Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

(προ)ανοιξιάτικες κακομοιριές


Ημερολογιακώς, ο χειμώνας πνέει τα λοίσθια. Μεγαλώνουν σιγά-σιγά οι μέρες, γλύκανε ο καιρός. Αφού κι εγώ ακόμη αντικατέστησα προημερών το παλτό μου μ' ένα κοντό μπουφανάκι χωρίς να γίνω μωβ από το κρύο (όσοι διαβάσατε την προηγούμενη ανάρτησή μου, καταλαβαίνετε). Έρχεται η άνοιξη, και για τους δύσπιστους έχω την αδιαφιλονίκητη απόδειξη: ξύπνησε η χελώνα μου. Αφήστε που συναπαντήθηκα με μια κάμπια (ναι, αυτές τις σιχαμένες των πεύκων λέω) προτού ακόμη λιώσουν τα πρόσφατα χιόνια.
Θα αναρωτιέστε ίσως τι μύγα με τσίμπησε και σας τα λέω όλα αυτά. Όχι, δεν μου τη βάρεσε να αλλάξω καριέρα και να γίνω μετεωρολόγος -δεδομένου του ύψους μου, αλλωστε, δεν θα είχα την παραμικρή ελπίδα να πω ποτέ τον καιρό στην τηλεόραση, όσο low budget και να ήταν το δελτίο... Ούτε και πρόκειται να σας πρήξω ζωτικά σημεία του σώματός σας (προκειμένου για αναγνώστριες, αναφέρομαι στο ήπαρ) με γλυκαναλατιές του τύπου ήρθε άνοιξη-τα πουλάκια κελαηδάνε-οι αμυγδαλιές ανθίζουν κι άλλα τέτοια φρικαλέα. Αν θέλετε τίποτα τέτοιο, δηλαδή, μετά χαράς να σας παραπέμψω στη βουκολική ποίηση του Κρυστάλλη, να έχω και τη συνείδησή μου ήσυχη.
Ο λόγος που ανέφερα τις καιρικές συνθήκες είναι πολύ πιο εγωκεντρικός. Παραξενεύτηκα τις τελευταίες ημέρες διαπιστώνοντας ότι, ενώ κανονικά ως γνήσιο σαυροειδές θα έπρεπε να πετάω στα σύννεφα με την αλλαγή της εποχής, είμαι μάλλον στα down μου. Μπορεί να φταίει ο διαρκής πανικός στο σπίτι λόγω επικείμενης αποχώρησης αδελφής, μπορεί να φταίει η σκατοπροκήρυξη που περιμένω και δε βγαίνει να μπω κι εγώ σ' ένα πρόγραμμα, μπορεί να φταίνε οι Dresden Dolls που μου καίνε ασυστόλως τον εγκέφαλο τελευταία. Να φανταστείτε ότι είπα ν' ακούσω λίγο punk να ξελαμπικάρω χθες και πάλι δεν έπιασε. Δεν ξέρω.
Στις μιζέριες μου είμαι παντως και όλα μου φταίνε. Σκεφτείτε ότι μου είπαν προημερών για τη Eurovision και μου ήρθε να αρχίσω να δέρνω. Διότι, καθώς οι σχέσεις μου με την τηλεόραση είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτες (οι γονείς μου επιμένουν αδίκως ότι τους δουλεύω όταν ισχυρίζομαι ότι δεν ξέρω σε ποιο κανάλι αντιστοιχεί κάθε κουμπάκι του τηλεκοντρόλ), τα μαθαίνω απότομα δια στόματος άλλων όλα τα συνταρακτικά και δεν προλαβαίνω φαίνεται να τα χωνέψω. Άκουσα λοιπόν για την Καλομοίρα και, από υποτασική έως λιποθυμίας που είμαι συνήθως, παραλίγο να πάθω υπερτασικό επεισόδιο. Γιατί τους άλλους δύο διαγωνιζόμενους μπορεί να τους αγνοούσα (με τέτοια καλλιτεχνική υπερπαραγωγή στη χώρα μας, πού να προλάβεις να εμπεδώσεις κάθε καινούριο μπούτι -συγγνώμη, χέρι εννοούσα- που πιάνει το μικρόφωνο), αλλά την εν λόγω κυρία την είχε πάρει δυστυχώς το μάτι μου παλαιότερα. Και μου έμεινε αξέχαστη, ιδίως όταν με έπεισαν οι γνωστοί μου ότι δεν επρόκειτο περί παρωδίας αλλά περί τραγουδίστριας κανονικής, όπως τέλος πάντων νοείται αυτός ο όρος στην Ελλάδα.
Με έχει πιάσει λοιπόν ένα άκρως ψυχοφθόρο άγχος να προλάβω να αλλάξω υπηκοότητα πριν την ημέρα του τελικού. Και επειδή από όσο γνωρίζω κάτι τέτοιο είναι αδύνατο στην πράξη, με βλέπω την συγκεκριμένη ημέρα να δηλώνω αυθαιρέτως Πολωνέζα, Κινέζα, μετανάστρια εκ Τιμπουκτού ή Αλβανίδα υπήκοος. Γιατί παρ' ό,τι είμαι αρκετά μαθημένη στις γιουροβιζιονικές κατάντιες μας (από τότε με τα μπιτζαμο-τσιφτετέλια του Σαρμπέλ μου έχει μείνει ένα μικρό τικ στο αριστερό μάτι), τη συγκερικένη κακομοιρ-ιά το νευρικό μου σύστημα αδυνατεί να την αντέξει. Δεν λέω ότι πρέπει να αναστήσουμε το Χατζιδάκι να τον στείλουμε στη διοργάνωση, αλλά όχι κι έτσι, ρε παιδάκια! Λίγο έλεος, δηλαδή...
Ξέρω ότι πετάγομαι άνευ ειρμού από το ένα θέμα στο άλλο (σας προειδοποίησα εξ αρχής άλλωστε, είμαι στις μαύρες μου τις γκρίνιες) αλλά λέγοντας προηγουμένως "Αλβανίδα υπήκοος" θυμήθηκα το άλλο το χθεσινό που με καταρράκωσε. Μπαίνοντας στο ψιλικατζίδικο, έπεσα πάνω σε ένα ζευγάρι γνωστών μου, γείτονες, νεαρά παιδιά και τα δύο, η κοπελιά μάλιστα πρώην συμμαθήτριά μου στο Λύκειο. Για κακή μου τύχη λοιπόν (όταν δεν αντέχεις είναι που σου την πέφτουν όλα τα τρελά, έτσι για να σε αποτελειώσουν) έπεσα πάνω σε σοβαρή συζήτηση εθνικού ενδιαφέροντος με έναν τρίτο γνωστό τους. Και μου έπεσε το σαγόνι...
Η όλη κουβέντα έφερνε κάπως σε αναβίωση του ένδοξου έπους του σαράντα. Μόνο η Βέμπω να τραγουδάει παιδιά, της Ελλάδος παιδιά έλειπε, δηλαδή. Αφορμή, όπως ίσως υποψιάζεστε, ήταν το πολύκροτο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων. Δεν προτίθεμαι να εκφράσω άποψη αυτή τη στιγμή για το όντως προβληματικότατο αυτό ζήτημα, και μην βιαστείτε να με χαρακτηρίσετε ως μη έχουσα εθνική συνείδηση, πατριωτισμό και όλα τα συναφή. Αλλά να ακούσω, βράδυ Τσικνοπέμπτης και από το στοματάκι νεαρών ανθρώπων εθνικιστικές κορώνες και ασυναρτησίες του τύπου (σας μεταφέρω αυτούσιες τις ατάκες) "πόλεμος, πόλεμος πρέπει να γίνει", "πρέπει να πάρουμε άντρες γυναίκες τα όπλα και να πάμε να τους σφάξουμε όλους", "όλα είναι σχέδιο για να γίνει η Μεγάλη Αλβανία και να μείνει Ελλάδα μόνο η Πελοπόννησος", "γι' αυτό γεννάνε από τέσσερα παιδιά οι Αλβανοί" και άλλα τέτοια απείρου κάλλους, ομολογώ δεν το περίμενα. Δηλαδή έπαθα τέτοιο σοκ που δεν μπόρεσα καν να απαντήσω. Πήγα απλώς να ψελλίσω "καλά πλάκα κάνετε" όταν άκουσα τα περί πολέμου, όπλων και σφαξίματος, αλλά η φιλενάδα μου με αποστόμωσε, τινάζοντας τις ξανθιές φράντζες της ότι "φυσικά και δεν κάνω πλάκα, εγώ θα πήγαινα ευχαρίστως να πολεμήσω για την πατρίδα μου και να τους σφάξω τους μπάσταρδους". Τι να κάνω κ εγώ, κατάπια το σάλιο μου, μάζεψα το σαγονάκι μου με το δεξί χέρι, πήρα με το αριστερό και μια μπύρα παραπάνω να πιούμε με το μωρό που είχε ρεπό να πάνε κάτω τα πολεμοχαρή φαρμάκια, καληνύχτισα και πήρα μαύρο δρόμο.
Έχοντας πλέον πέσει για τα καλά στη λούμπα των σχετικο-άσχετων συνειρμών, άρχισα να θυμάμαι διάφορα από αυτά που μου τη δίνουν, ας πούμε μια έρευνα που είχα διαβάσει πριν λίγα χρόνια και έλεγε ότι, το έτος εκείνο, στην ερώτηση ποια θεωρούσαν τα πιο σημαντικά πρόσφατα επιτεύγματα του κράτους μας ή κάπως έτσι, η συντριπτική (μα πραγματικά συντριπτική, αν με εννοείτε) πλειοψηφία των Ελλήνων είχε απαντήσει "το ότι κερδίσαμε στη Eurovision και πήραμε το ευρωπαϊκό".
Το ξανασκέφτομαι δηλαδή και φουσκώνει το στήθος μου από εθνική υπερηφάνεια (ευτυχώς, γιατί το ενισχυμένο σουτιέν μου δεν επαρκεί για να σώσει την κατάσταση). Πατριώτες, φιλόμουσοι και φίλαθλοι τρία σε ένα. Τάλε κουάλε με τα ιδανικά της αρχαιότητας, στο λίγο πιο μοντέρνο - κάτι σαν την Ακρόπολη φωταγωγημένη. Ιδίως ως προς το "φίλαθλοι", θυμήθηκα και το άλλο σχετικό περιστατικό, το βράδυ του περίφημου εκείνου τελικού που έτυχε να είμαι κάπου με το μωρό (που με το ποδόσφαιρο ασχολείται όσο και με τον πειραματικό γιαπωνέζικο κινηματογράφο, αν όχι λιγότερο) και έκανε το λάθος να ρωτήσει το αλλόφρονο πλήθος γύρω από τη τηλεόραση, με γνήσια απορία, τι παρακολουθούν με τόση ένταση. Δυστυχώς δεν πρόλαβα να τον σκουντήξω όταν ο καταστηματάρχης τον ρώτησε με στυλάκι μισό νταβατζή, μισό καουμπόη "τι μας λες τώρα, ρε φίλε, ότι δεν ξέρεις τι είναι σήμερα;", και ο καλός μου του απάντησε με αφοπλιστική αθωότητα "όχι"... Όπως ίσως φαντάζεστε, από σύμπτωση και μόνο το γλιτώσαμε το λυντσάρισμα (ήταν μάλλον πολύ απασχόλημενοι με το ματς για να βρουν το χρόνο). Μας απάντησαν ωστόσο (για την ακρίβεια στον άντρα μου απάντησαν, εγώ προφανώς ως γυναίκα για τη συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων ήμουν μάλλον αόρατη) , με ένα πολύ απειλητικό τρόπο που θέλω μέχρι σήμερα να πιστεύω ότι επρόκειτο περί αστεϊσμού, "άμα δεν ξέρεις, να φύγεις". Σε κάθε περίπτωση δεν καθίσαμε φυσικά να διαπιστώσουμε αν ο φιλέλλην-φίλαθλος-macho έσπαγε πλάκα ή όχι, και φύγαμε διερωτώμενοι σε ποιον πλανήτη ακριβώς κατοικούμε.
Φαντάζομαι, στον ίδιο εκείνο πλανήτη όπου το πνεύμα το άγιο επιλέγει θρησκευτικούς ταγούς και οι πολίτες διαδηλώνουν με ζήλο ταλιμπάν για τις ταυτότητες (σας συνιστώ να ρίξετε μια ματιά σχετικά στο απολαυστικό πνεύμα από το υπερπέραν του φίλτατου και πάντα εύστοχου Αλέκου). Πού κολλάει τώρα αυτό; Μην το ψάχνετε. Είπα: στις κακές μου είμαι σήμερα, ό,τι θέλω λέω. Πείτε πως, λόγω της ημέρας, πρόκειται για δίσεκτη ανάρτηση. Η ανάγνωσις, εξάλλου, είναι αμιγώς προαιρετική.
Λοιπόν, επειδή πραγματικά τα κατάφερα να κακομοιριαστώ ψυχολογικά ακόμη περισσότερο γράφοντάς τα όλα αυτά, λέω να σταματήσω. Κι επειδή δεν θέλω να αποχαιρετήσω ιστολογικώς το Φλεβάρη με τόση μιζέρια, λέω να ξεθάψω από μέσα μου λίγη καλοσύνη, και να πρωτοτυπήσω αφιερώνοντας το παρόν κείμενο στον τελευταίο άγνωστο που με έκανε, για ασήμαντο λόγο, να χαμογελάσω. Πρόκειται για τον ψήστη στο σουβλατζίδικο που καταφύγαμε χθες προκειμένου να προμηθευτούμε τα απαραίτητα "τσικνίσιμα" (ναι, σωστά το σκέφτεστε, τίποτα δεν ετοίμασα η ανεπρόκοπη, ούτε καν σαλάτα γιατί μου δήλωσαν ότι θα τους "έτρωγε πολύτιμο χώρο από το στομάχι"). Λοιπόν, ο τύπος αυτός, ενώ πνιγόταν κυριολεκτικά στη δουλειά και θα έπρεπε κανονικά να βλαστημάει την ώρα που γεννήθηκε και το πεινασμένο πλήθος των πελατών μαζί, βρήκε παραδόξως τη διάθεση να μας κεράσει ένα μπουκάλι κοκα-κόλα, επειδή ο άντρας μου αυθορμήτως, βλέποντας τον άνθρωπο πελαγωμένο να μην ξέρει πού να σημειώσει τις παραγγελίες, έβγαλε και του έδωσε ένα μπλοκάκι τσέπης, μισοχρησιμοποιημένο μάλιστα. Και παρ' όλο που το σιχαίνομαι το μαυροζούμι (κάνει και κυταρίττιδα, εκτός των άλλων), ήπια κατ' εξαίρεσιν λιγάκι στη υγειά του.




Δεν υπάρχουν σχόλια: