Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

Καθρέφτης


Και μεγαλώνω. Εκ των έσω, αλλά σταθερά. Iδίως κατά τη διάρκεια της νύχτας, όπως οι φόβοι και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες - σκότος φιλεύσπλαχνο που κάνει τα κόκαλα να τρίζουν και το αύριο να φαντάζει απλώς μια εξωφρενική πιθανότητα. Παρήγορο σκότος που εξισώνει τις απουσίες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, το βλέπω στον καθρέφτη μου τα πρωινά: αυτή η μικρή ρυτίδα, προάγγελος τρομερός μιας μελλοντικής προσωπογραφίας μου (διατηρητέας, καθώς μ' αρέσει να την φαντάζομαι, σε μια οβάλ ασημένια κορνίζα παλιομοδίτικης αισθητικής), δεν ήταν εκεί. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ το πρόσωπό μου χωρίς αυτήν, κι ας έχει αρχίσει πλέον η ανάμνηση να θολώνει, αβέβαιη ως μη επικυρωμένο ενσταντανέ μιας εξαιρετικού κάλλους παρελθούσας εμμονής.
Αγνοώ την εκάστοτε θέση της - για τη ρυτίδα μιλώ πάντοτε. Αν και την παρακολουθώ. Μετατοπίζεται, νομίζω, ακολουθώντας μια νοερή τροχιά γύρω από το στόμα συνήθως, κι άλλοτε ως δάκρυ φλερτάροντας με τον αριστερό οφθαλμό ή χωρίζοντας το μέτωπο στα δύο με τρομακτική ακρίβεια. Αλλά ποιος μπορεί να είναι ποτέ βέβαιος για τις ακριβείς συντεταγμένες της οδύνης.

Γνωρίζω μόνο πως καμιά κρέμα δεν δύναται να την αντιμετωπίσει, καμία αισθητική επέμβαση από τις μέχρι σήμερα γνωστές. Μόνη προοπτική θεραπείας, η θραύση. Ένας εφάπαξ κατακερματισμός του αντανακλούμενου περιγράμματός μου, βίαιος μεν αλλά σοφά υπολογισμένος, που θα εξαφάνιζε την αβάστακτη μοναδικότητα της λεπτής γραμμής εντός ενός ακίνδυνου πλήθους ρωγμώσεων.

Ωστόσο, δειλιάζω, σαν πάντοτε, να αναμετρηθώ με τις αντανακλάσεις. Τολμώ να πω πως αδυνατώ. Δεν αποκλείεται γι' αυτήν μου την ανικανότητα να ευθύνεται η συνείδηση των σακατεμένων ενδεχομένων μου. Σε κάθε περίπτωση αρκούμαι, αθλίως ή έστω με μεγάλη δόση ερασιτεχνισμού, στην πλέον προσιτή εκδοχή συνθηκολόγησης:

Απλώνω το χέρι και σβήνω τα φώτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: