομολογώ, γιατί θέλαμε να το γιορτάσουμε, αλλά το μωρό δούλευε νύχτα, οπότε δε γινότανε, κοιμήθηκα μόνη μου με την Τούφα, η οποία δε σκαμπάζει από επέτειο γιατί δεν είχε προλάβει καν να γεννηθεί τότε, εμείς φυσικά της εξηγήσαμε το εξαιρετικό της ημέρας, υπερβάλλοντας και λίγο, ότι δηλαδή παντρευτήκαμε ειδικά για να μπορέσουμε να την υιοθετήσουμε μετά (χαίρονται με κάτι τέτοια τα γατιά), εκείνη μας κοίταξε πολύ σοβαρά, μ’ αυτά τα κεχριμπαρί μάτια που κοντεύουν να γίνουν πιο μεγάλα απ’ τα δικά μου, και μετά έκανε πρρρρρρρρρρ όπως κάνει συνήθως, και εκτοξεύτηκε στον απέναντι καναπέ σαν πελώριο χαριτωμένο κανταΐφι –δεν ξέρω τι ακριβώς κατάλαβε, αλλά έχω βάσιμες υποψίες ότι χαίρεται που μένει μαζί μας, ίσως με μισεί λιγάκι όταν παθαίνω κρίση και τη βουτάω εκεί που κοιμάται μακάρια και την τρελαίνω στα ρουφηχτά φιλιά, αλλά με ανέχεται, γιατί αν ήθελε θα μπορούσε να μου έχει βγάλει διακόσιες φορές τουλάχιστον μέχρι τώρα τα μάτια και δεν το κάνει.

Έλεγα ότι θα γιόρταζα την επέτειο και με μπεμπέ στα σκαριά, αλλά δεν.

Τη βγάλαμε με κρασάκι, και ντελίβερι κεμπάπ, τα οποία η Τούφα αρνήθηκε να πλησιάσει (ίσως πρέπει αν με ανησυχεί αυτό), και αυτοσχέδιο λάιβ, με το σύνηθες παρανοϊκό ρεπερτόριο, ευτυχώς έχουμε καλούς γειτόνους και δεν διαμαρτύρονται, το μωρό επιμένει ότι δεν ακουγόμαστε, αλλά ο μακαρίτης γείτονας στο πατρικό μου έλεγε ότι του δίνουμε ζωή που μας ακούει, κι έμενε σε διπλανό σπίτι κι όχι ακριβώς από πάνω, άρα στάνταρ ακουγόμαστε στον πάνω όροφο, επίσης δεν ξέρω πόση ζωή του δίναμε γιατί εν τέλει απεβίωσε, από σάπιο συκώτι και σε προχωρημένη ηλικία βέβαια κι όχι από τις κραυγές μου, υποθέτω, κυρίως από τον καημό για την κόρη του που έφευγε οσονούπω σαραντατεσσάρω χρονώ, ωραίες εποχές, κι ας είχαμε το θάνατο στη διπλανή πόρτα, ο μπαμπάς μου μεράκλωνε κι έβαζε τέρμα τον κουρσάρο όταν κουραζόμασταν, στις μεγάλες δόξες μας ρίχναμε και καμιά γυροβολιά στο σαλόνι (τα θηλυκά μόνο, το μωρό ποτέ, δεν του πάνε αυτά), Σωτηρία Μπέλλου, η αδερφή μου να σουρώνει με δυο γουλιές, ως συνήθως, και να ζητάει Στέλιο, μια φορά είχε βγει από το μπάνιο με την οδοντόβουρτσα στο στόμα για να προλάβει το κομμάτι κι είχε ρίξει μια ζεμπεκιά άλλο πράμα, λιγώσαμε στα γέλια, επικές στιγμές, και καπάκι Tiger Lillies ή τίποτα χειρότερο, ο μπαμπάς δεν καταλάβαινε αλλά γούσταρε τη ζωή του, χανότανε και μ’ αυτά, όπως και με τον Ψαραντώνη, ακούγαμε τον τίγρη και τρίζανε οι τοίχοι, ήμασταν είκοσι, εικοσιδυό, είκοσι τρία, δεν είχα ακόμη ταγέρ στη ντουλάπα μου, δεν έτρεχα σε υπουργικά συνέδρια, δε σκεφτόμουν να κάνω παιδί, η μάνα μου είχε λιγότερα χάλια, ήταν ωραία, το θυμάμαι, μπορεί και να τα εξιδανικεύω εξ αποστάσεως αλλά κατά βάση έτσι ήταν, ωραία.

Αναρωτιέμαι αν θα προλάβουμε καμιά τέτοια παρέα ακόμα, ή θα ’μαστε πάντα κουρασμένοι τα σαββατοκύριακα, και το μωρό θα λείπει με νυχτερινό, και θα τρέχουνε χίλιες δουλειές, όλο θέλω να τους μαζέψω και δεν κάθεται, κι ο πατέρας μου κουράζεται πιο εύκολα, η μάνα μου θα φρίξει με τη βαβούρα, εμείς ζευγαρώσαμε όλοι και βγαίνουμε σαν άνθρωποι σε κανονισμένες εξόδους, στρωμένα πράματα, έτσι είναι, φαντάζομαι καμιά φορά, να ξανακάνουμε κανένα τέτοιο και να σέρνεται κανένας μπέμπης στο πάτωμα, ή δυο, δεν ξέρω αν γίνεται, ή πώς θα ’μαστε, αν θα κλαίμε πάλι με τη Μπέλλου, αν θα θυμάται κανείς το στερεοφωνικό βήχα του μπαρμπα-Μήτσου στη βεράντα, τη Γιώτα που την έκανε έτσι πρόωρα χαμογελώντας απόκοσμα, αν θα με σουβλίζει καμιά τομή από καισαρική και δε θα μπορώ να φέρω σβούρες, το μόνο σίγουρο, θα φεύγουμε μετά καθένας για το σπίτι του, αντί να μοιραζόμαστε σε δωμάτια και καναπέδες όπως-όπως, κι ο πατέρας μου δε μας αφήνει πια να μαζέψουμε πιάτα, στα σπίτια σας λέει, αγριεύει το μάτι του και δε σηκώνει αντιρρήσεις, ούτε που ξέρω τι μ’ έπιασε και τα θυμήθηκα κυριακάτικο όλα αυτά, τις παρέες και τους πεθαμένους, μελλούμενα και περασμένα, ή τι μου φταίει, και δεν είμαι ακριβώς λυπημένη, μόνο νιώθω πως κάτι μου γλιστράει σαν ψάρι μες απ’ τα χέρια μου αφήνοντας μια πολύχρωμη ιριδίζουσα σκόνη, τινάζω τα δάχτυλά μου να φύγει και γεμίζει ο τόπος, νομίζω είναι η βροχή, το μωρό κοιμάται, θέλω να πάρω τον πατέρα μου να τον ρωτήσω αν θυμάται αλλά θα με ρωτήσει τι πράμα, κι άντε να του εξηγώ, για το ψάρι και τη σκόνη και τον καιρό –άσε που έχω όντως ένα κάρο δουλειές, πλυντήρια και μαγειρέματα, να βουρτσίσω την Τούφα που ξεμαλλιάστηκε πάλι, να σιδερώσω κι ένα φουστάνι για το γραφείο αύριο.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Ο Διάδοχος, το έκζεμα και η πασχαλινή πάπια



Θέλω να ξεράσω όποτε βλέπω τους στίχους που έχουνε κοτσάρει, με μεγάλα γράμματα, στο μετρό και στις στάσεις των λεωφορείων –ακριβώς εκεί που τον υπόλοιπο καιρό (και ξανά πάλι από αύριο) μοστράρουν μπισκότα, καπότες και ηλεκτρικές σκούπες.
Να ξεράσω κυριολεκτικά όμως, με την έννοια, που να νομίζουν οι γύρω ότι προσβλήθηκα αίφνης από οξεία θανατηφόρα γαστρεντερίτιδα, και ν’ ανοίξουν γύρω μου κύκλο είκοσι μέτρων τουλάχιστον.
Και μετά να τους μουτζώσω όλους και να φύγω.
Εννοείται ότι δεν ξερνάω έτσι εύκολα, με τις εκάστοτε φρικαλεότητες του έξω κόσμου δηλαδή· και αλίμονο, σε κάθε περίπτωση, δε θα καταδεχόμουν ποτέ να ξεράσω πάνω στις γόβες μου· το πολύ-πολύ, άμα δω ποτέ πραγματικά τα σκούρα, να πάω παραδίπλα να πεθάνω αξιοπρεπώς, σε κάποια χαριτωμένη στάση, να γλιτώσω κι εγώ και οι γύρω μου από τα εγκεφαλικά μου βραχυκυκλώματα. Από την άλλη σκέφτομαι, θα μπορούσα να κόψω τις γόβες (να βάλω κάτι άλλο σε παπούτσι βρε αδερφέ, επιτρέποντας στον εαυτό μου την πολυτέλεια να ξεράσει χωρίς τύψεις ότι διέπραξε αισθητικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας), αλλά έλα που έχω το μωρό, που δε μου λέει ποτέ ευθέως βάλε δεκάποντες γόβες ή μη βάλεις τις μπότες σου, αλλά παίρνει μία τόσο ανεπανάληπτη έκφραση αγαλλίασης όποτε με βλέπει πάνω στις πρώτες, και επίσης μία τέτοια φάτσα συντριβής όποτε με βλέπει με τις δεύτερες (ή με ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι οι πρώτες), που δεν μου κάνει καρδιά· εξάλλου, απολύτως συνειδητά, η προτεραιότητά μου σε σχέση με ο,τιδήποτε άλλο την τελευταία δεκαετία και βάλε είναι το μωρό (ως το μόνο πράγμα που, βάσει θεωρητικής θεμελίωσης και εμπειρικής τεκμηρίωσης, αξίζει τον κόπο), οπότε άμα ποτέ (λέω, άμα) δείτε καμιά μαλακισμένη να περπατάει στην Ερμού, ή σε κανένα άλλο δρόμο με ανάλογο ανάγλυφο, με γόβα στιλέτο-ουρανοξύστη, μπορείτε βάσιμα να υποθέσετε ότι ήμουν εγώ.
Τώρα θα λέτε, κατά πάσα πιθανότητα, ότι πάλι μου τη βάρεσε, αλλά παραδόξως είμαι μια χαρά. Περνάω λίγο φάση, πιθανόν –αλλά, με τα μικρά ψήγματα προσωπικής σοφίας που αποκτά κανείς με το πέρασμα του χρόνου, μπορώ πλέον να αποφανθώ με βεβαιότητα ότι τη μισή μου τουλάχιστον ζωή, περνάω, είμαι ή ετοιμάζομαι να μπω σε κάποιου είδους φάση, οπότε δεν έχει νόημα να το κάνω θέμα. (Στην υποθετική περίπτωση που δεν σας έφτασαν τα άνωθεν ομφαλοσκοπικά μου και σας ενδιαφέρει, για κάποιο άγνωστο λόγο, κατά πάσα πιθανότητα επειδή δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε τη συγκεκριμένη στιγμή, να μάθετε περισσότερα, συνεχίστε την ανάγνωση· ειδάλλως, προτείνω κατανάλωση αλκοόλ, πλύσιμο πιάτων ή σεξουαλική δραστηριότητα).
Κατ’ αρχάς, προσπαθώ να αναπαραχθώ. Η περίοδος αναπαραγωγής μου ξεκίνησε, όπως ήταν λογικό, το Γενάρη, με μακρόσυρτα νιαουρίσματα στην ταράτσα και συνεχείς επαναλήψεις της αξέχαστης ατάκας (κλητική κύριου ονόματος), εγώ πότε θα γίνω μάνα. Εννοείται ότι, σε πείσμα της τρομακτικής φοβίας που με βασάνιζε όταν δεν ήθελα να γίνω μάνα (ότι δηλαδή θα συλλάβω το Μαγκάιβερ μυρίζοντας απλώς άντρα από απόσταση μισού μέτρου), όταν όντως μπήκα στο τριπάκι να το επιδιώκω, το πράγμα αποδείχθηκε κομματάκι πιο περίπλοκο· και αρκετά αγχογόνο, επίσης.
Το δράμα ξεκινάει με τις εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου, που σαν μορφωμένος άνθρωπος αποφάσισα να κάνω πριν ξεκινήσω την όλη διαδικασία, και οι οποίες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο μεν, αλλά όταν τις είδα γραμμένες στο χαρτί με έπιασε μια φρίκη (σαν σαλεμένη που είμαι) ότι θα βρεθώ να πάσχω από εκατό διαφορετικά πράγματα που δεν ήξερα τι ακριβώς είναι, και που θα με κάνουν να κυοφορήσω τουλάχιστον το Άλιεν (όταν με το καλό καταφέρω να το πιάσω, πάντα). Βγήκαν οι ρημαδοεξετάσεις, τις πήρα αγκαλιά και πήγα στο γιατρό, να μου πει αν θα ζήσω και αν θα γλιτώσω τη μοίρα της Σιγκούρνι Γουίβερ ή όχι· ο γιατρός τους έριξε μισή ματιά και άρχισε να γελάει, και μου είπε να πάω σπιτάκι μου και να ξαναενοχλήσω την ιατρική κοινότητα όταν μείνω έγκυος, προσθέτοντας (με χάχανα, πάντα, και μια λοξή ματιά στο έκζεμα από το οποίο κινδυνεύω να μείνω χωρίς δέρμα στα χέρια) την απείρου κάλλους ατάκα ότι δεν με βλέπει πάντως να μένω, στην κατάστασή μου· εγώ τον ρώτησα θιγμένη ποια είναι, δηλαδή, η κατάστασή μου, για να εισπράξω ένα φροϋδικό ύφος και τη συμβουλή να διαχειριστώ το άγχος μου. Εξανέστην, φυσικά, και απαίτησα να μου πει (κρύβοντας τεχνηέντως τα χέρια μου) πώς δηλαδή διέγνωσε ότι έχω εγώ άγχος από είκοσι δευτερόλεπτα που με είδε, στο σημείο αυτό τα γέλια του γιατρού πρέπει να ενόχλησαν το διπλανό γραφείο κι εγώ αποδέχτηκα την ήττα μου, γιατί έχω σιχαθεί να μου κάνουν ανάλογες διαγνώσεις, και να μη με πιστεύουν ότι είμαι εξαιρετικά ήρεμη σε σχέση με άλλες περιόδους της ζωής μου· μάζεψα το έκζεμα, το βιβλιάριο και τις εξετάσεις κι εξαφανίστηκα, έχοντας τουλάχιστον αποκομίσει την πολύτιμη γνώση ότι δεν έχω στίγμα, τοξόπλασμα, μπέρι-μπέρι και μερικά ακόμα αδιευκρίνιστα πράματα.
Δράματος συνέχεια: Από τη στιγμή που έλαβα το (περιπαικτικό, έστω) οκέι της επιστήμης, άρχισε αυτόματα η περίοδος της κατά φαντασίαν εγκυμοσύνης. Έκοψα τα πέντε τσιγάρα που καπνίζω τη μέρα, τον καφέ, το αλκοόλ, τα σουβλάκια, τα σάντουιτς απ’ έξω, το βερνίκι νυχιών και το άζαξ για τα τζάμια (το τελευταίο το αντικατέστησα με το πολύ αποτελεσματικότερο ομολογουμένως, και επίσης οικολογικότατο, βρεγμένο πανάκι μικροϊνών –για τα υπόλοιπα, δυστυχώς, δεν κατάφερα να ανακαλύψω υποκατάστατο), διότι σκεφτείτε, ας πούμε, να ήμουν επτά ωρών, ή δύο ημερών, έγκυος, και να έπινα νεσκαφέ και να πείραζε η καφεΐνη το μπεμπέ, ή να κολλούσα τοξόπλασμα από άπλυτο μαρούλι, και τα λοιπά και τα λοιπά. Επίσης, με έπιασε φοβία με τη μηχανή (γιατί σκέψου να ήμουν έγκυος από το προηγούμενο βράδυ και να πέφταμε σε λακούβα και να πείραζε ο κραδασμός το μπεμπέ), τη γυμναστική (γιατί πού ξέρω αν κάνει να βαράω πουσάπς αν είμαι έγκυος από το περασμένο Σάββατο) και τον κουβά της σφουγγαρίστρας (γιατί μου πέφτει η μέση να τον σηκώσω και σκέψου να βλάψω το έμβρυο). Όπως πολύ σωστά έχετε ήδη υποθέσει, η εν λόγω κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα α) να μου γίνουν τα νεύρα κρόσσια, β) να πειστεί όλος μου ο περίγυρος ότι είμαι ήδη έγκυος και τους λέω ψέματα, γιατί αποκλείεται να έκανα τέτοια παρανοϊκά πράγματα εκ των προτέρων, γ) να καταφέρω να πάθω, τον πρώτο μήνα, ένα πρώτης τάξεως ανεμογκάστρι, με συμπτώματα που είκοσι εννιά κατασκευαστές πλυντηρίων (μεταξύ των οποίων μαμάδες, θειάδες, πεθερές, γιαγιάδες και ο ζαχαροπλάστης της γειτονιάς, στον οποίο έτρεχε το μωρό νυχτιάτικα για παρφέ παγωτό) αξιολόγησαν με πλήρη βεβαιότητα ως ενδεικτικά εγκυμοσύνης, και να φάω εν τέλει την ψυχρολουσία διαπιστώνοντας ότι ουδόλως ήμουν έγκυος (για να το διαπιστώσω έτρεχα σαν την τρελή και στήθηκα μία ώρα ουρά στο μοναδικό εφημερεύον φαρμακείο σε μέρα απεργίας των φαρμακοποιών για να αγοράσω κλίαρ μπλου· ο δε δύσμοιρος φαρμακοποιός, αν κρίνω από το συμπονετικό βλέμμα που μου έριξε, θα νόμιζε μάλλον ότι ήμουν κανένα φρικαρισμένο δεκαεπτάχρονο που ετοιμαζόταν να πηδήξει από τον έβδομο αν όντως διαπίστωνε εγκυμοσύνη).
Ο δεύτερος μήνας πέρασε με ανάλογους (αν και λίγο πιο προσγειωμένους, ευτυχώς) ρυθμούς. Στον τρίτο (και τρέχοντα) κούνησα το κεφάλι μου, συνήλθα, και αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή που μου έδωσαν και οι είκοσι εννιά κατασκευαστές πλυντηρίων (μεταξύ των οποίων μαμάδες, θειάδες, πεθερές, γιαγιάδες, ο ζαχαροπλάστης της γειτονιάς, η κυρία από πάνω, η σύζυγος του φαρμακοποιού και ο γυναικολόγος), δηλαδή να επιστρέψω στα φυσιολογικά μου (εφόσον αυτά δεν περιλαμβάνουν χρήση κρακ, ας πούμε, ή ηρωίνης) και να αρχίσω να ασχολούμαι με το θέμα όταν ο Διάδοχος μας τιμήσει με την έλευσή του. Και το έκανα. *ανάβει τσιγάρο*
Αυτά τα ολίγα περί αναπαραγωγής. Κατά τα άλλα, την παρούσα φάση στοιχειοθετούν διάφορα άλλα παλαβά, όπως ότι με βάρεσε, προφανώς, η άνοιξη (λες και άλλες χρονιές δεν είχε άνοιξη) και μου την έδωσε, ξαφνικά, ότι δεν έχω, λέει, τίποτα χρωματιστό (μπρρρ) στη ντουλάπα μου, και αγόρασα ένα φλούο γαλάζιο φουλάρι με λουλουδάκια, που το μωρό το είδε και γούρλωσε τα μάτια του ρωτώντας τι έκανα στη γυναίκα του, εγώ ουδόλως πτοήθηκα και το φόρεσα στο γραφείο σε ένα υπέροχο, διακριτικότατο τεράστιο φιόγκο στο λαιμό, για να κατουρηθούν όλοι στα γέλια και να δηλώσει η θεά συνάδελφος (επηρεασμένη από το επικείμενο πάσχα, προφανώς) ότι είμαι σαν πολύ χαριτωμένη πάπια και να με δουλεύουν επί δύο εικοσιτετράωρα· επίσης μία φούξια μπλούζα (που το μωρό δε βρήκε το κουράγιο να σχολιάσει), και ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες –συνεπώς είναι πλέον επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι βαίνω προς πλήρη κρίση προσωπικότητας, και έχω το ακαταλόγιστο για ο,τιδήποτε φορέσω, καθώς και για ό,τι τυχόν διαβάσετε στο παρόν ιστολόγιο, κατά την προσεχή περίοδο.
Και πήρα όρκο ότι δεν θα ξανασκεφτώ το μελλοντο-μπεμπέ προτού γίνει όντως μπεμπέ, και ότι γενικότερα θα κατεβάσω λίγο τους διακόπτες πριν καεί καμιά ασφάλεια και τρέχουμε. Η χρωματοθεραπεία, πάντως, παίζει να πιάνει, γιατί το έκζεμα σαν με με ξέχασε τις τελευταίες βδομάδες.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Schiele

το ξέρω πως θα ζήσω έτσι στο εξής σ’ αυτούς Τους άσπρους τοίχους με τα χελιδόνια Να γκρεμίζονται στην κοιλιά μου τα τετράδιά μου Σκισμένα τα κίτρινα Μουγκρητά μου κλειδωμένα στο ντουλάπι ματαίως Περιμένοντας το χειροκρότημα με το αυτί μου Κολλημένο στα πλακάκια για τις αφικνούμενες αμαξοστοιχίες το έκζεμα θα με δικαιολογείς της προκαλεί, σαφώς, κάποιον εκνευρισμό οι γείτονες Θα με κοιτάζουν επιτιμητικά δεν θα γνωρίζω Καλοκαίρι ή χειμώνας μονάχα Θα ψάχνω τις παπαρούνες κάτω απ’ τα σεντόνια τους δεινοσαύρους Που άργησαν θα συλλαβίζω Τ’ όνομά σου σε ξένες γλώσσες μπερδεύοντάς το Μ’ άλλα ονόματα τοπωνύμια και νούμερα επταψήφια θα επινοώ Νέες γεωγραφίες μπουσουλώντας στην τελευταία μου Προσπάθεια να σ’ εντυπωσιάσω θα δεις θα είναι κάτι Σαν πρώτο ραντεβού σαν ακροβατικό ελέφαντα θα ισορροπήσω Τις απελπισίες μου θα ράψω Τις σάρκες μου που κρέμονται δε θα φωνάζω Τη νύχτα το έκζεμα, βέβαια θα υπερθεματίζει η μητέρα οι νοσοκόμες Θα μου χαϊδεύουν στοργικά τα μαλλιά δεν θα με νοιάζει θα ξαπλώνω Πάλι στο πάτωμα έρχεται θα σου λέω και θα ’χεις Ένα βλέμμα βάραθρο όπως oι αυτοπροσωπογραφίες του Schiele πολύ αργότερα Θα με θυμάσαι Δεκάξι χρονώ μ’ εκείνο το φτηνό φουστάνι να ποζάρω με τον ώμο έξω Γύρω μου Σαραβαλιασμένα μηχανάκια μπουκάλια μπύρας κι εκείνα Τα βαριά τσιγάρα που πνιγόμουνα και γελούσα ωραία Που θα είναι ν’ ακινητώ στους αιώνες σ’ αυτή τη στάση όταν κανείς Δεν θα γνωρίζει πλέον την τοποθεσία μου θα ξύνω Τοίχους από τα μέσα βυθισμένη Μέχρι τη μέση σε πράσινα βότσαλα με μια θλίψη ήμερη Βολική σαν πτυσσόμενη ομπρέλα δεν θα κλαίω Εκτός μονάχα όταν σε νιώθω να περνάς απ’ έξω μ’ εκείνες τις ψηλές μπότες που μ’ αρέσαν Κάποτε Ίσως επιχειρήσω να σου γράψω να σου ζητήσω Δηλαδή συγγνώμη που προέκυψα μια τέτοια αμήχανη διάψευση ενώ όλοι Δικαίως προέβλεπαν μια καθώς πρέπει τουλάχιστον συμβίωση μία οικογενειακή Συγκέντρωση ανά έτος ένα μωρό μια στήλη πιθανόν στην τοπική εφημερίδα το ξέρω Πως σε μπερδεύω πάλι έτσι που τα λέω ανάκατα είναι Που βιάζομαι να προλάβω πριν σε πάρει ο ύπνος και το τραίνο Σφυρίξει πάλι βιάζομαι Να σου πω τώρα που ακόμη το ξέρω Πως σ’ αγάπησα έστω Με τούτη την αγάπη χαρτοπόλεμο τους ασθματικούς ρόγχους τα βράγχια στα πλευρά μου και πως δεν είχα Άλλο τρόπο να υπάρξω Δεν κατάφερα Ν’ αλλάξω δέρμα σπλάχνα κόκαλα να μην είμαι Έτσι μια κούκλα στρεβλή πασαλειμμένη κραγιόνια φοβάμαι Ωστόσο πως δεν έχει νόημα κατ’ ουσίαν που ήδη Σου γνέφω μέσα από τη γυάλα απ’ έξω Ξανθά κορίτσια σου χαμογελούν με μαλλιά Σγουρά και μαλακά δάχτυλα κι είναι ώρα Να επιστρέψω επιτέλους στα τραίνα μου το βυθό Με τα κοχύλια την άδεια Μήτρα τελευταία στάση μου.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

το υδρόβιο έντομο

αδυνατώ να θυμηθώ Πώς τον έλεγαν βάσιμα ωστόσο Υποθέτω πως την δεδομένη στιγμή εγνώριζα όχι Πως είχαν βέβαια κάποια σημασία Τα ονόματα εννοώ αρκούσε Τη δεδομένη πάντοτε στιγμή η βεβιασμένη Γνώση των σωμάτων το δέρμα Που έτριζε σα γυαλί κάτω απ’ το δάχτυλο κουδούνιζε Μεριές θρυμματισμένο Στην κίνηση κι έτρεμα Μην τον σακατέψω άδικα ευτυχώς Εκείνος έδειχνε Να μη φοβάται Τα αιματηρά μου ενδεχόμενα τον τρόμο Που έπαιζε μπάλα στο στομάχι μου το παραμιλητό μου Σε γλώσσες που δεν κατείχα εκείνος Έδειχνε πράγματι ν’ απολαμβάνει τη συγκυρία Παράδοξα ευγενής Έβγαζε τα τσιγάρα από την τσέπη να μην τσαλακωθούν Τρεις μέρες συνέχεια μπορεί Και τέσσερις δεν θυμάμαι πλέον Μασούσε κάτι τσίχλες που μύριζαν κανέλα κι έκαιγαν Σαν λόγος που δεν ειπώθηκε πάνω στα χείλη θυμάμαι Το σούρσιμο των ρούχων σαν ζωντανά που παραμέριζαν τρομαγμένα σε πρόσταγμα το χέρι του Ν’ ανοίγει δρόμους στην κοιλιά μου την πόρπη Της ζώνης που χτυπούσε ρυθμικά Σαν πένθιμη καμπάνα πάνω στα δοκάρια το γκρίζο κτήριο με τις πράσινες πόρτες την υγρασία Να στάζει από παντού και χάρηκα θα πλημμυρήσουν Τα κόκαλά μου Ανήμερα τ’ Άη-Γιάννη να προσπαθώ Να πνιγώ και να μη μου βγαίνει θα έπρεπε Να ’μαι τουλάχιστον ευγνώμων που κάποιος σκέφτηκε να με παρηγορήσει Χειρουργικά δίχως Περιστροφές μ’ εκείνο Το λειψό χαμόγελο των αγοριών που μεγαλώνουν Από λάθος σαφέστατα Τα γνώριζα ήδη όλα την επικείμενη Δεκαετία σαν να την είχα Εκ των προτέρων σεργιανίσει μέσα-έξω τρεις φορές και γνώριζα Δεν θα μεγάλωνα άλλο θα φορούσα Το ίδιο νούμερο εσαεί θα επιβίωνα Της υγρασίας σκαλωμένη στο σακάκι σου ένα υδρόβιο Έντομο που άλλαξε ακούσια Περιβάλλον θα σε θυμόμουν Με λεπτομέρειες τρομακτικές με αναμνήσεις που δεν θα έπρεπε Να μου ανήκουν τριώ Χρονώ επτά εννέα κι ας ήσουν Δώδεκα νομίζω που σε είδα εσύ Δεν μ’ είχες δει και σίγουρα Δεν θα με πίστευες αν σου ’λεγα Τότε εννοώ Πως είχε ήδη γίνει Πως σε γνώριζα πως θα σου χώριζα στο μέλλον Τα σπλάχνα στα δύο θα προσπαθούσαμε Μισή ζωή να το χαρακτηρίσουμε ως ατύχημα να πούμε Πως κατά βάθος δεν συνέβη Πως μας φάνηκε κι άλλα πολλά Μπορούσα να σου πω αλλά δεν μίλησα σε κοίταζα Μόνο μέσα απ’ το τζάμι και δεν έμπαινα Στον κόπο καν να λυπηθώ δεν θα ’χε Νόημα εξάλλου και τώρα Να μ’ απειλεί αυτή η παράλογη υγρασία να μη στέργει Τουλάχιστον να μ’ εξοντώσει να πρέπει να μαζέψω Μες στην παλάμη μου την προκαταβολή Του χρόνου αυτή που δεν την ήθελα και τι ειρωνεία Να μου μπερδεύουν όλοι την ηλικία μου Πριν και μετά να με κρεμούν Σαν ρούχο στο ενδιάμεσο ούτε Παιδί ούτε γυναίκα υδρόβιο έντομο σ’ ένα κατάστεγνο κουτί τα υπόλοιπα όλα Ήταν απλώς φιλοφρονήσεις αστεία της στιγμής να κοιμηθώ Τα βράδια δίχως φασαρίες όταν έβρεχε κι εγώ Θυμόμουν αίφνης κι έλεγα Θα φύγω μα οι άλλοι ήξεραν Συμβιβαζόμουν εύκολα και σώπαινα αρκεί Να μου ’λεγες δεν πειράζει ή κάτι τέτοιο Εν τέλει Αναδιπλώθηκα ήσυχα μες στο κουτί μου κι αν ψάξετε Στις φωτογραφίες σας θα δείτε λείπω Αφήνοντας μια βολική παύλα στη θέση μου ένα σκιτσάκι Μονοκοντυλιά κι αυτό Για λίγο μόνο σταδιακά Τα χρώματα θα θρέψουν γύρω από την απουσία μου θα κλείσουν Όπως κλείνει Τρύπα στη σάρκα δίχως ασημένιο κρίκο μέχρι τότε Θα συνεχίσετε να μ’ εφευρίσκετε για λόγους Πρωτίστως πρακτικούς με το μπλε μου φόρεμα το λάπτοπ τις κατσαρόλες μου τα σημάδια στα μπράτσα ή κάποτε Στη σάλα με τη μαμά προσεκτικά Να ισιώνω τις κορνίζες στον τοίχο.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

φωτογραφία

ουδέποτε κατάλαβα πώς συνέβαινε Πάντα στην πλέον κρίσιμη στιγμή Το τακούνι μου να σφηνώνεται στη σχάρα του υπονόμου άλλοτε σ’ ένα μικρό ράγισμα στις πλάκες του πεζοδρομίου και ν’ αποσπάται Βίαια από το πέλμα το παπούτσι Αιφνίδια παραπατώντας να επιστρέφω στις ελάχιστες διαστάσεις μου περισσότερο πλέον Να μη σε φθάνω ή ακόμη χειρότερα ν’ ακινητοποιούμαι Δέσμια του εδάφους να σε βλέπω Ν’ απομακρύνεσαι με τρόμο υποπτευόμενη πως χαμογελούσες Ειρωνικά ή το πολύ με συγκατάβαση στην πολλοστή αποτυχία μου Εννοείται Πως αραδιάζω τώρα ψέματα Ερμηνείες δικές μου αυθαίρετες επί των καταστροφικών εκείνων γεγονότων Δεν είχα ακόμη φορέσει τακούνια τότε ούτε καν κραγιόν εξόν Μια φορά που έβαψα τα χείλη μου για σένα γνωρίζοντας με βεβαιότητα πως δεν θα ’σαι εκεί Η Μαρία μόνο το πρόσεξε και ασφαλώς Κατάλαβε ήθελε να με φωτογραφήσει να σου ταχυδρομήσει Τη φωτογραφία με το κραγιόν που ήταν για σένα που θα έλειπες και δεν την άφησα Φοβήθηκα την ασαφή αιωνιότητα μιας πόζας ανυπεράσπιστης Παντελώς στα χέρια σου στην άλλη άκρη της χώρας με το κραγιόν στο ακίνητο χαμόγελο Ήλπιζα βέβαια οδυνηρά να σου το πει να περιγράψει την απόχρωση του κόκκινου το σάπιο αίμα στα φίλτρα των τσιγάρων μου αφού Το υποπτευόμουν βάσιμα από τότε δεν θα το έβλεπες ποτέ από κοντά και τα σημάδια θα ’ταν μόνο Μονάχα Στα φίλτρα των τσιγάρων μου Δεν ξέρω δεν έμαθα αν τελικά σου είπε κάποτε Οι νύχτες μου βέβαια προδιαγράφονταν ήδη τρομερές το ίδιο βράδυ Δαγκωνόμουν μ’ ένα αγόρι με ωραία πόδια και δερμάτινο μπουφάν με προέτρεπε να χύσω με τη στιγμιαία Τρυφερή έγνοια του αγνώστου που απλώνει το χέρι να σηκώσει κάποιον που στραβοπάτησε στο δρόμο αγνοώντας φυσικά το κάταγμα Εγώ Με πλήρη αχαριστία να του ανοίγω πληγές στην πλάτη Τον αγαπάς μου είπε αργότερα η Μαρία κι είχε φρίκη έκπληκτη η φωνή της λες κι ανακάλυπτε Μοιραίο μαθηματικό λάθος ντράπηκα βαθιά Σαν να μου καταλόγιζαν έγκλημα δίχως ποινή κι ακόμη δεν την είχα ρωτήσει αν σου ’χε πει για το κραγιόν και τη φωτογραφία Που δεν την άφησα να τραβήξει Θα μου πεις τι τα σκαλίζω αυτά μετά από τόσα χρόνια όπως Ανά πενταετία περίπου συναντιόμαστε Θα συναντιόμαστε Τυχαία Λέγοντας τα άκρως αναγκαία κοινοποιώντας αρραβώνες γάμους εγκυμοσύνες τα τελευταία επαγγελματικά μας νέα Και το αγόρι με τα ωραία πόδια δεν έχω ιδέα τι απέγινε αν κατοικεί ακόμα στις δυτικές συνοικίες αν θυμάται στο ελάχιστο Τις πληγές το σπέρμα του πάνω στα ρούχα μου Η Μαρία ασφαλώς θα καταλάβαινε Πως ήμουν αφόρητα λυπημένη τρία καλοκαίρια στη σειρά Με μια καυστική υποδόρια λύπη που ακόμη ξεβάφει στα φουστάνια μου με τον ιδρώτα Τη συνάντησα κι εκείνη τυχαία μετά από χρόνια αγόραζε Διακοσμητικά λουλούδια για το σπίτι Ένα τεράστιο μεταλλικό μπουκέτο τη βοήθησα να το μεταφέρει μέχρι το ταξί με ρωτούσε για σένα αν σ’ έβλεπα Ακόμη Δεν ρώτησε αν σ’ αγαπούσα Ήθελα να της πω Πως τελικά μετάνιωσα για τη φωτογραφία κι αν μπορούσε αν δηλαδή της ήταν εύκολο Να την τραβούσε εκείνη τη στιγμή έστω με καθυστέρηση επτά Ή έξι χρόνων έστω Δίχως κραγιόν Με άλλο χρώμα στα μαλλιά την υποψία καν της πρώτης ρυτίδας Δεν είπα εννοείται τίποτε τη φίλησα την έβαλα στο αυτοκίνητο Το πελώριο συρμάτινο κλαδί εξείχε από το παράθυρο της κούνησα το χέρι όπως έστριβαν και σκέφτηκα Με μια τρομακτικήν απάθεια πως στο εξής θα μεγάλωνα διαρκώς Χωρίς ελπίδα αναστροφής χωρίς Την πολυτέλεια των άγνωστων στοργικών αγοριών τις τρομερές νύχτες Και πως δεν ήξερα καν αν υπήρχα τουλάχιστον ως ανάμνηση ή πόθος ανεκπλήρωτος Ως υποθετική έστω φωτογραφία σ’ ένα άδειο συρτάρι ως εμμονή Που κακοφόρμισε σε λάθος δεκαετία.

