Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Το τραίνο της εξέλιξης



Τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια της ζωής μου μού συμβαίνει συχνά ένα περίεργο πράγμα: Διασταυρώνομαι με νεαρές κοπέλες, στην ηλικία μου ας πούμε ή και κατά πολύ μικρότερες, και έχω το δυσάρεστο συναίσθημα ότι κατέβηκα από κάποιον άλλο πλανήτη, πολύ λιγότερο πολιτισμένο, προφανώς, από τον κόσμο στον οποίο εκείνες περιφέρονται με τόση χάρη. Αιτία; Η εμφάνισή τους. Όχι αυτή με την οποία τις προίκισε περισσότερο ή λιγότερο η μαμά Φύση –στην «επίκτητη» εμφάνιση αναφέρομαι, κοινώς στο γνωστό και προσφιλές (στα θηλυκά τουλάχιστον όντα) κεφάλαιο ντύσιμο-φτιάξιμο.
Πριν σας εξηγήσω όμως τι ακριβώς εννοώ, θα ήθελα να διευκρινίσω μερικά πράγματα, για να μην μου καταλογίσετε πως υπερβάλλω όντας ακραία η ίδια:
Καταρχάς, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είμαι φρικιό. Το προσπάθησα λιγάκι να γίνω κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου και λίγο μετά, ενδίδοντας ασυστόλως σε οποιοδήποτε μαύρο, μωβ και γενικά πεθαμενατζί ένδυμα μπορούσε να χωρέσει στη ντουλάπα μου, αποκτώντας ένα κεφάλι αλά Robert Smith και μάστερ στο γκόθικ μακιγιάζ ανεξαρτήτως ώρας, φορώντας στρατιωτικά άρβυλα που ζύγιζαν περίπου το μισό μου βάρος και τα λοιπά και τα λοιπά. Αλλά η ψωνάρα μέσα μου (αυτό που πιο κόσμια καλείται «γυναικεία κοκεταρία») ουδέποτε μου επέτρεψε να σηκώσω καμιά μοϊκάνα, ας πούμε, ή να αγοράσω ρουχαλάκια (έστω συνολάκια κηδείας) που να μην τονίζουν επαρκώς τη σιλουέτα. Όπως συνήθως συμβαίνει όμως, η ψωνάρα (για αυτήν μέσα μου λέω πάντα) μεγάλωσε με τα χρόνια. Επιπλέον, μετά από έτη ενδοσκόπησης, κατέληξα στο συμπέρασμα πως δεν είναι ανάγκη να «φωνάζω» στους γύρω μου μέσω της εμφάνισης πως δήθεν ανήκω κάπου για να περιφρουρήσω αυτό που λέω πολιτισμική μου ταυτότητα. Άσε που, όσο μπουμπουνοκέφαλη και να είσαι, μεγαλώνοντας εμπεδώνεις κάποιες παγκόσμιες αλήθειες, του τύπου οι-άντρες-γουστάρουν-γόβα-στιλέτο ή τα-σκισμένα-τζιν-το-χειμώνα-μπάζουν....Οπότε, όπως υποψιάζεστε, στοιχειωδώς κυρίλεψα. Δεν εννοώ πως περιφέρομαι με ταγιέρ ή πως αποχωρίστηκα ποτέ αυτό που ο πεθερός μου με φρίκη αποκαλεί «χαλκά στη μύτη μου», αλλά τέλος πάντων και χρωματάκια φοράω, και φουστανάκια, και τσιμπιδάκια χαριτωμένα και όλα τα εις –άκια που ξεχωρίζουν συνήθως τη γκαρνταρόμπα μιας γυναίκας από αυτήν ενός λοκατζή. Ομολογώ μάλιστα πως δεν αγοράζω ποτέ αθλητικά παπούτσια, θεωρώντας τα πλέον υπερβολικά χοντροκομμένα για το φύλο μου, και πως έχω και μεγάλη αδυναμία στο βάψιμο. Δεύτερον. Δεν είμαι ούτε καθολική, ούτε σκληροπυρηνική σουφραζέτα. Κοινώς προβαίνω σε αποτρίχωση τακτική και ολική, φοράω σουτιέν (με ενίσχυση πάντα) και αποδέχομαι τη φρικτή ανισότητα ότι ο άντρας μου μπορεί να μεν να ρευτεί χωρίς να γίνει αποκρουστικός αλλά εγώ όχι.
Και τρίτον, έχω την τύχη να μην έχω τρία μάτια. Δεν εννοώ πως είμαι καμιά κούκλα αλλά τέλος πάντων δεν είμαι και τέρας της φύσης ώστε να με πιάνει αμόκ στη θέα οποιασδήποτε καλοβαλμένης ύπαρξης.
Αυτά. Και τώρα, αφού σας έπεισα ελπίζω ότι είμαι στοιχειωδώς «φυσιολογική» εμφανισιακά, συνεχίζω...
Βλέπω στο δρόμο τις κοπελίτσες και τρομάζω. Το ότι οι μισές τουλάχιστον μοιάζουν από ενδυματολογικής απόψεως να έχουν ξεπηδήσει από editorial περιοδικού μόδας, ακόμη κι αν κουβαλάνε ακόμη σχολική τσάντα, το παραβλέπω. Με κάτι μικρές λεπτομέρειες είναι που φρίττω. Μαλλί κομμωτηρίου επτά η ώρα το πρωί στο αμφιθέατρο της σχολής, γαλλικό και σχεδιάκια στα νύχια χειμώνα-καλοκαίρι. Σας το ορκίζομαι πως έχω αρχίσει να πιστεύω πως ανήκω σε κάποιο υπό εξαφάνιση είδος που δεν κάνει επαγγελματικό μανικιούρ-πεντικιούρ απαραιτήτως δύο φορές το μήνα και χρησιμοποιεί το πιστολάκι απλώς για να στεγνώσει τα μαλλιά. Και διερωτώμαι: πού πάω με τέτοια χάλια η άμοιρη;
Η φρίκη μου μεγαλώνει τις σπάνιες εκείνες φορές που τυχαίνει να παραβρεθώ σε συζήτηση γυναικοπαρέας. Λοιπόν, απ’ ό,τι μαθαίνω, η μέση γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να χαλά μηνιαίως το λιγότερο μισό μισθό για την απολύτως αναγκαία προσωπική της περιποίηση, η οποία περιλαμβάνει ειδική αισθητικό για τα μούτρα, άλλη αισθητικό για την αποτρίχωση, έγχρωμους φακούς επαφής, λεύκανση δοντιών, ανανέωση των τεσσάρων διαφορετικών αποχρώσεων ανταύγειας, ειδικά θεραπευτικά διαλύματα για τις παρωνυχίδες, εφτά διαφορετικές κρέμες κατά της κυτταρίτιδας και ούτω καθεξής. Και διερωτώμαι εκ νέου: πού πάω εγώ, ρε παιδιά;
Και καλά στην πόλη. Εκεί που κυριολεκτικά μου γυαλίζει το μάτι, είναι στις καλοκαιρινές διακοπές στα νησιά. Τη στιγμή που μπαίνω εγώ με το μαλλί τζίβα στο ντους του κάμπινγκ ίσα-ίσα να ξεβγάλω τα αλάτια, και πετυχαίνω την νεαρά στον καθρέφτη με επαγγελματικό σεσουάρ και μπουκάλι λακ σε μέγεθος υπερφυσικού δονητή να ισιώνει τις φράντζες...
Πάνω όμως που πάω να τις χλευάσω όλες αυτές τις δεσποινίδες για τις (κατά τη γνώμη μου) υπερβολές τους, να σου και πέφτει στα χέρια μου κάποιο απ’ αυτά τα τρισκατάρατα γυναικεία περιοδικά. Το ξεφυλλίζω και διαπιστώνω, έντρομη, πως κάτι ξέρουν προφανώς εκείνες που τα κάνουν όλα αυτά γιατί, σύμφωνα πάντα με την επιστημονική άποψη των σεβαστών αρθρογράφων των εν λόγω εντύπων, άμα σε δει το μανάρι απέναντι με σκασμένη φτέρνα το καλοκαίρι, θα ξεράσει στο πεζοδρόμιο. Δεν πα’ να’σαι μια κούκλα η υπόλοιπη, αυτός εκεί, τη φτέρνα θα κοιτάξει. Επίσης, λέει, ένας από τους βασικούς λόγους που χάνεται το ερωτικό ενδιαφέρον σε περίπτωση συγκατοίκησης είναι εκείνο το αρχαίο μακό μπλουζάκι που φοράς μέσα στο σπίτι -ακόμη κι αν έχει συναισθηματική αξία γιατί σου το αγόρασε ο καλός σου στην πενταήμερη... Α, και πως αν ξυπνήσεις με σπυράκι και δεν διαθέτεις το ειδικό κονσίλερ με την επιπρόσθετη θεραπευτική δράση, καλύτερα να βγεις στο μπαλκόνι σου και να πηδήξεις προτού εμφανιστείς σε τέτοια κατάσταση στην κοινωνία.
Μαθαίνω, επίσης (από τα περιοδικά αυτά πάντα ή τις ελάχιστες φορές που μπαίνω σε κανένα πολυκατάστημα καλλυντικών) πως υπάρχουν ένα εκατομμύριο λίαν απαραίτητα όπλα ομορφιάς τα οποία κυριολεκτικά αγνοώ, του τύπου ενισχυτικά βλεφαρίδων, κρέμες που μειώνουν λέει την τριχοφυία, αντηλιακά μαλλιών, αδυνατιστικά σαπούνια και πλείστα άλλα.
Και παρακολουθώ κάθε δεύτερο Σάββατο, αποσβολωμένη πλέον, συμπαθή γνωστή μου να απλώνει με χάρη τις ομολογουμένως υπέροχες γάμπες της στην πεντικιουρίστα, που την περιμένει γονυπετής στο σαλόνι ως άλλη σκλάβα της Κλεοπάτρας, και να ρωτά με ανησυχία ανάλογη με αυτήν που αρμόζει στο θέμα του φαινομένου του θερμοκηπίου τι ακριβώς θα κάνουν με τη μικρή σκλήρυνση που την ταλαιπωρεί στην αριστερή της πατούσα...
Πώς με προσπέρασαν έτσι όλα αυτά τα θηλυκά; Προφανώς επιβαίνουν στο λεγόμενο τραίνο της εξέλιξης, που ταχύτατα διασχίζει τις λεωφόρους του δυτικού μας κόσμου, εκπνέοντας αρωματικές αναθυμιάσεις σαλονιού ομορφιάς. Κι εγώ έχω ξεμείνει στην αποβάθρα.

2 σχόλια:

Spitogata είπε...

Αυτά τα θηλυκά δεν έχουν ακόμα βρει τα αρσενικά τους. Για αυτό κοιτάν το "έξω" τους περισσότερο από το "έσω" τους.

Όταν βρουν και αυτές τον καβαλάρη τους θα ενδιαφέρονται λιγότερο να ντυθούν και περισσότερο να απογυμνωθούν!

Φιλάκια...αφού θέλει κάτι σε -ακια

Νάρκισσος είπε...

Μπράβο βρε Εμμάκι, κι εγώ αυτό λέω!
Διότι γιατί να την ισιώνεις την φράντζα, όταν σε ξεχτενίζει εν ριπή οθφαλμού; χαχαχαχα