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

imperfections



Εντάξει, είμαι τελειομανής. Από τη φύση μου, τι να πω –μάλλον το έχει το ζώδιο. Είμαι ακριβώς αυτή η μαλακισμένη κατηγορία ανθρώπου που μπορεί ας πούμε να κάνει ένα καταπληκτικό τραπέζι με είκοσι τέλεια φαγητά, να φάνε όλοι μέχρι σκασμού και να λένε γεια στα χέρια σου, κι επειδή έκαψε και τρία από τα εκατό κεφτεδάκια, αν τον ρωτήσεις πώς πήγε το τραπέζι αυτό μόνο θα σου πει, «χάλια, έκαψα τα κεφτεδάκια». Κι όχι μόνο θα το πει, αλλά θα το σκέφτεται και δέκα μέρες μετά –ότι απέτυχε, ρεζιλεύτηκε και ξεφτιλίστηκε ως οικοδεσπότης, κι έδωσε δικαίωμα να πούνε ότι δεν μπορεί να τηγανίσει ένα κεφτέ.

Γελάτε; Τραστ μι, δεν έχει καθόλου πλάκα. Το σύνδρομο καμένο κεφτεδάκι (όπως το ονομάζω βάσει της αυτοσχέδιας κωδικοποίησης των διαφόρων νευρώσεών μου, άκρως απαραίτητης για να βγάζω μια στοιχειώδη έστω ψυχαναλυτική άκρη στις νηφάλιες στιγμές μου) είναι, όπως και να το κάνουμε, κομματάκι βάρβαρο. Εξαντλητικό, εξοντωτικό, ανθρωποβόρο, πώς το λένε; Και –το χειρότερο– εξόχως σπαστικό για τους άλλους ανθρώπους γύρω σου. Οι οποίοι πρέπει να σε υπομείνουν όσο γκρινιάζεις αυτομαστιγωνόμενη ή, ακόμα κι αν καταφέρεις να το βουλώσεις, να τρώνε στη μάπα το άκρως μελοδραραματικό αφήστε-με-τώρα-είμαι-μια-αποτυχία-και-μου-αξίζει-να-υποφέρω ύφος σου, για όση ώρα πάρει μέχρι να σου περάσει (και συνήθως παίρνει πολλή). Εννοείται, δε, ότι κατά καιρούς αυτομαστιγώνεσαι και για το ίδιο το γεγονός της περιοδικής αυτομαστίγωσής σου (διότι συνειδητοποιείς φυσικά πόσο νοσηρή και ενοχλητική είναι ενίοτε η στάση σου προς τη ζωή, και νιώθεις ένα περιφερόμενο ελάττωμα και γι’ αυτό).

Αν, τώρα, με φαντάζεστε σαν κανένα κακόμοιρο πλάσμα τίγκα στην ανασφάλεια και τη μιζέρια, πέσατε έξω. Όσοι ομοιοπαθείς αναγνωρίζετε τον εαυτό σας στην ανωτέρω περιγραφή, θα ξέρετε πολύ καλά ότι, όση ώρα δεν αυτομαστιγωνόμαστε, οι κύριοι και κυρίες γουόνα-μπι-Πέρφεκτ σφύζουμε από αχαλίνωτη αυτοπεποίθηση (μιλάμε για καλάμι τρία μέτρα τουλάχιστον). Είμαστε θεοί. Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ο κόσμος εξακολουθεί να περιστρέφεται μόνο και μόνο επειδή εμείς του ρίχνουμε καμιά σκουντιά πού και πού. Είμαστε υπέροχοι, ικανότατοι, σούπερ ενδιαφέροντες, αναντικατάστατοι, γαμώ τα παιδιά. Φτύστε μας –να μη μας ματιάξετε.

Μοιραία, το σύνδρομο της τελειότητας βαραίνει όλο και περισσότερο στους ώμους σου καθώς πολλαπλασιάζονται οι ρόλοι. Στα εφτά, ας πούμε, αρκούσε απλώς να είμαι η καλύτερη μαθήτρια (όχι καλή, όχι πολύ καλή, όχι άριστη, αλλά η καλύτερη της τάξης, και της δίπλα τάξης, και της παραδίπλα αν ήταν δυνατόν, σε σημείο αν έκανα ποτέ τίποτα λάθος να αναστατώνονται οι δάσκαλοι ότι είμαι άρρωστη ή ότι ζω καμιά αιφνίδια οικογενειακή τραγωδία). Στα δεκατρία, μαζί με το αριστείο των τριών τμημάτων, έπρεπε να είμαι και γκόμενα. Στα δεκάξι, και ερωμένη. Στα δεκαεφτά, να αριστεύσω στις Πανελλαδικές, να μπω Νομική Αθήνας συγκεκριμένα (ο,τιδήποτε άλλο θα ήταν αποτυχία), ταυτοχρόνως δε να είμαι η τέλεια πωλήτρια-γλάστρα για να βγάζω τα καλσόν και τα τσιγάρα μου. Τα επόμενα δέκα χρόνια (σωρευτικά, ανάκατα και εν συντομία): να περιφέρομαι τέλεια επί δέκα ώρες πάνω σε δωδεκάποντα· να φτιάχνω τέλειο μουσακά και σπιτικά κουλουράκια· να μπω στην «τέλεια» (δεδομένων των προοπτικών που είχα) δουλειά, διαβάζοντας επί δύο χρόνια σα φρενοβλαβής· να σκαρφαλώνω τέλεια μάντρες και κάγκελα, με τα δωδεκάποντα στα δόντια και τη φούστα φιόγκο, για να ακολουθήσω τους κάφρους στο άλσος/πάρκο/ρεματιά/ραχούλα/βράχο που θα αράζαμε στις τρεις το πρωί να πιούμε ένα κασόνι μπύρες· να αποσύρομαι με τέλειο δεντρεχειτίποτα ύφος, πάντα με τα δωδεκάποντα στα δόντια, για να επιστρέψω στη φύση μέρος της ανωτέρω μπύρας, έρποντας σχεδόν μέσα σε θάμνους/δέντρα/τσουκνίδες/βράχους, με κίνδυνο να με φάνε/δαγκώσουν/τσιμπήσουν τυχόν σκύλοι/φίδια/αράχνες/βατράχια ή να με βιάσει κανένας περιφερόμενος ανώμαλος (ενώ οι κάφροι την πετούσαν έξω για να κατουρήσουν με πλήρη ασφάλεια και άνεση τα γειτονικά δεντράκια, γιατί όλοι άντρες είμαστε σ’ αυτήν την παρέα και δεντρεχειτίποτα)· να (προσπαθώ να) αποκτήσω το τέλειο μπούτι παρά την ανωτέρω μπύρα· να τελειώσω πρώτη τη δεύτερη σχολή· να κάνω την πεθερά μου να με λατρέψει· να επιβιώσω της καψούρας μου· να μην αυτοκτονήσω κάπου στο ενδιάμεσο. Εσχάτως (και μαζί με όλα τα προηγούμενα): να μάθω να κάνω το σπίτι να αστράφτει σε χρόνο ντετέ, για να μου μένει χρόνος για α)την καλλιέργεια του πνεύματός μου, β)το βάψιμο των νυχιών μου, γ)την παρασκευή νέων ειδών τέλειων σπιτικών κουλουρακίων και πρωτίστως δ)το αγαπημένο μου σπορ εκστατική ενατένιση του μωρού. Α, και να κοιμάμαι εννοείται στο μεταξύ για να μη με βλέπει το μωρό με μαύρους κύκλους.

Εννοείται, ασφαλώς, ότι στα διαλείμματα της παράνοιάς μου φθονώ θανάσιμα τους υπόλοιπους φυσιολογικούς ανθρώπους, που δεν νιώθουν ότι έχουν διαπράξει έγκλημα κατά της ανθρωπότητας επειδή το πάτωμά τους έχει δυο τρίχες, και που μπορούν να εμφανιστούν μια φορά με τζην και πουλόβερ στους συναδέλφους/φίλους/γνωστούς τους χωρίς να ερωτηθούν (καλοπροαίρετα, βέβαια) αν είναι άρρωστοι, ή να παραγγείλουν σουβλάκια χωρίς φρικτές τύψεις επειδή δεν πρόλαβαν να μαγειρέψουν δύο φαγητά στη φανταστρουμφική χύτρα τους γυρνώντας από τη δουλειά. Και που δεν υποφέρουν καθημερινά στην ιδέα ότι δεν είναι οι Pussycat Dolls (και οι έξι, ή όσες είναι τέλος πάντων) για να μην πλήξει ποτέ το μωρό που τους παντρεύτηκε.

Εννοείται, επίσης, ότι το κυνήγι της τελειότητας από μέρους μου είναι μια απελπισμένη μάχη με ανεμόμυλους. Ξεψαρώστε, δεν είμαι τόσο καταπληκτική γκόμενα. Ούτε φυσική καλλονή, ούτε η Βέφα Αλεξιάδου, ούτε η Chasey Lain, ούτε καν ο Iggy Pop. Απλώς, προσπαθώ. Να βλέπομαι στοιχειωδώς, να μαγειρεύω υποφερτά, να έχω ένα ανθρωπινό σπίτι, να έχει κάποιο νόημα το ότι αναπνέω, τέτοια πράματα.

Το θέμα, τώρα, είναι ότι και τα τέρατα σαν την πάρτη μου κάποτε κινδυνεύουν, πώς το λένε, να κλατάρουν. Και τότε επαναστατούν, διεκδικώντας με πάθος αλλοτινής σουφραζέτας το (αυτονόητο, μάλλον) δικαίωμά τους στο καμένο κεφτεδάκι. Εμένα, συγκεκριμένα, δε μου βγήκε με κεφτεδάκι ακριβώς, αλλά με γατί.

Τώρα ξέρω, σας μπέρδεψα. Πλιζ αλάου μι του εξπλέιν. Έχω ένα θέμα με τις γάτες. Μεγάλωσα με λεφούσια γάτες από τα εννιά μου περίπου, με ανεξίτηλα συμπτώματα σαν του Μόγλη που τον μεγάλωσαν οι λύκοι (όπως να ζαρώνω δίπλα στα καλοριφέρ του σχολείου και να τρίβω ασυναίσθητα το κεφάλι μου στον τοίχο όταν νύσταζα, με αποτέλεσμα να γελάει μαζί μου όλη η τάξη) και εξίσου ανεξίτηλα σημάδια από ιστορικές γρατζουνιές. Μιλάω στις γάτες στο δρόμο σαν τις τρελές γιαγιάδες, μπορεί να μπουκάρω σε ξένη αυλή με κίνδυνο να με περάσουν για διαρρήκτη για να χαϊδέψω την υπέροχη τριχόμπαλα που εντόπισα στο βάθος του κήπου. Μπορώ να φιλήσω ένα μπάσταρδο γατί βουτηγμένο στις λάσπες, την ίδια στιγμή που αν ερχόμουν σε επαφή με τον πιο πλυμένο σκύλο του κόσμου θα έτρεχα να βουτήξω ολόκληρη στο μπεταντίν. Μπορώ να καταπιώ ένα σύννεφο γατότριχας χωρίς να βήξω, αγαπώ τους ψύλλους, το τοξόπλασμα είναι παιδικός μου φίλος. Χρειάζομαι τουλάχιστον μία γάτα στο χώρο που ζω, περίπου όπως χρειάζομαι το πικάπ ή το νες καφέ μου.

Μετά το γάμο, λοιπόν, το μόνο πράγμα που με φρίκαρε ήταν η έλλειψη γάτας. Η Γάτα, εννοείται (η πιο υπέροχη από όλες τις υπέροχες γάτες που είχα ποτέ, υπαίτια για το πιο βαθύ παράσημό μου πάνω από το δεξί γόνατο, με αυτοκρατορικό τσαμπουκά τίγρης –σταματάω το εγκώμιο πριν βαρεθείτε) έμεινε στους γονείς μου. Είχα ψελλίσει την επιθυμία μου να πάρω μία αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο δεδομένου του τέλειου σύμπαντος στο οποίο έχω συνηθίσει τον περίγυρό μου, η ιδέα πήρε τουλάχιστον τις διαστάσεις υιοθεσίας ρινόκερου: που θα μου γρατζουνίσει τα καινούρια έπιπλα, θα μου καταστρέψει τις πανάκριβες κουρτίνες, θα γεμίσει τον τόπο τρίχες, θα με επιβαρύνει με τη φροντίδα της, θα είναι έξοδο, θα με γρατζουνάει και θα πηγαίνω σαν πρεζάκιας με σημάδια στη δουλειά, θα με κολλήσει τοξόπλασμα (που δε γίνεται αν δεν τρώει ωμό κρέας αλλά έχω βαρεθεί να το εξηγώ αυτό στον κόσμο, εξάλλου αν δεν έχω ήδη τοξόπλασμα θα πρόκειται περί θαύματος) και θα κινδυνέψει η μελλοντική εγκυμοσύνη μου, θα φάει το μελλοντικό μωρό μας, που ίσως γεννηθεί και με θανατηφόρα αλλεργία στις γάτες, θα μου καταστρέφει τις διακοπές και τα λοιπά και τα λοιπά. (Επίσης, θα κλάνει φωτιές, θα ληστεύει τράπεζες, θα βιάζει τον περιπτερά, μια μέρα θα λυσσάξει και θα μας κόψει το λαιμό, θα μας πιει το αίμα, θα βάλει φωτιά στην πολυκατοικία και θα μεταναστεύσει στο Μπαγκλαντές).

Έτσι, με χίλιους ανθρώπους να μου τα λένε όλα αυτά σαν άκρως πιθανά σενάρια, παραιτήθηκα από την ιδέα της γάτας. Και επιβίωσα. Για πέντε ολόκληρους μήνες. Το θέμα πήρε σοβαρές διαστάσεις όταν είδα τη Σούκι στο Τρου Μπλαντ να παίρνει τη γάτα της στο κρεβάτι και (μεταξύ μας) κόντεψα να μπήξω τα κλάματα. Την επομένη γούρλωσα τα μάτια μου στο μωρό και του είπα ότι χρειάζομαι μία γάτα. Και το μωρό (που είναι μεν των σκύλων αλλά λατρεύει και τις γάτες, κι επίσης κάνει τα πάντα εύκολα στη ζωή και επιμελείται διαρκώς της επιβίωσής μου) γέλασε όπως γελάει πάντα και μου είπε ότι θα μου πάρει γάτα, σαν να του ζήτησα φουστάνι, και τη βάφτισε εκ των προτέρων, για να μην αλλάξω γνώμη, και σε τρεις μέρες απέκτησα μια υπέροχη μπέμπα Περσίας με χρυσά μάτια, από αυτές που πάντα ήθελα αλλά όλοι μου έλεγαν απαπαπαπά είναι ένας φρικτός τρίχινος μπελάς (αν κι εγώ ανέκαθεν τις έβρισκα μια τεράστια τρίχινη ευτυχία).

Έχω ξανά ρούχα γεμάτα τρίχες, μια τεράστια γρατζουνιά στο μπούτι (σκαρφαλώνει για να μου κλέψει τις χαρτοπετσέτες) και γατοτροφή στο ντουλάπι με τον πουρέ και τις κονσέρβες. Έχω σηκώσει την καλή κουρτίνα για να μην τη χαλάσει τώρα που είναι μικρή και παίζει, το σαλόνι δείχνει κάπως λιγότερο τέλεια από πριν αλλά δε με νοιάζει. Και στον καναπέ τράβηξε μια-δυο κλωστούλες αλλά επίσης δε με νοιάζει, μόνο εγώ τις διακρίνω ούτως ή άλλως. Και είμαι ευτυχισμένη, με την κουρτίνα καραγκιοζ-μπερντέ και το γρατζουνισμένο καναπέ, σαν να συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι ο καναπές ούτως ή άλλως θα γρατζουνιόταν κάποτε, όπως κι εμείς, και δεν έχει νόημα να προσπαθώ να μας κρατήσω ανέπαφους, δεν ξέρω τι σόι στροφή πήρε το μυαλό μου, και σήμερα μου ψιλοχάλασε το φαΐ κι έβαλα τα γέλια, και το μωρό νόμιζε ότι τρελάθηκα, γιατί κανονικά θα έπρεπε να φρικάρω, κι έκατσα κάτω και προσπαθούσα να του εξηγήσω, όλο αυτό απ’ την αρχή, για τα αριστεία μου στο σχολείο και τη γάτα και τις γρατζουνιές στον καναπέ, και μπέρδεψα φυσικά τη γλώσσα μου και είπα κάτι πολύ ακατανόητο, και το μωρό που μιλάει μια φορά στα χίλια χρόνια σοβαρά με σταμάτησε και μου είπε ότι εννοώ ότι μπορώ να είμαι ευτυχισμένη με μία ατελή ζωή, και με άφησε μαλάκα, και του είπα στ’ αστεία γράψ’ το κάπου αυτό γιατί την επόμενη φορά δεν θα θυμάμαι πάλι τι εννοώ, αλλά το μωρό σηκώθηκε και το έγραψε σ’ ένα χαρτάκι και το κόλλησε στο ψυγείο, ήθελα να τον σταματήσω αλλά δε σταματάς το βασιλιά της πόλης σε τέτοιες ιστορικές στιγμές, βασικά θέλαμε μάλλον να ουρλιάξουμε και οι δύο, γιατί σ’ αυτό το σπίτι ξερνάμε αμφότεροι με τα αποφθέγματα και τον Κοέλο (ή όπως προφέρεται) και το γλάρο Ιωνάθαν και όλα τα συναφή βαρύγδουπα περίπου όσο ξερνάμε και με τον Πλιάτσικα, και κοιταχτήκαμε έντρομοι για μια στιγμή, αλλά επειδή το μωρό είναι, όπως είπαμε, ο βασιλιάς της πόλης και λύνει όλα τα προβλήματα, έγραψε «πέος» από κάτω με κεφαλαία γράμματα, κι έτσι αποφασίσαμε σιωπηρά ότι το χαρτάκι μπορεί να μείνει στο ψυγείο.

Από βδομάδα θα πάω τη μικρή για εμβόλια.